Articles by "Ιστορικά θέματα"

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορικά θέματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων


Πολιτικοί κρατούμενοι στο προαύλιο των Νέων Φυλακών Θεσσαλονίκης

του Σπύρου Κουζινόπουλου

Ένας από τους τόπους κράτησης πολιτικών αλλά και ποινικών κρατουμένων στη Θεσσαλονίκη από τα χρόνια του μεσοπολέμου και αργότερα, μετά την απελευθέρωση από τη Γερμανική Κατοχή, ήταν οι “Νέες Φυλακές” Θεσσαλονίκης που λειτουργούσαν στην οδό Κασσάνδρου συμπληρωματικά με τις φυλακές Επταπυργίου.

Οι Νέες Φυλακές, είχαν χαρακτηρισθεί “Επανορθωτικές”, καθώς εκεί κρατούνταν όσοι είχαν καταδικαστεί από τα δικαστήρια σε φυλάκιση μέχρι τρία χρόνια, ενώ οι βαρυποινίτες οδηγούνταν στο Γεντί-Κουλέ που θεωρούνταν ως “εγκληματικές” φυλακές. Σημειωτέον ότι στη μετακατοχική περίοδο, κατά την οποία ήταν πολλές χιλιάδες οι συλλήψεις αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης, χρησιμοποιούνταν ως φυλακή και το στρατόπεδο “Παύλος Μελάς”.
Μετά την υπογραφή της επαίσχυντης συμφωνίας της Βάρκιζας, της λευκής τρομοκρατίας και του πογκρόμ που ξεκίνησε κατά των αγωνιστών του εαμικού κινήματος της Εθνικής Αντίστασης, με συνέπεια να εκδοθούν μέσα σε λίγο διάστημα περίπου 80.000 εντάλματα σλυλληψης και να φυλακιστούν πάνω από 15.000 μέλη και κατώτερα στελέχη του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ σε όλη τη χώρα, στη Θεσσαλονίκη λειτούργησαν τρεις φυλακές για τον εγκλεισμό των διωκόμενων αριστερών: Το Επταπύργιο, το Παύλου Μελά και οι Νέες Φυλακές.

Στο σπάνιο σήμερα βιβλίο Στα νησιά της Ελλάδας (έκδοση της "Εθνικής Αλληλεγγύης"), αναφέρεται ότι στη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου λειτουργούσαν στη Θεσσαλονίκη το Δεκέμβριο του 1946 πέντε φυλακές, όπου οι κρατούμενοι αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης ανέρχονταν ως εξής: Επταπύργιο (Γεντί Κουλέ) 270 κρατούμενοι, “Άγιος Δημήτριος 244” (;), Νέες Φυλακές 164, Παλιές Φυλακές (;) 350 και Παύλου Μελά 160 πολιτικοί κρατούμενοι
Οι αντιστασιακοί μόλις συλλαμβάνονταν, οδηγούνταν αρχικά στο τμήμα Μεταγωγών Θεσσαλονίκης, που βρισκόταν τότε στην οδό Φιλίππου, όπου έβλεπαν και τα παράθυρα των θαλάμων. Στους θαλάμους οι κρατούμενοι είχαν δώσει τα ονόματα “Μπρούκλιν”, “Πρεσβεία” και “Προξενείο”. Στη συνέχεια, μετά από ολιγοήμερη συνήθως κράτηση εκεί, που όμως σε ορισμένες περιπτώσεις ανέρχονταν σε αρκετές εβδομάδες, ανάλογα με την πληρώτητα που υπήρχε στα άλλα σωφρονιστικά καταστήματα, οδηγούνταν, ανάλογα με την περίπτωση όπως είπαμε, στο Γεντί-Κουλέ ή στις Νέες Φυλακές, που βρίσκονταν στην οδό Κασσάνδρου, εκεί που εδώ και αρκετά χρόνια, μετά την κατεδάφισή τους ανεγέρθηκε σχολικό συγκρότημα που στεγάζει το 23ο Λύκειο και τα 26ο και 32ο Γυμνάσια.

Μάρκος Βαφειάδης
Η μαρτυρία του Μάρκου Βαφειάδη

Ο Μάρκος Βαφειάδης, που για οκτώ μήνες είχε φυλακιστεί στις Νέες Φυλακές, από την 1η Αυγούστου 1929 μέχρι την παραμονή της Πρωτομαγιάς του 1930, επειδή μετείχε σε μία αντιπολεμική διαδήλωση που είχε χαρακτηριστεί ως “παράνομη” από τις αρχές, μας άφησε μια αρκετά κατατοπιστική περιγραφή των χώρων της φυλακής εκείνης της περιόδου:
“Το κτίριο της φυλακής είχε δύο πατώματα λαο χτισμένο σε σχήμα Π και με 9 θαλάμους, συνεργεία, κουρείο, καφενεία. Το Π “φράζονταν” με χαμηλό τοίχωμα και με σιδερένια κάγκελα για επισκεπτήριο. Έτσι σχηματίζονταν κλειστό προαύλιο με 100-120 μέτρα μάκρος και 55-60 μέτρα πλάτος και αυτό με παρεκκλήσι στη μέση. Στο πάνω πάτωωμα είχαν όλους τους καταχραστές, λαθρεμπόρους, τους υπολογίσιμους νταήδες και νταβατζήδες στα μπορντέλα κλπ. Εμάς μας είχαν στο κάτω πάτωμα με τους άλλους κοινούς καταδίκους, αυτούς του;ς πορτοφολάδες, ζωοκλέφτες κλπ, που πολλοί απ' αυτούς ήταν μικροποινίτες, κάθονταν 3-6 μήνες, έβγαιναν και πάλι έρχονταν, πολλοί τους σχεδόν αμέσως.. Αυτοί ήτανε και οι πιό “κοντινοί” σ' εμάς, έκαμναν παρέα, αν εσύ ήθελες βέβαια, λέγανε ότι κι αυτοί είναι συντροφάκια και βοηθάνε. “Τι διάολο, εγώ κλέβω αυτόν που έχει, τον καπιταλιστή που κλέβει τον εργάτη και τον στερώ από τα πλούτη του” κλπ. Πάντως ήτανε τέτοιοι, μερακλήδες άνθρωποι με τις θεωρίες τους κι αυτοί και όχι λίγοι και με χαρακτήρα”. 1
Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μάρκου Βαφειάδη, ο συνολικός αριθμός των κρατουμένων που υπήρχαν εκείνη την περίοδο στις Νέες Φυλακές Θεσσαλονίκης, ανέρχονταν στα 350-400 άτομα. Οι πολιτικοί κρατούμενοι από τη Θεσσαλονίκη ήταν 50. Όμως “στο διάστημα που ήμουνα στη φυλακή, εμείς φτάσαμε τους 120 κρατούμενους κομμουνιστές, διότι ύστερα από λίγο, από το Κιλκίς, από γεγονότα εκεί πέρα, φέρανε καμμιά 70 συντρόφους μέλη του κόμματος και της νεολαίας, οι περισσότεροι Καυκάσιοι που είχαν έρθει στην Ελλάδα το 1924 μετά την επανάσταση του Οχτώβρη και μ' αυτούς, κυρίως, το Κιλκίς έγινε κόκκινο”. 2


Ο περιβόητος διευθυντής Καπετανάκης


Διευθυντής στις Νέες Φυλακές εκείνη την περίοδο, ήταν ένας Κρητικός στη καταγωγή, ο Καπετανάκης. Σύμφωνα με την περιγραφή του Βαφειάδη, “ήταν άγριος και τρομοκράτης και γιαυτό και άξιος και με μεγάλη επιρροή στις αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες, υπουργεία κλπ. Ανάμεσα στις μεθόδους του, ήταν όχι μόνο το μπουντρούμι, η πείνα, αλλά και ξυλοδαρμοί των καταδίκων, μέχρι αίματος, και από φυλακή σε φυλακή τα διηγούνταν οι κατάδικοι με δέος”. 3 Πάντα κατά τον ίδιο, ο Καπετανάκης έκλεβε τρόφιμα που προορίζονταν για τους κρατούμενους με συνέπεια το συσσίτιο να είναι νερόβραστο, ενώ παράλληλα έκανε εμπόριο ναρκωτικών, απαιτούσε χρήματα από κρατούμενους που τους τοποθετούσε στα συνεργεία και εκβιάζοντάς τους, είχε δημιουργήσει ένα ευρύ δίκτυο πληροφοριοδοτών. Μάλιστα, εκτός των άλλων “κατορθωμάτων” του, “βίαζε γυναίκες με απειλές για τους δικούς τους, δεν τις άφηνε να δούνε τους άντρες τους και τις φοβέριζε ότι θα τους εξορίσει σε άλλες φυλακές του κράτους κλπ. Άλλες υποχωρούσαν, άλλες αντιστέκονταν και τα έλεγαν στους δικούς τους”. 4
Αυτόν τον Καπετανάκη, θα τον ξανασυναντήσει ο Μάρκος Βαφειάδης μετά από τρία χρόνια στις εγκληματικές φυλακές του Γεντί-Κουλέ, το Φεβρουάριο του 1933, όπου θα οδηγηθεί μετά την καταδίκη του σε φυλάκιση ενάμιση χρόνου για συνδικαλιστική δραστηριότητα στην Καπνεργατική Ομοσπονδία Ελλάδος. Μόνο που εκεί ο πανίσχυρος άλλοτε διευθυντής των Νέων Φυλακών δεν ήταν για να “σωφρονίσει” τους κρατούμενους, αλλά εξέτιε ποινή φυλάκισης πέντε ετών για οικονομικά σκάνδαλα κατά την περίοδο της διοίκησής του. 5

Περιγραφή της φυλακής

Το στέλεχος της Εθνικής Αντίστασης Κώστας Τσανικλίδης από το Κιλκίς, ύστερα από τη σύλληψή του με χαλκευμένες κατηγορίες στις 27 Μαίου 1945 και την δεκαπενθήμερη κράτησή του στο Τμήμα Μεταγωγών Χωροφυλακής, οδηγήθηκε υπόδικος στις Νέες Φυλακές. Η περιγραφή που μας άφησε γιαυτό το σωφρονιστικό κατάστημα, είναι αρκετά κατατοπιστική:
Η φυλακή ήταν δίπατη και είχε σχήμα Π. Στο πάνω πάτωμα, δεξιά όπως μπαίνεις στο προαύλιιο, ήταν οι πολιτικοί κρατούμενοι και αρτιστερά οι δοσίλογοι, οι ταγματασφαλίτες. Ήταν αυτοί που είχε πιάσει ο ΕΛΑΣ και τους παρέδωσε στην κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας. Η φυλακή είχε και γυναικείο τμήμα. Αυτό ήταν στη συνέχεια του κτιρίου της διεύθυνσης. Αοπό το πρώτοπάτωμα έβλεπες απέναντι τις πολυκατοικίες και έτσι σου έδινε την εντύπωση ότι είσαι ανάμεσα σε κόσμο, γιατί στα μπαλκόνια έβλεπες να κάθονται και να κινούνται άνθρωποι.
Μπροστά από τους θαλάμους υπήρχε ένας διάδρομος, αρκετά φαρδύς, σαν ένα είδος μπαλκονιού, με τη διαφορά ότι στη θέση που το μπαλκόνι είχε τα κάγκελα, εδώ υπήρχε ένα ντουβαράκι ύψους 80 εκατοστών περίποιυ, και πάνω σ' αυτό το ντουυβαράκι χοντρά σίδερα σε απόσταση τέτοια που να μη χωράει ανθρώπινο κεφάλι, όσο μικρό κι αν ήταν, και τα σίδερα αυτά κατέληγαν στην οροφή. Ήταν σίδερα ασφαλείας για να μην μπορεί κανείς να κατέβει στην αυλή όταν η φυλακή ήταν κλειστή. Η πόρτα που έμπαζε στο διάδρομο από τη σκάλα ήταν χοντρή δρύϊνη, άνοιγε προς τα έξω όπως και όλες οι πόρτες των θαλάμων και κελιών και έκλεινε με μια μεγάλη σιδερένια αμπάρα. Όταν ήταν κλειστή η φυλακή, έκλεινε μόνο αυτή η πόρτα και οι πόρτες θαλάμων και κελιών έμεναν ανοιχτές. Εμείς οι νέοι που είχαμε έρθει από το Μεταγωγών, μείναμε στο δεύτερο θάλαμο. Στον πρώτο έμεναν οι παλιοί. Κρεβάτια δεν υπήρχαν, κοιμόμασταν στρωματσάδα. 6

Η δήλωση του Εισαγγελέα Κατωπόδη

Με την αύξηση της τρομοκρατίας και των συλλήψεων, πληθαίνουν και οι μεταφορές στις Νέες Φυλακές Θεσσαλονίκης, στις οποίες είναι έγκλειστοι πριν τα τέλη του 1945 πάνω από 500 κρατούμενοι, διπλάσιοι και τριπλάσιοι από την χωρητικότητά τους. Σχετικά με τις εκεί συνθήκες κράτησης,ήταν χαρακτηριστική η δήλωση του επιθεωρητή φυλακών Κατωπόδη, ο οποίος μετά την επίσκεψή του στις φυλακές και τις διαμαρτυρίες των κρατουμένων, είπε: “Έχω δηλώσει στις εφημερίδες ότι τα εγκλήματα για τα οποία κατηγορούνται οι κρατούμενοι σήμερα στις ελληνικές φυλακές, ωχριούν μπροστά στο έγκλημα το οποίον διαπράττει η Πολιτεία, κρατώντας τους κάτω από τις συνθήκες που τους κρατά”. 7
Οι πολιτικοί κρατούμενοι, αποφασίζουν να οργανώσουν τον εγκλεισμό τους στις Νέες Φυλακές, αξιοποιώντας τον χρόνο παραμονής κατά τον πιό καλό και χρήσιμο τρόπο. Εξηγεί ο Τσανικλίδης:
Ο πρώτος είναι ότι, όταν μένεις άεργος και δεν ασχολείσαι με τίθποτα, σκουριάζεις, γίνεσαι ευερέθιστος, μίζερος, κακός και δημιουργείς προβλήματα με τους συγκρατουμένους σου, αυτό που επεδίωκαν και εκείνοι που μας έκλεισαν μέσα. Και δεύτερον, έπρεπε να ανεβάσουμε το μορφωτικό και πνευματικό μας επίπεδο για να μπορέσουμε, όταν θα βγαίναμε έξω, να ανταποκριθούμε με όσο ήταν δυνατό μεγαλύτερη επιτυχία στις υποχρεώσεις μας γενικά.
Έτσι οργανώσαμε ένα κύκλο μαθημάτων για τους αναλφάβητους, έναν κύκλο μαθημάτων για τη στοιχειώδη μόρφωση (μαθήματα του δημοτικού) και ένα ανώτερο κύκλο μαθημάτων, γυμνασίου, πολιτικής οικονομίας και στοιχειώδους φιλοσοφίας και τέλος ένα κύκλο μαθημάτων για την ιστορία του συνδικαλισμού, ελληνικού και διεθνούς. 8


Μία επίσκεψη του Ν. Ζαχαριάδη στις Νέες Φυλακές


Στις 22 Αυγούστου 1945 ο Γενικός Γραμματέας του ΚΚΕ, Νίκος Ζαχαριάδης που εκείνες τις ημέρες βρισκόταν στη Θεσσαλονίκη, επισκέφθηκε τις Φυλακές της πόλης, όπου κρατούνταν κατά εκατοντάδες μέλη και στελέχη του ΕΑΜ και του ΚΚΕ. 9 Το ενδιαφέρον των έγκλειστων εκεί πολιτικών κρατουμένων ήταν μεγάλο, δεδομένου ότι στην Κατοχή το ΚΚΕ είχε καλλιεργήσει την προσωπολατρία για τον Ζαχαριάδη, με τραγούδια που αναφέρονταν σ' αυτόν, με ομιλίες, με χίλιους δυο άλλους τρόπους. Και όχι άδικα, λόγω των δεινών που είχε υποστεί ο αρχηγός του ΚΚΕ από τη δικτατορία Μεταξά που τον είχε φυλακίσει στο κάτεργο της Ακροναυπλίας και στη συνέχεια από τους χιτλερικούς που τον είχαν έγκλειστο στο Νταχάου, από όπου είχε επιστρέψει στην Ελλάδα στις 29 Μαίου 1945, με τη συντριβή του Ναζισμού. 10
Όπως αφηγήθηκε ο κρατούμενος εκείνη την εποχή στις Νέες Φυλακές, Κώστας Τσανικλίδης:
Ο Ζαχαριάδης ήρθε στη φυλακή όταν έκλεισε για το μεσημέρι. Ήρθε μαζί με μέλη της Κεντρικής Επιτροπής την ώρα που τρώγαμε. Όταν ο φύλακας είπε να πάει ένας αντιπρόσωπος στο γραφείο του διευθυντή για να χαιρετίσει τον αρχηγό, όλοι παρατήσαμε το φαγητό και τρέξαμε στα κάγκελα του διαδρόμου, νομίζοντας ότι θα τους δούμε. Αυτοί όμως είχαν πιά μπει μέσα στο γραφείο. Ένας νεαρός επονίτης από την Κατερίνη, που δεν συγκρατώ το όνομά του και είχε οριστεί να τον προσφωνήσει, πήγε από μέρους της ομάδας. [...] Περίπου δέκα λεπτά από τότε που έφυγε ο επονίτης, βλέπουμε όλη την αντιπροσωπεία με επικεφαλής το Ζαχαριάδη να κατευθύνεται προς την έξοδο, χαιρετώντας μας με το χέρι. Εμείς φωνάξαμε: Ζήτω ο Ζαχαριάδης, ζήτω το ΚΚΕ, ζήτω το ΕΑΜ. Και η αντιπροσωπεία χαιρετώντας μας βγήκε από τη φυλακή. Γυρίσαμε και μπήκαμε όλοι στον πρώτο θάλαμο, περιμένοντας τον Επονίτη να γυρίσει. Σε λίγο ήρθε κι αυτός. Το πρόσωπό του έλαμπε από χαρά. Από τη συγκίνησή του δεν μπορούσε για λίγα δευτερόλεπτα να μιλήσει. Όλοι κρεμόμασταν από τα χείλη του. Τελικά μας είπε ότι μόλις μπήκε μέσα στο γραφείο και είδε τον αρχηγό, τον αγκάλιασε, τον φίλησε και από τη συγκίνηση δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη”. 11

Και ο Γεώργιος Μαύρος

Γεώργιος Μαύρος
Τις Νέες Φυλακές Θεσσαλονίκης είχε επισκεφθεί στις 3 Φεβρουαρίου 1946 και ο τότε υφυπουργός Δικαιοσύνης στην κυβέρνηση Σοφούλη, Γεώργιος Μαύρος, ο μετέπειτα, μετά τη μεταπολίτευση, πρόεδρος της “Ένωσης Κέντρου”. Και στο γραφείο του διευθυντή των φυλακών έγινε συνάντηση με μία επιτροπή των πολιτικών κρατουμένων οι οποίοι του είχαν εκθέσει όλα τα ζητήματα που τους απασχολούσαν, όπως αυτά της κακής διατροφής, των αρρώστων, του χώρου κλπ. Ας παρακολουθήσουμε ένα περιστατικό από εκείνη τη συνάντηση, που δίνει και όλο το κλίμα που επικρατούσε εκείνη την ταραγμένη εποχή:
Ο Γ.Μαύρος άκουγε χωρίς να λέει τίποτα και κατόπιν μπήκε και στο προαύλιο των φυλακών, όπου ήταν μαζεμένοι όλοι οι πολιτικοί κρατούμενοι. Ρώτησε μερικούς γιατί κρατούνταν, ποιοί τους κατηγορούσαν. Πετιέρται κάποια στιγμή ο καπνεργάτης Μαύρος και του λέει: “Κύριε υπουργέ, αν και σεις είσαστε στη Μακεδονία, θα σας πιάνανε γιατ΄'ι σας λένε Μαύρο. Υπήρχε ένας καπετάνιος στον ΕΛΑΣ που λεγόταν Μαύρος και οι ταγματασφαλίτες πιάνουν όλους όσους λέγονται Μαύρος”.
Ο υπουργός Μαύρος χαμογέλασε. Υποσχέθηκε ότι θα κάνει ότι μπορεί για να μπει τέρμα στην ταλαιπωρία μας. [...] Οι προθέσεις του Μαύρου ήταν καλές, αλλά, αν την κυβέρνηση την είχαν οι Φιλελεύθεροι, την εξουσία την είχαν οι Εγγλέζοι και οι παρακρατικοί. Και οι (κρατούμενοι στη φυλακή μας) δοσίλογοι είχαν συγκροτήσει μια επιτροπή η οποία ζήτησε ακρόαση από τον υφυπουργό. Μα δεν τους δέχτηκε.12

Τελικά ο Τσανικλίδης, φυσικομαθηματικός και έφεδρος αξιωματικός στο αλβανικό μέτωπο, έμεινε στις Νέες Φυλακές μέχρι τα τέλη Απριλίου 1946, οπότε μεταφέρθηκε στο Επταπύργιο, για να ακολουθήσει τρεις μήνες αργότερα, τον Ιούλιο του 1946, η μεταγωγή του στις φυλακές που λειτουργούσαν στο στρατόπεδο “Παύλος Μελάς”, πριν μεταφερθεί αργότερα στις φυλακές των Σερών και αργότερα στη Γιούρα, μέχρι το Σεπτέμβριο του 1960 που αποφυλακίστηκε. Χωρίς όλα εκείνα τα πέτρινα χρόνια να αποδειχθεί στις εναντίον του δίκες ότι είχε διαπράξει κάποιο αδίκημα, παρά μόνο εξαιτίας της αντιστασιακής του δράσης, επειδή στην Κατοχή υπηρέτησε στον ΕΛΑΣ ως καπετάνιος του Λόχου Μηχανημάτων του 13ου Συντάγματος και πολέμησε τους κατακτητές.
Για τις φυλακές του “Παύλος Μελάς” και των Σερρών, θα αναφερθούμε σε επόμενα σημειώματά μας.
Κώστας Τσανικλίδης


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Μάρκος Βαφειάδης, Απομνημονεύματα, Δίφρος, Αθήνα 1984, σ. 138
2. Μάρκος Βαφειάδης, Απομνημονεύματα, ό.π., σ. 136)
3. Πρόκειται για τον Ιωάννη Καπετανάκη, που είχε αφήσει εποχή την περίοδο του μεσοπολέμου για την αγριότητα που επέδειξε σε πολλές φυλακές όπου είχε υπηρετήσει και μάλιστα λόγω των τρομοκρατικών μεθόδων που εφάρμοζε σε βάρων των κρατουμένων, προέκυψε και το γνωστό ρεμπέτικο τραγούδι “Δεν ξανακάνω φυλακή με τον Καπετανάκη...” σε στίχους Παναγιώτη Μιχαλόπουλου και μουσική Λεονάρδου Μπουρνέλη. Το τραγούδι φαίνεται ότι γράφτηκε στη δεκαετία του '50, όμως ο Ηλίας Πετρόπουλος στο βιβλίο του “Ρεμπέτικα τραγούδια” το τοποθετεί στη δεκαετία του '30. Τον Καπετανάκη τον συναντάμε πρώτη φορά να είναι “επιστάτης” (διευθυντής) στις φυλακές των “Παλιών Στρατώνων”, στο Μοναστηράκι. Ένα σοβαρό περιστατικό που συνδέεται μαζί του, είναι ο βαρύτατος τραυματισμός τεσσάρων ποινικών κρατουμένων, όταν μαζί με τους άλλους συγκρατουμένους τους εξεγέρθηκαν. Φαίνεται ότι η σκληρότητά του αλλά και οι καταγγελίες για οικονομικά σκάνδαλα οδήγησαν στη μετάθεσή του σε άλλες φυλακές και τελικά σ' αυτές της Θεσσαλονίκης “Νέες Φυλακές” και Επταπυργίου.
4. Μάρκος Βαφειάδης, Απομνημονεύματα, ό.π., σ. 143
5. Μάρκος Βαφειάδης, Απομνημονεύματα, ό.π., σ. 227
6. Κώστας Τσανικλίδης, “Κρουαζιέρα..” στις ελληνικές φυλακές 1945-1960”, χ.ε., Θεσσαλονίκη 1994, σ. 80
7. Κώστας Τσανικλίδης, “Κρουαζιέρα..” ό.π., σ. 94
8. Κώστας Τσανικλίδης, “Κρουαζιέρα..” ό.π., 91
9. Ο Νίκος Ζαχαριάδης είχε αφιχθεί στη Θεσσαλονίκη το απόγευμα της 21ης Αυγούστου 1945, επιβαίνοντας του πλοίου “Κορινθία” που εκτελούσε το ακτοπλοϊκό δρομολόγιο Πειραιάς-Θεσσαλονίκη, επικεφαλής αντιπροσωπείας ηγετικών στελεχών του ΕΑΜ από τους Μήτσο Παρτσαλίδη, Κώστα Γαβριηλίδη, Μιχαήλ Κύρκο, Νεόκοσμο Γρηγοριάδη και Θεοδωρίδη.
10. Σύμφωνα με την ανταπόκριση από τη Θεσσαλονίκη που δημοσιεύθηκε την επομένη, 23-8-1945 στην εφημερίδα Ριζοσπάστης, η αντιπροσωπεία του ΚΚΕ και του ΕΑΜ, κατά τη δεύτερη ημέρα παραμονής της στην πρωτεύουσα του Μακεδονικού Ελληνισμού, επισκέφθηκε τους πολιτικούς κρατούμενους που βρίσκονταν φυλακισμένοι στο Επταπύργιο, τις Νέες Φυλακές και το Τμήμα Μεταγωγών. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ της εφημερίδας, “ο Ν.Ζαχαριάδης και τα υπόλοιπα μέλη της αντιπροσωπείας, επισκέφθηκαν πρώτα το Επταπύργιο, όπου είδαν και χαιρέτισαν όλους τους κρατούμενους που συγκεντρώθηκαν στο προαύλιο. Στη συνέχεια μετέβησαν στις Νέες Φυλακές κι εκεί επισκέφθηκαν δύο θαλάμους κρατούμενων γυναικών και δέχθηκαν τρεις αντιπροσωπείες κρατούμενων ανδρών. Τέλος στο Τμήμα Μεταγωγών δέχθηκαν πενταμελή αντιπροσωπεία. Οι κρατούμενοι, άνδρες και γυναίκες, σφιχταγκάλιαζαν και καταασπάζονταν τον Ν.Ζαχαριάδη και τους ηγέτες του ΕΑΜ και διαβεβαίωναν την πίστη τους και την αφοσίωσή τους στην υπόθεση του λαού”. (Ριζοσπάστης, 23 Αυγούστου 1945)
11. Κώστας Τσανικλίδης, “Κρουαζιέρα..” ό.π., σ. 110-111
12. Κώστας Τσανικλίδης, “Κρουαζιέρα..” ό.π., σ. 156-157


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

του Σπύρου Κουζινόπουλου

10 Δεκεμβρίου 1948. Πέντε νέες γυναίκες στήνονται στο εκτελεστικό απόσπασμα «εις τον συνήθη τόπον εκτελέσεων» πίσω από το φοβερό κάτεργο Γεντί Κουλέ της Θεσσαλονίκης. Μία από αυτές, παιδούλα σχεδόν, η 17χρονη μαθήτρια Γυμνασίου Ευπραξία Νικολαίδου από το Σιδηρόκαστρο Σερρών, λίγο μετά που είχε αποχωριστεί τη μαθητική ποδιά.

Οι στρατοδίκες του Έκτακτου Στρατοδικείου Θεσσαλονίκης που δύο εβδομάδες νωρίτερα τις καταδίκασαν σε θάνατο, δεν σκέφθηκαν το νεαρό της ηλικίας τους ούτε το γεγονός ότι δεν είχαν προλάβει ακόμη να γευτούν τις χαρές της ζωής, αλλά είχαν διαπράξει το μεγάλο «έγκλημα», να είναι μέλη της οργάνωσης Θεσσαλονίκης του ΚΚΕ που λίγο καιρό πριν είχε τεθεί εκτός νόμου λόγω του αδελφοκτόνου Εμφυλίου πολέμου που βρισκόταν στην κορύφωσή του.

Μάλιστα το «αδίκημα» για την νεαρή Ευπραξία, ήταν ακόμη βαρύτερο από τις συγκατηγορούμενής της: Ήταν μέλος της οργάνωσης κοινωνικής πρόνοιας του ΕΑΜ «Εθνική Αλληλεγγύη», που επιτελούσε το ρόλο του Ερυθρού Σταυρού της Αντίστασης. Και από τη θέση αυτή συγκέντρωνε τρόφιμα, φάρμακα, χρήματα και άλλα εφόδια για τα παιδιά, τους ανήμπορους, τους γέροντες και τους κατατρεγμένους, καθώς και για τις οικογένειες των νεκρών, των φυλακισμένων και εξόριστων αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης που είχαν χάσει ή στερούνταν τους προστάτες τους.

Σημειώνεται ότι μερικούς μήνες νωρίτερα, στις 6 Απριλίου 1948, είχε εκτελεστεί στην περιοχή του Γεντί Κουλέ μία ακόμη 17χρονη μαθήτρια, η Εύα Κουυρουζίδου που κατάγονταν από την περιοχή του Κιλκίς.

Πρόσφυγας λόγω βουλγαρικής κατοχής

Η Ευπραξία Νικολαίδου καθώς και όλη η οικογένειά της από το Σιδηρόκαστρο όπου ζούσαν, αναγκάστηκαν στη διάρκεια της κατοχής να μετακινηθούν στη Θεσσαλονίκη για να γλυτώσουν, όπως και δεκάδες χιλιάδες κάτοικοι της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης από τη σκληρή φασιστική βουλγαρική καταπίεση. Δεδομένου ότι οι κατακτητές, εφαρμόζοντας έναν βίαιο εκβουλγαρισμό της περιοχής, καταπίεζαν βάναυσα τον πληθυσμό, διαπράττοντας παράλληλα δολοφονίες, βιασμούς, αρπαγή περιουσιών αλλά και απαγόρευση χρήσης της ελληνικής γλώσσας.

Στη Θεσσαλονίκη όπου έστησε το νέο σπιτικό της η οικογένεια Νικολαίδη προσπάθησε να επιβιώσει ενώ η μικρούλα Ευπραξία, συνεχίζοντας τα μαθήματα του Γυμνασίου, άρχισε να αναπτύσσει κοινωνική δραστηριότητα και αμέσως μετά την απελευθέρωση έγινε μέλος της «Εθνικής Αλληλεγγύης».

Το εξωφρενικό είναι ότι ενώ η νεαρή Ευπραξία καταδικάστηκε δις σε θάνατο και εκτελέστηκε, ενώ μία συγκατηγορούμενή της, που είχε δηλώσει στο στρατοδικείο ότι αυτή παρότρυνε τη Νικολαίδου να γίνει μέλος της «Εθνικής Αλληλεγγύης», στο τέλος της δίκης απαλλάχθηκε και αφέθηκε ελεύθερη. Ο πραγματικός λόγος που οδήγησε τους στρατοδίκες στην έκδοση της θανατικής ποινής σε βάρος της, ήταν το γεγονός ότι στάθηκε με αξιοπρέπεια μπροστά στο Έκτακτο Στρατοδικείο και αρνήθηκε να αποκηρύξει το ΚΚΕ.




Η στάση της εκείνη είχε σταθεί η αιτία να τη χλευάσουν αρκετές φορές ο Βασιλικός Επίτροπος του Στρατοδικείου Σπυρόπουλος και οι υπομοίραρχοι της Εθνικής Ασφάλειας Νικόλαος Αβραμόπουλος και Δημήτριος Λαζαρής που εξετάστηκαν ως βασικοί μάρτυρες κατηγορίας. Είναι χαρακτηριστικός ο παρακάτω διάλογος όπως τον κατέγραψε η εφημερίδα Μακεδονία στις 25 Νοεμβρίου 1948:


-Βασιλικός Επίτροπος προς Νικολαίδου: Εργάζεσαι;

-Νικολαίδου: Είμαι μαθήτρια

-Βασιλικός Επίτροπος: Δεν έκανες καμίαν εργασίαν;

-Νικολαίδου: Είχα αδενοπάθεια.

-Βασιλικός Επίτροπος: Φαίνεται ότι η παράνομη δουλειά που έκανες βοηθούσε την αδενοπάθεια….

Πέντε εκτελεσμένες γυναίκες

Μαζί με την 17χρονη Ευπραξία Νικολαίδου στήθηκαν στο εκτελεστικό απόσπασμα εκείνο το παγωμένο πρωϊνό της 10ης Δεκεμβρίου 1948 και οι συγκατηγορούμενές της στην ίδια δίκη Μαγδαληνή Δημητρίου, 30 χρόνων, Σοφία Τεσεξίδου, 32 χρόνων, Αικατερίνη Πίσσα 36 χρόνων και Μαγδαληνή Ευσταθίου 48 χρόνων. Ενώ τρεις μέρες νωρίτερα, στις 7 Δεκεμβρίου 1948 είχαν εκτελεστεί πίσω από τις φυλακές Επταπυργίου και τέσσερις άντρες που είχαν δικαστεί για την ίδια υπόθεση, οι: Αριστείδης Βασιλειάδης, Γιώργος Μερτζάνης, Γραμμένος Στίνης και Ιωάννης Τσακανίκας.

Ήταν η δίκη για την προσπάθεια ανασύστασης της Κομματικής Οργάνωσης Θεσσαλονίκης του ΚΚΕ με κατηγορούμενα 66 άτομα, τα περισσότερα των οποίων απαλλάχτηκαν. Ενώ τέσσερις ακόμη νεαρές γυναίκες που επίσης είχαν καταδικαστεί σε θάνατο, οι: Λαμπρινή Δημητριάδου, Μαρία Καλαϊτζή, Χρυσούλα Στεφάνου και Μαριάνθη Γουργουλιανίδου γλύτωσαν την τελευταία στιγμή την εκτέλεση.

Τα στοιχεία προέρχονται από το βιβλίο του Σπύρου Κουζινόπουλου Γεντί Κουλέ, η Βαστίλη της Θεσσαλονίκης που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις IANOS

Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Νέα αρχαιολογικά ευρήματα από την ανατολική Αγγλία ανατρέπουν όσα γνωρίζαμε έως σήμερα για την προέλευση της ανθρώπινης ικανότητας να ανάβει και να ελέγχει τη φωτιά.

Σύμφωνα με μελέτη που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Nature, οι άνθρωποι φαίνεται πως είχαν κατακτήσει την τεχνολογία της φωτιάς ήδη πριν από 400.000 χρόνια, δηλαδή σχεδόν 350.000 χρόνια νωρίτερα απ’ ό,τι υποδήλωναν μέχρι τώρα τα αδιαμφισβήτητα αρχαιολογικά δεδομένα.

Η ανακάλυψη έγινε σε περιοχή κοντά στο χωριό Barnham, στην κομητεία Σάφολκ, όπου εντοπίστηκαν καμένη γη και λίθινα εργαλεία με ίχνη υψηλής θερμικής καταπόνησης. Μέχρι σήμερα, η παλαιότερη αδιαμφισβήτητη απόδειξη ότι οι άνθρωποι άναβαν οι ίδιοι φωτιά προερχόταν από τη βόρεια Γαλλία και χρονολογούνταν πριν από περίπου 50.000 χρόνια. Είναι πάντως γνωστό ότι πολύ νωρίτερα εκμεταλλεύονταν φυσικές πυρκαγιές, ήδη πριν από 1 εκατ. χρόνια.

«Οι συνέπειες αυτής της ανακάλυψης είναι τεράστιες», δήλωσε ο δρ Ρομπ Ντέιβις, παλαιολιθικός αρχαιολόγος στο British Museum και ένας εκ των επικεφαλής της έρευνας. Όπως εξηγεί, η δυνατότητα δημιουργίας και ελέγχου της φωτιάς αποτελεί ένα από τα πιο καθοριστικά ορόσημα στην ανθρώπινη εξέλιξη, με πρακτικά και κοινωνικά οφέλη που επηρέασαν καθοριστικά την πορεία του είδους.

Οι άνθρωποι που άναψαν τις πρώιμες εστίες φωτιάς δεν ήταν Homo sapiens

Οι άνθρωποι που άναψαν αυτές τις πρώιμες εστίες δεν ήταν, ωστόσο, Homo sapiens. Το ανθρώπινο είδος μας δεν εγκαταστάθηκε εκτός Αφρικής σε μόνιμη βάση πριν από περίπου 100.000 χρόνια. Οι κάτοικοι της περιοχής στη Σάφολκ εκτιμάται ότι ήταν πρώιμοι Νεάντερταλ, με βάση απολιθώματα παρόμοιας ηλικίας που έχουν βρεθεί στο Σουάνσκομπ της Αγγλίας και στην Αταπουέρκα της Ισπανίας, τα οποία φέρουν πρώιμο DNA Νεάντερταλ.

«Πρόκειται δηλαδή για απόδειξη ότι οι πρώιμοι Νεάντερταλ άναβαν φωτιά στη Βρετανία πριν από 400.000 χρόνια», εξηγεί ο καθηγητής Κρις Στρίνγκερ από το Natural History Museum, μέλος της ερευνητικής ομάδας.

Η τόσο πρώιμη χρονολόγηση της χρήσης ελεγχόμενης φωτιάς αλλάζει τα δεδομένα για τον ρόλο της στην ανθρώπινη εξέλιξη. Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι η φωτιά υπήρξε καθοριστικός παράγοντας για την επιβίωση σε ψυχρότερα κλίματα, την προστασία από θηρία, την παρασκευή της τροφής και τη δημιουργία σταθερών κοινωνικών δεσμών.

«Η φωτιά εξασφάλιζε θερμότητα, φως και ασφάλεια. Κυρίως όμως επέτρεψε στους ανθρώπους να επεξεργάζονται μεγαλύτερη ποικιλία τροφών και να σχηματίζουν πολυπληθέστερες κοινότητες», εξηγεί ο δρ Ντέιβις. Όπως σημειώνει, όλα αυτά συνέβαλαν ώστε να απελευθερωθεί ενέργεια για την ανάπτυξη του εγκεφάλου και πιο σύνθετων γνωσιακών λειτουργιών.

Τα νέα ευρήματα προέρχονται από έναν εγκαταλελειμμένο χώρο εξόρυξης αργίλου στο Barnham, όπου είχαν εντοπιστεί λίθινα εργαλεία ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα. Η συστηματική επανεξέταση του χώρου ξεκίνησε εκ νέου το 2013 στο πλαίσιο του ερευνητικού προγράμματος «Pathways to Ancient Britain», υπό την καθοδήγηση επιστημόνων του British Museum.

«Χρειάστηκαν πολλά χρόνια για να φτάσουμε στο σημερινό συμπέρασμα», δήλωσε ο καθηγητής Νικ Άστον, επιμελητής των παλαιολιθικών συλλογών του Μουσείου. «Οι πρώτες ενδείξεις για την ύπαρξη φωτιάς άρχισαν να διαφαίνονται γύρω στο 2014, χωρίς όμως να είναι ξεκάθαρο αν επρόκειτο για εστία που άναψαν άνθρωποι ή για κατάλοιπα φυσικής πυρκαγιάς».

Πώς εξακριβώθηκε πότε άναψε η αρχαιότερη ανθρώπινη εστία φωτιάς

Η κατανόηση του τρόπου με τον οποίο άναβαν φωτιά στο Barnham προχώρησε αποφασιστικά με την ανεύρεση δύο μικρών θραυσμάτων πυρίτη. Πρόκειται για ορυκτό που, όταν χτυπηθεί με πυρόλιθο, παράγει σπινθήρες και είναι γνωστό ότι χρησίμευε για την παραγωγή φωτιάς μέχρι και τους ιστορικούς χρόνους.

Η παρουσία του στο συγκεκριμένο σημείο θεωρήθηκε ιδιαίτερα σημαντική, καθώς η περιοχή δεν διαθέτει φυσικά κοιτάσματα πυρίτη. Η ερευνητική ομάδα συνέκρινε τα ευρήματα με βάση δεδομένων που περιλάμβανε περισσότερα από 33.000 τοπικά δείγματα. Σε κανένα από αυτά δεν είχε εντοπιστεί πυρίτης. Το στοιχείο αυτό οδήγησε τους επιστήμονες στο συμπέρασμα ότι το υλικό είχε μεταφερθεί από μακρινές παράκτιες περιοχές και χρησιμοποιήθηκε σκόπιμα για την παραγωγή φωτιάς.

Την εικόνα συμπλήρωσαν οι γεωχημικές αναλύσεις σε γειτονικό σημείο, όπου εντοπίστηκε χώμα με έντονη ερυθρή απόχρωση. Οι μετρήσεις έδειξαν ότι είχε εκτεθεί επανειλημμένα σε θερμοκρασίες που ξεπερνούσαν τους 700 βαθμούς Κελσίου. Σε συνδυασμό με τα καμένα υπολείμματα και τα εργαλεία που είχαν αλλοιωθεί από τη θερμότητα, οι επιστήμονες κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι στο σημείο υπήρχε εστία, η οποία είχε χρησιμοποιηθεί επανειλημμένα.

Τα αποτελέσματα της έρευνας δημοσιεύθηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Nature. Σύμφωνα με τους συγγραφείς της μελέτης, τα στοιχεία προσφέρουν πλέον σαφή τεκμήρια ότι οι πρώιμοι Νεάντερταλ άναβαν και χρησιμοποιούσαν φωτιά με οργανωμένο τρόπο.

Η αρχαιολόγος Σεγολέν Βαντεβέλντ από το Πανεπιστήμιο του Κεμπέκ, η οποία δεν συμμετείχε στην έρευνα, χαρακτήρισε την ανεύρεση του πυρίτη «το στοιχείο που σφραγίζει την υπόθεση». Όπως ανέφερε, πρόκειται για την παλαιότερη μέχρι σήμερα ένδειξη ενεργητικής δημιουργίας φωτιάς από ανθρώπινο είδος. Παράλληλα, εκτίμησε ότι τα νέα δεδομένα ανοίγουν τον δρόμο για πιο προσεκτική επανεξέταση και άλλων αρχαίων θέσεων, όπου τα ίχνη φωτιάς ενδέχεται να είχαν περάσει απαρατήρητα.

Με πληροφορίες από Guardian


ΠΗΓΗ


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Όλα τα μέρη που επισκέφτηκε ο Οδυσσέας προσπαθώντας να επιστρέψει στην Ιθάκη τοποθετούνται στον χάρτη

Περισσότερο από 2.500 χρόνια πριν γράφτηκε το πρώτο ίσως «road story» της ανθρώπινης ιστορίας (ή για την ακρίβεια... sea story) με περιπέτειες και δράση που θα ζήλευε κάθε χολιγουντιανή ταινία, αλλά και ανθρώπινο συναίσθημα, τέρατα και θεούς που μπλέκονται στα πόδια των θνητών.

Η Οδύσσεια του Ομήρου αποτέλεσε από την πρώτη στιγμή ένα διάσημο δημιούργημα που δεν έπαψε ποτέ να μελετάται από τους ανθρώπους. Ο Όμηρος μας αφηγείται ότι ο Οδυσσέας και οι σύντροφοί του έζησαν εξωπραγματικές- αλλά και τελείως ανθρώπινες- περιπέτειες σε ένα δεκαετές ταξίδι σχεδόν σε όλη την λεκάνη της Μεσογείου μέχρι τελικά ο ήρωας να φτάσει μόνος του στην Ιθάκη.

Πέρα από την λογοτεχνική αξία της Οδύσσειας, το έργο μας προσφέρει έναν «χάρτη» για τα μέρη που θα έπρεπε… να αποφεύγει κανείς αν θέλει να ταξιδέψει στην Μεσόγειο. Εμπνευσμένος πιθανότατα από τις γεμάτες φαντασία ιστορίες που μοιράζονταν οι ναυτικοί της εποχής όταν επέστρεφαν στις πατρίδες του, ο Όμηρος έχτισε έναν μοναδικό κόσμο.

Ήδη από την αρχαιότητα όμως, οι άνθρωποι προσπάθησαν – αφαιρώντας τον μύθο και την αλληγορία- να καταλάβουν αν τα μέρη που συνάντησε τις δοκιμασίες του ο Οδυσσέας υπήρχαν στην πραγματικότητα και αν ναι πού βρίσκονταν ακριβώς. Συγγραφείς όπως ο Πολύβιος, ο Ερατοσθένης και ο Στράβων προσφέρουν ήδη τις δικές τους θεωρίες για την «γεωγραφία» της Οδύσσειας καθώς δέχονταν ότι η ιστορία ήταν αληθινή εμπλουτισμένη με ορισμένα στοιχεία φαντασίας. Το 1597 ο χαρτογράφος Αβραάμ Ορτέλιος ήταν ο πρώτος που σχεδίασε έναν χάρτη με τα μέρη όπου ταξίδεψε ο Οδυσσέας (ΦΩΤΟ). Από τότε έχουν δημιουργηθεί πολλοί χάρτες από μελετητές που πρότειναν μια διαδρομή για τα ταξίδια του Οδυσσέα.



Σήμερα, οι περισσότεροι έχουν καταλήξει σε ορισμένα πραγματικά μέρη στον χάρτη που αντιπροσωπεύουν τα μέρη που σταμάτησε ο Οδυσσέας επιστρέφοντας στην πατρίδα του, αν και για πολλά από αυτά υπάρχουν πολλές διφορούμενες απόψεις. Παρακάτω συγκεντρώνουμε τις βασικότερες εξ αυτών.

Η Τροία:

Μόλις ο Δούρειος Ίππος «εισέβαλε» στην Τροία και οι Έλληνες κατάφεραν να κυριαρχήσουν στην πολυπόθητη πόλη είχε έρθει η ώρα της επιστροφής για τους ήρωες. Όπως και οι υπόλοιποι, έτσι και ο Οδυσσέας με τους συντρόφους του μπήκε στα 12 καράβια του και ξεκίνησαν για το ταξίδι της επιστροφής. Για τον πολυμήχανο Ιθακήσιο βασιλιά όμως, θα χρειάζονταν δέκα χρόνια και δεκάδες περιπέτειες μέχρι να επιτελέσει τελικά τον νόστο του.

Ο Γερμανός αρχαιολόγος Ερρίκος Σλήμαν το 1870 ανακάλυψε την περιοχή που θεωρείται ότι βρισκόταν η Τροία ή Ίλιον στα παράλια της Μικράς Ασίας, στην ακτή της βορειοδυτικής Τουρκίας στην πεδιάδα του ποταμού Σκαμάνδρου, στο ύψος μεταξύ της Ίμβρου και της Τενέδου. Στην περιοχή έχουν μέχρι σήμερα βρεθεί υπολείμματα πολλών αρχαίων πόλεων και οι περισσότεροι αρχαιολόγοι και μελετητές συμφωνούν ότι πράγματι εκεί βρισκόταν η αρχαία Τροία.

Αξίζει να σημειωθεί ότι οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι θεωρούσαν γεγονός την ιστορικότητα του Τρωικού πολέμου, και την ταύτιση της Ομηρικής Τροίας με τη θέση αυτή στη Μικρά Ασία. Ο Μέγας Αλέξανδρος, για παράδειγμα, επισκέφθηκε την περιοχή το 334 π.Χ. και προσέφερε θυσία στους θρυλούμενους τύμβους των Ομηρικών ηρώων Αχιλλέως και Πατρόκλου.

Οι αρχαίοι Έλληνες ιστορικοί τοποθετούσαν τον Τρωικό πόλεμο στον 12ο, 13ο ή 14ο αιώνα π.Χ.: ο Ερατοσθένης στα 1184 π.Χ., ο Ηρόδοτος το 1250 π.Χ., ο Δουρίς το 1334 π.Χ.

Περιπέτεια 1η: Η χώρα των Κικόνων

Λίγο μετά την αποχώρησή τους από την Τροία, ο Οδυσσέας και οι σύντροφοί του έφτασαν στην χώρα των Κικόνων, οι οποίοι ήδη από την Ιλιάδα αναφέρονται ως σύμμαχοι των Τρώων.

Τα καράβια του Οδυσσέα αποκόπηκαν από τον υπόλοιπο ελληνικό στόλο εξαιτίας μιας τρικυμίας και προσάραξαν αναγκαστικά στους Κίκονες. Η χώρα τους αναφέρεται ως Ισμαρίδα, πόλη των Αρχαίων Θρακών και ταυτίζεται με τη σημερινή Μαρώνεια του νομού Ροδόπης όπου σώζεται μάλιστα μεγάλο τμήμα της αρχαίας πόλης.

Η ομάδα του Οδυσσέα επιτίθεται στους Κίκονες, καταστρέφουν την πόλη τους και κλέβουν τις γυναίκες τους. Οι Κίκονες αντεπιτίθενται σκοτώνοντας 76 από τους συντρόφους του Οδυσσέα. Οι εναπομείναντες μπαίνουν ξανά στα καράβια και συνεχίζουν το ταξίδι τους.

Περιπέτεια 2η: Η χώρα των Λωτοφάγων

Τα καράβια του Οδυσσέα συνεχίζουν το ταξίδι τους νότια. Ωστόσο, στο Ακρωτήριο του Κάβο Μαλιά της Λακωνίας, μια μεγάλη καταιγίδα που κρατά δέκα μέρες τους βγάζει ξανά εκτός πορείας και τους στέλνει προς τις ακτές της Βόρειας Αφρικής, όπου «πιάνουν λιμάνι» στη χώρα των Λωτοφάγων. Εκεί οι ειρηνικοί και φιλόξενοι ντόπιοι τρέφονταν με λωτούς, ένα εξωτικό φρούτο που όποιος το έτρωγε ξεχνούσε το παρελθόν του. Ο Οδυσσέας έστειλε τρεις απ’ τους συντρόφους του να δουν τι άνθρωποι ζούσαν σ’ αυτή τη χώρα κι αυτοί δοκίμασαν τους λωτούς που τους πρόσφεραν οι ντόπιοι ξεχνώντας την πατρίδα. Ανήσυχος ο Οδυσσέας πήγε να τους βρει, τους πήρε με το ζόρι κι αμέσως διέταξε τα καράβια να σαλπάρουν.

Το νησί των Λωτοφάγων, σύμφωνα με τους ερευνητές, βρισκόταν πιθανότατα κοντά στις ακτές της Β. Αφρικής, καθώς στην περιοχή ήταν από την αρχαιότητα ευρύτατα διαδεδομένος ο λωτός. Συγκεκριμένα, θεωρούν ότι πρόκειται για το σημερινό Ζέρμπα ή Τζέρμπα, που διοικητικά ανήκει στην Τυνησία, στον Κόλπο της Σύρτης.

Περιπέτεια 3η: Η χώρα των Κυκλώπων

Η επόμενη περιπέτεια είναι μια από τις πιο διάσημες. Ο Οδυσσέας και οι σύντροφοί του μετά τους Λωτοφάγους ακολούθησαν βορειοανατολική πορεία και σταμάτησαν σε ένα βραχώδες νησί, όπου μπήκαν σε μια σπηλιά για να ξεκουραστούν. Η περιοχή ανήκε στους Κύκλωπες, μονόφθαλμους και γιγάντιους εχθρικούς κτηνοτρόφους, οι οποίοι ήταν παιδιά του θεού Ποσειδώνα. Η σπηλιά άνηκε στον Πολύφημο, ο οποίος όταν τους ανακάλυψε εκεί έφαγε μερικούς από τους συντρόφους του Οδυσσέα. Τελικά ξέφυγαν, όταν ο Ιθακήσιος ήρωας τύφλωσε με ένα μυτερό ξύλο το μοναδικό μάτι του Πολύφημου. Αυτή η κίνηση όμως προκάλεσε την οργή του Ποσειδώνα, ο οποίος θα δυσκόλευε κι άλλο τον νόστο του Οδυσσέα στο μέλλον.

Χάρτης του καθηγητή κλασικών σπουδών στο Πανεπιστήμιο της Πενσυλβάνια, Πίτερ Στρακ

Οι ερευνητές τοποθετούν το νησί των Κυκλώπων στις Συρακούσες της Σικελίας ένα μέρος που έχει πολλές μεγάλες σπηλιές και θα μπορούσε να λειτουργήσει ως «σκηνικό» γι’ αυτήν την περιπέτεια, ενώ βρίσκεται πράγματι βορειοανατολικά της Τζέρμπα.

Περιπέτεια 4η: Τα νησιά του Αιόλου

Μετά τους Κύκλωπες, τα καράβια έφτασαν στην «Αιολία», τα νησιά που άνηκαν στον θεό των ανέμων, τον Αίολο. Αυτός αποφάσισε να τους βοηθήσει και τους φιλοξένησε για έναν περίπου μήνα. Όταν ήρθε η ώρα να φύγουν συνέλεξε σε έναν ασκό όλους τους ανέμους και άφησε μόνο τον Ζέφυρο να πνέει ήρεμα, ώστε οι σύντροφοι να βρουν επιτέλους το δρόμο για την Ιθάκη. Παρέδωσε το σάκο στον Οδυσσέα με ρητή εντολή να μην ανοιχτεί μέχρι να φτάσουν. Μετά από ταξίδι εννέα ημερών και ενώ είχαν πλησιάσει την Ιθάκη, η απληστία και η περιέργεια των συντρόφων τους ώθησε να ανοίξουν το σάκο πιστεύοντας ότι θα βρουν χρυσάφι. Έτσι, απελευθέρωσαν όλους τους ανέμους προκαλώντας απίστευτη φουρτούνα. Ο Οδυσσέας γύρισε άρον άρον στον Αίολο. Αυτός τον έδιωξε χωρίς να του δώσει καμιά άλλη βοήθεια, θεωρώντας ότι τον κατέτρεχε η οργή των θεών.

Η «Αιολία» έχει ταυτιστεί με τις Λιπάρες νήσους, οι οποίες βρίσκονται βόρεια της Σικελίας προς τα παράλια της Ιταλίας και αποτελούν ένα σύμπλεγμα οχτώ ηφαιστειογενών νησιών. Ο Αίολος διέμενε στο μεγαλύτερο των νησιών, τη Στρογγύλη, η οποία σήμερα ονομάζεται Στρόμπολι. Ο Όμηρος λέει ότι το νησί είχε γύρω γύρω απόκρημνους βράχους στους οποίους υπήρχε αδιαπέραστο χάλκινο τείχος. Πράγματι, στο νησί υπάρχει ηφαίστειο και οι πλαγιές του σκεπάζονται από σκληρή λάβα, που από μακριά μοιάζουν με χάλκινο τείχος.

Περιπέτεια 5η: Η γη των Λαιστρυγόνων

Οι άνεμοι παρέσυραν τελικά τα πλοία στην Τηλέπυλο, τη χώρα όπου έμεναν οι ανθρωποφάγοι γίγαντες, Λαιστρυγόνες. Όλα τα πλοία – εκτός του Οδυσσέα- έδεσαν στο λιμάνι και ο Οδυσσέας έστειλε συντρόφους να δουν ποιοι μένουν εκεί. Ο βασιλιάς των Λαιστρυγόνων, Αντιφάτης, έφαγε τον έναν και οι άλλοι δυο έτρεξαν έντρομοι στα καράβια να ενημερώσουν τι συνέβη. Καθώς τα πλοία έφευγαν, οι Λαιστρυγόνες πέταξαν εναντίον τους τεράστιους βράχους. Πολύ γρήγορα 11 από τα 12 πλοία- όσα είχαν δέσει στο λιμάνι- χάθηκαν αύτανδρα. Το μόνο που γλίτωσε ήταν το καράβι του Οδυσσέα που είχε δέσει σε έναν βράχο μακριά από λιμάνι.

Η χώρα των Λαιστρυγόνων θεωρείται ότι βρισκόταν στην πεδιάδα του Δρέπανου της δυτικής Σαρδηνίας στα παράλια της Τυρρηνικής Θάλασσας. Μάλιστα, η καταγωγή των Λαιστρυγόνων εντοπίζεται στις παρατηρήσεις των Ελλήνων ναυτικών για τους Γίγαντες του Μόντε Πράμα, τις αρχαίες πέτρινες φιγούρες στη χερσόνησο της Σαρδηνίας. Αυτές οι θεάσεις πιθανότατα έδωσαν αφορμή για ιστορίες γιγαντιαίων, κανιβαλιστικών όντων, με αποκορύφωμα τη δημιουργία του μύθου των Λαιστρυγόνων. Ωστόσο, υπάρχει και η θεωρία ότι οι Λαιστρυγόνες ζούσαν κοντά στο ηφαίστειο της Αίτνας στη Σικελία.

Περιπέτεια 6η: Το νησί της Κίρκης

Με ένα μόνο καράβι πλέον να βρίσκεται στο στόλο του Οδυσσέα, το δικό του, συνεχίζεται το ταξίδι μέχρι που οι άνεμοι τους οδηγούν στο νησί της μάγισσας Κίρκης, γνωστό με το περίεργο όνομα Αιαία. Όταν ο Οδυσσέας έστειλε τρεις συντρόφους του στο παλάτι της Κίρκης, η μάγισσα τους έδωσε να φάνε και να πιούν και αυτοί το έκαναν ακόρεστα. Γι’ αυτό τους μεταμόρφωσε σε γουρούνια. Όταν ο Οδυσσέας το έμαθε πήγε να αντιμετωπίσει την Κίρκη και αποδείχθηκε ότι ο ίδιος ήταν απρόσβλητος από τις μαγείες της χάρη στον Ερμή κάτι που εντυπωσίασε την μάγισσα, η οποία έκανε ξανά τους συντρόφους του Οδυσσέα άντρες. Έτσι, ο Οδυσσέας τα βρήκε με την Κίρκη και όλοι έμειναν στο νησί της για έναν περίπου χρόνο.

Οι απόψεις για το πού βρισκόταν το μυθικό νησί Αιαία διίστανται. Κλασικοί Ρωμαίοι συγγραφείς το τοποθετούν σε μια παραθαλάσσια περιοχή (κι όχι σε νησί) νότια της Ρώμης στο ακρωτήρι κοντά στο όρος Κιρκαίο. Μάλιστα, το 2019 αρχαιολόγοι υποστήριξαν ότι βρήκαν ευρήματα σε μια σπηλιά που μοιάζουν με όσα περιγράφει ο Όμηρος για το νησί. Άλλοι ερευνητές τοποθετούν πάντως το νησί της Κίρκης στην σημερινή Πάλμα ντι Μαγιόρκα των Βαλεαρίδων Νήσων στα ανατολικά της Ισπανίας.

Περιπέτεια 8η: Ο κάτω κόσμος

Η Κίρκη συμβούλευσε τον Οδυσσέα να κατέβει στον Κάτω Κόσμο και να βρει τον μάντη Τειρεσία, για να του πει πώς θα επιστρέψει στη πατρίδα του. Έτσι, έπρεπε να πάει στα πέρατα του Ωκεανού, στη χώρα των Κιμμερίων, όπου βασιλεύει το σκοτάδι, για να πάρει χρησμό από τον μάντη. Ο Τειρεσίας του προφήτεψε όσα μπορεί να τους συμβούν στο νησί του Ήλιου, αλλά και στην Ιθάκη, και τι πρέπει να κάνει μετά τον νόστο του.

Το πού βρίσκεται η είσοδος του Κάτω Κόσμου είναι ένα θέμα που έχει απασχολήσει πολύ τους μελετητές. Κάποιοι προτείνουν τα ανατολικά παράλια της Ιβηρικής Χερσονήσου στο ύψος της Βαρκελώνης, ενώ άλλοι θεωρούν ότι βρίσκεται στα δυτικά παράλια της Ιταλίας, κοντά στην Κύμη της Καμπανίας. Πολλοί θεωρούν ωστόσο ότι το ταξίδι στον Κάτω Κόσμο δεν έχει κανένα γεωγραφικό αντίστοιχο καθώς αποτελεί κάτι το μεταφυσικό.

Περιπέτεια 8η: Το νησί των Σειρήνων

Μετά την κάθοδο στον Κάτω Κόσμο, το ταξίδι συνεχίζεται και το καράβι του Οδυσσέα πλησιάζει τις Σειρήνες. Αυτές ήταν επικίνδυνα όντα με σώμα πουλιού και κεφάλι γυναίκας. Το τραγούδι τους παρέσυρε τους ναυτικούς στο νησί τους, όπου τους έτρωγαν. Ο Οδυσσέας ενημερωμένος από την Κίρκη, βούλωσε με κερί τα αυτιά των συντρόφων του και διέταξε να τον δέσουν στο κατάρτι για να μπορέσει να ακούσει το μαγευτικό τραγούδι, αλλά να μην παρασυρθεί από αυτό. Τους διέταξε μάλιστα να μην τον λύσουν ό,τι κι αν τους πει. Έτσι κατάφεραν να περάσουν αλώβητοι.



Οι Σειρήνες θεωρείται ότι ζούσαν στο νησί της Κορσικής κατά μία εκδοχή, ενώ κατά μια άλλη (που παραδίδει ο Ησίοδος) βρίσκονταν στο νησί Ανθεμόεσσα του Τυρρηνικού πελάγους, στο στενό της Μεσσήνης μεταξύ Σικελίας και Καλαβρίας. Παρόλο που δεν διασώζεται αυτό το όνομα του νησιού πιθανολογείται ότι ταυτίζεται με τα νησιά Ίσκια ή Κάπρι στον κόλπο της Νάπολης. Αλλες παραδόσεις τοποθετούν τις σειρήνες στο Ακρωτήριο του Φάρου στη Σικελία ή στις νήσους Σειρηνούσες κοντά στην Ποσειδωνία της Κάτω Ιταλίας. Όλες οι τοποθεσίες περιγράφονταν ως μέρη που περιβάλλονταν από γκρεμούς και βράχια.

Περιπέτεια 9η: Τα στενά της Σκύλλας και της Χάρυβδης

Η επόμενη δοκιμασία ήταν το στενό της Σκύλλας και της Χάρυβδης. Εκεί παραμόνευε η Χάρυβδη που συνέθλιβε τα πλοία ανάμεσα στους πανύψηλους απότομους βράχους και η Σκύλλα που άρπαζε και έτρωγε τους ανυποψίαστους ναυτικούς. Ο Οδυσσέας κατάφερε να περάσει το πλοίο στην άλλη πλευρά, ωστόσο έχασε πάρα πολλούς συντρόφους του.

Οι περισσότεροι συμφωνούν ότι η Σκύλλα και η Χάρυβδη βρίσκονταν στη σημερινή Μεσσήνη, τη στενή λωρίδα θάλασσας ανάμεσα στην Ιταλία και τη Σικελία.

Περιπέτεια 10η: Η χώρα του Ήλιου

Εξαντλημένοι ο Οδυσσέας και οι εναπομείναντες σύντροφοί του ταξίδευαν στη θάλασσα ώσπου αντίκρισαν το νησί, όπου βρισκόταν το βασίλειο του θεού Ήλιου, τη Θρινακία. Οι ναύτες απαίτησαν να σταματήσουν για να ξεκουραστούν και ο μοναδικός όρος που τους ετέθη ήταν να μην πειράξουν τα ιερά βόδια του Ήλιου. Αφού όμως επί έναν μήνα έτρωγαν μόνο ψάρια και παρά τις αντιρρήσεις του Οδυσσέα, ο οποίος ήξερε από τον Τειρεσία τι τους περιμένει, οι σύντροφοι έσφαξαν το κοπάδι και το έφαγαν. Ο θεός για να τους εκδικηθεί, ζήτησε από το Δία να στείλει τους τρομερούς του κεραυνούς μόλις θα έφευγαν από το λιμάνι. Η καταιγίδα βύθισε το πλοίο και όλο το πλήρωμα. Μόνο ο Οδυσσέας σώθηκε, αφού δεν είχε φάει από τα βόδια, χρησιμοποιώντας την καρίνα ως σανίδα σωτηρίας.

Αρκετές φορές η Θρινακία ταυτίζεται με τη Σικελία, καθώς το όνομά της μοιάζει με το όνομα Τρινακρία (= με τρεις άκρες), ονομασία της Σικελίας εξαιτίας του τριγωνικού της σχήματος. Ωστόσο, το νησί ταυτίζεται επίσης και με τη Μάλτα.

Περιπέτεια 11η: Το νησί της Καλυψούς

Ο Οδυσσέας θαλασσοδαρμένος έφτασε το νησί της νύμφης Καλυψούς, κόρης του Άτλαντα, το οποίο ονομαζόταν Ωγυγία. Η Καλυψώ περιμάζεψε το μισοπεθαμένο Οδυσσέα, τον φρόντισε και τελικά τον ερωτεύτηκε. Έμειναν μαζί επτά χρόνια, αλλά η μελαγχολία του Οδυσσέα για τον νόστο συγκίνησε τους Θεούς οι οποίοι αποφάσισαν ότι ήρθε η ώρα να τον βοηθήσουν να επιστρέψει. Έτσι, διέταξαν την Καλυψώ να τον βοηθήσει να φύγει, όπως και έγινε.

Υπάρχουν επίσης πολλές απόψεις για τον τόπο που αποτελούσε το νησί της Ωγυγίας. Έχει προταθεί ήδη από τον 4ο αιώνα πΧ και τον φιλόσοφο Ευήμερο ότι η Ωγυγία ταυτίζεται με το μικρότερο νησί τους Αρχιπελάγους της Μάλτας, το νησί Γκόζο. Υπάρχει και η άποψη ότι βρισκόταν στο νησί της Κέρκυρας (η οποία ωστόσο συνήθως αποδίδεται στην χώρα των Φαιάκων) αλλά και στο νησί των Οθωνών, το δυτικότερο σημείο της Ελλάδας που βρίσκεται βορειοδυτικά της Κέρκυρας. Κάποιοι άλλοι, όπως ο Πλούταρχος, προτείνουν μια πιο τολμηρή εναλλακτική τοποθετώντας την Ωγυγία στον Ατλαντικό Ωκεανό.

Περιπέτεια 12η: Το νησί των Φαιάκων

Φεύγοντας από το νησί της Καλυψούς, έφτασε η στιγμή που ο Οδυσσέας αντιμετώπισε την οργή του Ποσειδώνα ως τιμωρία για την τύφλωση του Πολύφημου. Ο θεός προκάλεσε τεράστια θαλασσοταραχή και ο Οδυσσέας ξεβράστηκε γυμνός και σε άθλια κατάσταση σε έναν άγνωστο τόπο, τη Σχερία. Ευτυχώς εκεί βρήκε φιλόξενους ανθρώπους, τους Φαίακες, οι οποίοι είχαν βασιλιά τον Αλκίνοο. Αυτοί του πρόσφεραν κάθε φροντίδα και ο Οδυσσέας τους άνοιξε την καρδιά του αφηγούμενος τις περιπέτειες που ζούσε τα τελευταία δέκα χρόνια. Οι Φαίακες τελικά τον βοήθησαν να επιστρέψει επιτέλους στην πολυπόθητη Ιθάκη.

Η Σχερία ταυτίζεται από τους περισσότερους με τη σημερινή Κέρκυρα, καθώς ο Όμηρος περιγράφει το νησί των Φαιάκων ως ένα καταπράσινο νησί με πολλά νερά κάτι που ισχύει και για την Κέρκυρα. Ακόμα και ο Θουκυδίδης στην ιστορία του κάνει τη συγκεκριμένη σύνδεση.

Ωστόσο, μοιάζει περίεργο ότι οι Φαίακες δεν φαίνεται να ξέρουν τον Οδυσσέα, τον βασιλιά της Ιθάκης που βρίσκεται πολύ κοντά στην Κέρκυρα. Επίσης, ο Οδυσσέας κάποια στιγμή τους λέει: «Υπολογίστε με ως φίλο σας, παρόλο που ζω τόσο μακριά από εσάς». Αυτά τα στοιχεία ώθησαν ορισμένους να απορρίψουν την Κέρκυρα ως πιθανή Σχερία. Αντίθετα, έχει προταθεί η μινωική Κρήτη (δεδομένου ότι οι Φαίακες εμφανίζονται πολύ ειρηνικοί και δεν έχουν αναμειχθεί στον Τρωικό Πόλεμο), ενώ άλλοι την ταυτίζουν με την μυθική Ατλαντίδα του Πλάτωνα. Ο Στράβων και ο Πλούταρχος είχαν προτείνει ότι η Σχερία βρισκόταν στον Ατλαντικό Ωκεανό.

Η Ιθάκη:

Τελικά, ο Οδυσσέας φτάνει στην πολυαγαπημένη του Ιθάκη μετά από 10 χρόνια πολέμου στην Τροία και άλλα 10 περιπλανήσεων, όπου πριν τελικά βασιλέψει ανέφελα ξανά, σκοτώνει όλους τους μνηστήρες που διεκδικούσαν την πιστή του Πηνελόπη και εποφθαλμιούσαν τον θρόνο του.

Αξίζει πάντως να σημειωθεί ότι οι ερευνητές δεν είναι σίγουροι ότι η Ιθάκη του Οδυσσέα είναι πράγματι η σημερινή Ιθάκη παρά το ίδιο όνομα και αρχαιολογικούς και ιστορικούς συσχετισμούς που φέρεται να αποδεικνύουν τον συσχετισμό. Μερικοί μελετητές υποστήριξαν ότι η Ιθάκη του Οδυσσέα είναι στην πραγματικότητα η Λευκάδα και άλλοι την ταυτίζουν με ολόκληρη ή μέρος της Κεφαλονιάς, παρόλο που δεν υποστηρίζεται από γεωγραφικά, ιστορικά ή αρχαιολογικά στοιχεία.

Επίλογος

Το αν ο Όμηρος είχε στο μυαλό του πραγματικές τοποθεσίες όταν περιέγραφε το ταξίδι του Οδυσσέα ή όχι είναι σίγουρα κάτι που δεν θα το μάθουμε ποτέ. Όπως μόνο εικασίες θα παραμείνουν όλες οι περιοχές που έχουν προτείνει κατά καιρούς οι διάφοροι ερευνητές και αρχαιολόγοι. Αυτό που σίγουρα έχει σημασία είναι ότι ο Όμηρος κατάφερε να μεταφέρει σε γραπτό λόγο ένα κείμενο απαράμιλλης αξίας και με τόσο πλούσια περιπέτεια όσο λίγοι έκαναν τις επόμενες χιλιετίες.





Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

του Σπύρου Κουζινόπουλου

Πριν λίγα χρόνια o βουλευτής της νεοναζιστικής εγκληματικής οργάνωσης “Χρυσή Αυγή” Λαγός, θρασύτατα και προκλητικά μέσα στον ιερό ναό της Δημοκρατίας, το κοινοβούλιο, χαρακτήριζε “παραμύθι” την εξέγερση του Πολυτεχνείου, καλώντας τους βουλευτές που εκείνη την ώρα βρίσκονταν στην αίθουσα να του αναφέρουν “έστω τα ονόματα δύο νεκρών”, όπως ωρύονταν.

Δεν είναι η πρώτη φορά που τα διάφορα παπαγαλάκια της ακροδεξιάς, προσπαθώντας να μειώσουν το μεγαλειώδες έπος αντίστασης των φοιτητών και της υπόλοιπης νεολαίας στο καταπιεστικό καθεστώς της επτάχρονης τυραννίας της χούντας, εκείνο το σημαδιακό Νοέμβρη του 1973, κάνουν λόγο για «νεκρούς-φαντάσματα του Πολυτεχνείου».



Που το στηρίζουν αυτό; Στο γεγονός ότι, όπως επισημαίνονταν στα πορίσματα των ερευνών που διενεργήθηκαν μετά τη μεταπολίτευση, και κυρίως στο πόρισμα Τσεβά, «δεν αναφέρθηκε νεκρός μέσα στο Πολυτεχνείο, αλλά μόνο γύρω από αυτό».

Η πλαστογράφηση του πορίσματος Τσεβά

Μάλιστα, σε βίντεο που κυκλοφορούν στο διαδίκτυο, ακούγεται ο αντιπρόεδρος της Ν.Δ. και κορυφαίος υπουργός της κυβέρνησης Μητσοτάκη, Άδωνις Γεωργιάδης, να λέει πριν λίγα χρόνια, τότε ως βουλευτής του Καρατζαφέρη ότι τάχα δεν υπήρξε ούτε ένας νεκρός στο Πολυτεχνείο, καθώς, όπως διατείνεται “το Πολυτεχνείο και η 17 Νοεμβρίου, είναι ο ιδρυτικός πολιτικός μύθος της ιδεολογικής ηγεμονίας της Αριστεράς στην Ελλάδα”.

Ισχυρίζονταν τότε και εξακολουθεί και σήμερα να δηλώνει ο κ. Γεωργιάδης:

“Δεν υπήρξε ούτε ένας νεκρός στο Πολυτεχνείο, ούτε ένας. Για να στοιχειοθετηθεί ο μύθος περί Πολυτεχνείου, πήραν το δελτίο συμβάντων της Αστυνομίας εκείνων των ημερών, της προηγουμένης, ανήμερα και της επομένης και όποιος πέθανε στην Αττική από οποιαδήποτε αιτία, έγινε νεκρός δήθεν από ελεύθερους σκοπευτές και από αστυνομική βία”!!
Ας δούμε όμως, έγιναν έτσι τα πράγματα ή κάποιοι διαστρέφουν και κακοποιούν βάναυσα την αλήθεια για τους δικούς τους λόγους;
Ακόμη και αν δεχθούμε ότι δεν υπήρξαν θύματα μέσα στις αίθουσες ή στον προαύλιο χώρο, τα νεανικά κορμιά που έπεσαν στους γύρω από το Πολυτεχνείο χώρους δεν πρέπει να υπολογίζονται στους νεκρούς της αντιδικτατορικής εξέγερσης; Ή μήπως ήταν διαφορετικό, μήπως είχε άλλο χρώμα το άλικο αίμα που χύθηκε έξω από το Πολυτεχνείο; Λες και οι νεκροί από τα δολοφονικά πυρά των εκτελεστικών οργάνων της χούντας δεν βρισκόταν εκεί για να διαδηλώσουν κατά της δικτατορίας, αλλά για… περίπατο, τουρισμό ή για διασκέδαση!

Τι έλεγε η έκθεση Τσεβά

Διαβάζουμε στην έκθεση του εισαγγελέα Δημήτριου Τσεβά, που συντάχθηκε το δίμηνο Σεπτέμβριος-Οκτώβριος 1974, όταν δηλαδή ήταν ακόμη νωπές οι μνήμες από την αιματοχυσία εκείνη που προκάλεσε το καθεστώς της χούντας των συνταγματαρχών:



«Βαρύς υπήρξεν ο φόρος του αίματος εις νεκρούς και τραυματίας ο καταβληθείς δια την καταστολήν της εξεγέρσεως του Πολυτεχνείου. Και των μεν τραυματιών τον αριθμόν, ήγγισε, μετά βεβαιότητας μάλλον, η έρευνα. Ανεξιχνίαστος, όμως, παραμένει εισέτι ο ακριβής αριθμός των νεκρών. Σύντομοι κατεβλήθησαν προς την κατεύθυνσιν ταύτην προσπάθειαι και πέραν των αμέσως ή εμμέσως περιερχομένων εις γνώσιν μου έκκλησις δια του Τύπου δημοσία διετυπώθη, όπως καταγγελθώσιν ή αναφερθώσι περιπτώσεις θανάτων ή και εξαφανίσεων ατόμων συνεπεία των γεγονότων του Πολυτεχνείου. Και είναι αληθές ότι ουδέν περιστατικόν κατηγγέλθη. Δεν αντλείται, όμως εντεύθεν απόδειξις περί ανυπαρξίας τοιούτων. Διότι κατά τη διαδρομήν της ερεύνης εβεβαιώθησαν ή και απλώς επιθανολογήθησαν περιστατικά εδραιούντα παρ’ εμοί την πεποίθησιν ότι οι νεκροί εκ των γεγονότων του Πολυτεχνείου υπήρξαν περισσότεροι των επισήμως ανακοινωθέντων. Δι’ ο και κατανοώ τα ελατήρια της σιωπής των παθόντων».



Οι νεκροί κατά την έκθεση

Οι νεκροί της εξέγερσης, όπως αναφέρονται στην έκθεση Τσεβά, καθώς και το σημείο όπου βρήκαν το θάνατο, είναι οι ακόλουθοι:

1.– Διομήδης Ιωάννου Κομνηνός, ετών 17, μαθητής. Εφονεύθη έξωθι του Πολυτεχνείου περί ώρα 22.15΄ της 16.11.73. Βασίμως πιθανολογείται ότι δράστης του φόνου τούτου είναι ο προεκτεθείς Συνταγματάρχης.

2.– Βασίλειος Παναγώτου Φαμέλλος, ετών 26. Εφονεύθη εγγύς του υπουργείου Δημόσιας Τάξεως περί ώρα 22.30΄ της 16.11.1973, βληθείς προφανώς υπό τίνος των εκ του υπουργείου πυροβολούντων.

3.–Toril Engelend, σπουδάστρια, Νορβηγίς. Εφονεύθη εις την πλατείαν Αιγύπτου περί ώρα 23.30΄ της 16.11.1973 παρ’ αγνώστου δράστου.

4.–Γεώργιος Ανδρέου Σαμούρης, σπουδαστής, ετών 22. Εφονεύθη υπ’ αγνώστου εις άγνωστον σημείον εξ επαφής περί το μεσονύκτιον της 16.11 1973 και το πτώμα του μετεφέρθη και απερρίφθη εις την διασταύρωσιν των οδών Καλλιδρομίου και Ζωσιμάδων (Κατάθεσις υπ’ αριθμ. 173).]



5.– Αλέξανδρος Ευστρατίου Σπαρτίδης, ετών 16, μαθητής. Εφονεύθη επί της οδού Κότσικα (παρόδου Πατησίων) την 10.20 ώραν της 17.11.1973, βληθείς υπό στρατιωτών εκ του κτιρίου του ΟΤΕ.

6.–Μάρκος Δημητρίου Καραμάνης, ετών 23. Εφονεύθη ευρισκόμενος εις την επί της οδού Πατησίων και Αιγύπτου 1 πολυκατοικίαν την 10.30 ώραν της 17.11.1973, βληθείς ομοίως υπό στρατιωτών εκ του κτιρίου του ΟΤΕ.

7.– Βασίλειος Καράκας, Τούρκος υπήκοος, ετών 43. Εφονεύθη εις την πλατείαν Αιγύπτου περί ώραν 13.00΄ της 17.11.1973, βληθείς υπό στρατιώτου ευρισκομένου έμπροσθεν του Ναού του Αγίου Θεράποντος.

8.– Δημήτριος Θεοφ. Θεοδώρας, ετων 6. Εφονεύθη επί της οδού Ορεινής Ταξιαρχίας Ζωγράφου περί ώραν 13.30 της 17.11.1973, βληθείς υπό στρατιώτου ευρισκομένου έμπροσθεν του Ναού του Αγίου Θεράποντος.

9.– Βασιλική Φωτίου Μπεκιάρη, ετών 17. Εφονεύθη ευρισκομένη εις την ταράτσα της επί της οδού Μεταγένους 8 – Νέος Κόσμος οικίας της περί ώραν 12.30΄ της 17.11.1973, δεχθείσα εις την κεφαλήν της βλήμα αδέσποτον άρματος.

10.–Γεώργιος Αλεξάνδρου Γεριτσίδης, ετών 48, εφοριακός υπάλληλος. Εφονεύθη ευρισκόμενος εν Ν. Λιοσίοις προς εκτέλεσιν υπηρεσίας περί ώραν 12.15΄ της 17.11.1973 δεχθείς ομοίως βλήμα αδέσποτον άρματος μάχης εις την κεφαλήν.

11.– Νικόλαος Πέτρου Μαρκούλης, ετών 25. Εφονεύθη παρά την πλατείαν Βάθης περί ώραν 11.00΄ της 17.11.1973, βληθείς εκ διερχομένου άρματος μάχης.

12.– Στυλιανός Αγαμ. Καραγεώργης, ετών 19, εργάτης. Ετραυματίσθη θανασίμως επί της οδού Πατησίων, έμπροσθεν του κινηματογράφου ΕΛΛΗΝΙΣ, περί ώρα 10.00΄ της 17.11.1973, βληθείς εκ διερχομένου άρματος και απεβίωσεν εις το ΚΑΤ την 30.11.1973.

13.–Ανδρέας Στεργίου Κούμπος, ετών 63. Ετραυματίσθη σοβαρώς διερχόμενος την οδό Καποδιστρίου περί ώρα 14.00΄ της 18.11.1973, βληθείς εκ διερχομένου άρματος και απεβίωσε εις την 30.1.1974.



14.– Μιχαήλ Δημητρίου Μυρογιάννης, ετών 20. Εφονεύθη εις την διασταύρωσιν των οδών Πατησίων και Στουρνάρα περί ώραν 13.30΄ της 18.11.73, βληθείς δια περιστρόφου εις την κεφαλήν και

15.– Κυριάκος Δημητρίου Παντελάκης, ετών 45, δικηγόρος. Ετρυματίσθη σοβαρώς επί της οδού Γλάδστωνος περί ώραν 12.40΄ της 18.11.1973, βληθείς εκ διερχομένου επί της οδού Πατησίων άρματος και απεβίωσεν την 18.12.1973.


β) Νεκροί πλήρως βεβαιωθέντες:

Σπύρος Κοντομάρης, δικηγόρος. Απεβίωσεν τας απογευματινός ώρας της 16.11.73 ευρισκόμενος επί της οδού Γεωργίου Σταύρου, συνέπεια θανατηφόρου επενέργειας των ριπτομένων της Αστυνομίας αερίων (κατάθ. υπ’ αριθμ. 93).
Αικατερίνη Αργυροπούλου, ετών 75. Ετραυματίσθη σοβαρώς ενώ ευρίσκετο εις την Αγ. Αναργύροις οικίαν της περί ώραν 11.00΄ της 17.11.1973, δεχθείσα αδέσποτον βλήμα άρματος και απεβίωσεν κατά μήνα Μάιον 1974 και
Δημήτριος Παπαιωάννου, ετών 60, ιδιωτικός υπάλληλος. Απεβίωσεν την μεσημβρίαν της 17.11.1973 εκ προσφάτου εμφράγματος του μυοκαρδίου κατά την ιατροδικαστικήν έκθεσιν σοβαρώς όμως, υπό της συζύγου του αμφισβητούμενης και υποστηρίζουσας ότι ο σύζυγος της απεβίωσεν είτε βληθείς δι’ όπλου, είτε υποστάστάς συγκοπήν εκ των ριπτομένων αερίων, καταθεσάσης δε ότι μόνον εις το Νεκροταφείον της επετράπη να πλησιάσει απλώς και να ατενίσει το πρόσωπον του νεκρού συζύγου της.Φωτογραφία από την εφημερίδα “Βραδυνή”


γ) Νεκροί βασίμως προκύπτοντες:

1.– Ο ιατρός – χειρούργος Γεώργιος Γρηγοριάδης, μετά λόγου γνώσεως καταθέτει ότι ο ίδιος προσωπικώς αντελήφθη και διεπίστωσεν ιατρικώς τον θάνατον (2) δύο αγνώστων νέων, πληγέντων: Του μεν ενός εις την πλατείαν Βικτωρίας περί ώραν 11.00΄ της 17.11.1973 δια βλήματος περιστρόφου υπό Ανθυπασπιστού της Χωροφυλακής ριφθέντος, του δε ετέρου εις την οδόν Γ’ Σεπτεμβρίου περί ώραν 12.00΄ της 18.11.1973 δια βλήματος διερχομένου άρματος (κατάθ. υπ’ αριθμ. 25).

2.–Η μάρτυς Παναγ. Παπακυριακού καταθέτει περί θανάσιμου τραυματισμού μικράς κορασίδος ηλικίας 9 περίπου ετών, εις την γωνίαν των οδών Πατησίων και Κλωναρίδου περί ώραν 14.00΄ της 17.11.1973 εκ βλημάτων διερχομένου άρματος, εξ ων και η ιδία ετραυματίσθη βαρύτατα (κατάθεσις υπ’ αριθμ. 168).

3.– Ο φοιτητής Λεωνίδας Ανωμερίτης, καταθέτει περί θανάσιμου τραυματισμού νεαράς μαθήτριας, εντός του χώρου του Πολυτεχνείου ευρισκόμενης, περί ώρα 11.45΄ της 16.11.1973, δια βλήματος ριφθέντος εκ του εκτός του Πολυτεχνείου χώρου (κατάθεσις υπ’ αριθμ. 32).

4.–Ο Φαρμακοποιός Αλέξανδρος Παναγόπουλος καταθέτει ότι, ότε προ του μεσονυχτίου της Παρασκευής 16.11.1973, επεσκέφθη μετά της συζύγου του το Πολυτεχνείον προς παροχήν υπηρεσιών εις τους τραυματίας και εισήλθεν εις το αυτόθι υπάρχον πρόχειρον ιατρείον, ιδίοις όμμασιν αντελήφθη την ύπαρξιν (3) τριών νεκρών και μιας γυναικός θανασίμως τραυματισθείσης, τα τραύματα των οποίων σαφώς περιγράφει. Προσθέτει δε ότι εκ μελών της Συντονιστικής Επιτροπής Φοιτητών έλαβε την πληροφορίαν ότι είχαν και οκτώ (8) εισέτι νεκρούς, τα πτώματα των οποίων είχαν τοποθετηθεί και εφυλάσσοντο εις παρακείμενον χώρον ίνα μη υποπέσουν εις αντίληψιν των σπουδαστών και προκληθεί πανικός (κατάθεσις υπ’ αριθμ. 245).

5.–Περί των ανωτέρω νεκρών σαφώς καταθέτουν και σπουδασταί, μέλη της Συντονιστικής Επιτροπής, οι οποίοι και περιγράφουν με ενέργειαν τα τραύματα τα οποία έκαστος των νεκρών συναδέλφων των έφερεν (οράτε καταθέσεις υπ’ αριθμ. 41, 45 και 217). Και ναι μεν ο εις εκ των ανωτέρω μαρτύρων (217) καταθέτει και περί τα είκοσι δύο (22) πτωμάτων, άτινα ο ίδιος ούτως προσωπικός αντελήφθη, περιστατικόν όπερ δεν επεβεβαιώθη, πλην σοβαροί των κατατιθεμένων προκύπτουν ενδείξεις εκ της προεκτεθείσης καταθέσεως Αλεξ. Παναγόπουλου, όστις και αναφέρει ότι αντελήφθη θάλαμον υπό του περιβόητου Πίμπα – πράκτορος της ΚΥΠ (κατάθεσις υπ’ αριθμ. 29 και 176 μετά μαγνητοταινίας) – φρουρούμενον, εις ον υπήρχον άνθρωποι δήθεν κοιμώμενοι, ων, όμως, η στάσις και η όλη εμφάνισις εις πολλάς τον ανωτέρω μάρτυρα ανέλαβεν υποψίας (οράτε κατάθεσιν).



“Τι εγένοντο οι νεκροί”

Ανακύπτει βεβαίως το ερώτημα τι εγένοντο οι νεκροί αυτοί και σοβαρά δια τους αντιλέγοντας αντλούνται εντεύθεν επιχειρήματα. Όμως προσφέρουν ίσως απάντησιν τα υπό των φυλακών του νεκροθαλάμου του Ρυθμιστικού Κέντρου Αθηνών κατατιθέμενα. Ο μεν Νικ. Νίκας καταθέτει ότι κατά την διάρκειαν της υπηρεσίας του μέχρι της 23.00΄ ώρας της 16.11.1973 παρέλαβε και ετοποθέτησε εις τον νεκροθάλαμον επτά (7) πτωμάτων νέων ανδρών, ηλικίας 22-25 ετών, τα οποία δεν συνοδεύοντο από πιστοποιητικόν θανάτου και παράλαβων ακολούθως υπηρεσίαν Ιωάννης Μάρας, καταθέτει ότι από της 23.00΄ ώρας της 16.11.1973 μέχρι 7.00΄ της 17.11.1973 παρέλαβεν και ετοποθέτησεν εις τον νεκροθάλαμον (7) πτώματα, νέων ομοίως ανδρών , ηλικίας 20-35 ετών, εκ των οποίων τα τέσσερα (4) ήταν αγνώστου ταυτότητος (κατάθεσις υπ’ αριθμ. 89). Και ούτω κατά την τραγικήν εκείνην νύχτα των γεγονότων, 16 προς 17 Νοεμβρίου 1973, ένδεκα (11) πτώματα αγνώστων νέων διακομίζονται εις το Ρυθμιστικόν Κέντρον Αθηνών, άτινα, όμως, πλην ενός (κατά τα επίσημα στοιχεία του Νοσοκομείου) ουδαμού εμφανίζονται, ούτε καταχωρίζονται! …

6.– Πλήρως εκ των εκτεθέντων εβεβαιώθη η εν ψυχρώ δολοφονία νέου ανδρός εις το Ρυθμιστικόν Κέντρον Αθηνών υπό των αυτόθι υπηρετούντων, κατά την τραγικήν αυτήν νύκτα, αστυνομικών (καταθέσεις υπ’ αριθμ. 69, 70, 77, 86 και 94), αλλά και Δευτέρα τοιαύτη θανατώσεως τραυματίου συνεπεία ξυλοδαρμού, εις χείρας του ιατρού χειρουργού Λέων. Παπασταματίου (κατάθεσις υπ’ αριθμ. 86) αποβιώσαντος. Τι εγένοντο οι δύο (2) ούτοι νεκροί; Διότι είναι πλήρως βεβαιωμένον ότι ουδείς εξ αυτών ευρίσκεται εις τον κατάλογον των έξι (6) επισήμων νεκρών του Ρυθμιστικού, εξ ων μάλιστα μόνον εις (ο άγνωστος αρχικώς και γνωστός ακολούθως Βασ. Φάμελλος) διεκομίσθη κατά τον επίμαχον χρόνον της νυκτός της 16ης προς 17ην Νοεμβρίου 1973. Επίτασις της αγωνίας εκ του τιθεμένου προβλήματος! Δι’ ο και ο προεκτεθείς ιατρός – χειρουργός, προσωπικώς παρακολουθήσας, συμμετασχών ειδικώς περί του αριθμού των εν τω Ρυθμιστικοί νεκρών εκ των γεγονότων του Πολυτεχνείου ερωτηθείς, καταθέτει ότι πρέπει ν’ ανέρχονται εις είκοσι (20) ή είκοσι πέντε (25) και αιτιολογεί διατί (οράτε κατάθεσιν ομοίως και τας 47 και 98).

Εκ των εκτεθέντων δήλον καθίσταται ότι εις τους καταλόγους των επισήμως ανακοινωθέντων δέκα πέντε (15) νεκρών και υπό της ερεύνης βεβαιωθέντων τριών (3) τοιουτων δέον να προστεθούν και έτεροι δέκα έξι (16) τουλάχιστον βασίμως προκύπτοντες, οίτινες, τονιστέον και πάλι, ουδεμίαν έχουν, ως προς την ταυτότητα, σχέσιν με τους επισήμως ανακοινωθέντος. Παραμένει βεβαίως πάντοτε το ερωτήμα: Τι εγένοντο τα πτώματα των νεκρών τούτων και διατί οι οικείοι των εξακολουθητικώς σιωπούν; Δεν είναι εύκολος η απάντησις εις τον χαράσσοντα τας γραμμάς ταύτας. Είναι υποχρέωσις, όμως, η έναντι του προβήματος θέσις και η κατανόησις των ανερμήνευτων ή αδυνάτων. (οράτε σχετικώς καταθεσιν Δημ. Πίμπα, υπ’ αριθμ. 71).

δ) Νεκροί εκ διαδόσεων πιθανολογούμενοι:

Πολλά τω όντι περί μεγάλου αριθμού νεκρών διαδίδονται και θρυλούνται. Διάφοροι κατάλογοι περί τούτων κυκλοφορούν, δύο των οποίων αναφερόντες ονόματα νεκρών 46 και 59, αντιστοίχως, περιήλθαν εις χείρας μου και αποτέλεσαν αντικείμενον ειδικής, επισταμένης και αγωνιώδους ερεύνης. Αμφότεροι εκυκλοφόρησαν το πρώτον εις την αλλοδαπήν και ο εις εξ αυτών επιμέλεια πολλών γνωστών Ελλήνων, εις το εξωτερικόν κατά την εποχήν της Δικτατορίας ευρισκομένων. Είναι αμφότεροι ελλιπείς κατά τα στοιχεία των και η επ’ αυτών κατατέθη παρά προσώπου λίαν αξιόπιστου, βεβαιώσαντος περί της σοβαρότητος της ερεύνης», καταλήγει η έρευνα του εισαγγελέα Δ. Τσεβά.



Η έκθεση του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών

Μετά από πολυετή έρευνα που διενήργησε το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, το 2003, με επικεφαλής τον διευθυντή του Λεωνίδα Καλλιβρετάκη, κατέληξε ότι ο αριθμός των επωνύμων νεκρών ανέρχεται σε 24, ενώ αυτός των νεκρών αγνώστων στοιχείων σε 16.

Στην έρευνα, γίνεται για πρώτη φορά προσπάθεια καταγραφής του χώρου και των συνθηκών κάτω από τις οποίες έχασαν τη ζωή τους τα θύματα της εξέγερσης. Όπως αναφέρθηκε, οι πρώτες (δημοσιογραφικές) προσπάθειες για την καταγραφή των γεγονότων μιλούσαν για 59 νεκρούς ή και 79 θύματα, με βάση τον κατάλογο Γεωργούλα. Η έρευνα Καλλιβρετάκη απαντά και σε ένα ακόμα ερώτημα. Αν υπήρχαν νεκροί μέσα ή έξω από το ΕΜΠ. Όπως προκύπτει, νεκροί υπήρχαν, αλλά είχαν χτυπηθεί στους γύρω δρόμους και μεταφέρονταν στο πρόχειρο ιατρείο που είχε στηθεί από τους φοιτητές.

Ακολουθεί ο κατάλογος των νεκρών του Πολυτεχνείου σύμφωνα με την έρευνα του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών:Σπυρίδων Κοντομάρης (ετών 57, δικηγόρος, 16.11.1973, ώρα 20.30)
Διομήδης Κομνηνός(ετών 17, μαθητής, 16.11.1973, ώρα 21.30)
Σωκράτης Μιχαήλ (ετών 57, εμπειρογνώμων ασφαλιστικής εταιρείας , 16.11.1973, ώρα μεταξύ 22.30 & 23.00)
Βασίλειος Φάμελλος (ετών 26, ιδιωτικός υπάλληλος, 16.11.1973, ώρα 23.30)
Torill Engeland Magrette (ετών 22, 16.11.1973, φοιτήτρια, ώρα 23.30)
Γεώργιος Σαμούρης (ετών 22, 16.11.1973, φοιτητής ώρα 24.00)
Δημήτριος Κυριακόπουλος (ετών 35, οικοδόμος 16.11.1973, βραδυνή ώρα )
Σπύρος Μαρίνος (Γεωργαράς, ετών 35, ιδιωτικός υπάλληλος, 16.11.1973, βραδυνή ώρα)
Νικόλαος Μαρκούλης (ετών 24 , εργάτης, 17.11.1973, πρωινή ώρα)
Αικατερίνη Αργυροπούλου (ετών 76, 17.11.1973, ώρα 10.00)
Στυλιανός Καραγεωργής (ετών 19, οικοδόμος, 17.11.1973, ώρα 10.15)
Μάρκος Καραμανής (ετών 23, ηλεκτρολόγος, 17.11.1973, ώρα 10.30)
Αλέξανδρος Σπαρτίδης (ετών 16, μαθητής 17.11.1973, ώρα 10.30-11.00)
Δημήτριος Παπαϊωάννου (ετών 60, διευθυντής ταμείου αλευροβιομηχάνων, 17.11.1973, ώρα 11.30)
Γεώργιος Γερτζίδης(ετών 48, εφοριακός υπάλληλος, 17.11.1973, ώρα 11.30)
Βασιλική Μπεκιάρη (ετών 17, μαθήτρια, 17.11.1973, ώρα 12.00)
Δημήτρης Θεοδωράς (ετών 5 1/2, 17.11.1973, ώρα 13.00)
Αλέξανδρος Βασίλειος (Μπασρί) Καράκας (ετών 43, ταχυδακτυλουργός, 17.11.1973, ώρα 13.00)
Αλέξανδρος Παπαθανασίου (ετών 59, συνταξιούχος εφοριακός, 18.11.1973, ώρα 10.00)
Ανδρέας Κούμπος (ετών 63, βιοτέχνης, 18.11.1973, ώρα 11.00)
Μιχαήλ Μυρογιάννης (ετών 20, ηλεκτρολόγος, 18.11.1973, ώρα 12.00)
Κυριάκος Παντελεάκης (ετών 43, δικηγόρος, 18.11.1973, ώρα 12.00-12.30)
Ευστάθιος Κολινιάτης (ετών 47, 18.11.1973)
Ιωάννης Μικρώνης (ετών 22 φοιτητής, συμμετείχε στην κατάληψη του Πανεπιστημίου Πατρών
Από τη δίκη για τη σφαγή του Πολυτεχνείου

Η δίκη για τα γεγονότα

Το Πενταμελές Εφετείο της Αθήνας στις 30 Δεκεμβρίου 1975 και μετά από ακροαματική διαδικασία 2,5 μηνών κήρυξε ένοχους τους 20 από τους 32 κατηγορούμενους για την υπόθεση της σφαγής στο Πολυτεχνείο, ενώ αθώωσε άλλους 12.

Οι ποινές που επιβλήθηκαν ήταν:

-Δημήτριος Ιωαννίδης (αρχηγός της ΕΣΑ την περίοδο της εξέγερσης): 7 φορές ισόβια για ηθική αυτουργία σε 7 ανθρωποκτονίες από πρόθεση και 25 χρόνια κάθειρξη κατά συγχώνευση για ηθική αυτουργία σε 38 απόπειρες ανθρωποκτονιών και πρόκληση διάπραξης κακουργημάτων, καθώς και διαρκής στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων.

-Γεώργιος Παπαδόπουλος (εν ενεργεία δικτάτορας την περίοδο της εξέγερσης): 25 χρόνια κάθειρξη για απλή συνέργεια σε ανθρωποκτονίες από πρόθεση και απόπειρες ανθρωποκτονιών, καθώς και δεκαετής στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων.

-Σταύρος Βαρνάβας (αντιστράτηγος Ε.Α.): 3 φορές ισόβια για ηθική αυτουργία σε 3 ανθρωποκτονίες από πρόθεση και 25 χρόνια κάθειρξη κατά συγχώνευση για ηθική αυτουργία σε 17 απόπειρες ανθρωποκτονιών και πρόκληση διάπραξης κακουργημάτων, καθώς και διαρκής στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων.

-Νικόλαος Ντερτιλής (ταξίαρχος Ε.Α.): Ισόβια κάθειρξη και διαρκής στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων για ανθρωποκτονία από πρόθεση του φοιτητή Μυρογιάννη.

Άλλοι τέσσερις ανώτατοι αξιωματικοί σε 25 χρόνια κάθειρξη κατά συγχώνευση για ηθική αυτουργία σε συνολικά 12 ανθρωποκτονίες και 56 απόπειρες ανθρωποκτονιών, καθώς και δεκαετής στέρηση των πολιτικών τους δικαιωμάτων. Επίσης, 12 κατηγορούμενοι σε μικρότερες ποινές, από 5 μήνες έως 10 χρόνια κάθειρξη για διάφορες κατηγορίες, κυρίως για ηθική αυτουργία σε επικίνδυνες σωματικές βλάβες. Οι ποινές κάτω του ενός έτους, ήταν εξαγοράσιμες

Από farosthermaikou.blogspot.com



Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Ο Παύλος Μελάς (29 Μαρτίου 1870 – 13 Οκτωβρίου 1904) ήταν αξιωματικός πυροβολικού του ελληνικού στρατού και μακεδονομάχος.

Γεννήθηκε στη Μασσαλία το 1870. Ήταν γιος του Μιχαήλ Μελά και γαμπρός του Στέφανου Δραγούμη, έχοντας παντρευτεί την κόρη του Ναταλία. Στάθηκε από τους πρωτεργάτες του Μακεδονικού αγώνα, συμμετέχοντας στο Μακεδονικό Κομιτάτο και πραγματοποιώντας περιοδείες στη Μακεδονία. Ενώ βρισκόταν στο χωριό Στάτιστα κατά την τρίτη εξόρμησή του στην περιοχή της Μακεδονίας, το σώμα του δέχτηκε επίθεση από ένα απόσπασμα του τουρκικού στρατού, που παραπλανημένο από τον κομιτατζή Μήτρο Βλάχο νόμιζε ότι επιτίθεται σε ομάδα της ΕΜΕΟ, και πέθανε υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες. Στην Ελλάδα θεωρείται ηρωική μορφή και έχουν ονομαστεί προς τιμή του το χωριό Μελάς της Καστοριάς και ο Δήμος Παύλου Μελά στην κεντρική Μακεδονία.
Πορτραίτο του Μελά από το Γεώργιο Ιακωβίδη
φιλοτεχνημένο πάνω στη φωτογραφία του Μελά της 21ης Αυγούστου.

Τα πρώτα χρόνια

Ο Παύλος Μελάς γεννήθηκε στη Μασσαλία της Νότιας Γαλλίας στις 29 Μαρτίου του 1870. Ήταν ένα από τα επτά παιδιά του Ηπειρώτη έμπορου Μιχαήλ Μελά και της Ελένης Βουτσινά, κόρης εύπορου Κεφαλλονίτη εμπόρου από την Οδησσό. Η καταγωγή της οικογένειάς του ήταν από τον Παρακάλαμο Πωγωνίου της Ηπείρου, όπου ακόμη σώζονται τα ερείπια του οικογενειακού πύργου.[1] Η οικογένεια του μετακινήθηκε στην Αθήνα το 1874.

Την εποχή εκείνη το κύριο εθνικό και πολιτικό ιδεολογικό ρεύμα στην Ελλάδα ήταν η Μεγάλη Ιδέα, η διεύρυνση των ελληνικών συνόρων για να συμπεριλάβουν ελληνικούς πληθυσμούς που βρισκόταν υπό ξένη κυριαρχία. Ο πατέρας του Μελά συμμεριζόταν αυτό το όραμα και δαπάνησε σημαντικό μέρος της προσωπικής του περιουσίας για την πραγμάτωσή του. Ασχολήθηκε με την πολιτική, έγινε κατά περιόδους δήμαρχος Αθηναίων και βουλευτής Αττικής, ενώ το 1896 θα γινόταν πρόεδρος της Εθνικής Εταιρείας, μιας μυστικής εθνικιστικής οργάνωσης της οποίας μέλος ήταν και ο Παύλος. Σε ένα τέτοιο ιδεολογικό κλίμα ανατράφηκε ο νεαρός Μελάς.
Παύλος Μελάς

Σπουδές και γάμος

Το 1885 ο Μελάς τελείωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και τον επόμενο χρόνο εισήχθη στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, απ’ όπου αποφοίτησε ως ανθυπολοχαγός το 1891. Παράλληλα γνώρισε τη Ναταλία Δραγούμη, κόρη του πολιτικού και μέλλοντα πρωθυπουργού Στέφανου Δραγούμη και αδελφή του Ίωνα Δραγούμη. Ο Στέφανος Δραγούμης ήταν επίσης φλογερός εθνικιστής και είχε εμφυσήσει στα παιδιά του αντίστοιχα ιδανικά. Ο Μελάς και η Δραγούμη παντρεύτηκαν τον Οκτώβριο του 1892 και απέκτησαν δύο παιδιά: τον Μιχαήλ Μελά (χαϊδευτικά Μίκης) το 1895 και τη Ζωή (χαϊδευτικά Ζέζα) το 1897.
Ο Μελάς με τη σύζυγό του, Ναταλία, και τα παιδιά τους.


Συμμετοχή στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897

Στις 12 Φεβρουαρίου του 1897 o Μελάς υπηρετούσε ως αρχιφύλακας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, όταν τον κάλεσαν να επιστρέψει με τους άνδρες του στο στρατώνα του πυροβολικού. Υπό την πίεση της Εθνικής Εταιρείας και ενάντια στη θέληση των Μεγάλων Δυνάμεων, η ελληνική κυβέρνηση είχε αποφασίσει να στείλει εκστρατευτικό σώμα στην Κρήτη για την στήριξη της εκεί επανάστασης.[2] Ο Μελάς απογοητευμένος έμαθε πως η μονάδα του δεν περιλαμβανόταν στο εκστρατευτικό σώμα. Την επόμενη ημέρα όμως ανακοινώθηκε πως η πεδινή πυροβολαρχία του, υπό τη διοίκηση του πρίγκηπα Νικολάου, θα μετέβαινε στη Λάρισα. Στις 16 Φεβρουαρίου η μονάδα αναχώρησε με πλοίο από τον Πειραιά και μέσω Χαλκίδας και με το σιδηρόδρομο από το Βόλο έφτασε στη Λάρισα.

Η αποτυχημένη εισβολή Ελλήνων άτακτων στη Μακεδονία, οργανωμένων από την Εθνική Εταιρεία, στις 9 Απριλίου έδωσε στην οθωμανική κυβέρνηση την αφορμή που αναζητούσε για την κήρυξη πολέμου.[3] Στις 18 Απριλίου έγινε η διακοπή των διπλωματικών σχέσεων των δύο χωρών και η κήρυξη του πολέμου. Ο Μελάς στα ημερολόγια του εμφανίζεται ενθουσιασμένος από την έναρξη των εχθροπραξιών, όμως η γρήγορη αρνητική τροπή των πραγμάτων, η άτακτη υποχώρηση του ελληνικού στρατού και η εκκένωση της Λάρισας τον απογοήτευσαν. Στις 18 Μαΐου, με την είδηση της ανακωχής από τηλεγράφημα του πατέρα του, αρρώστησε με υψηλό πυρετό και ο γιατρός τον έστειλε στη Λαμία και στη συνέχεια στο πλωτό νοσοκομείο “Θεσσαλία”, όπου υπηρετούσε ως εθελόντρια νοσοκόμα η σύζυγός του Ναταλία. Μαζί επέστρεψαν στο οικογενειακό του σπίτι στην Αθήνα, όπου ανάρρωσε για μία εβδομάδα και στη συνέχεια ζήτησε και επέστρεψε στη Λαμία. Θα επέστρεφε σύντομα ξανά στην Αθήνα, λόγω της ασθένειας του πατέρα του, ο οποίος πέθανε στις 17 Ιουνίου.

Ο Μελάς με τους αδερφούς του κατά τον πόλεμο του 1897


Εμπλοκή με το Μακεδονικό Κομιτάτο

Φέροντας τύψεις για την έκβαση του πολέμου του 1897, συμμετείχε από τους πρώτους στο ιδρυθέν το 1900 Μακεδονικό Κομιτάτογια την προώθηση της ελληνικής επιρροής στην περιοχή της Μακεδονίας, ως αντίδραση στη δράση των Βουλγάρων κομιτατζήδων. Έτσι από τον Φεβρουάριο του 1904 ο Παύλος Μελάς έσπευσε με άλλους τρεις αξιωματικούς, τους Α. Κοντούλη, Α. Παπούλα και Γ. Κολοκοτρώνη, προς επιτόπια μελέτη της κατάστασης. Αποτυγχάνοντας σε εκείνη την πρώτη προσπάθεια, επανήλθε τον Ιούλιο του ίδιου έτους, οπότε και εισήλθε στη Μακεδονία ως ζωέμπορος με το όνομα «Πέτρος Δέδες». Μετά από 20ήμερη παραμονή συναντήθηκε με τον Έλληνα πρόξενο Λάμπρο Κορομηλά στη Θεσσαλονίκη, ανταλλάσσοντας σκέψεις για ανάληψη επιχειρήσεων και στη συνέχεια επέστρεψε στην Αθήνα. Ύστερα από παρέμβαση της ελληνικής κυβέρνησης, ο Μελάς ανέλαβε την αρχηγία του Μακεδονικού αγώνα ενάντια στους Βούλγαρους, με την εντολή να ασκεί καθήκοντα αρχηγού και στις μικρότερες ομάδες που δρούσαν εν τω μεταξύ στις περιφέρειες Μοναστηρίου και Καστοριάς.

Πριν επιστρέψει για τρίτη φορά στη Μακεδονία, ο Μελάς φιλοξενήθηκε στη Λάρισα από τον ανθυπολοχαγό Χαράλαμπο Λούφα που, σύμφωνα με επιστολή που έστειλε ο Μελάς στη σύζυγό του, του ζήτησε να τον φωτογραφίσει. Ο Μελάς συμφώνησε και φωτογραφήθηκε στις 21 Αυγούστου από το Λαρισαίο φωτογράφο Γεράσιμο Δαφνόπουλο ένοπλος -κρατώντας ένα Μάουζερ, ζωσμένος ένα περίστροφο Μάουζερ Ζιγκ-Ζάγκ- και ένστολος,[4] ενδεδυμένος ένα μαύρο κεντητό ντουλαμά.[5] Ο Μελάς έστειλε το πρώτο αντίτυπο της φωτογραφίας στη σύζυγό του, «υπό τον όρον να μην ιδή το φως της ημέρας», αλλά να μείνει ως ανάμνηση για την ίδια και τα παιδιά του αν έχανε τη ζωή του στην αποστολή του,[4] βρίσκοντας ότι θα ήταν «κωμικό» και «μαρτύριο», εάν επέστρεφε άπρακτος, να βλέπει «την φάτσαν [τ]ου έτσι μασκαρεμένην».[5]
Ο Μελάς (καθιστός στην πρώτη σειρά) με την ομάδα του (26.8.1904).

Δράση στη Μακεδονία

Τη νύχτα της 27ης με 28ης Αυγούστου ο Παύλος Μελάς με το επιχειρησιακό όνομα Καπετάν Μίκης Ζέζας, με ένοπλο σώμα 35 ανδρών, που το αποτελούσαν Μακεδόνες, Μανιάτες και Κρητικοί, διέβη τα ελληνοοθωμανικά σύνορα και εισέβαλε στα εδάφη της Μακεδονίας, κοντά στο Όστροβο (σημερινή Άρνισσα). Επέλεξε ως μόνιμη ενδυμασία του το ντουλαμά, με αποτέλεσμα να κερδίσει το σεβασμό των αντρών του σώματός του.[5] Στις 30 Αυγούστου ο ληστής Θανάσης Βάγιας, τον οποίο ο Μελάς είχε προσλάβει ως οδηγό, λιποτάκτησε και στη συνέχεια κατέδωσε το σώμα του Μελά στους Οθωμανούς.[6] Τις επόμενες ημέρες το ένοπλο σώμα του Μελά περιπλανήθηκε στην περιοχή της Σαμαρίνας, με τον ασυνήθιστο σε κακουχίες Μελά να καταπονείται ιδιαίτερα.[7] Στις 5 Σεπτεμβρίου, ύστερα από πορεία πολλών ημερών, όπου αντιμετώπισαν την καχυποψία του τοπικού πληθυσμού[8] ο Μελάς και οι σύντροφοι του έφθασαν στο χωριό Ζάνσκο, όπου τους βοήθησε και εφοδίασε πρόσωπο της εμπιστοσύνης τους.
Στις 15 Σεπτεμβρίου ο Μελάς πραγματοποίησε την πρώτη του επιχείρηση. Συνέλαβε έξω από το Στρέμπενο έναν ηλικιωμένο και δύο παιδιά 8 και 15 ετών και στην συνέχεια τον καταζητούμενο πατέρα του 15χρονου. Νωρίς το βράδυ το σώμα εισέβαλε στο χωριό και συνέλαβε ακόμη έναν καταζητούμενο εξαρχικό. Αποφάσισε τελικά να μην σκοτώσει τους δύο καταζητούμενους, υπό τον όρο πως θα πήγαιναν στην ελληνική Μητρόπολη και θα δήλωναν υποταγή στον εκεί Μητροπολίτη.[9] Στις 17 Σεπτεμβρίου προσπάθησε να οργανώσει επίθεση στο χωριό Άιτος, καθώς ήταν κέντρο εξαρχικών αυτονομιστών, όμως η απροθυμία συνεργασίας του ντόπιου συνεργάτη του, του άλλαξε τα σχέδια και αποφάσισε να επιτεθεί στο γειτονικό χωριό Πρεκοπάνα (σημερινή Περικοπή).[10] Εκεί περικύκλωσε τον τοπικό πληθυσμό, που εκείνη την ώρα παρακολουθούσε μια κηδεία. Απαίτησε να δηλώσουν πίστη στον Έλληνα Μητροπολίτη και να ζητήσουν την αποστολή ιερέα και δασκάλου. Για να γίνει πιστευτή η απειλή του, πήρε μαζί του τον εξαρχικό δάσκαλο και τον εξαρχικό παπά, τους οποίους οι συνεργάτες του εκτέλεσαν λίγο έξω από το χωριό.[6] Η δολοφονία φαίνεται να συγκλόνισε τον Μελά.[11]

Στη συνέχεια κατευθύνθηκε στο χωριό Μπελκαμένη, όπου τους υποδέχτηκαν μυστικά Έλληνες του χωριού. Το απόγευμα της επόμενης ημέρας το σώμα μπήκε στο χωριό και υποχρέωσε τον ρουμανοδάσκαλο σε φυγή.[12] Νωρίς το βράδυ το σώμα κατευθύνθηκε για να χτυπήσει το σλαβόφωνο χωριό Νερέτ (σημερινός Πολυπόταμος). Την επόμενη ημέρα όμως τα σχέδια τους ανατράπηκαν, όταν συνειδητοποίησαν πως στο χωριό βρισκόταν σημαντική δύναμη του οθωμανικού στρατού. Κατά τη διάρκεια της άτακτης φυγής τραυματίστηκε θανάσιμα ο συνεργάτης του Μελά Φίλιππος Καπετανόπουλος απο την Κατράνιτσα (σημ. Πύργοι Βερμίου) .[13] Ο Μελάς τον σκέπασε με την κάπα του, στην οποία είχε αφήσει από αμέλεια ένα γράμμα του Καπετανόπουλου προς τον Δημήτριο Καλλέργη, τον Έλληνα πρόξενο στο Μοναστήρι. Η εύρεση της επιστολής θα οδηγούσε αργότερα σε διάβημα της Υψηλής Πύλης προς την ελληνική κυβέρνηση και την ανάκληση του Καλλέργη.[14]

Ύστερα από το επεισόδιο αυτό το σώμα του Μελά κράτησε χαμηλό προφίλ και κατευθύνθηκε στη Νεγκοβάνη (σημερινό Φλάμπουρο), ένα κατά πλειοψηφία πατριαρχικό χωριό, όπου έμεινε για αρκετές μέρες λόγω της αδιάκοπης βροχόπτωσης. Κατά την παραμονή του στη Νεγκόβανη ο Μελάς οργάνωσε την άμυνα της ευρύτερης περιοχής. Εκεί τους συνάντησαν στις 30 Σεπτεμβρίου πρόκριτοι του βλάχικου χωριού Νεβέσκα (σημερ. Νυμφαίο Φλώρινας), που τους εφοδίασαν με τρόφιμα και ενδύματα, και ο Καραλίβανος με περίπου σαράντα άνδρες με αποτέλεσμα το σώμα του Μελά να ξεπεράσει τους 70 το πλήθος. Κατατετμημένο σε τέσσερεις ομάδες υπό τον Καραλίβανο, το Γιοβάνη, τον Πουλάκα και τον Πύρζα, το πολυάριθμο σώμα ανάγκασε πολλούς κομιτατζήδες να εγκαταλείψουν τα χωριά όπου βρίσκονταν.[15] Την ίδια περίοδο ενεργούσε στην περιοχή των Κορεστείων η ανταρτοομάδα του Κύρου. Την 1 Οκτωβρίου η ομάδα αυτή, στην οποία βρισκόταν και ο Ευθύμιος Καούδης, επιτέθηκε αιφνιδιαστικά στην Όστιμα (σημερ. Τρίγωνο Φλώρινας) στο Μήτρο Βλάχο, που μετά από πολύωρη μάχη κατάφερε να διαφύγει, χάνοντας ωστόσο περίπου είκοσι άνδρες.[16]
Ο τάφος του Παύλου Μελά όπως δημιουργήθηκε πρώτα στην Καστοριά. Φωτογραφία του 1904 του Λεωνίδα Παπάζογλου.


Θάνατος

Έχοντας οργανώσει την άμυνα των χωριών της Καστοριάς, ο Μελάς σκόπευε να αφήσει περίπου πενήντα άνδρες να ελέγχουν την περιοχή και ο ίδιος να περάσει μέσα από το Ζέλοβο και το Πισοδέρι στην περιοχή του Μεγάροβου και του Μοναστηρίου, για να εκδιώξει από εκεί τις ανταρτο-ομάδες των κομιτατζήδων και να οργανώσει την άμυνά τους για το χειμώνα. Στις 9 Οκτωβρίου περιέγραψε τη θέλησή του να παραμείνει στην περιοχή σε ένα γράμμα -το τελευταίο του-, που έστειλε στην κουνιάδα του Έφη Καλλέργη, κόρη του Στέφανου Δραγούμη και σύζυγο του Γιάννη Καλλέργη. Έτσι, ύστερα από αποτυχημένη επιδρομή στο Νερέτ, έστειλε μήνυμα στον Κύρου και τον Καούδη να συναντηθούνε στις 14 Οκτωβρίου κοντά στη Στάτιστα (σημερινός Μελάς), χωριό τότε σλαβόφωνο και μικτού πληθυσμού πατριαρχικών και εξαρχικών.[17][18]

Παρά την αντίρρηση του Πύρζα ότι θα ήταν ασφαλέστερο να μην μπουν στη Στάτιστα, καθώς ήταν πέρασμα των τουρκικών δυνάμεων που μετακινούνταν τακτικά από το Ζέλοβο στο Κονοπλάτι, ο Μελάς επέμενε να εισέλθουν στο χωριό. Εκεί δέχτηκαν τη φιλοξενία του Ντίνα, που ανήκε στην ομάδα του Κύρου και θα τους οδηγούσε στον τόπο συνάντησης στις 14 και μοίρασε τους άνδρες της ομάδας σε πέντε σπίτια, και άλλων προκρίτων του χωριού. Το απόγευμα της 13ης Οκτωβρίου, όταν πληροφορήθηκαν ότι ένα οθωμανικό απόσπασμα είχε αναχωρήσει από το Κονοπλάτι, ο Μελάς δεν ανησύχησε, γνωρίζοντας ότι δεν ήταν τουρκική πολιτική να επιτίθενται σκόπιμα στις ελληνικές ομάδες, που τους απάλλασσαν από το καθηκον καταδίωξης ετων κομιτατζήδων.

Ωστόσο, το απόσπασμα είχε κινητοποιηθεί μετά την παραλαβή ενός παραπλανητικού γράμματος γραμμένου στα ελληνικά που είχε συντάξει και στείλει με έναν χωρικό ο επικηρυγμένος Μήτρος Βλάχος, ο κομιτατζής, και έγραφε ότι στη Στάτιστα βρισκόταν ο ίδιος, υπολογίζοντας ότι ο Τούρκος λοχαγός θα επετίθετο στη Στάτιστα για να λάβει το ποσό με το οποίο είχε επικηρυχθεί ο Μήτρος Βλάχος, προξενώντας, ωστόσο, το θάνατο του Μελά.[19] Στις 13 Οκτωβρίου το χωριό περικυκλώθηκε από οθωμανικό απόσπασμα 150 ανδρών και ξεκίνησαν αψιμαχίες. Το ξημέρωμα της επόμενης ημέρας θα έβρισκε τον Μελά νεκρό υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες.

Για τις ακριβείς συνθήκες του θανάτου του Μελά υπάρχει πλήθος εκδοχών.[20] Το οθωμανικό απόσπασμα εντόπισε ένα από τα κρησφύγετα των Ελλήνων και ξέσπασαν πυροβολισμοί.[20] Περικύκλωσε επίσης το σπίτι όπου έμεναν ο Μελάς, ο Πύρζας, ο Ντίνας και ένας Κρητικός ονόματι Στρατινάκης, το οποίο καταδεικνυόταν σαφώς στο γράμμα του Μήτρου Βλάχου.[21] Οι περισσότερες αφηγήσεις συντρόφων του Μελά αμφισβητούν το ότι υπήρξε σημαντική μάχη και είναι αμφίβολο αν ο Μελάς και όσοι ήταν μαζί του συμμετείχαν. Όλες οι εκδοχές συγκλίνουν πως κάποια στιγμή τη νύχτα ο Μελάς προσπάθησε να διαφύγει, όμως τραυματίστηκε θανάσιμα. Οι μαρτυρίες ποικίλουν για το αν ο Μελάς ύστερα από τον τραυματισμό του απεβίωσε, αυτοκτόνησε, ζήτησε από τον Ντίνα να τον αποτελειώσει, ή ο τελευταίος τον σκότωσε αυτόβουλα. Φαίνεται να ήταν ο μοναδικός νεκρός της ελληνικής πλευράς.[20]

Σύμφωνα με μια αφήγηση των συμβάντων που διαδόθηκε από τις εφημερίδες της εποχής πέθανε στα χέρια του φίλου του, Γεώργιου Στρατινάκη και η τελευταία του φράση πριν ξεψυχήσει ήταν[22] «Βούλγαρος να μη μείνει». Η εκδοχή αυτή δεν επιβεβαιώνεται από καμία μαρτυρία.

Γύρω από το σώμα του νεκρού Παύλου Μελά εκτυλίχθηκε μια διπλωματική επιχείρηση για την παραλαβή και τον ενταφιασμό του. Οι Έλληνες δεν ήθελαν να γίνει γνωστή στους Οθωμανούς η ταυτότητα και το στρατιωτικό αξίωμα του νεκρού, διότι αυτό θα δημιουργούσε διπλωματική κρίση. Αρχικά ο νεκρός θάφτηκε από τους χωρικούς έξω από τη Στάτιστα, ενώ οι Οθωμανοί δεν γνώριζαν την ταυτότητά του. Αργότερα ο Ντίνας απεσταλμένος της ελληνικής πλευράς (πιθανώς του Μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανού Καραβαγγέλη ή του οπλαρχηγού Κύρου) επιχείρησε να ξεθάψει και να μεταφέρει αλλού τον νεκρό.

Στο μεταξύ όμως ο θάνατος του Μελά είχε μαθευτεί στην Αθήνα και η εκεί Οθωμανική πρεσβεία ειδοποίησε τις αρχές της Θεσσαλονίκης να βρουν το πτώμα ώστε να το χρησιμοποιήσουν σαν απόδειξη της Ελληνικής επέμβασης σε οθωμανική επικράτεια. Έτσι, ενώ ο Ντίνας έκανε την εκταφή εμφανίστηκε οθωμανικός στρατός. Τότε έκοψε βιαστικά το κεφάλι του νεκρού και έφυγε. Το κεφάλι τάφηκε μπροστά στην Ωραία Πύλη του Ναού της Αγίας Παρασκευής στο χωριό Πισοδέρι ενώ οι Οθωμανοί πήραν το ακέφαλο σώμα και το πήγαν στην Καστοριά για αναγνώριση. Ο Γερμανός Καραβαγγέλης, που γνώριζε τα πάντα, κινητοποίησε τη νεολαία της Καστοριάς που περικύκλωσε το Διοικητήριο και απαιτούσε να τους δοθεί το σώμα «κάποιου Ζέζα» που ήταν Έλληνας. Ο Μητροπολίτης, προειδοποιώντας ότι μπορεί να συμβούν ταραχές που θα έβλαπταν την ειρηνική συμβίωση Τούρκων και Ελλήνων κατάφερε να του δοθεί το σώμα, το οποίο και τάφηκε στο παρεκκλήσιο των Ταξιαρχών κοντά στο Μητροπολιτικό Μέγαρο Καστοριάς.[23].

Ο θάνατος του Μελά, γόνου μιας από τις σημαντικότερες ελληνικές οικογένειες, πήρε μεγάλη δημοσιότητα και συγκλόνισε την κοινή γνώμη της εποχής. Υπό την πίεση των γεγονότων η ελληνική κυβέρνηση ωθήθηκε να συμμετάσχει πιο ενεργά στον μακεδονικό αγώνα, ενώ αυξήθηκε σημαντικά ο αριθμός των εθελοντών.


Παραπομπές

  1. «Η ημέρα θανάτου του Μακεδονομάχου Παύλου Μελά τιμήθηκε από τους συγχωριανούς του!». iperiodiko.gr. 14 Οκτωβρίου 2014.
  2. Ιστορία Ελληνικού Έθνους. ΙΔ. Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών. 1977, σελ. 120.
  3. «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους». ο.π. σελ. 127.
  4. «Συλλογή φωτογραφιών – ID: 57082». Ίδρυμα Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα. Ανακτήθηκε στις 03-04-2017.
  5. Γούναρης 2002, σελ. 8.
  6. Λιθοξόου, Δημήτρης (Μάιος 1996). «Ο Παύλος Μελάς». 3opa.
  7. Μελά, Ναταλία Π. (1992). Παύλος Μελάς. Αθήνα: Δωδώνη, σελ. 348.
  8. Καραβίτης, Ιωάννης (2008). Ο Μακεδωνικός Αγών. Απομνημονεύματα. Αθήνα: Πετσίβας, σελ. Τ. Α’ 65. ISBN 9789609001007.
  9. Μελά, σ. 385-386
  10. Μελά, σ. 388
  11. Μελά, σ. 390.
  12. Καραβίτης, τ. Α’, σ. 90
  13. Επιστολή προξένου Μοναστηρίου Δ. Καλλέργη προς τον έλληνα υπουργό Εξωτερικών, Προξενείο Μοναστηρίου, (23/9/1904), έγγραφο 923.
  14. Κώστας Κλειδής, Με τη λάμψη στα μάτια, Ηριδανός, Αθήνα 1984, σ. 127.
  15. Dakin 1966, σελ. 189
  16. Dakin 1966, σελ. 189-90
  17. Dakin 1966, σελ. 190
  18. Brancoff, D.M. (1905). La Macédoine et sa Population Chrétienne. Παρίσι, σελ. 182-3. «67. Statichta: 960 Bulgares Exarchistes»
  19. σελ. 190
  20. Ιός (10 Οκτωβρίου 2004). «Ποιος σκότωσε τον Παύλο Μελά;». Ελευθεροτυπία.
  21. Dakin 1966, σελ. 190
  22. Ε Ιστορικά:Μακεδονικό, η περιπέτεια ενός ονόματος από το 1850 έως σήμερα, Έκδοση της Ελευθεροτυπίας, σελ.40
  23. Γερμανού Καραβαγγέλη Απομνημονεύματα, Εκδόσεις Χ. Μπαρμπουνάκη, Θεσσαλονίκη, 1993
Πηγές

  • Καθημερινή επτά ημέρες
  • Γούναρης, Βασίλης Κ. (2002). Ο Μακεδονικός αγώνας μέσα από τις φωτογραφίες του, 1904-1908. Αθήνα/Βέροια.
  • Dakin, Douglas (1966). The Greek Struggle in Macedonia 1897-1913. Θεσσαλονίκη: Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών – Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου / Institute for Balkan Studies.
el.wikipedia.org





Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου