Το ερώτημα τίθεται ευθέως και είναι σαφές. Επαρκεί το άθροισμα των υλικών και άυλων κεφαλαίων, οικονομικών, πνευματικών, κοινωνικών ή πολιτικών που βρίσκεται στη διάθεση των Ελλήνων ώστε να διασώσουν διατηρώντας σε λειτουργία τόσο την κρατική υπόσταση όπως την ξέρουμε σήμερα όσο και την εθνική στις παρούσες της διαστάσεις;

Γιατί και τα δύο φαίνεται ότι δεν μπορούν να διασωθούν ταυτόχρονα. Και εξηγούμαι.


Η συγκρότηση του ελληνικού κράτους βασίσθηκε μετεμφυλιακά στη δεδομένη και για πολλούς αυτονόητη ενεργή κρατική παρουσία σε όλα τα πεδία και τους τομείς της ζωής μας. Η έννοια της προόδου και της εξέλιξής μας ως κοινωνίας ταυτίσθηκε με την παράλληλη διόγκωση και επέκταση της κρατικής παρουσίας. Παλαιότερα, δεν γνωρίζω αν υπάρχουν και σήμερα, ανακοινώνονταν και σχετικοί δείκτες, όπως το ποσοστό ηλεκτροδότησης της επικράτειας! Το κράτος ήταν επιφορτισμένο να τροφοδοτήσει με ρεύμα και νερό απομακρυσμένες περιοχές, να παράσχει εκπαιδευτικές και υγειονομικές υπηρεσίες στις εσχατιές της ελληνικής επαρχίας, να διατηρεί παρουσία σε όλες τις εκφάνσεις και τις εκφράσεις των δραστηριοτήτων μας. Ήταν υποχρεωμένο - και ήμασταν ως λαός "υπερήφανοι"(!) γι' αυτό - να εκτελεί τις πιο απίθανες λειτουργίες: να διατηρεί "εθνικό αερομεταφορέα", σιδηροδρόμους (όλοι θυμούνται τον Τρικούπη για την εγκαθίδρυση των σιδηροδρόμων στην Ελλάδα και όχι κάποια ιδιωτική εταιρεία, ας πούμε), κρατικές εταιρείες υδάτων, πετρελαίων, ιχθυοκαλλιεργειών, βυρσοδεψίας, ταπητουργίας και ό,τι άλλο. Να νομοθετεί επί πιθανών και απίθανων ζητημάτων όπως πόσο αλκοόλ πρέπει να έχει το κρασί και πόσο η μπίρα αλλά και τι προσόντα πρέπει να διαθέτει κάποιος για να ανοίξει κομμωτήριο! Αλλά το κράτος επιφορτίσθηκε και εμπλέχθηκε ακόμη και σε πιο προσωπικά ζητήματα της ζωής των πολιτών. Αναλάμβανε να τους βρίσκει δουλειά - μην ξεχνάτε ότι πριν μερικά χρόνια ο ΟΑΕΔ ήταν η μοναδική νόμιμη υπηρεσία εξεύρεσης εργασίας σε ανέργους καθόσον απαγορευόταν σε ιδιώτες να ασκούν τέτοια δραστηριότητα - να έχει δικούς του λειτουργούς ( οι ιερείς είναι δημόσιοι υπάλληλοι) για να παντρεύει τους πολίτες ή να τους ονοματοδοτεί και φυσικά μόνο δικούς του χώρους και αποκλειστικές διαδικασίες για να τους οδηγεί στην τελευταία τους κατοικία (μπρρρ! μακάβριο!). Δεν συζητώ βεβαίως ότι το κράτος έχει λόγο στο πως θα πουλήσεις το αυτοκίνητό σου, το σπίτι σου, πόσα λεφτά θα πάρεις στη δουλειά σου, μέχρι πότε μπορείς να δουλεύεις, πότε θα πας σχολείο, σε ποιο σχολείο θα πας (δεν μπορείς να επιλέξεις σε ποιο δημόσιο δημοτικό θα φοιτήσεις έχει αποφασίσει το κράτος για σένα!), τι θα διδαχθείς και από ποιον αλλά ακόμη και πότε θα πας διακοπές και πόσες μέρες θα πας διακοπές αφού νομοθετεί ακόμη και γι' αυτό! Δεν αποφασίζεις πόσες μέρες θα πάρεις άδεια, το κράτος έχει αποφασίσει για σένα και για τον εργοδότη σου!


Γενικά, συγκροτήθηκε ένα κράτος που ανέλαβε - για μεγάλη μερίδα πολιτών - πλήρως να διεκπεραιώνει ένα ευρύτατο φάσμα δραστηριοτήτων και αναγκών κάποιες φορές και πρωτογενών. Οι Έλληνες πολίτες μεγάλωσαν και έμαθαν να ζουν με αυτό. Συνδέθηκαν τόσο στενά με την κρατική παρουσία που ακόμη και σήμερα αρκετοί θεωρούν απολύτως δεδομένο και φυσιολογικό να πιστεύουν πως εφόσον αποφοίτησαν από ένα Ελληνικό Πανεπιστήμιο το κράτος είναι υποχρεωμένο αργά ή γρήγορα να τους προσλάβει ως υπαλλήλους. Θεωρείται απολύτως δεδομένο ότι η φυσιολογική εξέλιξη ενός αποφοίτου του Μαθηματικού ή της Φιλολογίας είναι η πρόσληψή του ως καθηγητού και οποιαδήποτε απόκλιση από αυτή την προσδοκία αποτελεί σοβαρή κρατική αδυναμία και αθέτηση της κρατικής υπόσχεσης. Κάποιοι μάλιστα θεωρούν αυτήν την κρατική αδυναμία παροδική - λόγω του υποτίθεται "έκτακτου" της κρίσης- και είναι ικανοί να αναμένουν ως άνεργοι επί δεκαετίες έως ότου διορισθούν!


Όλο αυτό όμως το σύμπλεγμα των κρατικών δραστηριοτήτων και του κρατικού όγκου κοστίζει. Και κοστίζει σήμερα ακόμη πιο ακριβά και επειδή τα έχουμε πει και τα έχουμε ξαναγράψει δε θα επεκταθούμε πιο πολύ σε αυτό.


Εδώ όμως έρχεται το έθνος.


Η κρατική λειτουργία - με όλα τα προβλήματα και τα δεινά της - αναμφίβολα υποστήριξε την εθνική οντότητα σε κάποιο βαθμό. Συγκρότησε εκπαιδευτικό σύστημα, με όσες αντιρρήσεις και ενστάσεις μπορεί κανείς να διατυπώσει, ένοπλες δυνάμεις, δημόσια τάξη, δικαιοσύνη, δημοκρατικούς θεσμούς, εξωτερική πολιτική. Είπαμε, με όσες παρατηρήσεις μπορεί κανείς να καταγράψει και είναι πολλές. Πάντως, βλέποντας το θέμα μακροσκοπικά, η Ελλάδα διατηρεί εθνική παρουσία σε διεθνείς θεσμούς, σταθερά σύνορα για πολλά χρόνια τώρα, απέφυγε θερμές συγκρούσεις μολονότι σε αρκετές στιγμές βρέθηκε σε δυσμενή θέση, ενώ κατόρθωσε να διαγράψει - σε εθνικό επίπεδο - μια σταθερή πορεία στο χρόνο. Αν κάνουμε τις αναγκαίες συγκρίσεις με τις δεκαετίες του '20, του '40 και του '60, οι δεκαετίες του '80, του '90 και του 2000 σαφώς υπερτερούν σε σταθερότητα, ασφάλεια και εθνική πρόοδο. Επιπλέον, σε αυτά τα χρόνια περιορίσθηκε η μετανάστευση Ελλήνων στο εξωτερικό, αφού η χώρα απέκτησε τη στοιχειώδη υποδομή ώστε να συγκρατήσει ανθρώπινο δυναμικό, γεγονός που αποτελεί μείζον εθνικό επίτευγμα. Ομοίως, αποτελεί επίτευγμα και μάλιστα άκρως δαπανηρό η διατήρηση της εθνικής ανεξαρτησίας, της δημοκρατίας και της ελευθερίας αγαθά καθόλου αυτονόητα μόλις 50 χρόνια πριν.


Βοήθησε βεβαίως και το διεθνές περιβάλλον αλλά για να διατηρηθεί αυτή η σταθερότητα και σε κάποιους τομείς να υπάρξει και πρόοδος αναμφίβολα δαπανήθηκε κεφάλαιο. Όπως σημειώσαμε στον πρόλογο, κεφάλαιο πολλαπλών μορφών. Αυτά τα επιτεύγματα - μικρά ή μεγάλα ανάλογα πως αξιολογούνται από τον καθένα- τίθενται σήμερα ως διακύβευμα. Η Ελλάδα - ως έθνος πλέον - λοιδορείται από άλλους λαούς ως χώρα σπάταλη, διασύρεται ως αφερέγγυα και αναξιόχρεη, διαπραγματεύεται επαχθείς δανειακές συμβάσεις, της επιβάλλονται μέτρα και όροι - ανεξάρτητα αν πρόκειται για χρήσιμα ή μη - από ξένα κέντρα αποφάσεων, ελέγχεται από ξένους αξιωματούχους ενώ σε μια υποθετική περίπτωση και βεβαίως απευκτέα όπου θα κληθεί να αντιμετωπίσει μια εθνικού επιπέδου κρίση αποτελεί ερωτηματικό εάν θα είναι σε θέση να κινητοποιήσει το δυναμικό της και να αναδιαταχθεί επαρκώς. Σε κάθε περίπτωση ο διεθνής λόγος και η βαρύτητα που διέθετε η χώρα αλλοιώνονται και αδυνατίζουν υπό το βάρος της τρέχουσας επικαιρότητας. Πως θα μπορούσε η Ελλάδα να προβάλλει βέτο για ένα εθνικό θέμα σε κάποιο διεθνές όργανο και παράλληλα να τελεί υπό το βάρος της διαπραγμάτευσης κάποιας δανειακής δόσης; Αυτονόητα το διεθνές κύρος αδυνατίζει ενώ πιο πρακτικά ζητήματα ωθούν προς την ίδια αρνητική κατεύθυνση. Πως θα μπορέσει η χώρα να υλοποιήσει τους σχεδιασμούς της στην εξωτερική πολιτική με περιορισμένα κονδύλια ή ακόμη στην άμυνα, στην ασφάλεια ή σε άλλο συναφή τομέα;


Κράτος και έθνος λοιπόν έφτασαν σε σημείο καμπής.
Οι εξελίξεις βρίσκονται μπροστά μας και το μοναδικό εύρημα στο οποίο φαίνεται να συμφωνούν όλες οι εμπλεκόμενες πλευρές είναι ότι το κεφάλαιο πλέον στερεύει. Ή γίνεται πολύ ακριβό στην εξεύρεσή του, πράγμα που είναι το ίδιο.
Εδώ λοιπόν βρισκόμαστε - ως κοινωνία - προ ενός εξαιρετικά σημαντικού διλήμματος.
Εξαιτίας της πολλαπλής και σύνθετης διασύνδεσης των διαφόρων μορφών διαθέσιμων κεφαλαίων, η οικονομική κρίση έχει ήδη εξελιχθεί σε κοινωνική και πολιτική με διαφορετικές εντάσεις και ποιότητες.


Όταν αναγνωρίζουμε ότι η κοινωνία δεν διαθέτει άλλες αντοχές είτε στην περικοπή μισθών είτε σε συρρίκνωση του δημόσιου τομέα είτε γενικά στην επιβολή επιπλέον μέτρων, πρακτικά αναγνωρίζουμε ότι το κοινωνικό κεφάλαιο στερεύει. Ομοίως όταν το πολιτικό σύστημα αδυνατεί να πείσει την κοινωνία προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση εννοούμε ότι το πολιτικό κεφάλαιο είναι ελάχιστο. Ανάλογα συμβαίνει και στα άλλα ατομικά, συλλογικά και θεσμικά κεφαλαιακά μας αποθέματα.
Το συμπέρασμα είναι πως το αθροιζόμενο κεφάλαιο για την διατήρηση των αυτών μεγεθών εθνικών και κρατικών περιορίζεται δραματικά. Και δυστυχώς οδηγούμεθα στο αποτέλεσμα ότι δεν θα είμαστε σύντομα σε θέση να διατηρήσουμε αμφότερα και τα δύο μεγέθη στα επίπεδα που μέχρι σήμερα θεωρούσαμε ως δεδομένα.


Οι αποφάσεις που θα κληθούμε επισήμως ή ατύπως να λάβουμε ως κοινωνία σχετικά με το μέλλον τις χώρας, σε αυτό ακριβώς το δίλημμα θα απαντούν.
Ή θα πρέπει να αποφασίσουμε να περιορίσουμε την κρατική πολυδάπανη μηχανή ή θα αναλάβουμε την ευθύνη να διατηρήσουμε ένα σπάταλο κράτος αλλά να θέσουμε - ως συνέπεια αυτής της επιλογής - υπό αμφισβήτηση ζητήματα που άπτονται των εθνικών μεγεθών, υπό την ευρεία έννοια.


Και για όσους έφτασαν μέχρι εδώ, ας εξηγήσουμε και λίγα πράγματα παραπάνω, όπως το λόγο για τον οποίο γράφονται αυτές οι γραμμές.


Στις 21 Ιουλίου η Ευρώπη έλαβε την - πολιτική - απόφαση σε έκτακτη σύνοδο να δανειοδοτήσει τη χώρα με ένα νέο δάνειο, προ του ορατού κινδύνου να παραμείνει η Ελλάδα εκτός αγορών και τα επόμενα έτη. Η χώρα, μέχρι εκείνη τη στιγμή τελούσε υπό την "επιτήρηση" της Τρόικας, στην οποία συμπεριλαμβάνεται και το γνωστό για τις άτεγκτες πολιτικές του Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, λαμβάνοντας ένα ακριβότερο δάνειο σε δόσεις προκειμένου να καλύπτει τις ανάγκες της σε ρευστότητα. Στην Αθήνα η ευρωπαϊκή απόφαση εξελήφθη ως ευκαιρία να "εκδιωχθεί" το σκληρό ΔΝΤ που αναμφίβολα θα απαιτούσε σε κάποια χρονική στιγμή τη συρρίκνωση του δημόσιου τομέα με τις γνωστές συνέπειες για το πολιτικό σκηνικό. Είδαν δηλαδή, ότι θα μπορούσαν να επισπεύσουν "εκβιάζοντας" την έναρξη της νέας δανειοδότησης, αποτέλεσμα της 21ης Ιουλίου - πιο φθηνής σε επιτόκιο από το γνωστό "Μνημόνιο"- τελούσας υπό ευρωπαϊκή επιτήρηση και άρα υποκείμενη σε πολιτική διαπραγμάτευση σχετικά με τους όρους και τα μέτρα εφόσον η Ευρώπη με τον έναν ή τον άλλο τρόπο θα καταβάλλει τις δόσεις φοβούμενη ένα πιστωτικό γεγονός στην επικράτειά της. Ήδη το ΔΝΤ έχει εκφράσει τις αντιρρήσεις του σε σχέση με τις εγγυήσεις που εσπευσμένα η Ελληνική Κυβέρνηση προσεφέρθη να παράσχει στους Φινλανδούς, γνωρίζοντας ότι το ΔΝΤ δε συμμετέχει σε δανειακά σχήματα με παρόμοιους όρους. Επιπλέον, το ΔΝΤ συμβάλλει μόνο σε χώρες που το χρέος τους χαρακτηρίζεται ως βιώσιμο. Αμφότερα η Ελληνική Κυβέρνηση φροντίζει εντέχνως να τα υποσκάψει, αν σκεφτεί κανείς και τον "περίεργο" συγχρονισμό της επίσκεψης των ελεγκτών μας με την "ακραία" λεκτικά έκθεση της Επιτροπής της Βουλής για τον Έλεγχο του Προϋπολογισμού. Όλα λοιπόν δείχνουν ότι καλλιεργήθηκε η σκέψη να επιταχυνθεί η αποπομπή του ΔΝΤ από το δανειακό σχήμα, προκειμένου να καταστεί πολιτικά διαπραγματεύσιμη η παραπέρα συνέχιση της δανειοδότησης και ωσαύτως η διάσωση της κομματικής πελατείας των δημοσίων υπαλλήλων.
Η κερκόπορτα που ανοίγεται είναι προφανής.

πηγή
Axact

Ακτιβιστής

Μπορείτε να επικοινωνήσετε σχετικά με το παρόν άρθρο ή οτιδήποτε σχετίζεται με την ιστοσελίδα του "ακτιβιστή" ή ακόμη και για άρθρα ή απόψεις σας που επιθυμείτε να δημοσιεύσουμε στο email: chrivanovits@gmail.com

Προσθέσετε το σχόλιό σας:

0 comments:

Παρακαλώ αφήστε το μήνυμά σας. Προσπαθήστε να σχολιάζετε χωρίς προσβλητικούς και συκοφαντικούς χαρακτηρισμούς. Σχόλια που θα θεωρηθούν συκοφαντικά ή θα περιέχουν βωμολοχίες θα απορρίπτονται.