Articles by "Η απέναντι όχθη"

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η απέναντι όχθη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Ίσως ο έρωτας να είναι η πιο προσωπική ιστορία που γράφουμε με λέξεις που δεν είναι εντελώς δικές μας. Νομίζουμε πως όταν ερωτευόμαστε γεννιέται μέσα μας κάτι μοναδικό, κάτι που δεν υπήρχε πριν και δεν μοιάζει με καμία άλλη ιστορία. Κι όμως, κάπου βαθιά μέσα σε αυτό το συναίσθημα υπάρχουν οι πρώτες αγκαλιές που θυμόμαστε, οι άνθρωποι που μας φρόντισαν, εκείνοι που μας πλήγωσαν, οι ιστορίες που ακούσαμε μικροί, οι ταινίες που μας έμαθαν πώς μοιάζει η ευτυχία, τα τραγούδια που μας ψιθύρισαν πως κάποτε θα έρθει κάποιος και θα μας βρει. Ίσως, λοιπόν, να μην ερωτευόμαστε ποτέ μόνο με την καρδιά μας. Ερωτευόμαστε και με τη μνήμη μας. Με όλα όσα μας είπαν πως είναι αγάπη. Με όλα όσα δεν μας είπαν ποτέ. Γιατί κάθε άνθρωπος κουβαλά μέσα του μια μικρή, αθέατη εκπαίδευση στον έρωτα. Άλλος έμαθε πως αγαπάμε μένοντας. Άλλος πως αγαπάμε αντέχοντας. Άλλος πως πρέπει να διεκδικούμε. Κι άλλος πως, για να μη χάσει τον άνθρωπό του, πρέπει πρώτα να χάσει λίγο από τον εαυτό του. Και ύστερα συναντιούνται δύο άνθρωποι. Και πάνω στο τραπέζι της σχέσης ακουμπούν, χωρίς να το ξέρουν, όλα όσα έμαθαν για την αγάπη. Γι’ αυτό ο έρωτας είναι τόσο όμορφος και τόσο δύσκολος. Γιατί δεν είναι μόνο η στιγμή που δύο βλέμματα συναντιούνται. Είναι και η στιγμή που δύο διαφορετικοί κόσμοι προσπαθούν να μάθουν ο ένας τη γλώσσα του άλλου. Κι εμείς, άνθρωποι μιας εποχής που μας έμαθε να επιλέγουμε γρήγορα, να συγκρίνουμε αδιάκοπα και να φοβόμαστε μήπως υπάρχει κάπου κάτι καλύτερο, δυσκολευόμαστε όλο και περισσότερο να μείνουμε εκεί όπου τα πράγματα δεν είναι τέλεια. Θέλουμε τον έρωτα, αλλά φοβόμαστε τη δυσκολία του. Θέλουμε την οικειότητα, αλλά φοβόμαστε την έκθεση. Θέλουμε να μας γνωρίσουν, αλλά τρέμουμε μήπως, όταν μας γνωρίσουν πραγματικά, δεν μας αγαπήσουν. Και κάπως έτσι, μέσα στην εποχή της ατελείωτης επιλογής, ο άνθρωπος γίνεται συχνά μια επιλογή ανάμεσα σε άλλες. Ένα πρόσωπο που μπορεί να αντικατασταθεί όταν πάψει να ανταποκρίνεται στην εικόνα που είχαμε φτιάξει γι’ αυτό. Μα ο αληθινός έρωτας αρχίζει ίσως ακριβώς όταν η εικόνα ραγίσει. Όταν ο άλλος πάψει να είναι αυτό που φανταστήκαμε και αρχίσει να γίνεται αυτό που πραγματικά είναι. Με τις αδυναμίες του. Με τις αντιφάσεις του. Με τις σιωπές του. Με εκείνα τα κομμάτια του που δεν είναι φτιαγμένα για να μας εξυπηρετούν. Τότε καταλαβαίνουμε πως το να αγαπάς έναν άνθρωπο δεν σημαίνει να τον κάνεις δικό σου. Σημαίνει να μπορείς να στέκεσαι απέναντί του και να αναγνωρίζεις πως είναι ένας ολόκληρος κόσμος που δεν σου ανήκει. Κι αυτό ίσως είναι το πιο δύσκολο μάθημα του έρωτα. Να αγαπάς χωρίς να κατέχεις. Να μένεις χωρίς να φυλακίζεις. Να νοιάζεσαι χωρίς να ζητάς από τον άλλον να γίνει το φάρμακο για όλες τις πληγές σου. Γιατί ο άλλος δεν ήρθε στον κόσμο για να μας ολοκληρώσει. Ήρθε, ίσως, για να περπατήσει για λίγο δίπλα μας. Και αυτή η διαφορά είναι τεράστια. Μας έχουν μάθει να ονειρευόμαστε τον άνθρωπο που θα μας «ολοκληρώσει», σαν να είμαστε μισοί πριν τον συναντήσουμε. Μα ίσως η πιο τρυφερή μορφή αγάπης να είναι διαφορετική: δύο άνθρωποι που δεν είναι μισοί, που δεν χρειάζονται ο ένας τον άλλον για να υπάρξουν, αλλά που επιλέγουν να μοιραστούν ένα κομμάτι της ύπαρξής τους. Να τολμήσουν να παραδεχτούν πως δε χρειάζονται ο ένας τον άλλον για να είναι ολόκληροι χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν υπάρχει χώρος για έναν «κοινό βίο». Ό,τι και αν σημαίνει αυτό. Και υπάρχει μια τεράστια ελευθερία σε αυτή τη φράση. Γιατί η αγάπη τότε παύει να είναι φόβος απώλειας και γίνεται προσφορά παρουσίας. Ίσως γι’ αυτό ο έρωτας να είναι και μια μικρή κοινωνία μέσα στην κοινωνία. Ένα δωμάτιο όπου δύο άνθρωποι μαθαίνουν ξανά τη συνύπαρξη. Εκεί μαθαίνουμε να ακούμε τον άλλον χωρίς να περιμένουμε τη σειρά μας να μιλήσουμε. Μαθαίνουμε πως τα όρια δεν είναι απόσταση αλλά σεβασμός. Μαθαίνουμε πως η διαφορετικότητα δεν είναι απειλή. Μαθαίνουμε πως η φροντίδα δεν είναι θυσία και πως η ελευθερία του άλλου δεν μειώνει τη δική μας θέση στη ζωή του. Στο «εμείς» δεν υπάρχει χώρος για τα «εγώ». Κι ίσως, τελικά, μέσα σε μια σχέση να δοκιμάζεται ολόκληρος ο τρόπος με τον οποίο στεκόμαστε απέναντι στους άλλους ανθρώπους. Ο τρόπος που αγαπάμε λέει πολλά για την κοινωνία από την οποία ερχόμαστε. Αλλά μπορεί να πει και κάτι για την κοινωνία που θέλουμε να δημιουργήσουμε. Γιατί κάθε φορά που επιλέγουμε να μην ελέγξουμε αλλά να εμπιστευτούμε, κάθε φορά που ακούμε αντί να επιβάλουμε, κάθε φορά που σεβόμαστε αντί να απαιτούμε, δημιουργούμε — έστω σε έναν μικρό χώρο δύο ανθρώπων — έναν διαφορετικό τρόπο συνύπαρξης. Και ίσως αυτό να είναι η πιο σιωπηλή κοινωνική δύναμη του έρωτα. Όχι ότι αλλάζει τον κόσμο με μεγάλες πράξεις. Αλλά ότι αλλάζει, λίγο λίγο, τον τρόπο με τον οποίο υπάρχουμε μέσα σε αυτόν. Κι ύστερα υπάρχουν εκείνες οι στιγμές που δεν έχουν τίποτα το θεαματικό. Ένα βλέμμα στο τέλος μιας δύσκολης ημέρας. Ένα χέρι που ακουμπά για λίγο το δικό σου. Ένα «έφαγες;» που κρύβει μέσα του ολόκληρη την πρόταση «θέλω να είσαι καλά». Ένας άνθρωπος που θυμάται κάτι μικρό που του είχες πει μήνες πριν. Ίσως εκεί να βρίσκεται τελικά η αλήθεια του έρωτα. Όχι στις μεγάλες υποσχέσεις, αλλά στη μικρή επιμονή της φροντίδας. Στο να θυμάσαι. Στο να προσέχεις. Στο να νοιάζεσαι. Στο να είσαι εκεί. Γιατί ο έρωτας, όσο κι αν τον έχουμε ντύσει με ποίηση, πάθος και μεγάλες λέξεις, είναι τελικά μια καθημερινή πράξη. Είναι ο τρόπος που κοιτάζεις τον άλλον όταν κανείς δεν κοιτάζει. Είναι ο τρόπος που του αφήνεις χώρο να αναπνεύσει. Είναι η υπομονή με την οποία προσπαθείς να καταλάβεις έναν άνθρωπο που ποτέ δεν θα μπορέσεις να καταλάβεις ολοκληρωτικά. Και ίσως αυτή να είναι η πιο όμορφη μορφή τρυφερότητας: να ξέρεις πως δεν θα γνωρίσεις ποτέ ολόκληρο τον άλλον κι όμως να θέλεις να συνεχίσεις να τον γνωρίζεις. Για όσο κρατήσει. Για όσο αντέξει ο χρόνος. Για όσο δύο άνθρωποι μπορούν να συναντιούνται ξανά και ξανά μέσα στην ίδια ζωή, αλλάζοντας, μεγαλώνοντας, απομακρυνόμενοι και επιστρέφοντας ο ένας προς τον άλλον. Γιατί ο έρωτας δεν είναι η υπόσχεση πως τίποτα δεν θα αλλάξει. Είναι η τρυφερή αποδοχή ότι όλα αλλάζουν. Και πως, μέσα σε αυτή την αλλαγή, υπάρχουν άνθρωποι που κάποτε μας έμαθαν έναν καινούργιο τρόπο να κοιτάζουμε τον κόσμο. Ίσως αυτό να είναι τελικά το πιο μεγάλο δώρο του έρωτα. Δεν είναι ότι μας χαρίζει έναν άνθρωπο. Είναι ότι, για λίγο, μας κάνει να βλέπουμε τον κόσμο μέσα από τα μάτια κάποιου άλλου. Και όταν αυτό συμβαίνει αληθινά, κάτι μέσα μας μετακινείται. Γινόμαστε λίγο πιο ευάλωτοι. Λίγο πιο γενναιόδωροι. Λίγο πιο πρόθυμοι να καταλάβουμε. Και ίσως, χωρίς να το καταλάβουμε, λίγο πιο ανθρώπινοι. Γιατί ο έρωτας, στο τέλος, δεν είναι μόνο η ιστορία δύο ανθρώπων που βρέθηκαν. Είναι η ιστορία δύο ανθρώπων που προσπάθησαν να μάθουν πώς να υπάρχουν μαζί χωρίς να πάψουν να υπάρχουν ο καθένας ως ξεχωριστός άνθρωπος. Κι ανάμεσα σε όλα όσα μας έμαθε η ζωή να φοβόμαστε — την απώλεια, την απόρριψη, τη μοναξιά, την αλλαγή — ο έρωτας έρχεται αθόρυβα και μας ψιθυρίζει κάτι πολύ απλό: πως ίσως δεν χρειάζεται να κρατάμε σφιχτά ό,τι αγαπάμε. Ίσως αρκεί να το κρατάμε τρυφερά.

Σοφία Γρηγορίου



Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Πήγα σήμερα το πρωί σε συνοικιακό νεκροταφείο της Αθήνας επειδή τα οστά ενός πολύ γνωστού μου ανθρώπου έπρεπε να μετακινηθούν. Δεν υπήρχε εδώ τίποτε το συμβολικό. Υπήρχε μια διοικητική απόφαση. Η οικογένειά του δεν ήθελε –ή δεν μπορούσε, αδιάφορο πλέον– να αναλάβει το κόστος παραμονής του στο οστεοφυλάκιο, και έτσι ελήφθη η απόφαση από τον Δήμο: μεταφορά στο χωνευτήρι. Ο θάνατος, σε αυτή τη φάση, δεν έχει πια ούτε πένθος ούτε αφήγηση, έχει ετήσιο τιμολόγιο και προθεσμία.
Το οστεοφυλάκιο είναι ένας ενδιάμεσος χώρος αναμονής, μια παράταση μνήμης υπό όρους. Στενά ράφια, μεταλλικά κουτιά, ονόματα γραμμένα πρόχειρα, άλλα σβησμένα από την υγρασία. Εκεί ο νεκρός δεν είναι ούτε παρών ούτε απόντας, είναι «σε εκκρεμότητα». Και η εκκρεμότητα αυτή, όπως όλες, κάποτε κλείνει. Όχι με προσευχή, όχι με λόγο, αλλά με απόφαση υπηρεσίας. «Πάει στο χωνευτήρι».
Το χωνευτήρι δεν μοιάζει με τίποτα απ’ όσα έχεις φανταστεί αν δεν το έχεις δει. Δεν είναι χώρος ιερός, ούτε καν χώρος θανάτου. Είναι χώρος διαχείρισης. Ένα άνοιγμα στη γη, ένα τσιμεντένιο στόμιο, όπου δεν κατεβαίνουν άνθρωποι, αλλά σακούλες. Μαύρες, άσπρες, πρόχειρα δεμένες. Μέσα τους, οστά. Κρανία χωρίς πρόσωπο, μηριαία, πλευρά. Ό,τι απέμεινε από έναν άνθρωπο που κάποτε είχε φωνή, χειρονομία, ιστορία.
Η διαδικασία είναι γρήγορη. Δεν υπάρχει σιωπή. Υπάρχει βιασύνη. Οι σακούλες ανοίγονται, τα οστά αδειάζονται. Κυριολεκτικά: ανατρέπονται. Πέφτουν. Δεν «τοποθετούνται». Ρίχνονται. Ασβέστης πέφτει από πάνω, μετά χημικά, ουσίες που επιταχύνουν τη διάλυση, που σβήνουν αυτό που απέμεινε. Η φθορά εδώ δεν είναι μυστήριο… είναι στόχος. Να τελειώνει. Να μη μένει ίχνος. Να καθαρίζει ο χώρος.
Και όλο αυτό γίνεται χωρίς κανείς να αισθάνεται ότι διαπράττει κάτι φοβερό. Υπάρχει μια ειρωνεία σχεδόν κωμική: αυτή η διαδικασία παρουσιάζεται ως «σεβασμός στην παράδοση». Σαν να μην είναι αυτό βία. Σαν να μην είναι αυτό απόλυτη εργαλειοποίηση του ανθρώπινου σώματος. Σαν να μην πρόκειται για την πιο ωμή μορφή εξαφάνισης: χωρίς συνείδηση ότι κάτι τελειώνει. Οριστικά.
Εκεί, μπροστά στο χωνευτήρι, καταρρέει κάθε εύκολη θεολογική ρητορική περί «αναμονής της Αναστάσεως». Ποια αναμονή; Ποια προσδοκία; Εδώ δεν υπάρχει σπέρμα που αναπαύεται… υπάρχει υπόλειμμα που πρέπει να διαλυθεί. Και αν ο λόγος της Εκκλησίας δεν τολμά να δει αυτή την πραγματικότητα, τότε δεν μιλά για το σώμα, αλλά για μια ιδέα σώματος, αποκομμένη από την πράξη.
Οι Πατέρες, όμως, δεν φοβήθηκαν ποτέ τη φθορά. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέγει καθαρά: «οὐ τὸ σῶμα φθείρει τὴν ψυχήν, ἀλλ’ ἡ ἁμαρτία». Και αλλού: «οὐδὲν γὰρ τῶν ἐνταῦθα φοβερὸν, εἰ μὴ ἡ ἁμαρτία μόνη». Η φθορά της ύλης, είτε αργή είτε βίαιη, δεν έχει σωτηριολογικό βάρος. Το βάρος το έχει η σχέση με τον Θεό, όχι η τεχνική της διάλυσης.
Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής θα πάει ακόμη πιο μακριά, λέγοντας ότι στην Ανάσταση «οὐ τὰ αὐτὰ στοιχεῖα ἐπανέρχεται, ἀλλ’ ὁ αὐτὸς λόγος τῆς φύσεως». Δεν ανασταίνεται η ύλη ως ύλη, αλλά το πρόσωπο, ο λόγος της ύπαρξης. Αν αυτό ισχύει, τότε η εμμονή στη μορφή της φθοράς αγγίζει τα όρια μιας λατρείας της ύλης.
Και κάπου εδώ επανέρχεται το ζήτημα της αποτέφρωσης. Και πραγματικά, μετά από αυτό που είδα σήμερα, δεν μπορώ παρά να αναρωτηθώ: τι συζητάμε;
Μιλάμε για «βία της φωτιάς», ενώ δεχόμαστε αδιαμαρτύρητα αυτή την πρακτική του χωνευτηρίου; Μιλάμε για «ασέβεια», ενώ τα οστά αδειάζονται από σακούλες και σβήνονται με ασβέστη;
Η αποτέφρωση, τουλάχιστον, είναι καθαρή. Δηλώνει αυτό που είναι: άμεση παράδοση της ύλης στη φθορά. Δεν υποκρίνεται αναμονή. Δεν κρύβεται πίσω από λέξεις. Και θεολογικά, δεν προσβάλλει την Ανάσταση περισσότερο απ’ ό,τι την προσβάλλει το χωνευτήρι. Διότι, όπως λέγει ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης, «οὐ γὰρ τῶν στοιχείων ἡ ἐπανόρθωσις ἡ ἀνάστασις, ἀλλὰ τοῦ λόγου τῆς φύσεως ἡ ἀποκατάστασις».
Αν θέλουμε σοβαρά να μιλήσουμε για σεβασμό στο σώμα, ας αρχίσουμε από το να δούμε τι πραγματικά συμβαίνει μέσα στα κοιμητήρια, πίσω από τις ευσεβείς λέξεις.
Η θεολογία δεν κινδυνεύει από την αλήθεια. Κινδυνεύει από τη σύγχυση, από την υποκρισία και από την άρνηση να παραδεχθεί ότι πολλές φορές αυτό που ονομάζουμε «παράδοση» είναι απλώς διαχείριση της φθοράς με άλλο όνομα.



Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Στα 96 του, ο Κλιντ Ίστγουντ κατέρριψε τις βολικές μας αυταπάτες για τα γηρατειά, αρνούμενος να ωραιοποιήσει τη σκληρή αλήθεια. Σε μια πρόσφατη ομιλία του, εξήγησε πώς αλλάζει το σώμα με τον χρόνο. Τα κόκαλα γίνονται λιγότερο ευλύγιστα, οι κινήσεις επιβραδύνονται και το έντονο φως μπορεί να ενοχλεί τα μάτια. Ακόμη και η αναπνοή μπορεί να απαιτεί περισσότερη προσπάθεια. 

Και αυτό ήταν μόνο η αρχή. Σχολίασε ένα θέμα που οι περισσότεροι άνθρωποι προτιμούν να αποφεύγουν. Δεν πρόσφερε καθησυχαστικές κοινοτοπίες για τα χρόνια των ηλικιωμένων που είναι γεμάτα ατελείωτη γαλήνη. 

Αντ' αυτού, ζωγράφισε μια ωμή, ανυποχώρητη εικόνα για το τι συμβαίνει όταν ένας άνθρωπος πλησιάζει έναν αιώνα ύπαρξης. «Το φως σε πονάει στα μάτια, και ακόμη και η αναπνοή μπορεί να μοιάζει με σκληρή δουλειά», μοιράστηκε ο Ίστγουντ, περιγράφοντας τη διαρκή τριβή ενός σώματος που φθίνει. 

«Το σώμα σου απλώς δεν συνεργάζεται όπως κάποτε, και κάθε βήμα απαιτεί στρατηγική». 
Αλλά όπως επεσήμανε, η δομική παρακμή του σκελετού και των μυών είναι μόνο η επιφάνεια του ζητήματος. Το πραγματικό βάρος των βαθιών γηρατειών είναι συναισθηματικό και ψυχολογικό. Μόλις περάσεις τα ενενήντα, το κοινωνικό σου τοπίο υφίσταται μια βαθιά και συχνά επώδυνη μεταμόρφωση. 

Κοιτάς γύρω σου και συνειδητοποιείς ότι η πλειοψηφία των ανθρώπων που σε γνώριζαν όταν ήσουν νέος, που μοιράστηκαν την ιστορία σου, τα αστεία σου και τους αγώνες της ζωής σου, έχουν εξαφανιστεί. 

Ο κύκλος των γνώριμων προσώπων συρρικνώνεται σχεδόν στο τίποτα, το τηλέφωνο σταματά να χτυπά, και ο ρυθμός των ημερών επιβραδύνεται σε σημείο που μόλις κινείται. Το πιο πικρό χάπι δεν είναι ο σωματικός πόνος· είναι η ξαφνική απουσία κάποιου που πραγματικά θέλει να σε ακούσει. Όταν η παρούσα στιγμή γίνεται ήσυχη και απομονωμένη, ο ανθρώπινος νους αναζητά φυσικά καταφύγιο στο παρελθόν. 

Ο Ίστγουντ εξήγησε ότι η περιπλάνηση μέσα σε παλιές αναμνήσεις δεν είναι σημάδι πνευματικής αδυναμίας, αλλά μια ζωτική αναζήτηση συνέχειας. Γι' αυτό οι ηλικιωμένοι επαναλαμβάνουν συχνά τα ίδια ανέκδοτα, προσθέτοντας μικρές λεπτομέρειες και επιστρέφοντας στα ίδια θέματα ξανά και ξανά. Δεν προσπαθούν να καυχηθούν ή να κυριαρχήσουν στη συζήτηση. Το κάνουν για να αγκυροβολήσουν σε μια πραγματικότητα όπου ήταν ενεργοί, αγαπημένοι και σημαντικοί. 

«Βρίσκεις τον εαυτό σου να επαναλαμβάνει ιστορίες, προσθέτοντας λεπτομέρειες, όχι για να πείσεις κανέναν, αλλά απλώς για να νιώσεις ότι είσαι ακόμα συνδεδεμένος με κάτι», παραδέχτηκε ο Ίστγουντ.
 «Προσπαθείς να μεταδώσεις πράγματα στη νεότερη γενιά, ακόμη και όταν βλέπεις την πλήξη στα μάτια τους». 

Ζούμε σε έναν πολιτισμό που αντιμετωπίζει τη μακροζωία σαν τρόπαιο, συγχαίροντας τους ανθρώπους απλώς και μόνο επειδή επιβίωσαν, αγνοώντας εντελώς τη συντριπτική μοναξιά που συνοδεύει αυτή την επιβίωση. Επαινούμε το λαμπερό, το γρήγορο και το υπερσυνδεδεμένο, αφήνοντας απολύτως κανένα χώρο για τον αργό, επαναλαμβανόμενο ρυθμό των πολύ ηλικιωμένων. 

Ο Κλιντ Ίστγουντ μπορεί να είναι ένας κινηματογραφικός γίγαντας, αλλά τα λόγια του μιλούν για κάθε ανώνυμο 90χρονο που ζει στον δρόμο μας ή κάθεται στα οικογενειακά μας τραπέζια. Είναι οι ζωντανές βιβλιοθήκες της ιστορίας μας, κουβαλώντας ιστορίες που διαμόρφωσαν τον κόσμο στον οποίο ζούμε σήμερα. Όταν επιλέγουμε να επιβραδύνουμε, να αφήσουμε στην άκρη τους περισπασμούς μας και να τους ακούσουμε πραγματικά, κάτι μαγικό συμβαίνει. Γεφυρώνουμε το χάσμα μεταξύ των γενεών. 

Τελικά, οι ρυτίδες στα πρόσωπά τους δεν είναι απλώς σημάδια γήρανσης—είναι ένας όμορφος χάρτης μιας ζωής που έζησε πλήρως, και είναι προνόμιο να κάθεσαι δίπλα τους και να ακούς το ταξίδι.

 Στα 96 του, ο Κλιντ Ίστγουντ μοιράστηκε μια αλήθεια για τα γηρατειά που άφησε τον κόσμο σιωπηλό… γιατί το πιο δύσκολο κομμάτι του να γερνάς δεν είναι να χάνεις τη δύναμή σου — είναι να συνειδητοποιείς πόσους ανθρώπους και αναμνήσεις έχεις χάσει στην πορεία. 

Δημήτρης Αθηναίος Πηγή: fb.






Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

της Σοφίας Γρηγορίου

Κάποτε νομίζουμε πως η ζωή θα μας αποκαλυφθεί σε κάποια μεγάλη στιγμή. Ότι θα έρθει μια μέρα που θα ξέρουμε. Θα ξέρουμε ποιοι είμαστε, πού πηγαίνουμε, ποιο είναι το σωστό μονοπάτι, ποιο όνειρο αξίζει να κυνηγήσουμε και ποιο πρέπει να αφήσουμε πίσω.
Φανταζόμαστε τη ζωή σαν έναν δρόμο που κάπου οδηγεί και πιστεύουμε πως το μόνο που χρειάζεται είναι να βρούμε τη σωστή κατεύθυνση. Μόνο που η ζωή δεν είναι δρόμος. Είναι οι στάσεις του. Είναι τα μέρη που βρεθήκαμε χωρίς να ξέρουμε ότι θα τα θυμόμαστε. Οι πόλεις που κάποτε ήταν απλώς ένας σταθμός και χρόνια αργότερα έγιναν μια ολόκληρη εποχή. Ένα σπίτι που δεν μας άρεσε ιδιαίτερα, αλλά μέσα του γελάσαμε με ανθρώπους που αγαπήσαμε. Ένα δωμάτιο στο οποίο ξενυχτήσαμε. Ένας δρόμος που
περπατήσαμε εκατοντάδες φορές και κάποια μέρα περπατήσαμε για τελευταία φορά χωρίς να το γνωρίζουμε. Ίσως αυτό να είναι το παράξενο με τη ζωή. 
Δεν ξέρουμε ποτέ ποια στιγμή είναι η τελευταία. 
Δεν ξέρουμε πότε ακούμε για τελευταία φορά τη φωνή
κάποιου. 
Πότε καθόμαστε για τελευταία φορά σε ένα συγκεκριμένο τραπέζι. Πότε επιστρέφουμε για τελευταία φορά σε ένα μέρος που κάποτε θεωρούσαμε σπίτι. 
Πότε αγκαλιάζουμε κάποιον χωρίς να ξέρουμε ότι αυτή η αγκαλιά θα γίνει αργότερα ανάμνηση. Κι έτσι προχωράμε. Με μια βαλίτσα γεμάτη πράγματα που δεν καταλαβαίνουμε ακόμη ότι κουβαλάμε. 

Όταν είμαστε μικροί, έχουμε μεγάλες φιλοδοξίες. Θέλουμε να γίνουμε κάποιοι. Να κάνουμε κάτι σπουδαίο, να αφήσουμε το
όνομά μας κάπου, να αποδείξουμε ότι άξιζε που ήρθαμε σε αυτόν τον κόσμο. Βλέπουμε το μέλλον σαν μια μεγάλη σκηνή και φανταζόμαστε τον εαυτό μας στο κέντρο της.
Μεγαλώνοντας, όμως, οι φιλοδοξίες αλλάζουν σχήμα. Κάποια όνειρα τα καταφέρνουμε. Κάποια τα εγκαταλείπουμε. Κάποια τα ξεχνάμε τόσο καλά, που χρειάζεται να γυρίσουμε πίσω για να θυμηθούμε ότι κάποτε τα θέλαμε. Και τότε καταλαβαίνουμε κάτι που κανείς δεν μας είχε πει: 

Δεν είναι αποτυχία να αλλάξεις όνειρο. Μερικές φορές το όνειρο που
είχες στα δεκαοκτώ δεν χωράει στον άνθρωπο που έγινες στα τριάντα. Και αυτό δεν σημαίνει ότι πρόδωσες τον εαυτό σου. Σημαίνει ότι τον γνώρισες λίγο καλύτερα.
Άλλωστε, πόσα από αυτά που κυνηγήσαμε τα θέλαμε πραγματικά και πόσα τα θέλαμε επειδή πιστεύαμε πως έπρεπε να τα θέλουμε; Ίσως τελικά η επιτυχία να μην είναι να φτάσεις εκεί που σχεδίαζες. Ίσως να είναι να μπορείς, όταν φτάσεις κάπου, να κοιτάξεις γύρω σου και να πεις: «Ναι. Αυτή η ζωή μου μοιάζει.» 

Και ανάμεσα στα όνειρα υπάρχουν οι άνθρωποι. Οι άνθρωποι. Αυτοί που έρχονται σαν να τους περίμενε από πάντα μια θέση στη ζωή μας και αυτοί που περνούν τόσο γρήγορα, που αναρωτιόμαστε αν όντως υπήρξαν. 

Υπάρχουν άνθρωποι που μένουν για χρόνια. Υπάρχουν άνθρωποι που μένουν για μια εποχή. Και υπάρχουν άνθρωποι που μπορεί να γνωρίσουμε για λίγες μόνο ώρες και, με κάποιον ανεξήγητο τρόπο, να θυμόμαστε για μια ζωή. 
Μια δασκάλα που μας είπε κάποτε μια φράση. Ένας φίλος που μας κράτησε το χέρι σε μια δύσκολη νύχτα.
Ένας άγνωστος σε ένα τρένο που μας μίλησε για δέκα λεπτά και μας έκανε να δούμε διαφορετικά κάτι που μας βασάνιζε. Ένας έρωτας που μας έμαθε πώς είναι να ανοίγεις την καρδιά σου. Ένας άλλος που μας έμαθε γιατί πρέπει να την προστατεύεις. 
Οι άνθρωποι μπαίνουν στη ζωή μας και αφήνουν κάτι πίσω τους. Μια συνήθεια. 
Μια λέξη.
Ένα τραγούδι. 
Ένα τραύμα. 
Μια ανάμνηση. 
Μερικές φορές ένα κομμάτι του εαυτού μας που δεν είχαμε γνωρίσει πριν τους συναντήσουμε. Και μετά φεύγουν. Όχι πάντα επειδή
δεν αγαπήθηκαν. Μερικές φορές απλώς επειδή η ζωή έχει την παράξενη συνήθεια να αλλάζει τις διαδρομές μας. 

Και υπάρχουν τα μέρη. Τα μέρη που μας μεγάλωσαν και τα
μέρη που μας άλλαξαν. Το σπίτι των παιδικών μας χρόνων, ακόμη κι αν σήμερα μας φαίνεται μικρό. Η αυλή. Το σχολείο. Η πρώτη καφετέρια στην οποία νιώσαμε μεγάλοι. Η πόλη που αφήσαμε για να κυνηγήσουμε κάτι καλύτερο. Το μικρό διαμέρισμα όπου κάποτε μετρούσαμε τα χρήματα μέχρι το τέλος του μήνα. Ένα δωμάτιο ξενοδοχείου σε μια πόλη που δεν ξέραμε καν αν θα ξαναεπισκεφθούμε. Και κάποια παραλία. Πάντα υπάρχει κάποια παραλία. Ένα καλοκαίρι που τότε έμοιαζε ατελείωτο και τώρα χωράει ολόκληρο σε μια φωτογραφία. Τα μέρη δεν μένουν ίδια όταν τα αφήνουμε. Ή, ίσως, εμείς δεν μένουμε ίδιοι. Επιστρέφουμε κάποτε σε έναν δρόμο που γνωρίζαμε καλά και ξαφνικά αισθανόμαστε τουρίστες. Κοιτάζουμε ένα παλιό σπίτι και καταλαβαίνουμε ότι δεν μας λείπει το σπίτι. Μας λείπει ο άνθρωπος που ήμασταν όταν ζούσαμε εκεί. 

Και ύστερα υπάρχουν όλα τα μικρά. Αυτά που δεν γράφονται στις βιογραφίες. Ο πρώτος καφές το πρωί. Το φως που μπαίνει από το παράθυρο. Η μυρωδιά της βροχής. Ένα τραγούδι που ακούμε τυχαία και για τρία λεπτά γυρίζουμε δέκα χρόνια πίσω. Το γέλιο ενός φίλου από το διπλανό δωμάτιο. Το φαγητό που έφτιαξε κάποιος για εμάς. Ένα μήνυμα που ήρθε ακριβώς τη στιγμή που το χρειαζόμασταν. Το να περπατάς χωρίς προορισμό. Το να γυρίζεις σπίτι αργά τη νύχτα και να βλέπεις τα φώτα των διαμερισμάτων αναμμένα. Άγνωστοι άνθρωποι πίσω από άγνωστα παράθυρα, ο καθένας να ζει μια ολόκληρη ζωή που δεν θα μάθουμε ποτέ. Κι ίσως αυτό να είναι ένα από τα πιο συγκινητικά πράγματα στον κόσμο: Ότι παντού γύρω μας υπάρχουν άνθρωποι που, όπως κι εμείς, φοβούνται, ερωτεύονται, αποτυγχάνουν, περιμένουν, ελπίζουν. 
Ο καθένας πρωταγωνιστής στη δική του ιστορία. Κι εμείς περαστικοί στις περισσότερες από αυτές.

Υπάρχουν και οι μέρες που δεν συμβαίνει τίποτα. Οι μέρες που μοιάζουν χαμένες. Οι Δευτέρες που περιμένουμε να τελειώσουν. Τα απογεύματα που κοιτάμε το ρολόι. Οι μήνες που περνούν χωρίς κάποια μεγάλη αλλαγή. Και όμως, κάποτε θα κοιτάξουμε πίσω
και θα ανακαλύψουμε ότι ακόμη κι αυτές οι μέρες ήταν μέρος της ζωής μας. Δεν γίνεται μια ζωή να αποτελείται μόνο από κορυφές. Χρειάζεται και τις κοιλάδες της. Χρειάζεται τις βαρετές διαδρομές, τις αναμονές, τις αποτυχίες, τις περιόδους που δεν ξέρουμε τι
κάνουμε, τις μέρες που απλώς σηκωθήκαμε από το κρεβάτι και συνεχίσαμε. 

Γιατί ίσως η ζωή δεν μετριέται μόνο από όσα καταφέραμε. Μετριέται και από όσα αντέξαμε. Και κάποια στιγμή, χωρίς να το καταλάβουμε, φτάνουμε σε μια ηλικία όπου αρχίζουμε να
κοιτάμε πίσω. Όχι επειδή θέλουμε να γυρίσουμε. Αλλά επειδή θέλουμε να καταλάβουμε.
Να καταλάβουμε πώς περάσαν τα χρόνια τόσο γρήγορα. Πώς εκείνο το παιδί που ήμασταν έγινε ο άνθρωπος που είμαστε. Πότε οι φίλοι μας έγιναν άνθρωποι με υποχρεώσεις. Πότε οι γονείς μας έπαψαν να μοιάζουν αθάνατοι. Πότε ένα «θα τα πούμε σύντομα» άρχισε να σημαίνει «δεν ξέρω πότε θα σε ξαναδώ». Και ίσως τότε συνειδητοποιούμε ότι όλη αυτή την ώρα ψάχναμε τη ζωή στα μεγάλα. Στην επιτυχία. Στα ταξίδια. Στις σχέσεις. Στα χρήματα. Στα όνειρα. 
Ενώ εκείνη βρισκόταν στα μικρά.
 
Στο γέλιο που δεν καταγράψαμε. 
Στην αγκαλιά που δεν φωτογραφίσαμε. 
Στον καφέ που ήπιαμε με κάποιον που αγαπούσαμε. 
Στην κουβέντα που κράτησε μέχρι το πρωί. 
Στο ηλιοβασίλεμα που σταθήκαμε για λίγο να κοιτάξουμε. 
Στη διαδρομή της επιστροφής.
Στην αίσθηση ότι, για μια μικρή στιγμή, ήμασταν ακριβώς εκεί που έπρεπε να είμαστε.

Ίσως τελικά η ζωή να μην είναι αυτό που πετυχαίνουμε. Να είναι αυτό που θυμόμαστε.
Οι άνθρωποι που αγαπήσαμε. Τα μέρη που μας φιλοξένησαν. Τα λάθη που μας μεγάλωσαν. Τα όνειρα που κυνηγήσαμε. Αυτά που χάσαμε. Αυτά που βρήκαμε όταν είχαμε σχεδόν σταματήσει να ψάχνουμε. Και όλα εκείνα τα μικρά, σχεδόν αόρατα πράγματα που δεν καταλάβαμε ποτέ ότι ήταν ευτυχία, μέχρι που έγιναν παρελθόν. 

Γιατί η ζωή έχει έναν περίεργο τρόπο να μας αποκαλύπτει την αξία των στιγμών μόνο αφού περάσουν. Τότε καταλαβαίνουμε πως δεν μας έλειπαν τα μεγάλα γεγονότα. Μας έλειπε εκείνο το απόγευμα. Εκείνος ο άνθρωπος. Εκείνο το σπίτι. Εκείνο το καλοκαίρι. Εκείνο
το «έλα, κάτσε λίγο ακόμα». 

Και ίσως αυτό να είναι τελικά η ζωή: 
Μια συλλογή από«λίγο ακόμα». 
Λίγο ακόμα σε ένα μέρος. 
Λίγο ακόμα με έναν άνθρωπο. 
Λίγο ακόμα σε μια ηλικία. 
Λίγο ακόμα σε μια στιγμή που, χωρίς να το ξέρουμε, δεν θα ξαναέρθει. 

Κι εμείς προχωράμε. Αφήνουμε πίσω μας πόλεις, σπίτια, ανθρώπους, όνειρα και εκδοχές του εαυτού μας. Μαζεύουμε χρόνια όπως μαζεύουμε βότσαλα από μια παραλία. Κάποια είναι όμορφα. Κάποια μας πλήγωσαν. Κάποια δεν θυμόμαστε καν από πού τα πήραμε.
Τα κρατάμε όμως. Γιατί είναι δικά μας. 
Και στο τέλος, ίσως αυτό να έχει τη μεγαλύτερη σημασία. 

Όχι πόσο μακριά φτάσαμε. Αλλά πόσα πράγματα προλάβαμε να αγαπήσουμε στη διαδρομή.

Σοφία Γρηγορίου

Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
της Μαρίας Ιωαννίδου

Στην ψυχοθεραπεία Gestalt, το όριο επαφής δεν είναι ένα τείχος που χωρίζει. Είναι ο τόπος όπου το «εγώ» συναντά το «εσύ», χωρίς κανένα από τα δύο να χρειάζεται να εξαφανιστεί, για να υπάρξει το «εμείς».

Ίσως αυτή η έννοια να περιγράφει και το μεγαλύτερο στοίχημα ενός πραγματικά ανεξάρτητου κινήματος πολιτών.

Ένα κίνημα δε γίνεται διαφορετικό επειδή έχει νέα πρόσωπα, ένα ελπιδοφόρο όνομα ή επειδή καταγγέλλει όσα έκαναν τα κόμματα πριν από αυτό. Γίνεται διαφορετικό, όταν λειτουργεί διαφορετικά.

Η ελληνική κοινωνία έχει κουραστεί από κόμματα χτισμένα γύρω από ισχυρές ηγεσίες, εσωτερικούς μηχανισμούς, συσχετισμούς δύναμης και μια αντίληψη που συχνά αντιμετωπίζει τη διαφωνία ως πρόβλημα και την πειθαρχία ως απόδειξη ενότητας.

Ένα ανεξάρτητο κίνημα πολιτών που φιλοδοξεί να αλλάξει αυτή την πραγματικότητα δεν μπορεί απλώς να αντικαταστήσει τα πρόσωπα. Οφείλει να αλλάξει το μοντέλο.

Να μη μιλά απλώς για δημοκρατία, αλλά να λειτουργεί δημοκρατικά.

Να μη ζητά μόνο διαφάνεια, αλλά να είναι διαφανές.

Να διαθέτει όργανα που πραγματικά αποφασίζουν κανόνες που ισχύουν για όλους και λογοδοσία που δεν εξαρτάται από πρόσωπα.

Και κυρίως, να μπορεί να αντέχει τη διαφορετική φωνή.

Γιατί ενότητα δε σημαίνει ομοφωνία. Σημαίνει να μπορούμε να διαφωνούμε και να εξακολουθούμε να συναντιόμαστε.

Εδώ βρίσκεται το όριο επαφής της Gestalt: στην ικανότητά μας να ερχόμαστε κοντά χωρίς να χάνουμε τη διαφορετικότητά μας. Αν χαθεί η επαφή, έχουμε απομόνωση. Αν χαθούν τα όρια, έχουμε συγχώνευση. Σε καμία από τις δύο περιπτώσεις δεν υπάρχει αληθινή συνάντηση.

Το ίδιο ισχύει και για μια συλλογικότητα. Χρειάζεται ηγεσία που ακούει, στελέχη που δεν υπάρχουν για να επιβεβαιώνουν, αλλά για να συνεισφέρουν, μέλη που δεν είναι οπαδοί, αλλά ενεργοί πολίτες και έναν κοινό σκοπό μεγαλύτερο από οποιοδήποτε πρόσωπο.

Το διαφορετικό δεν αποδεικνύεται από όσα καταγγέλλεις. Αποδεικνύεται από τον τρόπο που λειτουργείς. Και αυτό συνιστά από μόνο του μια βαθειά ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΘΕΣΗ.

Η θάλασσα συναντά την ακτή ακριβώς στο όριό της. Δε χρειάζεται να γίνει άμμος για να την αγγίξει, ούτε η άμμος να γίνει θάλασσα για να τη δεχτεί. Συναντιούνται, αλληλεπιδρούν, μεταμορφώνουν η μία την άλλη — και όμως καθεμιά διατηρεί τη φύση της.

Γιατί ένα κίνημα πολιτών δε χρειάζεται ανθρώπους που ακολουθούν το ίδιο κύμα. Χρειάζεται ανθρώπους που συναντιούνται στο όριο, συνομιλούν, συνδιαμορφώνουν και αναλαμβάνουν την ευθύνη της παρουσίας τους.

Η αλλαγή που ζητάμε για μια χώρα αρχίζει από τον τρόπο που επιλέγουμε να υπάρχουμε μαζί.

Γιατί η Δημοκρατία, όπως και η επαφή, δε γεννιέται, όταν εξαφανίζονται τα όρια… γεννιέται εκεί ακριβώς όπου τα όρια συναντιούνται!

του Αντώνη Ανδρουλιδάκη

Κάθε φορά που μια συλλογική ελπίδα μοιάζει να διαψεύδεται, συμβαίνει κάτι πολύ βαθύτερο από μια απλή πολιτική απογοήτευση.

Δεν είναι μόνο ότι απογοητευόμαστε από πρόσωπα ή γεγονότα. Είναι ότι ξυπνά μέσα μας ένα παλιό, γνώριμο βίωμα. Ένα βίωμα που μοιάζει να περιμένει υπομονετικά κάθε νέα αφορμή για να επιβεβαιώσει τον εαυτό του. «Πάλι τα ίδια.» «Δεν αλλάζει τίποτα.»

Αυτές οι φράσεις δεν είναι πάντοτε προϊόν ψύχραιμης πολιτικής σκέψης. Είναι συχνά η γλώσσα ενός συλλογικού τραύματος που κουβαλάμε εδώ και πολλές δεκαετίες. Γιατί το τραύμα δεν μας κάνει μόνο να θυμόμαστε τις πληγές μας. Μας κάνει να προβλέπουμε ότι θα επαναληφθούν. Μας εκπαιδεύει να περιμένουμε τη διάψευση πριν ακόμη συμβεί. Και κάθε φορά που η πραγματικότητα μάς πληγώνει, όσο μικρά ή μεγάλα κι αν είναι τα γεγονότα, ολόκληρη η ιστορία των προηγούμενων ματαιώσεων επιστρέφει και κάθεται δίπλα μας.

Έτσι, ένα συγκεκριμένο περιστατικό παύει να είναι ένα συγκεκριμένο περιστατικό. Γίνεται απόδειξη ότι τίποτε δεν μπορεί να αλλάξει. Γίνεται η ματαίωση συνήθεια μας, που θα 'λεγε κι ο Θάνος.

Αυτό είναι ίσως το πιο επικίνδυνο σημείο. Όχι η απογοήτευση.
Η γενίκευσή της. Γιατί η απογοήτευση είναι ανθρώπινη. Είναι σχεδόν αναπόφευκτη σε κάθε συλλογική προσπάθεια, σε κάθε ανθρώπινη σχέση. Η γενίκευση, όμως, είναι εκείνη που μετατρέπει μια εμπειρία σε ταυτότητα. Από το «απογοητεύτηκα» περνάμε στο «δεν υπάρχει ελπίδα».

Και τότε αρχίζει ο πραγματικός κίνδυνος. Ο άνθρωπος αποσύρεται. Δεν συμμετέχει. Δεν εμπιστεύεται. Δεν ενδιαφέρεται.
Κάθεται στον καναπέ του και παρακολουθεί τα γεγονότα σαν να μην τον αφορούν πια. Όχι επειδή έπαψε να αγαπά τον τόπο του. Αλλά επειδή έπαψε να πιστεύει ότι η παρουσία του μπορεί να κάνει κάποια διαφορά.

Κι όμως, αν υπάρχει μία νίκη που επιδιώκει πάντοτε κάθε μορφή εξουσίας, δεν είναι να συμφωνούμε όλοι μαζί της. Είναι να πάψουμε να συμμετέχουμε. Κάθε μορφή αυταρχισμού αυτό επιδιώκει, άλλωστε. Να μην μας "έχει μες στα πόδια της".

Να κουραστούμε τόσο, ώστε να παραδώσουμε αδιαμαρτύρητα τον δημόσιο χώρο -όσο έχει απομείνει- σε όσους έχουν μεγαλύτερη αντοχή ή μεγαλύτερο συμφέρον.

Γι' αυτό πιστεύω πως ο μεγαλύτερος αντίπαλος της δημοκρατίας δεν είναι μόνο η διαφθορά ή η ανικανότητα. Είναι ο κυνισμός.
Ο κυνισμός είναι η στιγμή που ο άνθρωπος πείθεται πως τίποτε δεν αξίζει πια την προσπάθεια. Πως κάθε ελπίδα είναι τελικά αφέλεια.

Κι όμως, όλες οι μεγάλες αλλαγές της Ιστορίας γεννήθηκαν από ανθρώπους που είχαν κάθε λόγο να απογοητευτούν, αλλά αρνήθηκαν να παραδώσουν την ελπίδα τους στην απογοήτευση.
Δεν συνέχισαν επειδή ήταν βέβαιοι ότι θα νικήσουν.
Συνέχισαν επειδή πίστευαν πως η παραίτηση είναι βεβαιότερη ήττα από οποιαδήποτε αποτυχία. Συνέχισαν "π α ρ' ό λ α α υ τ ά " !

Στο βιβλίο μου για το συλλογικό τραύμα υποστηρίζω ότι η μεγαλύτερη επιτυχία ενός τραύματος δεν είναι να μας πληγώσει.
Είναι να μας πείσει ότι δεν αξίζει να προσπαθήσουμε ξανά. Ότι η συμμετοχή είναι μάταιη. Ότι η εμπιστοσύνη είναι αφέλεια. Ότι η ελπίδα είναι επικίνδυνη-να μας πληγώσει ξανά.

Τότε το τραύμα παύει να είναι ένα γεγονός του παρελθόντος.
Γίνεται τρόπος ύπαρξης. Όπως έχει συμβεί ήδη σε μεγάλο μέρος του Λαού μας. Γι' αυτό χρειάζεται μεγάλη προσοχή κάθε φορά που νιώθουμε την πίκρα να μετατρέπεται σε κυνισμό. Γιατί, η πίκρα καμιά φορά μπορεί να γίνει σοφία, ο κυνισμός, όμως, γίνεται σχεδόν πάντοτε παραίτηση.

Και η παραίτηση δεν αλλάζει ποτέ την Ιστορία. Την αλλάζουν μόνο οι άνθρωποι που, παρ' όλες τις ματαιώσεις τους, εξακολουθούν να πιστεύουν πως ο κόσμος μπορεί να γίνει λίγο δικαιότερος από ό,τι τον παρέλαβαν.

Ας απογοητευτούμε, λοιπόν, όσο χρειάζεται. Ας θυμώσουμε.
Ας ασκήσουμε κριτική. Ας απαιτήσουμε περισσότερα. Αλλά ας μη χαρίσουμε ποτέ την ελπίδα μας στην απογοήτευση.

Γιατί τότε δεν θα έχουν νικήσει όσοι μας απογοήτευσαν. Θα έχουν νικήσει οι χειριστές του συλλογικου μας τραύματος, δηλαδή οι άθλιοι εξουσιαστές μας.



Γράφει η Λάλε Άλατλι

Το παρόν ΔΕΝ αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας. Τα πρόσωπα, τα ονόματα και οι καταστάσεις ΔΕΝ είναι φανταστικά και οποιαδήποτε ομοιότητα ΔΕΝ είναι συμπτωματική και ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.

Διάβασα τον τίτλο του μέιλ με μια ξαφνική ταχυκαρδία στο στήθος μου: «Σας πετάμε από όλη την Ελλάδα». Πέρασε ξαφνικά όλη μου η ζωή μου μπροστά από τα μάτια μου. Όπως λένε αυτοί που κοντεύουν πολύ στον θάνατο.

Σκέφτηκα ότι ζω εδώ και σχεδόν είκοσι χρόνια στην Ελλάδα. Είμαι ερωτικός μετανάστης, είχα ερωτευτεί την ελληνική γλώσσα, είχα παντρευτεί μαζί της, ήμασταν μαζί πολλά χρόνια κι έτσι έμεινα εδώ. Μέσα στα χρόνια αυτά η Ελλάδα έγινε το σπίτι για μένα, το καταφύγιό μου. Γνώρισα λαμπερούς ανθρώπους και οι περισσότεροι έγιναν η οικογένειά μου. Και τώρα, μας πετάνε από όλη την Ελλάδα;

Δούλευα πολύ σκληρά. Δίδασκα ατελείωτες ώρες, μετέφραζα ασταμάτητα σαν ένα μυρμήγκι, έκανα διερμηνείες σαν να μην υπάρχει αύριο. Πλήρωνα τους φόρους μου, τις ασφαλιστικές μου εισφορές, χωρίς να πάρω κανένα επίδομα. Και τώρα, μας πετάνε από όλη την Ελλάδα; Δεν μπορούσα να το πιστέψω.

Είχα και εξακολουθώ να έχω μια εφιαλτική περιπέτεια με το αίτημά μου για ιθαγένεια, αλλά τουλάχιστον, μπορούσα ακόμα να ζω εδώ που είναι η πατρίδα μου. Το σπίτι μου, η δουλειά μου, όλοι οι φίλοι μου, όλα τα κατοικίδιά/παιδιά μου ήταν στην Ελλάδα. Η ζωή μου, καλώς ή κακώς, κυλούσε εδώ. Και τώρα μας πετάνε από όλη την Ελλάδα;

Οι εξελίξεις, πρώτα με τον αιμοβορίδη, μετά με τον άλλον που πλεύρισε στις ζωές μας, αυτές των μεταναστών και προσφύγων, είχαν καταστρέψει τη ζωή μου, την ψυχολογία μου και την υγεία μου, αλλά εγώ, κρατώντας ακόμα στην καρδιά μου όλους τους Έλληνες, γνωστούς και άγνωστους, οι οποίοι έδειχναν μια τεράστια αλληλεγγύη σε όλες τις αδικίες, κατάφερνα να συνεχίσω να αγαπώ αυτόν τον τόπο. Και τώρα μας πετάνε από όλη την Ελλάδα; Μας το ανακοινώνουν με μέιλ κιόλας;

Υπήρξα μέλος σε παραπάνω από είκοσι εθελοντικές ομάδες, μάζευα σκουπίδια στις παραλίες, ήμουν αιμοδότρια, έγγραφα μικρά κείμενα, ποιήματα και δοκίμια στα ελληνικά, μετέφραζα βιβλία από και προς τα ελληνικά. Γιατί εδώ ήταν ο τόπος μου, εδώ ήταν οι άνθρωποι μου. Γιατί μας πετούν τώρα από την Ελλάδα;

Καταβρόχθιζα με μεγάλη λαιμαργία ελληνικά βιβλία. Αγάπησα τον Μίσσιο, τη Ζέη, τον Βάρναλη, τον Ρίτσο, τον Λουντέμη. Άκουγα ελληνική μουσική ακόμα και στον ύπνο μου. Είχα στην καρδιά μου την Καραΐνδρου, τον Χιώτη, τη Φαραντούρη, την Μπέλλου. Και τώρα θα με πετάξουν από την Ελλάδα;

Έκανα σχέδια για τα γεράματά μου σ’ αυτόν τον τόπο του πόνου και της χαράς. Θα έκανα περισσότερη εθελοντική δουλειά. Θα είχα μια ήσυχη ζωή, με τους φίλους μου, με τα αδέσποτα ζώα των δρόμων. Και σχεδίαζα ότι θα πέθαινα εδώ, σ’ αυτόν τον τόπο των φιλόξενων ανθρώπων και του αφιλόξενου κράτους. Αλλά τώρα, μας πετάνε από όλη την Ελλάδα! Όχι μόνο από Αθήνα και Θεσσαλονίκη, αλλά από όλη την Ελλάδα!

Είχα ιδρώσει από το άγχος. Έκλεισα τα μάτια μου για να μαζέψω δυνάμεις. Άκουγα τον αέρα που χάιδευε τις ελιές, κάτι πουλάκια από μακριά. Μύριζαν τα κιτρινισμένα χόρτα έξω. Ένιωθα την καρδιά μου να χτυπάει μέσα στον εγκέφαλό μου, στους καρπούς μου, στα πόδια μου. Πήρα μια βαθιά ανάσα και πάτησα το μέιλ να ανοίξει.

«Σας πετάμε από όλη την Ελλάδα τον Αύγουστο σε απίστευτες τιμές. Η τιμή του πακέτου περιλαμβάνει αεροπορικά εισιτήρια με φόρους και διαμονή σε δίκλινο δωμάτιο. Για περισσότερες πληροφορίες καλέστε μας στο…».

Το μέιλ που με είχε τρομοκρατήσει τόσο πολύ ήταν τελικά η διαφήμιση ενός ταξιδιωτικού γραφείου.


πηγή

Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Είναι εξήντα επτά, ίσως εβδομήντα χρονών. Συνταξιοδοτήθηκε πριν από μερικά χρόνια. Κάθεται στην πολυθρόνα του τα απογεύματα με την τηλεόραση χαμηλά, παρακολουθώντας κάτι που στην πραγματικότητα δεν παρακολουθεί.

Τον έχεις δει. Πιθανώς στην οικογένειά σου.

Είναι εξήντα επτά, ίσως εβδομήντα χρονών. Συνταξιοδοτήθηκε πριν από μερικά χρόνια. Κάθεται στην πολυθρόνα του τα απογεύματα με την τηλεόραση χαμηλά, βλέποντας κάτι που στην πραγματικότητα δεν παρακολουθεί. Σηκώνεται, φτιάχνει ένα φλιτζάνι τσάι, ξανακάθεται. Δεν είναι ακριβώς δυστυχισμένος. Απλώς δεν είναι κάτι συγκεκριμένο.

Η γυναίκα του θα σου πει ότι είναι πιο ήσυχος από ό,τι ήταν παλιά. Όταν τον επισκέπτονται τα εγγόνια, χαμογελάει, γνέφει καταφατικά και δεν λέει πολλά. Όταν περνούν φίλοι, αφήνει τη γυναίκα του να μιλήσει. Όταν τηλεφωνεί η κόρη του, η συζήτηση είναι σύντομη και πρακτική.

Δεν είναι καταθλιμμένος με τον προφανή τρόπο. Δεν αρνείται να ασχοληθεί. Απλώς βρίσκεται κάπου αλλού τώρα. Και η ευγενική υπόθεση — ω, έχει επιβραδύνει — αγνοεί τι του έχει συμβεί στην πραγματικότητα.

Δεν έχασε την ενέργειά του. Έχασε την απάντησή του σε μια ερώτηση στην οποία δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι απαντούσε, με όλη του τη ζωή, για σαράντα χρόνια.

Η ερώτηση στην οποία είχε απάντηση


Για το μεγαλύτερο μέρος της ενήλικης ζωής του, όταν κάποιος τον ρωτούσε ποιος είσαι;, η απάντηση ερχόταν αυτόματα.

Είμαι μηχανικός. Είμαι εργοδηγός. Εργάζομαι στις πωλήσεις. Διαχειρίζομαι την αποθήκη. Είμαι αυτός που κρατάει τη γραμμή σε λειτουργία.

Αυτή η απάντηση δεν ήταν απλώς μια περιγραφή θέσης εργασίας. Ήταν ένα πλήρες πακέτο ταυτότητας. Του έλεγε τι ώρα να ξυπνήσει. Του έλεγε πού να βρίσκεται. Του έλεγε ποιοι ήταν οι συνομήλικοί του. Του έλεγε τι άξιζε για την οικογένειά του - γιατί για τους άνδρες της γενιάς του, αυτό που κέρδιζες ήταν ένα μεγάλο μέρος αυτού που έφερνες σπίτι, και αυτό που έφερνες σπίτι ήταν ένα μεγάλο μέρος του να σε αγαπούν.

Όταν επέστρεψε τη δουλειά, δεν επέστρεψε απλώς μια μισθοδοσία. Επέστρεψε ολόκληρη την απάντηση στην ερώτηση.

Και κανείς δεν του είχε διδάξει κάτι άλλο.

Τι δείχνει στην πραγματικότητα η έρευνα


Μια μελέτη του 2024 συνέκρινε τα συμπτώματα κατάθλιψης σε άνδρες και γυναίκες που βρίσκονταν στη σύνταξη. Διαπίστωσε κάτι εντυπωσιακό: η σημασία που απέδιδαν οι άνδρες στην εργασία τους ήταν σημαντικά ισχυρότερος προγνωστικός παράγοντας για την κατάθλιψη μετά τη συνταξιοδότηση σε σχέση με τις γυναίκες.

Όταν η δουλειά σήμαινε τα πάντα, η απώλειά της κόστιζε τα πάντα.

Οι ερευνητές υπέδειξαν ότι οι γυναίκες τείνουν να διατηρούν ένα ευρύτερο χαρτοφυλάκιο ταυτοτήτων σε όλη τους τη ζωή - μητέρα, φίλη, αδελφή, γειτόνισσα, μέλος της κοινότητας. Οι άνδρες, ιδιαίτερα οι άνδρες αυτής της γενιάς, ενθαρρύνονταν να επικεντρωθούν αποκλειστικά σε μία ταυτότητα. Η καριέρα ήταν το επίκεντρο. Όλα τα άλλα ήταν συμπληρωματικά.

Έτσι, όταν η καριέρα τελειώνει, ο τίτλος εξαφανίζεται και δεν υπάρχει τίποτα από κάτω έτοιμο να πάρει τη θέση του.

Αυτό δεν είναι τεμπελιά ή αδυναμία. Είναι μια γενιά που έχει προσανατολιστεί, από την ηλικία των δεκαοκτώ, σε έναν στόχο - να είναι κάποιος που παρέχει υπηρεσίες, να είναι χρήσιμος, να παράγει - και στη συνέχεια, φτάνοντας στα εξήντα πέντε της, ανακαλύπτει ότι ο στόχος έχει αφαιρεθεί και κανείς δεν ανέφερε τι υποτίθεται ότι θα ακολουθούσε.

Το CDC, παρεμπιπτόντως, αναφέρει ότι οι άνδρες άνω των εξήντα πέντε ετών έχουν το υψηλότερο ποσοστό αυτοκτονιών από οποιαδήποτε άλλη δημογραφική ομάδα στις Ηνωμένες Πολιτείες. Αυτός ο αριθμός δεν είναι τυχαίος. Είναι το κόστος κατασκευής ενός μόνο φέροντος πυλώνα και παρακολούθησης της κατάρρευσης του.

Γιατί η σιωπή είναι σιωπή


Το άλλο πράγμα που διαπιστώνει συνεχώς η έρευνα είναι ότι οι άνδρες αυτής της γενιάς δεν διδάχθηκαν πώς να εκφράζουν αυτά που νιώθουν — και ιδιαίτερα δεν διδάχθηκαν πώς να εκφράζουν πια το συγκεκριμένο συναίσθημα του «δεν ξέρω ποιος είμαι».

Τους δίδαξαν το αντίθετο. Τους δίδαξαν ότι οι αληθινοί άντρες υπομένουν. Ότι το να ζητάς βοήθεια είναι αδυναμία. Ότι ένα πρόβλημα που δεν μπορείς να διορθώσεις είναι ένα πρόβλημα που δεν συζητάς.

Έτσι, όταν συμβαίνει η κατάρρευση της ταυτότητας — και σε πολλές περιπτώσεις πρόκειται για μια σιωπηλή κατάρρευση ταυτότητας — ο άντρας δεν έχει λόγια να το εξηγήσει. Δεν μπορεί να πει στη γυναίκα του: « Δεν ξέρω ποιος είμαι τώρα». Δεν μπορεί να πει στον φίλο του: « Μου λείπει το να με χρειάζονται». Δεν μπορεί να πει στον γιο του: « Είμαι χαμένος με έναν τρόπο που ποτέ δεν πίστευα ότι θα χαθόμουν».

Το λεξιλόγιο δεν υπάρχει σε αυτόν. Δεν εγκαταστάθηκε ποτέ.

Έτσι κάθεται στην πολυθρόνα και δεν λέει τίποτα. Όχι επειδή δεν έχει τίποτα να πει. Επειδή οι μόνες προτάσεις που θα ήταν αληθινές είναι προτάσεις που μεγάλωσε για να μην μπορεί να πει.

Η σιωπή δεν είναι ειρήνη. Δεν είναι καν απόσυρση. Είναι η ορατή επιφάνεια μιας εσωτερικής κρίσης που δεν έχει γλώσσα και δεν έχει κοινό.

Πόσο κοστίζει σε όλους γύρω του


Το οδυνηρό είναι ότι οι άνθρωποι γύρω του συχνά το παρερμηνεύουν.

Η γυναίκα του νομίζει ότι έχει αποχωρήσει από τον γάμο. Αυτός δεν το έχει κάνει — απλώς δεν ξέρει πώς να φέρει μια αναπάντητη ερώτηση στο δωμάτιο. Τα ενήλικα παιδιά του νομίζουν ότι γίνεται λίγο γκρινιάρης, λίγο απόμακρος, όπως ο παππούς του έγινε στο τέλος. Δεν είναι. Στέκεται μέσα στο ίδιο κενό ταυτότητας που είχε και ο πατέρας του, χωρίς να έχει ιδέα τι να κάνει γι' αυτό.

Οι φίλοι του από τη δουλειά, αυτοί που υπέθετε ότι ήταν φίλοι, σιγά σιγά σταματούν να τηλεφωνούν. Επειδή, όπως αποδεικνύεται, η φιλία λειτουργούσε κυρίως σε κοινό πλαίσιο — δεν ξέρουν για τι να συζητήσουν τώρα που το καθημερινό πρότζεκτ δεν υπάρχει. Το κοινό πλαίσιο εξαφανίστηκε και μαζί του εξαφανίστηκαν και οι φιλίες.

Τα παρατηρεί όλα αυτά. Δεν τα σχολιάζει. Για να σχολιάσει θα απαιτούσε ένα λεξιλόγιο που δεν έχει.

Η εκτίμηση που δεν μπορεί να κάνει


Υπάρχει μια πρόταση που οι άντρες που έχω δει να το ξεπερνούν αυτό από την άλλη πλευρά τελικά πρέπει να γράφουν για τον εαυτό τους μόνοι τους, συνήθως μόνοι τους, συχνά αρκετά αργά.

Έχτισα όλη μου την αξία γύρω από το επάγγελμά μου. Με επαινούσαν για αυτό για σαράντα χρόνια. Τώρα δεν υπάρχει τίποτα να παράγω και πρέπει να καταλάβω ποιος είμαι χωρίς την παραγωγή. Κανείς δεν μου είπε ότι αυτό θα συμβεί. Κανείς δεν με δίδαξε πώς να το κάνω. Και πρέπει να μάθω τώρα, στα εξήντα οκτώ μου, αυτό που η γυναίκα μου και η αδερφή μου ανακάλυψαν δεκαετίες πριν - ότι το να είσαι χρήσιμος και το να είσαι άνθρωπος δεν είναι το ίδιο πράγμα.

Αυτή η πρόταση είναι δύσκολο να γραφτεί. Δεν είναι στο ιδίωμά του. Το ιδίωμα που του δόθηκε δεν επιτρέπει σύγχυση τέτοιου βάθους.

Αλλά οι άντρες που το γράφουν — έστω και σιωπηλά, έστω και μόνο μία φορά, έστω και μόνο για τον εαυτό τους — αρχίζουν, σιγά σιγά, να επιστρέφουν στο δωμάτιο.

Τι βοηθάει


Αν έχεις έναν από αυτούς τους άντρες στη ζωή σου — τον μπαμπά σου, τον άντρα σου, τον αδερφό σου, τον φίλο σου — η ειλικρινής απάντηση είναι ότι δεν μπορείς να τον μεταπείσεις. Δεν μπορείς να το διορθώσεις με ένα podcast για τον σκοπό. Δεν μπορείς να το διορθώσεις κλείνοντάς τον σε ένα μάθημα.

Αυτό που μερικές φορές βοηθάει είναι να είσαι υπομονετικός με τη σιωπή, ενώ παράλληλα αρνείσαι ευγενικά να την αποδεχτείς ως την τελική κατάσταση. Κάθισε μαζί του. Κάνε του μια ερώτηση που δεν έχει χρήσιμη απάντηση. Τι σου άρεσε πραγματικά στη δουλειά; Τι όχι; Υπάρχει κάτι που ήθελες να κάνεις όταν ήσουν είκοσι χρονών που δεν έκανες ποτέ;

Μπορεί να μην απαντήσει την πρώτη φορά. Μπορεί να μην απαντήσει τη δέκατη φορά. Συνέχισε να ρωτάς. Οι περισσότεροι από αυτούς τους άντρες έχουν υλικό δεκαετιών εκεί μέσα για το οποίο κανείς δεν έχει ρωτήσει ποτέ, επειδή κανείς δεν υπέθεσε ότι υπήρχε κάτι εκεί μέσα που άξιζε να ρωτήσεις εκτός από το « τι κάνεις;».

Αν είσαι κι εσύ ένας από αυτούς τους άντρες, διαβάζοντας αυτό, η μικρότερη κίνηση είναι αυτή. Γράψε την πρόταση. Μόνο μία φορά. Μόνο για σένα. 
Έχτισα όλη μου την αξία γύρω από την παραγωγή κάτι και κανείς δεν μου έλεγε τι να κάνω όταν σταματούσε η παραγωγή.
Αυτή η πρόταση σε μια σελίδα είναι το πρώτο βήμα που κάνεις όταν βγαίνεις από την πολυθρόνα. Όχι επειδή λύνει κάτι. Επειδή για πρώτη φορά μετά από πενήντα χρόνια, έχεις ονομάσει κάτι ειλικρινές σχετικά με αυτό που πραγματικά συμβαίνει μέσα σου.

Η σιωπή δεν είναι αυτό που είσαι.

Είναι απλώς ό,τι έχει απομείνει όταν κανείς δεν σου ζήτησε ποτέ να είσαι κάτι άλλο.

πηγή:  spacedaily 

Σχετικά με αυτό το άρθρο

Αυτό το άρθρο προορίζεται για γενική ενημέρωση και προβληματισμό. Δεν αποτελεί ιατρική συμβουλή, συμβουλή ψυχικής υγείας ή επαγγελματική συμβουλή. Τα μοτίβα που περιγράφονται βασίζονται σε δημοσιευμένη έρευνα και συντακτική παρατήρηση, όχι σε κλινική αξιολόγηση. Εάν αντιμετωπίζετε μια σοβαρή κατάσταση, μιλήστε με έναν εξειδικευμένο επαγγελματία ή μια τοπική υπηρεσία υποστήριξης.



Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Θα θυμόμαστε τη φράση « η περίπλοκη Ανατολή », από τη διάσημη φράση του Σαρλ ντε Γκωλ, της οποίας το θέμα δεν είναι καθόλου η Ανατολή αυτή καθαυτή, αλλά μάλλον ο τρόπος με τον οποίο ο στρατηγός συνέλαβε τη στρατηγική του προσέγγιση εκείνη την εποχή.
Σκηνή δρόμου. Βηρυτός, δεκαετία του 1950

Αυτό συνέβη το καλοκαίρι του 1941, εν μέσω της συριακής εκστρατείας με στρατιωτικό στόχο την αποτροπή του ανοίγματος ενός νέου μετώπου από τους Γερμανούς στο Ιράκ, επωφελούμενους από το συριακό έδαφος που βρισκόταν ακόμη υπό γαλλική εντολή, σύμφωνα με τις μυστικές γαλλο-βρετανικές συμφωνίες Sykes-Picot του 1916, και δεδομένου ότι η γαλλική διοίκηση της Συρίας και του Λιβάνου από το 1923 έως το 1946 θεσπίστηκε από την Κοινωνία των Εθνών το 1920.

Ο στρατηγός ντε Γκωλ εκφράστηκε με αυτόν τον τρόπο όταν, το 1954, δημοσίευσε τον πρώτο τόμο των Απομνημονευμάτων του, στον οποίο διευκρίνισε, παρεμπιπτόντως, τους στόχους της «εκστρατείας» του στη Λεβαντίνη.

Ταυτόχρονα, τη δεκαετία του 1950, ο Γιώργος Σεφέρης (1900-1971), ο Έλληνας ποιητής, δοκιμιογράφος και διπλωμάτης, ο οποίος θα λάμβανε το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας σχεδόν δέκα χρόνια αργότερα, το 1963, εγκαταστάθηκε σε αυτήν την ακόμη πιο… περίπλοκη Ανατολή, η οποία, κατά μία έννοια, του φαινόταν τόσο κοντά. Θα παρέμενε εκεί για σχεδόν τρία χρόνια στις ακτές μιας θρυλικής ακτογραμμής που, σε άλλες εποχές, είχε δει τα πλοία της Φοινίκης, της Ελλάδας και της Ρώμης.
Ο Ζωρζ Σεφέρης στη Μέση Ανατολή. Δεκαετία του 1950

Το 1952, ο ποιητής διορίστηκε πρέσβης και τοποθετήθηκε στη Βηρυτό, διαπιστευμένος στη Συρία, την Ιορδανία και το Ιράκ, εκπροσωπώντας την Αθήνα σε μια εποχή που η χώρα του μόλις που έβγαινε από τις αποκαλυπτικές φρικαλεότητες του Β' Παγκοσμίου Πολέμου και του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου, που είχε τελειώσει τον Αύγουστο του 1949. Ο Σεφέρης θεωρούσε αυτόν τον διορισμό υποτιμητικό, αποτέλεσμα ελιγμών που στόχευαν στη διευκόλυνση της πρόσβασης στην κεντρική διοίκηση για άλλους διπλωμάτες.

Ο ποιητής-διπλωμάτης κατέγραψε τις εντυπώσεις του για τον τόπο, τους ανθρώπους και, φυσικά, τη γεωπολιτική της εποχής στο «Προσωπικό Ημερολόγιό» του, το οποίο θα εκδιδόταν σχεδόν τρεις δεκαετίες αργότερα.Δεδομένου ότι ο Σεφέρης καταγόταν από μια μεγάλη οικογένεια Επτανησίων Ελλήνων και γεννήθηκε στη Σμύρνη υπό την Οθωμανική Αυτοκρατορία, ή Σμύρνη για τους Τούρκους, η οπτική γωνία και η διαίσθησή του τον ξεχώριζαν από άλλους παρατηρητές και διπλωμάτες από δυτικές χώρες, οι οποίες δεν θεωρούνταν ακόμη πλήρως συλλογική οντότητα.

Ως εισαγωγή, σε μια επιστολή προς την αδερφή του Ιωάννα, γραμμένη λίγο πριν τα μεσάνυχτα της 31ης Δεκεμβρίου 1952, από το ξενοδοχείο Saint George στη Βηρυτό, έγραψε: « Το κτίριο της πρεσβείας βρίσκεται σε άθλια κατάσταση. Φαντάζομαι ότι πρέπει να χρησίμευε ως αστυνομικό τμήμα κατά την εποχή των σουλτάνων. Το χειρότερο είναι ότι, εκτός από δύο κρεβάτια, δεν υπάρχουν χρήσιμα έπιπλα: πώς θα τα καταφέρουμε με τα χρήματα που μας έδωσαν, μόνο ο Θεός ξέρει », αλληλογραφία που δημοσιεύτηκε στην Ελλάδα το 2021.

Γιώργος Σεφέρης και Ευάγγελος Λουίζος. Κύπρος, Νοέμβριος 1953


Έτσι, ο Σεφέρης διορίστηκε πρέσβης στη Βηρυτό για τη Μέση Ανατολή, θέση που κατείχε μέχρι το 1956. Από τη Βηρυτό, ταξίδεψε στην Κύπρο τρεις φορές, όπου γοητεύτηκε από την ελληνική ατμόσφαιρα, διαφορετική, ωστόσο, από αυτή του ελληνικού κράτους. Το νησί, που κατοικούνταν από 80% Έλληνες και 20% Τούρκους, ξεκίνησε ειρηνικά τον αντιαποικιακό του αγώνα εναντίον των Βρετανών, τον οποίο σύντομα ακολούθησε ένοπλη σύγκρουση, γνωρίζοντας ότι η ελληνική πλειοψηφία ήθελε πρωτίστως την προσάρτηση της Κύπρου στην Ελλάδα. Η Ανατολή, που συχνά περιγράφεται ως «κοντινή» και ακόμη και «περίπλοκη», συμπεριλαμβανομένης της Κύπρου, ήταν πλέον ανοιχτή στο βλέμμα του Σεφέρη. Πρώτα και κύρια, ο Λίβανος και η Συρία.

Μέσα από τις αλληλεπιδράσεις του με τους Έλληνες της Κύπρου, ο ποιητής γρήγορα συνειδητοποίησε τη στενή τους σύνδεση με την Ανατολή της διπλανής πόρτας. Ακόμα και για τους μεγαλύτερους σε ηλικία Κύπριους, ο Λίβανος, και ιδιαίτερα η πρωτεύουσά του, η Βηρυτός, διατηρούσε μια οικεία, σχεδόν μαγική, εικόνα. Κατά την οθωμανική περίοδο, η Βηρυτός ήταν ένα από τα πλησιέστερα λιμάνια για ταξιδιώτες, εμπόρους, Κύπριους κληρικούς και όσους επιδίωκαν να εγκαταλείψουν το νησί, και ταυτόχρονα, πηγή έμπνευσης για ορισμένους δημοφιλείς κυπριακούς θρύλους.

Ο Πέτρος Παπαπολυβίου, Καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, αναλύει αυτό το θέμα στο ιστολόγιό του, επισημαίνοντας πτυχές που συχνά παραβλέπονται από τους Έλληνες στην Ελλάδα.

Αναμνήσεις. Το Σπίτι του Σεφέρη. Αθήνα, 2019


« Το Ανατολικό Ζήτημα έφερε τους «πολιτισμένους λαούς της Ευρώπης» στην περιοχή μας... ως νέα αρπακτικά, σε ουρές και δεσμούς. Ακριβώς τη στιγμή που η Κύπρος έπεσε για πρώτη φορά στα χέρια της Μεγάλης Βρετανίας, ο Λίβανος με τη σειρά του «συνδέθηκε» με τη Γαλλία. Πόλεμοι, επαναστάσεις, «διεθνείς ισορροπίες» και νέα κράτη στην περιοχή διαδέχονταν το ένα το άλλο, παράλληλα με αξιοσημείωτη οικονομική και τουριστική ανάπτυξη μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1970 ».

« Η Βηρυτός, όπως η Αμμόχωστος και η Κερύνεια στο νησί μας, ήταν το στολίδι της Νοτιοανατολικής Μεσογείου. Εκατοντάδες Κύπριοι περνούσαν από εκεί κάθε χρόνο από την περίοδο του Μεσοπολέμου, καθώς τα πλοία που συνέδεαν τον Πειραιά και την Ευρώπη με την Κύπρο σταματούσαν στη Βηρυτό και στη συνέχεια σε κυπριακά λιμάνια. Μέχρι την τουρκική εισβολή το 1974, η αεροπορική κυκλοφορία μεταξύ Λευκωσίας και Βηρυτού ήταν έντονη, όπως και οι σχολικές εκδρομές και οι κρουαζιέρες για ψώνια ή αναψυχή ».

Αυτή η πόλη, μάλιστα, η οποία δοκιμάζεται για άλλη μια φορά τραγικά στις μέρες μας από « τις νέες τρέλες των ανθρώπων ή των θεών », όπως ήδη έγραψε ο Σεφέρης στο κυπριακό του ποίημα «Ελένη», όταν ήταν ο Έλληνας πρέσβης στη Βηρυτό.

Γάτες της Ανατολής. Café Μουσείου Γάτας, Τεχεράνη 2024


Η Άννα Λόντου (1931-2022), κόρη από τον πρώτο γάμο της Μάρω Σεφέρης, αφηγείται την εμπειρία της με την ποιήτρια και διπλωμάτη, την οποία η μητέρα της παντρεύτηκε αργότερα το 1941: « Άγκυρα, Βηρυτός, Λονδίνο - στις διάφορες θέσεις που κατείχε ο Σεφέρης, πήγαινα συχνά να τους επισκεφτώ. Πέρασα τρεις μήνες στην Άγκυρα ένα καλοκαίρι, σε μια πόλη χτισμένη στη μέση της ερήμου, σε ζέστη σαράντα βαθμών - ένας πραγματικός εφιάλτης. Είχαν νοικιάσει ένα όμορφο μικρό σπίτι, με μια βερικοκιά στον κήπο. Πάντα έψαχναν για ένα ευχάριστο μέρος για να ζήσουν. Είχαμε τα δικά μας φρούτα και μια γάτα Άγκυρας που λάτρευε ο Σεφέρης. Ο Σεφέρης αγαπούσε τα ζώα, όπως κάθε καλλιεργημένος άνθρωπος ».

Στα τέλη του 1952, όταν ο Σεφέρης μετατέθηκε στη Βηρυτό, η Άννα τους επισκέφτηκε. « Αυτό ήταν τότε που η Βηρυτός είχε το παρατσούκλι… το μικρό Παρίσι. Ήταν μια πολύ όμορφη πόλη, χτισμένη σε ένα ειδυλλιακό περιβάλλον, ένα κοσμοπολίτικο μέρος, με πολλούς πλούσιους Έλληνες. Μας κάλεσαν για δείπνο σε πολυτελείς βίλες και μας έφεραν στρείδια από τη Γαλλία για το γεύμα. Οι Λιβανέζοι ήταν πολύ πλούσιοι εκείνη την εποχή. Θυμάμαι την Πριγκίπισσα του Λιβάνου σε ένα μεγάλο δωμάτιο, ξαπλωμένη στα χρυσά μαξιλάρια της, με τον Σεφέρη στο πλευρό της, να την κατακλύζει με κομπλιμέντα. Δεν μου άρεσε. Καθώς φεύγαμε από το δωμάτιο, του είπα: «Πες, Ζωρζ, δεν σε έχω ξαναδεί έτσι» και μου απάντησε: «Μην ξεχνάς ότι είμαι και διπλωμάτης »».

Αρχικά διπλωμάτης, ο Σεφέρης βρέθηκε στην ανατολική Μεσόγειο, γεγονός που του επέτρεψε να πραγματοποιήσει πολυάριθμα ταξίδια. Η ανακάλυψη του νησιού της Κύπρου ήταν μια πραγματική αποκάλυψη. Ο Σεφέρης είδε εκεί όχι μόνο την χαμένη του πατρίδα, την Ιωνία, αλλά και το ευρύτερο πεδίο του αρχαίου ελληνισμού, που εκτείνεται μέχρι την εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

Νίκος Καββαδίας, ναυτικός και ποιητής. δεκαετία του 1930


Στο ημερολόγιό του, εκφράζει τον θαυμασμό του για τα μεγάλα θέατρα, τις κολώνες και τις μεγαλουπόλεις της ελληνιστικής περιόδου, ανακαλύπτοντας, όπως λέει ο ίδιος, έναν ελληνισμό πολύ πιο εκτεταμένο από ό,τι είχε φανταστεί. Από την Τουρκία μέχρι τη Μέση Ανατολή, τον Λίβανο, τη Συρία, την Ιορδανία, ακόμη και το Ιράκ, συνεχίζει τις εξερευνήσεις του. Στα σημειωματάριά του περιγράφει, για παράδειγμα, το Αμμάν, την αρχαία Φιλαδέλφεια.

Και μερικές φορές πράγματι υπάρχουν κάποιες εκπλήξεις. Για παράδειγμα, το 1954, ενώ ο Γιώργος Σεφέρης υπηρετούσε ως διπλωμάτης στη Βηρυτό, ταξίδεψε με το πλοίο όπου ο Νίκος Καββαδίας, ποιητής και ναύτης, εργαζόταν ως ασυρματιστής. Μέχρι τότε, ο καταξιωμένος ποιητής και διπλωμάτης είχε αποφύγει κάθε επαφή με τον Καββαδία, παρόλο που ο τελευταίος είχε ήδη δημοσιεύσει τις ποιητικές του συλλογές "Marabout" το 1933 και "Mist" το 1947.

Ενώ ο Σεφέρης έψαχνε έναν τρόπο να φτάσει στην πρεσβεία του, ο Καββαδίας, που γνώριζε καλά την περιοχή, προσφέρθηκε να είναι ο οδηγός του. Μη έχοντας πολλές επιλογές και καμία δικαιολογία, ο Σεφέρης δέχτηκε. Κατά τη διάρκεια της διαδρομής με το αυτοκίνητο, οι δύο άνδρες πέρασαν από μια γειτονιά με έντονη ελληνική παρουσία. Ελληνικές σημαίες κυμάτιζαν από τα μπαλκόνια, γλάστρες με βασιλικό κοσμούσαν τους τοίχους και ακούγονταν ελληνικά λαϊκά τραγούδια, ρεμπέτικα.

Νίκος Καββαδίας, ναυτικός και ποιητής. δεκαετία του 1950


Ενθουσιασμένος, ο Σεφέρης ρώτησε τον Καββαδία πού ακριβώς βρίσκονταν. Ο Καββαδίας τότε αποκάλυψε ότι όντως βρίσκονταν στην καρδιά της ελληνικής συνοικίας με τα πορνεία. Έξαλλος, ο Σεφέρης τον έκανε να βγει από το αυτοκίνητο. Θεώρησε αυτή την σχέση προσβολή για τον εαυτό του και τη χώρα του και, επιστρέφοντας στο πλοίο, έγραψε μια καυστική επιστολή στον Νίκο Καββαδία, επικρίνοντάς τον έντονα για την υποτιθέμενη ηθική και τους τρόπους του. Αυτή είναι η ιστορία.

Κατά τα άλλα, από τη θέση του στη Βηρυτό, ο ίδιος ο Σεφέρης περιέγραψε στην αδερφή του Ιωάννα Τσάτσου το 1954, σε επιστολή του της 25ης Οκτωβρίου, τις εντυπώσεις του από το ταξίδι του στην Κύπρο, με μια ευαισθησία, ας πούμε, ασυνήθιστη για αυτόν:

« Έχω αγαπήσει αυτό το νησί. Ίσως επειδή βρίσκω εδώ προγονικά πράγματα που εξακολουθούν να ζουν, ενώ έχουν χαθεί στην άλλη Ελλάδα... Ίσως επειδή νιώθω ότι αυτός ο λαός χρειάζεται όλη μας την αγάπη και όλη μας την υποστήριξη. Ένας λαός πιστός, με ακλόνητη πεισματικότητα και ευγένεια. Φανταστείτε πόσες δυνάμεις διαδέχτηκαν η μία την άλλη: Σταυροφόροι, Βενετοί, Τούρκοι, Άγγλοι - όλα αυτά για πάνω από 900 χρόνια. Είναι αδιανόητο πόσο αληθινοί παρέμειναν στον εαυτό τους και πώς οι διάφοροι αφέντες τελικά ξεθώριασαν. Και τώρα, οι Κύπριοι μας γράφουν στους τοίχους των χωριών τους: «Θέλουμε την Ελλάδα ακόμα κι αν εμείς» «Δεν τρώμε τίποτα άλλο παρά πέτρες». Θα ήθελα οι νέοι μας να πάνε στην Κύπρο. Θα έβλεπαν τη χώρα μας σε όλη της την απεραντοσύνη. Φοβάμαι ότι ο συναισθηματισμός με έχει κυριεύσει .

Το σπίτι του Σεφέρη στην Αθήνα. 2019


Ωστόσο, πάνω απ' όλα, και πέρα ​​από τα ελληνοκυπριακά, ακόμη και τα τουρκοκυπριακά, η Βηρυτός αποτελεί μια από τις πύλες εισόδου προς την Εγγύς Ανατολή και, παρεμπιπτόντως, ένα προνομιακό σημείο θέασης για τον συμμετέχοντα παρατηρητή, τον διπλωμάτη και άνθρωπο των γραμμάτων Σεφέρη. Τα γραπτά του από αυτή την περίοδο είναι επομένως ανεκτίμητα. Συνεπώς, η ακαδημαϊκός Μαρία Αθανασοπούλου έχει αφιερώσει μέρος του έργου της σε αυτά τα κείμενα, συμπεριλαμβανομένου του «Γ. Σεφέρης, Τετράδια της Βηρυτού, Τόμοι Ι και ΙΙ: Ένα Απόσπασμα», στα πρακτικά του 6ου Συνεδρίου Σεφέρη που πραγματοποιήθηκε στην Αγία Νάπα της Κύπρου τον Νοέμβριο του 2023.

Όπως επισημαίνει η Μαρία Αθανασοπούλου, τα γραπτά του Σεφέρη είναι από τα πιο ολοκληρωμένα, καθώς περιέχουν πολυάριθμες εθνογραφικές παρατηρήσεις, αφηγήσεις αρχαιολογικών εξορμήσεων και πληροφορίες που υποστηρίζουν αυτές τις εξορμήσεις μέσω της διαθέσιμης βιβλιογραφίας.

Ο πρώτος τόμος, «Τετράδια της Βηρυτού», περιλαμβάνει 27 λήμματα, μέχρι τις 12 Νοεμβρίου 1952, ημερομηνία του πρώτου ταξιδιού στην Κύπρο, και συνεχίζει με 22 ακόμη λήμματα για την περίοδο από τον Ιανουάριο έως τις 15 Αυγούστου 1954. Ο δεύτερος τόμος των Τετραγράφων περιέχει περίπου 50 λήμματα. Αξίζει να σημειωθεί ότι, όσον αφορά τις διασυνδέσεις του Σεφέρη με αυτή την απέραντη περιοχή που περιλαμβάνει τον Λίβανο, τη Συρία, την Ιορδανία και το Ιράκ, ο ποιητής, από το 1955 και μετά, απολάμβανε το προνόμιο να χρησιμοποιεί αποκλειστικά ένα υπηρεσιακό αυτοκίνητο, γεγονός που εξηγεί τα εκτεταμένα ταξίδια του σε αυτά τα μέρη της Εγγύς Ανατολής.

Μια ανάμνηση του ποιητή στο σπίτι του στην Αθήνα. 2019


Μεταξύ αυτών των εθνογραφικών παρατηρήσεων, ακολουθεί μια που αφορά έναν ορισμένο δυτικοποιημένο πολιτισμικό μετασχηματισμό μεταξύ πολλών Αράβων που ανήκουν στις πλούσιες και, ας πούμε, στις άρχουσες τάξεις του πληθυσμού.

« Σάββατο, 19 Απριλίου 1953, Βαγδάτη. Τι μπορεί να παρατηρηθεί: Όταν ένας λαός χάνει τα παραδοσιακά του μέσα άμυνας έναντι εξωτερικών στοιχείων - ζέστη, κρύο, στέγη, ένδυση, ιατρική - τότε χάνει τον πολιτισμό του ». Η Μαρία Αθανασοπούλου σημειώνει επίσης την κριτική « αραβική στάση» του Σεφέρη , αναφερόμενη κυρίως στο σουνιτικό, σιιτικό, ουαχαμπιτικό ή αλαουιτικό μουσουλμανικό στοιχείο - δεν έχει και τόση σημασία κατά μία έννοια - αν και η στάση του ποιητή ήταν πιο ευνοϊκή απέναντι στις θρησκευτικές μειονότητες του Λιβάνου, ξεκινώντας από τους Δρούζους. Και από τη Βαγδάτη, γράφει: « Σάββατο, 1 Απριλίου 1955. Οι σεΐχηδες είναι οι σύγχρονοι βαρόνοι και η Βαγδάτη ήταν φυλακή για τους Ρωμαίους ».

Η απονομή του βραβείου Νόμπελ Λογοτεχνίας στον Γιώργο Σεφέρη. Στοκχόλμη, 10 Δεκεμβρίου 1963


Εκτός του ότι η νεωτερικότητα βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη, τόσο κυριολεκτικά όσο και μεταφορικά - με άλλα λόγια, το πετρέλαιο, οι υποδομές του και η γεωπολιτική του. Μεταξύ άλλων, βρίσκουμε μια εικόνα της ερήμου ως τόπου της Εδέμ, πριν από την... Άλωση, που προκλήθηκε, σύμφωνα με τον Σεφέρη, από την εισβολή της τεχνολογίας. Αναφέρει, για παράδειγμα, τον αγωγό πετρελαίου H4, κοντά στον οποίο ο Σεφέρης και η σύζυγός του Μάρω πέρασαν τη νύχτα κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού, και του οποίου η νεωτερικότητα έχει διαφθείρει αμετάκλητα τα πάντα.

Πρέπει να σημειωθεί ότι αυτός ο αγωγός, γνωστός και ως Μεσογειακός Αγωγός, μετέφερε αργό πετρέλαιο από τα πετρελαιοπηγεία του Κιρκούκ στο βόρειο Ιράκ στο λιμάνι της Χάιφα, που τώρα βρίσκεται στο Ισραήλ. Κατασκευασμένος από τους Βρετανούς, διέσχιζε τα εδάφη του Βασιλείου του Ιράκ, του Εμιράτου της Υπεριορδανίας - σημερινής Ιορδανίας - και της Παλαιστίνης που βρισκόταν υπό Εντολή. Από την αρχή κιόλας της θητείας του, η πετρελαϊκή νεωτερικότητα του Σεφέρη ήταν μια σημαντική ανησυχία, πυροδοτώντας την περιέργειά του και, φυσικά, το εξαιρετικά κριτικό του μυαλό.

« Δευτέρα, 13 Απριλίου 1953, Παλμύρα. Ο Λογγίνος είναι ακόμα εδώ. «Το Υψηλό». Η έρημος μάτωσε από λάδι. Αποχρώσεις κίτρινου και γκρι. Ξαφνικά, τη νύχτα, η όαση της Παλμύρας. Μια χάρη που ήταν τότε απροσδόκητη. Η καλλιγραφία ορισμένων ανάγλυφων κοσμημάτων. Στους τάφους, κάποτε προοίμιο του Βυζαντίου: η Παναγία, η μυροφόρα, πρόσωπα με αρμονικές καμπύλες. Και η σειρήνα που καταβροχθίζει τον έφηβο με τον λαγό της. Ένα ανάγλυφο που απεικονίζει μια σειρήνα και έναν ιππέα. Δίπλα σε όλα αυτά, το πορνείο για μερικούς Σύριους στρατιώτες που σταθμεύουν εδώ - μια κρατική υπηρεσία .

Ο Γιώργος Σεφέρης στη Μέση Ανατολή. Δεκαετία του 1950


« Η πετρελαιοφόρη έρημος και πέρα ​​από το ορεινό ακρωτήριο, η απεραντοσύνη της ερήμου και πιο πέρα, η όαση. Πλήρωναν τους Βεδουίνους για να φέρουν ασφάλεια σε αυτήν την έρημο - από την εποχή που, από τη Ρώμη, οι άνθρωποι αναζητούσαν εκεί είδη πολυτελείας από την Ανατολή. Βηρυτός - Ζάχλε - Μπάαλμπεκ - Σταθμός Μπάαλμπεκ - Χομς: 4 ώρες με στάσεις. Παλμύρα: 4 έως 5 ώρες επιπλέον από τη Χομς, ο δρόμος σε κακή κατάσταση. Τρίτη, 14 Απριλίου. Επιστροφή από την Παλμύρα και το βράδυ, δείπνο στον Ιμπν Σαούντ. Μερικές φορές είναι τρομερό να βλέπεις πόσο καθαρά αντιλαμβάνεται ο Έλληνας σε αυτά τα μέρη όλη την απόσταση που τον χωρίζει τόσο από την Ανατολή όσο και από τη Δύση ».

Ας σημειώσουμε απλώς ότι ο Λογγίνος ήταν ο Έλληνας φιλόσοφος και ρήτορας που, το 267 μ.Χ.... Το 272 π.Χ., η Ζηνοβία, βασίλισσα της Παλμύρας, τον κάλεσε στο πλευρό της και του ανέθεσε να της διδάξει ελληνική λογοτεχνία. Έτσι, έγινε ο κύριος σύμβουλός της στην προσπάθειά της να καταλάβει την εξουσία από τη Ρώμη. Ηττημένη από τον αυτοκράτορα Αυρηλιανό το 272/273, η Ζηνοβία σώθηκε, ωστόσο, αρκετοί από τους στενούς συνεργάτες της εκτελέστηκαν, ανάμεσά τους και... ο Λογγίνος.

Το κύριο έργο που αποδίδεται στον Λογγίνο, αν και όχι οριστικά, είναι η κριτική πραγματεία «Περί του Υψηλού», ένα θεμελιώδες κείμενο αρχαίας λογοτεχνικής αισθητικής που προφανώς είχε διαβάσει ο Σεφέρης. Τέλος, ο βασιλιάς Αμπντουλαζίζ μπιν Αμπντούλ Ραχμάν Αλ Σαούντ, γνωστός ως Ιμπν Σαούντ (1876-1953), είναι ο ιδρυτής της σύγχρονης Σαουδικής Αραβίας. Το 1945, ο Ιμπν Σαούντ συνήψε την περίφημη στρατηγική συμφωνία με τον πρόεδρο των ΗΠΑ Φράνκλιν Ρούσβελτ, νομιμοποιώντας τη γεωπολιτική του πετρελαίου και τοποθετώντας τη Σαουδική Αραβία στην αμερικανική οικονομική σφαίρα και υπό την αμερικανική στρατιωτική προστασία, παρέχοντας στις Ηνωμένες Πολιτείες το δικαίωμα να εκμεταλλεύονται το πετρέλαιό της.

Η Μάρω Σεφέρη στο σπήλαιο του Άδωνι. Afqa, Λίβανος 1953


Η αμερικανοποίηση, έστω και μόνο επιφανειακή, και η διαφθορά της, όπως τουλάχιστον την αντιλαμβάνεται ο Σεφέρης, είναι κατά συνέπεια ένα επαναλαμβανόμενο θέμα στο Σημειωματάριό του της Βηρυτού. Βρίσκουμε τις αιχμηρές επικρίσεις του για αυτό το θέμα κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του στο Αμμάν.

« Τετάρτη, 7 Οκτωβρίου 1953, Αμμάν. Αυτές οι αραβικές πόλεις. Αποτελούνται από σπίτια που είναι μισά κτίρια, μισά νομαδικά στρατόπεδα. Η φρίκη της γριάς του αναπτυσσόμενου πολιτισμού, του οποίου τα ξύσματα μπορούμε να νιώσουμε. Αυτή η άθλια σκόνη: Coca-Cola και Pepsi-Cola. Αυτοκίνητα φθαρμένα σαν μεθυσμένα γαϊδούρια, και αυτές οι αρχαιότητες, αυτές οι απελπισμένες αρχαιότητες αναμεμειγμένες με όλη αυτή την τρέχουσα απάνθρωπη σύγχυση - μπορεί μερικές φορές να μοιάζει με έναν φρικτό εφιάλτη ».

« Χθες στο σπίτι του Γάλλου γιατρού και προξένου – απλήρωτος. Η σύζυγός του είναι Γαλλίδα και ο άντρας πολύ πλούσιος. Η εμμονή του είναι να ταξιδεύει σε όλο τον κόσμο με αεροπλάνο. Έμοιαζε με τον προθάλαμο μιας σύγχρονης κόλασης. Φωτογραφίες στους τοίχους: ο Βεδουίνος πατέρας, με το πρόσωπο ενός αρπακτικού ή πελεκάνου, και η σύζυγός του στο πλευρό του, κρατώντας έναν μεγάλο σταυρό. Είναι Ορθόδοξοι. Υπάρχει δαντέλα, νάιλον ύφασμα, το γιγάντιο ηλεκτρικό ψυγείο του στο σαλόνι και οι γυμνές ηλεκτρικές λάμπες του. Εχθρικοί τοίχοι, Θεέ μου, έχω κουραστεί από αυτό ...»
Γερτρούδη Μπελ, Βρετανίδα εξερευνήτρια, κατάσκοπος και διπλωμάτης στη Μέση Ανατολή


Την προηγούμενη μέρα, στις σημειώσεις του για την « Τρίτη, 6 Οκτωβρίου. Αμμάν. Ξενοδοχείο Φιλαδέλφεια », ο Σεφέρης παρατηρεί με ειλικρίνεια « ότι το ερώτημα του κατά πόσον η Ελλάδα μπορεί να ασκήσει πολιτική επιρροής, μια πολιτική σε μακρινές χώρες, είναι απολύτως σχετικό ». Αυτοί οι κόσμοι είναι τόσο πολιτισμικά απομακρυσμένοι ο ένας από τον άλλον, και η υποτιθέμενη μετααποικιακή κατάσταση του αραβικού κόσμου τόσο χαοτική, που οποιοσδήποτε διαπολιτισμικός διάλογος μεταξύ τους συχνά καθίσταται αδύνατος.

Όπως επισημαίνει και η Μαρία Αθανασοπούλου, « βρισκόμαστε αντιμέτωποι με ένα στυλ αναπαράστασης της ερήμου που βρίσκουμε μεταξύ διανοουμένων από την περίοδο της Γαλλικής Εντολής στον Λίβανο και τη Συρία και της Βρετανικής Εντολής στην Παλαιστίνη και την Ιορδανία αντίστοιχα, πριν από την κατάρρευση της Γαλλίας ». Εν τω μεταξύ, η Συμφωνία Sykes-Picot, που ίσχυε από το 1920 έως το 1948, επέτρεψε τη δημιουργία ενός χάρτη που αντιστοιχούσε περίπου στο γεωγραφικό προφίλ της περιοχής όπως την γνωρίζαμε, τουλάχιστον μέχρι πολύ πρόσφατα.

Στο ίδιο τμήμα των «Τετραδίων της Βηρυτού», ένα σημαντικό γεγονός από αυτήν την περίοδο καταγράφεται με τρόπο που τότε ήταν κωδικοποιημένος. Το Σάββατο, 5 Σεπτεμβρίου 1953, ο Σεφέρης αναφέρει λακωνικά τον Μόντι Γούντχαουζ.

Γερτρούδη Μπελ, Βρετανίδα εξερευνήτρια, κατάσκοπος και διπλωμάτης στη Μέση Ανατολή


Βρετανός πρέσβης στην Αθήνα από το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου έως το 1946, ο Γούντχαους τοποθετήθηκε στην Τεχεράνη το 1953 και συμμετείχε στο ιρανικό πραξικόπημα της 19ης Αυγούστου. Με την κωδική ονομασία «Επιχείρηση Άγιαξ», αυτή η μυστική επιχείρηση, που διεξήχθη από το Ηνωμένο Βασίλειο και τις Ηνωμένες Πολιτείες και εκτελέστηκε από τη CIA με την υποστήριξη της MI6, είχε ως στόχο την ανατροπή του εκλεγμένου πρωθυπουργού του Ιράν, Μοχάμεντ Μοσαντέκ, και την αντικατάστασή του από τον στρατηγό Φαζλολάχ Ζαχίντι. Αυτό το πραξικόπημα όντως ανέτρεψε τον Μοσαντέκ και επανέφερε τον Σάχη, για λόγους... που συνδέονται και πάλι με την κοινή εκμετάλλευση των πετρελαιοπηγών της περιοχής από την BP, μια εταιρεία που ο εκδιωχθείς Ιρανός πρωθυπουργός είχε εθνικοποιήσει.

Ο διπλωμάτης Σεφέρης βρίσκεται σχεδόν βυθισμένος στην ιστορία καθώς αυτή ξεδιπλώνεται - ή ξετυλίγεται, ανάλογα με την οπτική γωνία του καθενός - παρακολουθώντας στενά τα γεγονότα στη Μέση Ανατολή ως ένας σαστισμένος και ανίσχυρος παρατηρητής. Και σε πραγματικό χρόνο, η αφήγησή του καταδεικνύει περιστασιακά το πολιτισμικό χάσμα που αντιλαμβάνεται ο Σεφέρης μεταξύ των δύο κόσμων, Ανατολής και Δύσης.

Είναι επίσης σημαντικό να σημειωθεί, όπως έχουν κάνει ειδικοί που έχουν μελετήσει το έργο του Σεφέρη, ότι ο ποιητής-διπλωμάτης επιλέγει συστηματικά ως συνομιλητές εκπροσώπους της παλιάς «αποικιακής φρουράς» —διανοούμενους, αρχαιολόγους, ιστορικούς, εξερευνητές, εκπροσώπους της βρετανικής εντολής στην Παλαιστίνη— και πολύ λιγότερο συχνά εκείνους που κατέχουν τις νεοσύστατες κρατικές εξουσίες.

Ο βασιλιάς Φαϊζάλ Α΄, η Γερτρούδη Μπελ και Βρετανοί αξιωματικοί. Στο Ιράκ, 1922

Αυτή η επιλογή είναι ταυτόχρονα στρατηγική και ταυτόχρονα διαποτισμένη με φαντασία, όπως υποστηρίζει ο Άκης Γαβριηλίδης στο δοκίμιό του στα ελληνικά «Σεφέρης της Ασίας».« Πριν γίνει εθνικός ποιητής, ο Σεφέρης ήταν, κατά μία έννοια, αυτοκρατορικός ποιητής, και κατά μία έννοια, δεν έπαψε ποτέ να είναι. Ήταν ποιητής -και διπλωμάτης- της αυτοκρατορίας. Ή μάλλον, των αυτοκρατοριών: έζησε και έγραφε μέσα σε αυτοκρατορίες. Τόσο εντός όσο και εκτός αυτών, ταυτόχρονα ενσωματωμένος σε αυτές και τείνοντας -ή οδηγούμενος- να απεξαρτηθεί από αυτές. Σε τουλάχιστον δύο από αυτές, την Οθωμανική Αυτοκρατορία και τη Βρετανική Αυτοκρατορία ».

« Εν ολίγοις, ο Σεφέρης παρωδεί ακόμη και την εντύπωση μιας κάποιας δυτικής ανωτερότητας και εξαιρετικότητας έναντι του υπόλοιπου κόσμου, γεγονός που υπογραμμίζει την ίδια τη ρευστότητα της διάκρισης ».

Το καλοκαίρι του 1956, ο Σεφέρης έμαθε ότι μετατίθετο στο υπουργείο του στην Αθήνα. Ίσως επειδή είχε απελευθερωθεί κάπου, μια κάποια ανοιχτομυαλιά διαπερνούσε την τελευταία του επίσκεψη στη Βαγδάτη, ίσως επειδή η επιστροφή του στην Αθήνα στις 20 Ιουλίου 1956 και η μετάθεσή του στο κεντρικό τμήμα, υπεύθυνο για το αρχείο της Κύπρου, είχαν ήδη συμφωνηθεί.

Γερτρούδη Μπελ, Βρετανίδα εξερευνήτρια, κατάσκοπος και διπλωμάτης στη Μέση Ανατολή


Ίσως επίσης επειδή ο διπλωμάτης Σεφέρης γνώριζε πλήρως τη γεωπολιτική της εποχής του, ειδικά εκείνης της Μέσης Ανατολής. Εντός του Χασεμιτικού Βασιλείου του Ιράκ, παρά την υποτιθέμενη ανεξαρτησία του που επιτεύχθηκε το 1922, η βρετανική επιρροή παρέμεινε και, πάνω απ' όλα, το πετρέλαιο παρέμεινε σε βρετανικά χέρια. Κατά τη διάρκεια της πτήσης, ο ποιητής μετέφερε μαζί του ένα «αποικιακό» κείμενο, μέσω του οποίου αξιολόγησε την τρέχουσα κατάσταση στην περιοχή.

« Δευτέρα, 2 Ιουλίου 1956, με πτήση προς Βαγδάτη. Αναχώρησα αμέσως, νιώθοντας κουρασμένος, για αυτό το τελευταίο αποχαιρετιστήριο ταξίδι στο Ιράκ. Απογειωθήκαμε λίγο πριν τις 9:00 π.μ., αντί για τις προγραμματισμένες 8:00 π.μ. Αυτή η καθυστέρηση μου κοστίζει ακριβά, καθώς όλα είναι πολύτιμα σήμερα το πρωί. Το μόνο βιβλίο που έφερα μαζί μου είναι «Οι Επιστολές της Γερτρούδης Μπελ». Αυτά είναι αποσπάσματα, άλλωστε, για το ποιος ξέρει τι μπορεί να είχε λογοκρίνει η οικογένειά της πριν από την έκδοσή τους .»

Αξίζει να υπενθυμίσουμε ότι η Gertrude Bell (1868-1926) ήταν αρχαιολόγος, εξερευνήτρια, συγγραφέας, πολιτικός και, πάνω απ' όλα, Βρετανίδα κατάσκοπος και διπλωμάτης. Ήταν επίσης μια διάσημη Αγγλίδα περιηγήτρια των αρχών του 20ού αιώνα. Έπαιξε σημαντικό ρόλο στη βρετανική διοίκηση της Αραβίας κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και, μεταξύ άλλων, συνέβαλε στην εγκαθίδρυση της δυναστείας των Χασεμιτών στο Ιράκ.

Κάστρο των Σταυροφόρων – Καλάτ Αλ-Χοσν. Φωτογραφία της Gertrude Bell. Συρία, Μάρτιος 1905.


Για τον Σεφέρη, ήταν κάτι περισσότερο από απλώς χρηστικό, ακόμη και χρήσιμο, ανάγνωσμα. « Διάβασα τις επιστολές του από τη Βαγδάτη που χρονολογούνται από το 1917 και μετά. Διάβασα: «οι μέρες λιώνουν σαν το χιόνι στον ήλιο» - τα έργα των ανθρώπων. «Η μεγαλύτερη ευχαρίστηση που έχω σε αυτή τη χώρα είναι ότι αγαπώ τόσο πολύ τους ανθρώπους». Συχνά αναρωτιόμουν τι είναι τόσο αξιαγάπητο σε αυτούς τους ανθρώπους όπου εργάζομαι εδώ και δυόμισι χρόνια. Δεν το έχω βρει: ενδιαφέρον, ενδιαφέρον και μπαξίσι! Κάτι που μπορεί να μας ανυψώσει, μια συγκεκριμένη γεύση! Δεν το έχω βρει .»

« Ίσως η Γερτρούδη Μπελ και ο Λόρενς της Αραβίας συνάντησαν άλλους τύπους ανθρώπων, άλλα κοινωνικά στρώματα με τα οποία δεν ήμουν εξοικειωμένος. Ίσως με εμποδίζει η άγνοιά μου για τη γλώσσα, αλλά στις ανώτερες τάξεις, τις άρχουσες τάξεις που γνώριζα, δεν υπήρχε ούτε η παραμικρή ένδειξη μεγαλείου, μόνο φανατισμός και χυδαιότητα, καμία γενναιοδωρία. Γιατί αυτοί οι αστοί ήταν τότε νέοι κοινωνικοί αναρριχητές, δεν είχαν ιδέα για τίποτα καινούργιο, νόμιζαν μάλιστα ότι είχαν φτάσει... στην κορυφή του πολιτισμού επειδή είχαν αποκτήσει μια Κάντιλακ ή μια επιχρυσωμένη λάμπα από την Κεντρική Ευρώπη ».

Φαίνεται, συνολικά... σαν το Ντουμπάι στην εποχή μας, σχεδόν επτά δεκαετίες αργότερα.

« Γιατί τι συμβαίνει σε έναν αρχηγό Βεδουίνων όταν τον βουτάς στην Coca-Cola για μερικούς μήνες και τον κλειδώνεις σε μερικά κυβικά τσιμεντόλιθους; Αυτό είναι το πραγματικό πρόβλημα. Ο πολιτισμός μας τους έχει μετατρέψει σε τίποτα άλλο παρά σε λάσπη, και ο Λόρενς της Αραβίας και η Γερτρούδη Μπελ σαφώς δεν είδαν αυτή τη λάσπη ».

Ο Γιώργος Σεφέρης στην Ελλάδα. Δεκαετία του 1950

« Χωριά στα βουνά του Λιβάνου, στον Αντιλίβανο, στη Δαμασκό. Από τον ουρανό, αυτή η όαση είναι καθαρά ορατή, όπως και η έρημος, πρώτα η μαύρη έρημος και μετά η κίτρινη, οι κοιλάδες της ξερές, καμπυλωμένες σε ένα συνονθύλευμα, και ξαφνικά εμφανίζεται το ποτάμι. Πετάμε πάνω από τη Βαγδάτη αλλά χωρίς να προσγειωθούμε. Ολόκληρη η πόλη είναι καλυμμένη με πυκνή ομίχλη. Μου λένε ότι είναι στην πραγματικότητα αμμοθύελλα. Η προσγείωση είναι επομένως αδύνατη, και το αεροπλάνο μας κατευθύνεται στη συνέχεια προς την Τεχεράνη και μετά, ποιος ξέρει... πίσω; Κανείς δεν ξέρει. Μπορεί τελικά να προσγειωθούμε στη Βαγδάτη, μου λένε, και αν αυτό δεν είναι ακόμα δυνατό, θα πετάξουμε πίσω στη Βηρυτό. Έτσι... θα έχω περάσει μια ολόκληρη μέρα, ένα ταξίδι που προσφέρεται δωρεάν, μέσα σε ένα αεροπλάνο .»

« Διαβάζω πάντα Γερτρούδη Μπελ. Περιγράφει τη ζέστη στα μέσα Ιουλίου, γύρω στις 10 ή 11 του μήνα, 122 βαθμούς Φαρενάιτ, δηλαδή πάνω από 50 βαθμούς Κελσίου. Μια φίλη της επισημαίνει ότι οι 115 βαθμοί Φαρενάιτ είναι τότε το όριο της ανθρώπινης αντοχής. Θυμάται επίσης τον καυτό άνεμο, τον ίδιο ακριβώς άνεμο που αφήσαμε κάτω από τα πόδια μας ».

« Πετώντας πάνω από την Περσία. Βουνά, ακανόνιστες κορυφές, ροζ πέτρα, όμορφο ροζ. Εδώ κι εκεί, μερικοί πράσινοι λόφοι και λίγα σπίτια. Γερτρούδη: «Τα τριαντάφυλλα στον κήπο μου θα ανθίσουν σε μία ή δύο εβδομάδες». Στη συνέχεια περιπλανιέμαι προς τα τριαντάφυλλα του Ισφαχάν ».

Γερτρούδη Μπελ, Βρετανίδα εξερευνήτρια, κατάσκοπος και διπλωμάτης στη Μέση Ανατολή

« 1 μ.μ., ώρα Βηρυτού. Προσγειωνόμαστε στην Τεχεράνη. Οι χωροφύλακες, αυτοί οι απόγονοι ενός γενναίου στρατού... φαίνεται ότι θέλουν να με εκδικηθούν για τις πράξεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου σε αυτά τα μέρη. Ένας αξιολύπητος χωροφύλακας, φορώντας την παλιά του ξιφολόγχη στη ζώνη του, η οποία μόλις και μετά βίας εφαρμόζει άνετα στην πλάτη του, με έσπρωξε, μαζί με 7 ή 8 άλλους επιβάτες από την πτήση μας, τους οποίους κανείς δεν περίμενε, προς το εστιατόριο του αεροδρομίου, αφού κράτησε το διαβατήριό μου. Φαινόταν εξοργισμένος από την ανωμαλία που αντιπροσωπεύαμε .»

« Το εστιατόριο είναι ένα μικροσκοπικό δωμάτιο που μόλις χωράει τέσσερα στρογγυλά τραπέζια καλυμμένα με νάιλον. Δύο μεγάλοι ανεμιστήρες περιστρέφονται στην οροφή, αδρανείς και στεγνοί, ενώ δύο επιβλητικοί πολυέλαιοι είναι σε στιλ Art Nouveau που γίνεται ενοχλητικός σε αυτό το μέρος. Κάθομαι σε ένα από τα μεσαία τραπέζια με δύο τυπικούς Αμερικανούς, επίσης καθ' οδόν προς τη Βαγδάτη. Δεν έχουν ιδέα τι τους περιμένει και τίποτα δεν τους ενδιαφέρει - έχουν παραδοθεί υπομονετικά σε αυτή την περιπέτεια, σαν στοιχεία της φύσης, ενώ διαβάζουν ένα θρίλερ .»

« Δεν κάνει και πολύ ζέστη. Αλλά δεν υπάρχει καμία ελπίδα να φύγει κανείς από αυτόν τον σταθμό καραντίνας. Σφύζει με έναν πολύχρωμο κόσμο, τολμώ να πω, από αγρότες με τα καλύτερα ρούχα της Κυριακής, από αυτά που δεν βλέπεις συχνά στα αεροδρόμια. Είναι γοητευτικό. Ξαφνικά, σκέφτομαι ότι οι Πέρσες είναι Άριοι. Μερικοί από τους άντρες είναι κολοσσιαίοι, άλλοι τρομερά αδύνατοι. Μωρά τρέχουν ανάμεσα στα πόδια τους. Οι γυναίκες μοιάζουν με περσικές μινιατούρες - βαμμένα πρόσωπα, αμυγδαλωτά μάτια, μερικές φορούν αμερικανικά σουτιέν, οι περισσότερες φορούν τις πολύχρωμες ευρωπαϊκές μαντίλες τους και με στρογγυλεμένες κοιλιές από το σφίξιμο της μέσης τους .»

Γάτες της Βηρυτού, 2018

« Ξαφνικά, στη μέση του πλήθους, εμφανίστηκε ένας καμπούρης άντρας, κατευθείαν από το δάσος, με λουλούδια στο χέρι. Κοίταξε για μια στιγμή, φαντάζομαι, τον παραλήπτη της ανθοδέσμης και μετά εξαφανίστηκε. Σαν να είχε δώσει το σύνθημα, το δωμάτιο άδειασε αργά. Μόνο οι τρεις γυναίκες παρέμειναν: η μία, μικροκαμωμένη, ντυμένη με ένα ασπρόμαυρο καρό πουκάμισο, κουνώντας μια βεντάλια με κόκκινο σχέδιο. η άλλη, παχουλή, φορώντας ένα κερασί φόρεμα σαν παγωτό, ροζ ψηλοτάκουνα σανδάλια και μια ασορτί τσάντα. και η τρίτη, με μεγάλα σκούρα μάτια και ένα σουτιέν αμερικανικού τύπου .»

« Τι συμβαίνει στις αρχαίες φυλές όταν αυτές και οι υποστηρικτές τους περιχύνονται συστηματικά με Coca-Cola για μερικά χρόνια; Αυτή η μετουσίωση, την οποία δεν μπορούμε καν να φανταστούμε στην Ελλάδα, όπου έχουμε κάνει σχεδόν το ίδιο πράγμα και προς την καταστροφή, είναι αυτό που με ενόχλησε περισσότερο κατά τη διάρκεια των τρεισήμισι ετών που πέρασα σε αυτές τις χώρες .»

« Ξανά απογείωση στις 4:30 μ.μ. ώρα Βηρυτού. Ο πιλότος μας είναι ενοχλημένος. Η Γερτρούδη, μιλώντας σε έναν ηλικιωμένο υπηρέτη στο Χαλέπι: «Ω, Φατούχ, πριν από τον πόλεμο, οι καρδιές μας ήταν τόσο ελαφριές όταν ταξιδεύαμε. Τώρα είναι τόσο βαριές που ούτε καμήλα δεν μπορούσε να μας κουβαλήσει». Ούτε καν αεροπλάνο, θα πρόσθετα. Γερτρούδη: «Και αυτή η χώρα, ποιο δρόμο θα πάρει με όλους αυτούς τους ταραχοποιούς που προσπαθούν να την δελεάσουν;» Εδώ και 36 χρόνια, αυτοί οι ταραχοποιοί εργάζονται... όπως μια γάτα γλείφει έναν τρίφτη .»

Γάτα από τη Βηρυτό διασώθηκε μετά από ισραηλινούς βομβαρδισμούς, Μάρτιος 2026


« Μιάμιση ώρα αργότερα, προσγειωθήκαμε επιτέλους στη Βαγδάτη. Στο αεροδρόμιο, εκτός από την ομάδα μας που μας περίμενε, υπήρχε ένας εκπρόσωπος του Υπουργείου Εξωτερικών, καθώς και ο Λάντσα .» Για λόγους πληρότητας, αξίζει να σημειωθεί ότι ο Μικέλε Λάντσα (1906-1973), ο οποίος ήταν τότε ο Ιταλός Πρέσβης στη Βαγδάτη, ήταν φίλος του Σεφέρη.

Και ο Σεφέρης συνέχισε: « Εκείνο το βράδυ δείπνησα στην πρεσβεία του. Είχαμε μια μακρά συζήτηση για την Κύπρο. Είναι μαγεμένος από τη βρετανική πολιτική του Νούρι Σαΐντ και από τους Τούρκους. Δεν ξέρω αν κατάφερα να τον αποτρέψω από την έμμονη ιδέα του ότι η αντίσταση στην Κύπρο είναι θέμα μεταξύ κομμουνιστών. Γράφει για την Γερτρούδη Μπελ· σε αυτήν, λέει, οφείλουμε την ιδέα της εγκατάστασης του Φαϊζάλ Α΄ στο Ιράκ. Αφηγείται πώς αυτοκτόνησε στη συνέχεια ».

Αξίζει να υπενθυμίσουμε ότι ο Νούρι Σαΐντ (1888-1958) ήταν Ιρακινός πολιτικός υποτελής στους Βρετανούς και διετέλεσε πρωθυπουργός του Βασιλείου του Ιράκ σε αρκετές περιπτώσεις. Κατά τη διάρκεια του πραξικοπήματος του στρατηγού Αμπντούλ Καρίμ Κασίμ στις 14 Ιουλίου 1958, ο βασιλιάς και τα μέλη της οικογένειάς του δολοφονήθηκαν. Ο Νούρι αλ-Σαΐντ, που συνελήφθη την επόμενη μέρα, πυροβολήθηκε και θάφτηκε την ίδια μέρα. Το εξαγριωμένο πλήθος ξέθαψε το σώμα του και το έσυρε στους δρόμους της Βαγδάτης, όπου το κρέμασαν, το ακρωτηρίασαν, ακόμη και το έκαψαν.

Γιώργος Σεφέρης. Λονδίνο, 24 Οκτωβρίου 1960


Τελικά, η αποστολή του Σεφέρη ολοκληρώθηκε χωρίς περαιτέρω εμπόδια. « Τρίτη, 3 Ιουλίου 1956. Επίσημες αποχαιρετιστήριες συναντήσεις. Ωστόσο, το τέλος είναι αίσιο. Οι αποχαιρετισμοί είναι σύντομοι, η αίθουσα συναντήσεων με τον Φαϊζάλ είναι δροσερή, ο βασιλιάς με δέχτηκε αμέσως, μια ιδιαίτερη χάρη σύμφωνα με τον υπασπιστή του, ενώ από το παράθυρο του υπνοδωματίου του μπορεί κανείς να δει την τίγρη και τους φοίνικες. Κοιμήθηκα καλά. Βρίσκω έναν πιο ανθεκτικό χαρακτήρα στο Ιράκ από ό,τι στις άλλες χώρες όπου έχω υπηρετήσει ».

« Φυσικά, οι Βρετανοί κάνουν ό,τι μπορούν για να διατηρήσουν τον έλεγχο των πετρελαιοπηγών. Ο αγώνας τους γίνεται εδώ και όχι στην Κύπρο, όπου οι βάσεις τους είναι στα πρόθυρα της απώλειας. Τώρα έχουν το Σύμφωνο της Βαγδάτης, κυρίως μια αγγλική υπόθεση. Εκτός του ότι η Πρεσβεία των ΗΠΑ στη Βαγδάτη... έχει διπλάσιο προσωπικό από τη βρετανική. Και το πρώτο πανεπιστήμιο στο Ιράκ οργανώνεται από Αμερικανούς Ιησουίτες. Ωστόσο, το Σύμφωνο της Βαγδάτης βρίσκει την υποστήριξή του στον Νούρι Σαΐντ, ο οποίος είναι ηλικιωμένος και άρρωστος, καθώς και σε μια μικρή τάξη σεΐχηδων που έχουν συμμαχήσει με τους Βρετανούς για να αποφύγουν να χάσουν την περιουσία τους. Όλοι οι άλλοι, καθώς και η ανερχόμενη μεσαία τάξη, μισούν τους Άγγλους ».

« Γερτρούδη: «Αν αφήσουμε αυτή τη χώρα στην θλιβερή της μοίρα, θα πρέπει να επανεξετάσουμε ολόκληρη τη θέση μας στην Ασία. Αν εξαφανιστεί η Μεσοποταμία, η Περσία αναπόφευκτα θα εξαφανιστεί, και μετά η Ινδία. Και το μέρος που αφήνουμε κενό θα καταληφθεί από επτά δαίμονες πολύ χειρότερους από οποιονδήποτε υπήρχε πριν από την άφιξή μας». Εκτός του ότι η Ινδία έχει ήδη εξαφανιστεί. Και η Περσία; Γερτρούδη: «Τι τρομερό κόσμο από διαλυμένες φιλίες έχουμε δημιουργήσει μεταξύ μας». Λοιπόν, αυτοί οι Άγγλοι το έχουν κάνει, και δεν υπάρχει καμία ελπίδα ότι θα σταματήσουν. Είναι περίεργο, οι Άγγλοι δεν λαμβάνουν ποτέ υπόψη το μίσος που δημιουργούν γύρω τους. Εκτός του ότι δεν τους έχουν απομείνει και πολλές επιλογές .

Γάτες της Ανατολής. Café Μουσείου Γάτας, Τεχεράνη 2024

Η αυτοκρατορία της εποχής του Μπελ, και μάλιστα της εποχής του Σεφέρη, βρισκόταν τότε σε επιθανάτιο σταυρό, και μέσα σε αυτή τη γεωπολιτική αγωνία ο ποιητής-διπλωμάτης βρέθηκε για μερικές ακόμη εβδομάδες -και μάλιστα πάρα πολλές- στο ίδιο μέρος όπου είχε υπηρετήσει τους τελευταίους μήνες της θητείας του στη Μέση Ανατολή, αυτή τη φορά για να αποχαιρετήσει. Γενικά, δεν φαινόταν να πιστεύει στην πιθανότητα μιας συνάντησης μεταξύ του αραβικού κόσμου και της Δύσης. θεωρούσε το υβρίδιο που προέκυψε από τη «συνάντησή» τους τερατούργημα.

Έτσι, η αποστολή του Σεφέρη στη Βηρυτό έφτασε στο τέλος της, μαζί με τα σημειωματάριά του από την Εγγύς Ανατολή. Ως οξυδερκής παρατηρήτρια, η Μαρία Αθανασοπούλου σημειώνει, και δεν είναι η μόνη που κάνει αυτή την παρατήρηση, ότι η αραβική περίοδος του Σεφέρη χαρακτηρίζεται από ένα «κενό» το οποίο, κατά τη γνώμη της, παραμένει ανεξήγητο. Οι Εβραίοι δεν εμφανίζονται πουθενά στα Σημειωματάρια της Βηρυτού του Σεφέρη.

« Σίγουρα, η Ιερουσαλήμ εξακολουθεί να εμπίπτει διοικητικά στο Βασίλειο της Ιορδανίας και όχι στο μικροσκοπικό κράτος του Ισραήλ. Αλλά και εδώ, η απουσία του εβραϊκού πληθυσμού σε όλο το χειρόγραφο του Σεφέρη είναι ανησυχητική. Ο Σεφέρης αναφέρει μόνο μία φορά, το 1954, ότι επισκέφθηκε την Ιεριχώ, ένα μέρος που αναφέρεται στην Παλαιά Διαθήκη. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι οι αναφορές στην Παλαιά Διαθήκη και εκείνες που εμφανίζονται στην περιγραφή των τόπων που επισκέφθηκαν στη Γαλιλαία και την Ιουδαία αποτελούν μια μορφή έμμεσης αναγνώρισης των εβραϊκών ισχυρισμών στην περιοχή - αλλά αυτό είναι όλο .»

Γάτα στην πανεπιστημιούπολη στη Βηρυτό, 2026.

 Φωτογραφία: Tamara Saade« Αυτή η σιωπή πιθανότατα συνδέεται με την μη αναγνώριση του Κράτους του Ισραήλ από την ελληνική κυβέρνηση μέχρι πολύ πρόσφατα ». Βεβαίως, λίγο μετά τη δημιουργία του εβραϊκού κράτους το 1948, η Ελλάδα χορήγησε de facto αναγνώριση, αλλά οι σχέσεις παρέμειναν ελάχιστες για δεκαετίες. Μόλις το 1990 η κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη - πατέρα του Έλληνα πρωθυπουργού της περιόδου 2019-2026, Κυριάκου Μητσοτάκη - προχώρησε σε πλήρη διπλωματική αναγνώριση του Κράτους του Ισραήλ, συμπεριλαμβανομένης της ανταλλαγής πρεσβευτών.

Τελικά, ο Σεφέρης δεν ήταν πολύ μακριά από το στόχο. Ενώ οι βρετανικές βάσεις στην Κύπρο εξακολουθούν να λειτουργούν, και παρόλο που η Μεσοποταμία σίγουρα δεν είναι αυτό που ήταν κάποτε, η Περσία δεν θα εξαφανιστεί εντελώς, κάθε άλλο. Οι σεΐχηδες είναι σίγουρα ακόμα οι σύγχρονοι βαρόνοι, αλλά η Βαγδάτη ήταν τότε φυλακή για τους Ρωμαίους, αλλά όχι μόνο για αυτούς.

Στο Αιγαίο Πέλαγος, καλοκαίρι του 1955. Φωτογραφία του Γιώργου Σεφέρη. Αρχείο Γενναδίου στην Αθήνα


Το ταξίδι του Σεφέρη τελείωσε. « Κυριακή βράδυ, 8 Ιουλίου 1956. Βηρυτός. Επιστρέψαμε την Παρασκευή το πρωί. Σήμερα το πρωί, προσπάθησα να γράψω μερικές λέξεις. Είναι απίστευτο πόσο καταπιεστικό είναι αυτό το κλίμα. Νομίζω ότι θα προτιμούσα τον καύσωνα της Βαγδάτης. Χαίρομαι που αφήνω όλα αυτά πίσω. Αρκετά. Ωστόσο, θα ήθελα να έχω λίγο χρόνο στην Αθήνα, λίγο χρόνο για να γράψω. Είμαι μακριά από την πατρίδα μου από τον Ιανουάριο του 1948. »

Η Ανατολή... η οποία πάντα περιγράφεται ως «περίπλοκη». Σταυροφόροι, Βενετοί, Τούρκοι, Άγγλοι... Αμερικανοί. Είναι αδιανόητο πόσο πιστοί παρέμειναν στον εαυτό τους και πώς οι διάφοροι αφέντες τελικά έσβησαν.

ΠΗΓΗ: ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΛΗ, Greek City

ΜΙΑ ΥΠΕΝΘΥΜΙΣΗ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ ΜΑΣ:
Αυτό το ιστολόγιο βασίζεται στις δωρεές σας. Αν μπορείτε, παρακαλούμε υποστηρίξτε μας. Σας ευχαριστούμε!

Γάτα στην πανεπιστημιούπολη στη Βηρυτό, 2026. Φωτογραφία: Tamara Saade


* Φωτογραφία εξωφύλλου: Γάτα στη Βηρυτό, 2018


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου