Articles by "Γιαννακόπουλος"

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιαννακόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Επισημαίνει ο Δημήτρης Α. Γιαννακόπουλος *

Με κομψές εξισώσεις επιχειρήθηκε στο χθεσινοβραδινό Eurogroup να διασκεδαστεί το αδιέξοδο της Ελλάδας, εξαιτίας της απολύτως εσφαλμένης οικονομικής φιλοσοφίας των «προγραμμάτων διάσωσης» (μνημονίων) που υιοθετήθηκαν, νομοθετήθηκαν και εφαρμόζονται κουτσά-στραβά στην πράξη.

Η συμφωνία στο Eurogroup, για το τέλος του προγράμματος (: για το τέλος των μνημονίων) αποτελεί στην ουσία την επιτομή ενός νέου μνημονίου χωρίς πρόσθετη χρηματοδότηση από τον λεγόμενο επίσημο τομέα. Με περαιτέρω παράταση της περιόδου χάριτος για τα δάνεια του EFSF κατά 10 χρόνια και επιμήκυνση της μέσης διάρκειας λήξης τους επίσης για 10 χρόνια, όπως και με την πρόβλεψη για χρησιμοποίηση της τελευταίας δόσης για την δόμηση ενός «μαξιλαριού ρευστότητας» για κάτι περισσότερο από έναν χρόνο, επιχειρείται να απαντηθεί μαθηματικώς η ανάγκη για νέα δάνεια, για την εξυπηρέτηση των προηγούμενων.

Δηλαδή, αντί για νέα δάνεια, προτάχθηκε μια οριακή ρύθμιση του χρέους, ώστε αυτό να εμφανίζεται θεωρητικώς και βραχυχρονίως «βιώσιμο». Μακροπρόθεσμα είναι προφανές πως ούτε αυτό επιτυγχάνεται, όπως με σαφήνεια διαπιστώνει και δηλώνει το ΔΝΤ, το οποίο συνεχίζει να είναι τεχνικός σύμβουλος στο νέο πρόγραμμα που δεν αποκαλείται πλέον έτσι, ενώ είναι ασφαλώς έτσι, θεσπίζοντας ανελαστικές δεσμεύσεις σε ο, τι αφορά στα χρηματοοικονομικά, δημοσιονομικά και στο κοινωνικό μοντέλο, όπως και συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα.

Με την έννοια αυτή και καθώς ελληνική κυβέρνηση και δανειστές αγωνίζονται τα τελευταία χρόνια να μεταβάλλουν την πραγματικότητα που διαμορφώνει η στρατηγική τους στα ελληνικά πράγματα, αλλάζοντας τις λέξεις, αυτό το νέο πρόγραμμα πολλαπλών φάσεων θα μπορούσε κανείς να το ονομάσει «Νέο Πρότζεκτ» για την Ελλάδα. Όχι, λοιπόν, νέο πρόγραμμα αλλά νέο πρότζεκτ. Όχι νέα Μνημόνια, αλλά αυξημένη επιτήρηση για την διατήρηση των μνημονιακών προνοιών, για την επέκτασή τους και για την πιθανή θέσπιση νέων μέτρων στο πλαίσιο του αυτόματου μηχανισμού διόρθωσης των αποκλίσεων από τις κομψές εξισώσεις που «επικύρωσε» το Eurogroup.

Τι σημαίνει αυτό πολιτικά; Πως η εμφανιζόμενη ως «βιωσιμότητα του χρέους» με συνέχιση της λιτότητας και με, στην ουσία, αντιαναπτυξιακό προφίλ, προδηλώνει όχι απλώς για την επόμενη δεκαετία, αλλά μάλλον για πολύ περισσότερα χρόνια, ένα περιβάλλον «αβίωτης ζωής» στην πατρίδα μας.

Τώρα, αν κάποιος θεωρεί ότι αυτό αποτελεί επιτυχία της κυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα, διαμορφώνοντας επιπρόσθετα το κλίμα και τις αντικειμενικές συνθήκες για προσέλκυση επενδύσεων για τις οποίες διψά η ελληνική οικονομία, είναι ασφαλώς δικαίωμά του! Μόνον μετά από οκτώ χρόνια εμπειρίας πάνω σε αυτήν την ίδια «φιλοσοφία» για την προσαρμογή της Ελλάδας στην Ευρωζώνη, απαιτείται πολύ μεγάλη δόση αυταπάτης και υπέρβασης της πραγματικότητας για να εκφράσει κανείς μία τέτοια αισιοδοξία.

Ας μην είμαστε μίζεροι, ωστόσο! Με κριτήριο το ότι η Ελλάδα αποτελεί ένα αυθεντικό μετανεωτερικό φαινόμενο «αποικίας χρέους» και έτσι θα παραμείνει μέχρις ότου εξοφλήσει τουλάχιστον τα δύο τρίτα των δανείων που έχει λάβει από τον λεγόμενο επίσημο τομέα της Ευρωζώνης, θα πρέπει να είμαστε… ικανοποιημένοι! Πάντα θεωρητικά και για τον επόμενο ενάμιση χρόνο, η πιθανότητα νέας πτώχευσης, ασύντακτης αυτή τη φορά, αποκλείεται. Άρα, στις επόμενες εκλογές το δίλημμα δεν θα είναι – και αυτή τη φορά – «πάση θυσία στο ευρώ» ή «δραχμή». Το νέο δίλημμα θα είναι «ποιος μπορεί να διασφαλίσει τους όρους και τις προϋποθέσεις του Νέου Πρότζεκτ προσαρμογής της Ελλάδας, για να μην γίνει ξανά επίκαιρη η συζήτηση για την δραχμή».

Σε τι διαφέρει αυτό από το παλαιότερο απειλητικό και ταυτόχρονα λυτρωτικό αφήγημα στο οποίο στηρίχθηκαν όλες ανεξαιρέτως οι κυβερνήσεις της κρίσης μέχρι σήμερα; Στην πραγματικότητα σε τίποτε, αν και τώρα πια υπεισέρχεται μεγαλύτερος βαθμός δημιουργικής ασάφειας! Και μάλιστα με την πρωτοτυπία που αποτελεί κορυφαία πολιτική παραδοξότητα στον καιρό μας: όσο οι αριθμητικές απεικονίσεις και οι συναρτήσεις εμφανίζονται σαφέστερες, τόσο η ζωή στην Ελλάδα μέλλεται ασαφέστερη! Με άλλα λόγια, το Νέο Πρότζεκτ για την Ελλάδα μεγεθύνει την ανασφάλεια στη χώρα.

Ενισχύει ή αποδυναμώνει τη σταθερότητα αυτό; Κατά ένα παράδοξο τρόπο και υπό τις αντικειμενικές συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί στο πολιτικό σύστημα, την ενισχύει, αν και με όρους αμιγώς γεωοικονομικούς και γεωπολιτικούς την αποδυναμώνει.


Επισημαίνει ο Δημήτρης Α. Γιαννακόπουλος *

Καλές οι λαϊκές παροιμίες, κατανοητά τα στερεότυπα για τον σχηματισμό αναφερόμενης ταυτότητας και την δόμηση προπαγάνδας, αλλά με αυτά δεν κάνεις επιστήμη, ούτε διπλωματία και εξωτερική ή άλλη πολιτική. Κάνεις, ωστόσο, μια μορφή δημοσιογραφίας, η οποία καμιά σχέση δεν έχει με εκείνη που αποσκοπεί στον σχηματισμό ενός προοδευτικού, κριτικού γνωστικού μοντέλου (cognitive model) για τον αποδέκτη. 

Θα έλεγα, αναγνώστη μου, γενικά πως για να σκέφτεται και ενεργεί κάποιος  ώριμα και σοβαρά πρέπει να αναζητεί διαρκώς το φαινομενικά παράδοξο ως προς το στερεότυπο / στερεότυπα που ορίζει / ορίζουν την ίδια την δική του αντιληπτική δομή. Η ζωή - όπως ασφαλώς και η ιστορία -  εξελίσσεται μέσω μιας διαδικασίας ανατροπής επαναλαμβανόμενων στερεοτύπων.

Η ζωή υπάρχει για να διαψεύδει γενικευμένες προκαταλήψεις που θεωρούνται αλήθειες, οι οποίες εμφανίζονται να αποκρυσταλλώνουν την λαϊκή σοφία. Το πραγματικά σοφό είναι να χαράζεις την πολιτική και την στρατηγική σου λαμβάνοντας υπόψιν πως κάθε κρίση αφορά στην διάψευση / ανατροπή στερεοτύπων: αυτών που θεωρείς δεδομένες (εμπειρικές) αλήθειες. Το παράδοξο «γράφει» ιστορία… το «σκύλος που γαυγίζει δεν δαγκώνει» γράφει παραμύθια και κατατείνει στην παραμυθία! Πρόκειται απλώς για νομιμοποιητικές, καθησυχαστικές ή κατευναστικές αφηγήσεις που ενισχύουν ψευδαισθήσεις. Η διαδικασία αυτή είναι που φέρνει την κρίση πιο κοντά, ενώ φαίνεται να αποσκοπεί στην απομάκρυνσή της ή απλώς στην διασκέδασή της. 

Ο τρόπος που η ελληνική κυβέρνηση αντιμετωπίζει τη σημερινή διπλωματική (τουλάχιστον) κρίση με την Τουρκία, είναι απολύτως απατηλός και άκρως επικίνδυνος. Γίνονται όλα με λάθος τρόπο, σε τέτοιο βαθμό που να απορεί κανείς αν κυβερνά η ηλιθιότητα ή η σκοπιμότητα δημιουργίας μείζονος κρίσης στα ελληνοτουρκικά (και) στην Ελλάδα! Καθώς στην Τουρκία των πολλαπλών αναθεωρήσεων και της «συντεταγμένης αστάθειας» δεν υπάρχει καμία αμφιβολία πως κυβερνά πλέον ο τυχοδιωκτισμός. Καθόλου αβάσιμος, καθόλου έξω από την εξέλιξη των διεθνών πολιτικών, καθόλου παλαβός….αλλά πάντως τυχοδιωκτισμός, ως παράγωγο μιας σοβαρής κρίσης ηγεσίας, ηγεμονίας, δομών και θεσμών της σύγχρονης παγκοσμιοποίησης και του διεθνούς συστήματος ασφαλείας.   

Στο ζήτημα των ελληνοτουρκικών έχω σαφή άποψη την οποία εξέφρασα αρκετές φορές μέσω των δικτυακών μου σημειωμάτων. Πρότεινα εγκαίρως έναν (νέο) μηχανισμό (: μη-πολέμου) αποκλιμάκωσης της αυξανόμενης προστριβής μεταξύ των δύο χωρών και κυβερνήσεων, παράλληλα με μια μεθοδολογία επαναπροσέγγισης. Έγιναν τα αντίθετα, και σε ό, τι αφορά στο θέμα των οκτώ τούρκων αξιωματικών, κυριολεκτικώς ακατανόητα πράγματα από ελληνικής πλευράς, τα οποία αποτελούν σαφή πρόκληση προς τον ίδιο τον Ερντογάν. Ήταν εύκολο και απλό καί τους αξιωματικούς να μην παραδώσεις καί τις σχέσεις σου με την τουρκική ηγεσία να μην χαλάσεις, με κατάλληλους διοικητικούς και δικαστικούς χειρισμούς και διαφορετικό timing, που δεν θα εμφάνιζε τίποτε ως τελεσίδικο. Έγινε και ως προς αυτό το αντίθετο από αυτό που θα περίμενε ένας λογικός άνθρωπος που πιστεύει αυτά που ακούει από την κυβερνητική πλευρά της Ελλάδας. Γιατί άραγε;


Γιατί η ελληνική κυβέρνηση δεν έκανε τίποτε - ή μάλλον έπραξε τα αντίθετα - για να μην εγκλωβιστεί και σε αυτό το ζήτημα με την Τουρκία;  Είναι, επειδή την έπεισαν υπερφίαλοι εθνικιστές/τουρκοφάγοι πως «σκύλος που γαυγίζει δεν δαγκώνει», ή μήπως επιχειρεί να επωφεληθεί και η ίδια, εξίσου τυχοδιωκτικώς με την τουρκική ηγεσία, από μια πολεμική ατμόσφαιρα μεταξύ των δύο χωρών που θα μπορούσε ταχύτατα να μεταβληθεί σε πολεμική σύγκρουση;  Ειλικρινά δεν γνωρίζω και απορώ! Το μόνο βέβαιο είναι πως αν στηρίζονται στο «σκύλος που γαυγίζει δεν δαγκώνει» θα είναι σίγουρη εθνική τραγωδία, καθώς ο σκύλος που γαβγίζει κάποια φορά μπορεί και να δαγκώσει! Το γνωρίζουμε τόσο οι «συμβιούντες» με σκυλιά, όσο και οι «συμβιούντες» με το πολιτικό φαινόμενο των κρίσεων και την ιστορία… 



Άσχημο πράγμα η ποδοσφαιρική αντίληψη της πολιτικής! Δυστυχώς, ωστόσο, κατάντησε συνηθισμένο πράγμα. Η πολιτική ως εξουσία, παιδαγωγική και δημοκρατική νομιμοποίηση εμφανίζεται σαν μπάλα στα πόδια των παιχτών της κυβέρνησης, οι οποίοι επιχειρούν να ντριμπλάρουν τους πολιτικούς τους αντιπάλους και να βάλουν γκολ στην εστία τους. Κάτι αντίστοιχο επιχειρεί και η αντιπολίτευση. Με τα αυτογκόλ να μην αποκλείονται μετά από κάθε τέτοια προσπάθεια. Τουναντίον είναι μάλλον συχνό φαινόμενο. Η πιθανότερη μάλιστα κατάληξη στις μέρες μας, στην Ελλάδα.

Ναι, αλλά που είναι σήμερα η μπάλα; Βλέπεις την μπάλα; Το γήπεδο είναι σαφές, μάλλον ευδιάκριτοι και οι παίκτες μέσα σε αυτό και λίγο-πολύ γνωστές ή αναμενόμενες οι θέσεις τους, αλλά η μπάλα μοιάζει εξαφανισμένη. Πού πήγε η μπάλα; Τι απέγινε η μπάλα; Αναρωτιέται η εξέδρα, που δεν ταυτίζεται με τα ιδιοτελή συμφέροντα της θύρας των οπαδών. Οι τελευταίοι έχουν ασφαλώς σοβαρούς-υπαρξιακούς λόγους να φαντάζονται την μπάλα διαρκώς στα ικανά πόδια των δικών τους παιχτών και πολύ συχνά στα δίχτυα της εστίας των αντιπάλων! Αλλά οι υπόλοιποι δυσκολεύονται πολύ στην υπέρβαση της πραγματικότητας, επειδή νοιώθουν πλέον δυσανάλογα υψηλό το κόστος του εισιτηρίου που πληρώνουν για να παρακολουθήσουν έναν αγώνα με «αόρατη» μπάλα! Αλίμονο να απαιτεί δημιουργική ασάφεια για να … καταλάβεις πού βρίσκεται το άτιμο το τόπι, συλλογίζονται και εγκαταλείπουν απογοητευμένοι την εξέδρα! 

Μα, πώς φτάσαμε στο σημείο αυτό; Μέσω της επικοινωνιακής τεχνικής διαίρεσης της μπάλας και στη συνέχεια κατασκευής από αυτήν πολλών μικρών μπαλάκιων. Έτσι τώρα η κυβέρνηση μπορεί να ισχυρίζεται πως το ένα μπαλάκι το έχει πετάξει στο ΔΝΤ, το άλλο στους ευρωπαίους δανειστές, το τρίτο στον Ερντογάν, το τέταρτο στην κυβέρνηση της ΠΓΔΜ, το πέμπτο στον Μητσοτάκη, το έκτο στο γηπεδάκι Γεννηματά-Θεοδωράκη και ασφαλώς το έβδομο στην ανεξάρτητη δικαιοσύνη!
Ορίστε, τι έγινε με την μπάλα! Η μπάλα έγινε επικοινωνιακώς μπαλάκια, τα οποία έχουν πεταχτεί εντέχνως ή απολύτως άτσαλα σε άλλων γηπεδάκια με αποτέλεσμα να είναι ελεύθερα τα ποδαράκια των παικτών της κυβέρνησης να κλωτσούν τον αέρα στο πραγματικό γήπεδο της πολιτικής στην Ελλάδα και να πανηγυρίζουν κάθε λίγο και λιγάκι το γκολ που δήθεν έβαλαν στην εστία του ενός ή του άλλου αντιπάλου που οι ίδιοι επιλέγουν για την συγκεκριμένη περίσταση.

Κάπως έτσι, μια κουτοπόνηρη επικοινωνιακή τακτική κατέληξε να αποτελεί καταστροφική πολιτική κουλτούρα για την ίδια την κυβέρνηση. Έμαθαν οι παίχτες να πετάνε αλλού το μπαλάκι, δηλαδή την ευθύνη και την πρωτοβουλία που θα έπρεπε να διατηρούν οι ίδιοι για να έχουν πιθανότητα να βάλουν γκολ στην πραγματικότητα. Τώρα, έτσι όπως έστρωσαν το παιχνίδι, απλώς μοιράζεται η ευθύνη κάθε αποτυχίας ή πολιτικής αδυναμίας σε άλλους, ενώ η όποια επιτυχία των άλλων να υποστηρίξουν οτιδήποτε θα μπορούσε να εμφανιστεί συγκυριακά ως ωφέλιμο για τον λαό, την αγορά και το εθνικό συμφέρον, παρουσιάζεται ως επιτυχία της ίδιας της κυβέρνησης.

Με άλλα λόγια, η νέα πολιτική κουλτούρα που σχηματίζεται στην Ελλάδα συνδέεται ευθέως με την ικανότητα του κυβερνητικού παράγοντα να κατατεμαχίζει έξυπνα την μπάλα και να πετάει τα μπαλάκια που προκύπτουν από αυτήν σε άλλους. Έτσι, μόνον αυτοί οι άλλοι μπορούν να χάσουν ή να κερδίσουν σε ένα αγώνα με άλλους, με την κυβέρνηση να περιμένει το αποτέλεσμα, το οποίο όποιο και αν είναι θα εμφανισθεί με «θετικό πρόσημο» για την κυβέρνηση. Δηλαδή, για να κατασκευάσεις ένα  κυβερνητικό «success story» τη σήμερον αρκεί να πετάς διαρκώς το μπαλάκι σε άλλους και εν ανάγκη στην …εξέδρα! Το τελευταίο έπραξαν και οι σοσιαλδημοκράτες στην Ευρώπη, ήδη από το 1990, για να καταλήξουμε σήμερα στη θέση τους να ανατέλλουν εθνικοσοσιαλιστές!... 


Κακό πράγμα η ιδεολογία. Κακό και οι θρησκείες. Τα έλεγε και ο Μαρξ. Υπάρχει όμως και κάτι χειρότερο για τον άνθρωπο και την ανθρωπότητα: Η ιδεοψυχαναγκαστική αγορά ως βάση της οντολογίας και λειτουργίας του (παγκόσμιου) νεοφιλελευθερισμού.  

Τι είναι αυτό; Μια διαρκής, αγχώδης διαταραχή που παγιδεύει τον άνθρωπο και ασφαλώς τον πολιτικό και οικονομικό παράγοντα σε ένα πλέγμα επαναληπτικών σκέψεων (: με την μορφή των obsessions) και συμπεριφορών (: με την μορφή των compulsions) περί σωτηρίας, επιβίωσης ή κέρδους, αποδοχής και ανάπτυξης σε έναν κοινωνικό χώρο ή παγκοσμίως, με μέσα / γλώσσα και όρους αγοράς.

Η ιδεοψυχαναγκαστική αγορά είναι η κύρια αιτία της απορρύθμισης της οικονομίας, των κοινωνικών και παραγωγικών σχέσεων, των «προσωπικών» μας σχέσεων, της πολιτικής διαδικασίας και των θεσμών, όπως και αυτής καθ’ εαυτής της γλώσσας μας. Πρόκειται για μια παθολογική κατάσταση που οδηγεί σε αγχωτικές συμπεριφορές, που, αν και δίχως νόημα ακόμη και για τον ίδιο τον πάσχοντα, προκαλούν μεγάλη δυσφορία και αλλοπρόσαλλες κινήσεις πανικού, κυρίως εναντίον της πολιτικής, της δημοκρατίας, των κανόνων και του ίδιου του κράτους και των κεντρικών του θεσμών ή υπερκρατικών οντοτήτων (πχ ΕΕ). 

Η ιδεοψυχαναγκαστική αγορά, αναγνώστη μου, είναι το σύγχρονο φαινόμενο που οδήγησε στην οικονομική και θεσμική κατάρρευση της Ελλάδας, ενώ σήμερα απειλεί με κάτι αντίστοιχο την Ιταλία, προκαλώντας πολυδιάστατη κρίση στις παγκόσμιες αγορές και στο πολιτικό οικοδόμημα της ΕΕ, αφού πρώτα παγίδεψε σε ναρκοπέδιο την δημοκρατία στην ίδια την Ιταλία. Εδώ πλέον η δημοκρατία παύει να έχει νόημα, στο βαθμό που μια πολιτική ηγεσία τολμήσει να αμφισβητήσει την υπερεξουσία του οικονομικού παράγοντα και των πολιτικών δυνάμεων που υπηρετούν πειθήνια και με αυτοματισμό / αυτονοήτως αυτόν τον παράγοντα.

Με άλλα λόγια, οι κρίσεις πλέον στον καπιταλισμό παύουν να αναπαρίστανται και να αντιμετωπίζονται, όπως τον προηγούμενο αιώνα, στο πλαίσιο της οικονομίας, αλλά μεταφέρονται με δραματικό τρόπο στο αμιγώς πολιτικό πεδίο, καταστρέφοντας όχι απλώς τις παραγωγικές σχέσεις και την «δημοκρατία στην πράξη», αλλά την ίδια την θεσμική-δημοκρατική κανονικότητα των χωρών που πλήττονται από την κρίση. Οι σοβαρές «διορθώσεις» στην οικονομία, προκαλούν αυτομάτως δραματικές αποδιαρθρώσεις στην δημοκρατική οργάνωση, ενώ αποδομούν τον δημοκρατικό μύθο, ανοίγοντας διάπλατα την πόρτα στον φασισμό, τον οποίο  σήμερα ολοένα και περισσότεροι αποκαλούν εθνολαϊκισμό.

Τελικά τι συμβαίνει εδώ; Οι αγορές αποφασίζουν, ενώ οι δημοκρατίες υπάρχουν για να νομιμοποιούν απλώς τις αγορές; Ακριβώς, αλλά ποιες είναι αυτές οι περίφημες αγορές; Είναι το πεδίο διαμόρφωσης της ζήτησης και προσφοράς κεφαλαίου, ανθρώπων /εργαζομένων, μηχανών, προϊόντων και υπηρεσιών;  Όχι, είναι κάτι πολύ περισσότερο. Πρόκειται για μια κουλτούρα που προσπαθεί με ψυχαναγκαστικό τρόπο να εξουδετερώσει το πολιτικό-δημοκρατικό στοιχείο στις αποφάσεις. Ακόμη και αν οι αποφάσεις αυτές θα μπορούσαν να ευνοήσουν ή ευνοούν αντικειμενικά την ανάπτυξη συγκεκριμένων αγορών και την κερδοφορία συγκεκριμένων επιχειρήσεων!

Δεν είναι τρελό; Δεν είναι σκέτος παραλογισμός; Είναι η ιδεοψυχαναγκαστική αγορά, φίλε μου! Είναι η παθολογία του νεοφιλελευθερισμού, ο οποίος απορρυθμίζει τις δημοκρατίες της εποχής μας για να καταλήξουν σε μια νέα μορφή φασισμού, που διατηρεί τα βασικά οντολογικά χαρακτηριστικά του φασισμού του προηγούμενου αιώνα. Εδώ πλέον οι αντιφάσεις μεταξύ φιλελευθερισμού και φασισμού καταλύονται από ένα ανώτερο επίπεδο αλήθειας, το οποίο αναπαρίσταται μέσω των… επιτοκίων δανεισμού! Δεν αστειεύομαι. Αυτή είναι η σύγχρονη διαλεκτική των αγορών σε σχέση με την δημοκρατική, θεσμική κανονικότητα και τον πολιτικό φιλελευθερισμό.

Μια διαλεκτική του απολιτικού. Μια κουλτούρα όπου το «σωστό» και «άξιο» είναι το φαινομενικά επικερδές και συμφέρον στη συγκυρία. Μια γλώσσα χωρίς πολιτικούς κανόνες. Μια οικονομία, ασφαλώς, χωρίς πολιτικούς κανόνες. Ένας θρίαμβος της ανυπότακτης αγοράς, που διαλέγεται αρμονικά με τον φασισμό. Ένας ολοκληρωτικός καπιταλισμός που με τον μόνον που θα μπορούσε να «συνδιαλογισθεί» είναι ο πολιτικός ολοκληρωτισμός. Ο ενδιάμεσος χώρος εξαφανίζεται. Μα, το περίφημο πολιτικό κέντρο δεν είναι αυτό που σήμερα εμφανίζεται να αντιστέκεται στον δεξιό - και στον αριστερό φυσικά - ολοκληρωτισμό; Ιδεατά, παραδοσιακά! Στην πραγματικότητα εξαφανίζεται και κατατεμαχίζεται μεταξύ της ιδεοψυχαναγκαστικής αγοράς και του ιδεοψυχαναγκαστικού εθνικισμού.

Και μέσα σε αυτή την «τρέλα» όλα είναι σωστά και όλοι είναι σωστοί, αν δεν είναι λάθος. Και λάθος είναι - ή λάθος είσαι - αν τολμήσεις να κρίνεις τον  ιδεοψυχαναγκασμό στην γλώσσα και στην γενικότερη στάση και συμπεριφορά των «ανθρώπων της αγοράς», όπως αντίστοιχα των «ανθρώπων του εθνικισμού». Ο ιδεοψυχαναγκασμός δεν είναι πλέον πάθηση και κοινωνική παθολογία - και μην ακούς τι γράφω! Είναι Μόδα. Η Μόδα που καταλύει την ιστορία και φτύνει κατάμουτρα την αρχαιολογία και γενεαλογία της γνώσης. 



Διάβασα την ανάρτηση του Γιάννη Βαρουφάκη με την οποία ασκεί κριτική στην εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης, προτείνοντας μια εντελώς διαφορετική προσέγγιση στα ελληνοτουρκικά. Πρόκειται για μια σοβαρή προσέγγιση για την ειρήνη και την ευημερία στην γεωπολιτική περιοχή μας που δυστυχώς δεν φαίνεται να εξετάζεται εξίσου σοβαρά από τα ελληνικά ΜΜΕ και τον πολιτικό κόσμο.

Με δυο λόγια ο ΓΒ προτείνει μια στρατηγική εκμετάλλευσης των υδρογονανθράκων της υποθαλάσσιας περιοχής μας, μέσω της δημιουργίας ενός ευρύτερου συνεταιρισμού Ελλάδας, Κύπρου, Τουρκίας, Λιβάνου, Ισραήλ, Αιγύπτου και Παλαιστινιακής Αρχής. Ενός συνεταιρισμού με σαφή προοδευτικά πολιτικά χαρακτηριστικά που στη συνέχεια θα διαμόρφωνε μια προοπτική ευρύτερης αλληλοκατανόησης και αλληλοενίσχυσης μεταξύ αυτών των χωρών, περιθωριοποιώντας τον τυχοδιωκτισμό, τους τυχοδιώκτες πολιτικούς και τον καταστροφικό-πρόστυχο εθνικισμό, που εν τέλει υποστηρίζει και ενισχύει την εξάρτηση από Μεγάλες Δυνάμεις και την πάκτωση στον ιμπεριαλισμό, στο όνομα μάλιστα του εθνικού συμφέροντος και της εθνικής κυριαρχίας!

Έτσι, ο ΓΒ μέσω της πρότασής του αυτής για την αναθεώρηση της εξωτερικής μας πολιτικής - που βρίσκεται σε απόλυτη αρμονία με τις απόψεις που διακονώ προσωπικώς εδώ και πολλά χρόνια, όπως ίσως ξέρεις αναγνώστη μου - κάνει ένα σημαντικό βήμα κάλυψης του μεθοδολογικού κενού της οικονομικής του θεωρίας. Περνά από τον κονστρουκτιβιστικό ρεαλισμό (constructivist realism) στον ρεαλιστικό κονστρουκτιβισμό (realist-constructivism), μιλώντας πλέον σαφώς την γλώσσα του προοδευτικού πραγματισμού. Δηλαδή, περνά από τον ρεαλισμό που θεωρεί τους κανόνες και τις ιδέες σαν αντικείμενα ανάλυσης, αγνοώντας, ωστόσο, τις αντικειμενικές σχέσεις ισχύος που τις διαμορφώνουν, στον ρεαλισμό που δεν επιχειρεί μέσω του κονστρουκτιβισμού να υπερβεί το ζήτημα της ισχύος (power in world politics ή Machttheori). Και έτσι καλύπτεται μάλλον ικανοποιητικά, μέσω αυτής της αντίληψης των διεθνών σχέσεων και διεθνών πολιτικών, η «ουτοπία» που χαρακτήριζε σε κάποιο βαθμό και μέχρι σήμερα το οικονομικό-γνωστικό σύστημα του Βαρουφάκη.

Είναι σίγουρα απλοϊκό αυτό που ισχυρίζομαι, αλλά δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά στο πλαίσιο αυτού του σημειώματος: Ο Βαρουφάκης τολμά να απαντήσει με ρεαλισμό στο αλληλοδραστικό, εξουσιαστικό πρόβλημα μιας περιοχής που βιώνει την εμπειρία σύγχρονων διενέξεων και συγκρούσεων σαν ιστορική φάρσα. Και κάνει καλά. Είναι αντιιμπεριαλιστική και προοδευτική αυτή η προσέγγιση, χωρίς να εντάσσεται (σε) ή να υπαινίσσεται μια μεγάλη αλήθεια ή κάποια θεωρία στις διεθνείς σχέσεις που έρχεται -δήθεν - να επιλύσει ιδεαλιστικά το ζήτημα των διενέξεων. Αποτελεί απλώς μια προσγειωμένη άποψη ειρήνης και προοδευτικής συνύπαρξης των λαών της περιοχής, λαμβάνοντας υπόψιν τον αναμεταξύ τους ανταγωνισμό.

Με αυτή την έννοια συμφωνώ απολύτως με τον κύριο Βαρουφάκη, την πατριωτική στάση του οποίου δεν θα έπρεπε κανείς Έλληνας να αμφισβητεί, ούτε φυσικά ο ίδιος να πασχίζει να «αποδείξει». Αυτό τουλάχιστον …το απέδειξε όσο κανείς άλλος πολιτικός την μακρά περίοδο της κρίσης.




Επισημαίνει ο Δημήτρης Α. Γιαννακόπουλος *

Δεν σου άρεσε η ξύλινη γλώσσα της αριστεράς! Ούτε σε εμένα. Και να πού καταντήσαμε: τα παιδιά της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ να εγκαταλείπουν τις βαρύγδουπες κουβέντες για να περιγράψουν το τίποτα και να ταλαιπωρούν την κοινωνία με τιποτένιες κουβέντες για να κάνουν βαρύγδουπες δηλώσεις για το μέλλον της οικονομίας ή/και το μέλλον της κοινωνίας που ούτε καθαρό θα μπορούσε να είναι, ούτε σαφές κατά την περίφημη μεταμνημονιακή περίοδο η οποία δυστυχώς μέχρι αυτή την στιγμή δεν περιέχει τίποτε από κάποιο διαλογικό «μετά».

Και έτσι από την «καθαρή έξοδο» διολισθήσαμε σήμερα στο προεκλογικό «καθαρό σχέδιο για την έξοδο» [Αυγή] για να καταλήξουμε σε λίγες μέρες στα «καθαρά ψηφοδέλτια» που θα εκφράζουν στην πραγματικότητα την «έξοδο» του Άλλου (: του ΔΝΤ και των λεγόμενων επίσημων δανειστών) και όχι την δική μας από την πολιτική ακολουθία των μνημονίων. Η «Εξόδιος Ακολουθία» που θα υποκαταστήσει την κλασική αριστερή προεκλογική ρητορική του ΣΥΡΙΖΑ και που θα αφορά στα μνημόνια, στην πραγματικότητα απελευθερώνει την «ψυχή» αυτών που τα επέλεξαν ως μηχανισμό συμμόρφωσης, υποτίμησης και μακροοικονομικής διόρθωσης, ενώ σκλαβώνει την «ψυχή» και υποτάσσει το πνεύμα του Έλληνα νομοθέτη για πάντα! Στο ορατό μέλλον, αγαπητέ αναγνώστη.

Γελούσες με την δημιουργική ασάφεια των λακανιστών! Εγώ δεν γελούσα ακριβώς, αλλά πάσχιζα να εξηγήσω την πολιτικότητα αυτής της ιδέας, που αποσκοπεί αποκλειστικά στην καλλιέργεια δημιουργικής ταυτότητας μέσα σε έναν θεωρούμενο ως ενιαίο κόσμο: την ανθρωπότητα. Δεν εννοούσα, ασφαλώς, ο δόλιος πως η «δημιουργική ασάφεια» θα έπαιρνε την σουρεαλιστική μορφή: Και τώρα παιδιά που μάθαμε για την αράχνη, πώς σας φαίνεται το μυρμήγκι! Τι λέτε, βάζουμε κάτω από το μικροσκόπιο το μυρμήγκι για να μιλήσουμε για την αράχνη; Ουάου, έτσι αναπτύσσεται σήμερα η γνώση σε ένα μεταδιαλογικό περιβάλλον!

Πόσες μαλακίες, άραγε, αντέχει να ακούει και να διαβάζει ένας άνθρωπος καθημερινά; Με δεδομένο ότι το ασυνείδητο είναι δομημένο όπως μια γλώσσα και αυτό συνεπάγεται πως διέπεται από τους γλωσσικούς μηχανισμούς της μεταφοράς και της μετωνυμίας, αντιλαμβάνεσαι ίσως την σοβαρή διαταραχή όσων χρησιμοποιούν αυτή την «γλώσσα Τιραμόλα» για να νομιμοποιήσουν πολιτικά, δηλαδή εκλογικά, το εξουσιαστικό τους όνειρο, το οποίο αντιφάσκει σφόδρα με την αναφερόμενη πολιτική τους ταυτότητα – η οποία και αυτή έτσι αποκτά αναγκαστικά χαρακτηριστικά «Τιραμόλα».

Έτσι νομίζω εγώ, αλλά δεν είμαι καθόλου σίγουρος πλέον αν στο ασυνείδητο των σημερινών κυβερνώντων κυριαρχούν οι εκλογές ως σημαίνον ή σημαινόμενο. Βλέπεις, προχθές στο τραπέζι η γυναίκα μου με προβλημάτισε ιδιαίτερα αναφερόμενη σε κάτι που παραβλέπω και δεν θέλω να πιστέψω. Στην πολιτική ιδιοσυγκρασία των κυβερνώντων, όπου το ασυνείδητο ως γλωσσικό σύστημα δεν περιέχει τους νόμους των εκλογών, αλλά αποκλειστικά τους νόμους (πολιτικής) κυριαρχίας του Εγώ με κάθε μέσο. Οι εκλογές είναι απλώς μια προοπτική, η άλλη είναι η αντίληψη της δικτατορίας … και ο λαός, αν δεν μας θέλει, θα βρει τρόπο να απαλλαγεί από εμάς, όπως μάθανε οι κυβερνώντες στο ΚΚΕ.

Αυτή την στιγμή η κυβέρνηση, με τη γλώσσα που χρησιμοποιεί η ίδια και μέσω της γλώσσας που δομούν τα ΜΜΕ τα οποία την εκφράζουν αμέσως ή εμμέσως, πασχίζει να διαμορφώσει μια συνείδηση του εαυτού της, η οποία δεν είναι δυνατή παρά μόνο σε αντίθεση με το Εσύ που αντιπροσωπεύει την έννοια του όχι-Εγώ. Με το Εσύ, δηλαδή το όχι-Εγώ, να αντιστοιχεί στο γλωσσικό σημείο «Μητσοτάκης», το οποίο, ωστόσο, παραπέμπει στο σημαινόμενο εκλογές!

Άρα, το όχι-Εγώ σημαίνει όχι-Εκλογές. Ναι, αλλά χωρίς εκλογές πώς θα συνεχίσουμε να αντιμετωπίζουμε το μυρμήγκι σαν αράχνη; Δεν γίνεται, εκτός αν μια νέα μορφή κράτους σε κτάσταση ανάγκης οδηγήσει να χρησιμοποιήσουμε ως σημαινόμενο το περιέχον των εκλογών αντί του περιεχομένου, όπως λέγοντας «κάτσε να πιούμε ένα ποτήρι».

Αυτό δεν μπορεί να το προσφέρει το «σκοπιανό», μπορεί όμως ο Ερντογάν! Το «σκοπιανό» σε πάει σε εκλογές, ο «Ερντογάν» σε μη-εκλογές, διασκεδάζοντας το ίδιο ακριβώς φαινόμενο: Την απελευθέρωση του μικροαστικού Εγώ, με πολιτικά μέσα - γλώσσα - μέσα σε ένα περιβάλλον λιτότητας και υποτέλειας. Αυτή η δραματική αντίφαση εκφράζει την σύγχρονη πολιτική παρακμή τόσο της κυβερνώσας αριστεράς στην πατρίδα μας, όσο και της δεξιάς που την ανταγωνίζεται με όρους εθνολαϊκισμού, δηλαδή φασισμού - για να μην καταντήσουμε και εμείς να μιλούμε τη γλώσσα της παρακμής.

Στο ασυνείδητο της «πρώτη φορά αριστερά», λοιπόν, μάλλον δεν υπάρχουν εκλογές, το Υπερεγώ της προφανώς δεν τις περιλαμβάνει και παραμένει μόνον η πιθανότητα να ενεργοποιηθούν μέσω του Εγώ, το οποίο, ωστόσο, φαλκιδεύεται από το σημαινόμενο «εκλογές-Μητσοτάκης». Κόλαση με την αράχνη που συμβαίνει να είναι μυρμήγκι! Και μόνον ο «Ερντογάν» θα μπορούσε να προσφέρει το σημαίνον που μοιάζει να αναζητεί ο κύριος Τσίπρας για μη-εκλογές.


Τι είναι το ευρωπαϊκό Game of Love; Ένα πολιτικό ριάλιτι σόου που διεξάγεται αυτή την περίοδο στα Βαλκάνια υπό το ΝΑΤΟ και την ενθάρρυνση (: ωραία λέξη) της ΕΕ, με μηχανισμό προσαρμογής, εναρμόνισης και έμπνευσης στις σχέσεις την αναθεωρημένη για την περίσταση «open method of coordination».

Ποιες είναι οι Μαριονέτες που λαμβάνουν μέρος σε αυτό το παιχνίδι, δίνοντας παράλληλα εξετάσεις ευρωπαϊκότητας; Οι σημερινοί ηγέτες των Βαλκανίων, συμπεριλαμβανομένου ασφαλώς του Έλληνα πρωθυπουργού, ο οποίος γνωρίζει καλά τι σημαίνει Μαριονέτα με αυτή την έννοια, καθώς ήταν αυτός που τον Μάιο του 2014 είχε αναπτύξει στην Μόσχα τη συγκεκριμένη «θεωρία» (Αλ. Τσίπρας: Η ευρωπαϊκή ηγεσία θέλει υποτελείς κυβερνήσεις), χαρακτηρίζοντας τον Αντ. Σαμαρά «μαριονέτα του κ. Μπαρόζο».

Στο πλαίσιο αυτού του παιγνίου (Game of Love)  θα πρέπει αναγνώστη μου να εντάξεις και εξετάσεις την διαδικασία επίλυσης του λεγόμενου «Σκοπιανού Ζητήματος», το οποίο μετονομάστηκε προσφάτως και κουτοπόνηρα σε «Μακεδονικό Ζήτημα», παραπέμποντας ψευδώς σε άλλες εποχές, σχέσεις και καταστάσεις αναθεώρησης του status quo της περιοχής. Κατά την απατηλή αυτή διαδικασία, μάλλον λογικό ακούγεται το όνομα «Δημοκρατία της Ίλιντεν Μακεδονίας» (Ilindenska Republika Makedonija), το οποίο εμφανίσθηκε να προτείνει αιφνιδιαστικά σε αυτήν την τελική φάση των διαπραγματεύσεων η ηγεσία της ΠΓΔΜ, με το Ilindenska απλώς να χαρακτηρίζει πολιτικώς και όχι ασφαλώς γεωγραφικώς ή αλλιώς την «Δημοκρατία της Μακεδονίας»!

Σε αυτόν τον εμφανιζόμενο ως διπλωματικό ελιγμό δεν φάνηκε να αντιδρά αυτόματα - όπως θα φανταζόταν οποιοσδήποτε λογικός, μη-μαριονέτα Έλληνας πολιτικός -  ο Έλληνας πρωθυπουργός, παρότι η προτεινόμενη ονομασία έχει πολιτικό σημαινόμενο που αφορά στην ενοποίηση μιας περιοχής η οποία περιλαμβάνει και ελληνικά εδάφη – μέχρι τις παρυφές του Ολύμπου! Είναι αυτό «επιτομή του αλυτρωτισμού», όπως δήλωσε ο κύριος Βενιζέλος; Όχι. Είναι, ωστόσο, σαφής υποδήλωση επεκτατισμού στη βάση μιας επαναστατικής ιδέας ολοκλήρωσης, με σημαίνουσα ιστορική αναφορά. Πρόκειται στην κυριολεξία για μια φάρσα της ιστορίας που σαν τέτοια έπρεπε αμέσως να απορριφθεί …. με γέλια! Το Ilindenska θα ενίσχυε πολιτικώς το «Δημοκρατία της Μακεδονίας» αντί να το (την) περιορίσει γεωγραφικώς ή/και ιστορικώς, εξασθενώντας την πολιτική και νομική του (της) διάσταση  - σήμερα και για το μέλλον. 

Δεν μετέβαλα άποψη. Διατηρώ την ίδια - που καθόλου δεν άρεσε στους υποστηρικτές των συλλαλητηρίων - πως το ζήτημα της τελικής ονομασίας της γείτονος, θα πρέπει να επιλυθεί στο πλαίσιο μιας οντολογίας που από την μια θα αποκηρύσσει τον αλυτρωτισμό, ενώ από την άλλη δεν θα προκαλεί πολιτική ή εμπορική σύγχυση μεταξύ του κράτους ΠΓΔΜ και της ελληνικής εθνικής / διοικητικής περιοχής της Μακεδονίας. H erga omnesονομασία «Δημοκρατία της Νέας Μακεδονίας» (Republika Nova Makedonija –  Republic of New Macedonia), με συντομογραφία:  Нова Македонија - Nova Makedonija (ΝΜK), διαθέτει αυτές τις ιδιότητες /αρετές και θα έπρεπε να ικανοποιεί οποιονδήποτε πολίτη στην ΠΓΔΜ ή στην Ελλάδα, ο οποίος δεν εμφορείται από την παθολογία εθνικιστικού πάθους ή εθνικιστικής φοβίας με στοιχεία μάλιστα εθνικιστικού σουρεαλισμού.

Αυτή είναι μια λογική και έντιμη πολιτικώς πρόταση, ως μέρος μιας συνολικής λύσης στο ζήτημα, που έχει ήδη συμφωνηθεί και που τελικά θα εμφανιστεί ξανά ως «τελικός συμβιβασμός», αφού ολοκληρωθούν τα παιχνίδια εντυπώσεων που αφορούν στις ηγεσίες των Μαριονετών, οι οποίες  εμφανίζονται τυπικώς να κυβερνούν την Ελλάδα και την ΠΓΔΜ αντιστοίχως.

Ιδού, γιατί δεν αντέδρασα αμέσως στο άκουσμα του παράδοξου και κουτοπόνηρου «Ilindenska Republika Makedonija». Θα ήμουν μάλλον αφελής, αν παρακολουθούσα τα επικοινωνιακά κόλπα που αποσκοπούν στην πολιτική νομιμοποίηση του «Δημοκρατία της Νέας Μακεδονίας», αφού προηγουμένως πειστούν όλοι ό, τι αυτό αποτελεί το «μικρότερο κακό» και ό, τι περιέχει το μικρότερο δυναμικό αποσταθεροποίησης, καπηλείας, παρεξήγησης και τριβών μεταξύ των δύο όμορων χωρών.

Πέραν αυτού, θα ήταν κάποιος ιδιαίτερα αφελής αν δεν έβλεπε πως το ζήτημα έχει λάβει πλέον σαφή χαρακτηριστικά προσαρμογής των Βαλκανίων στην ΕΕ και στο νέο δόγμα του ΝΑΤΟ και με αυτή την έννοια δεν παίρνει αναβολή. Η διοίκηση των ΗΠΑ και οι ηγεσίες των χωρών που διευθύνουν την ΕΕ πέτυχαν αυτήν την περίοδο να ενισχύσουν άμεσα ή έμμεσα (όπως για παράδειγμα στην Ελλάδα) κυβερνήσεις Μαριονετών, οι οποίες ως όρο εθνικής επιβίωσης και προόδου εμφανίζουν το αναμεταξύ τους φλερτ.

Καλά κάνουν, μόνον που το πράττουν ως Μαριονέτες και όχι ως πολιτικές οντότητες και προσωπικότητες που με την διαδικασία σύσφιξης των σχέσεών τους υπηρετούν υψηλές αξίες και ιδανικά. Τίποτε δεν υπηρετούν και δεν υπερασπίζονται έξω από τον ρόλο της Μαριονέτας. Αυτός και μόνον αυτός τους προκαλεί ασφάλεια και ευδοκίμηση. Αυτόν και μόνον γνωρίζουν, σε αντίθεση με παλαιότερες γενιές πολιτικών στα Βαλκάνια, τους οποίους τόσο αμετροεπώς αυτοί οι σημερινοί «performers της πολιτικής» αποκαλούσαν …. Μαριονέτες. Και μπορεί βαθύτερα να μην είχαν εντελώς άδικο τότε! Πράγματι, η μορφή εξάρτησης καθιστούσε και τους προηγούμενους εν τέλει Μαριονέτες. Όχι, ωστόσο, τόσο εμφατικά, εξόφθαλμα, αυθεντικά και αντιαισθητικά σαν τους σημερινούς!

Κάπως έτσι και το «σκοπιανό» επιλύεται στο πλαίσιο του Game of Love Μαριονετών των Βαλκανίων και όχι στο πλαίσιο μια σοβαρής, ακηδεμόνευτης πολιτικής οντολογίας που θα δημιουργούσε με αυθεντικό τρόπο στενούς δεσμούς φιλίας και συνεργασίας μεταξύ των βαλκανικών λαών και των πολιτικών ηγεσιών της περιοχής, ώστε από κοινού να ισχυροποιηθούν και να μειώσουν τον βαθμό χειραγώγησής τους από το ιμπεριαλιστικό κέντρο. ‘Έτσι, και μόνον έτσι, θα υπηρετείτο σε βάθος και μακροχρονίως καί η ειρήνη καί η δημοκρατία στην περιοχή και όχι όπως εξελίσσεται αυτό το άσχημο Game of Love εκ Μαριονετών σήμερα!



Σημειώνει ο Δημήτρης Α. Γιαννακόπουλος *

Το ξέρεις ίσως, αναγνώστη μου, πως θεωρώ την Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ μια από τις καλύτερες αφηγήτριες ιστορίας στον κόσμο και μια προσωπικότητα σκέτη απόλαυση. Είναι πηγή απολαυστικής γνώσης. Ένας όμορφος άνθρωπος. Ένας ποταμός ψυχής και πνεύματος ικανός να συμπαρασύρει στην ορμή του και τον πλέον ισχυρό βράχο που θα βρεθεί ο δυστυχής εμπόδιο στη ροή του.

Δεν έχει σημασία αν συμφωνείς ή δεν συμφωνείς με αυτά που λέει, σημασία έχει να εμπνευστείς από αυτά που διηγείται. Πάντα μέσα στην διήγησή της υπάρχει κάτι που απαντά στο ιστορικό δίλημμα της εποχής μας. Και δυστυχώς για τους νεοφιλελεύθερους, ευτυχώς για τον άνθρωπο που θεωρεί τον εαυτό του προϊόν (θέμα και όχι θύμα ή πρότζεκτ) της ιστορίας και όχι της αγοράς, ο κόσμος δεν θα γίνει επίπεδος παρά τις οργανωμένες προσπάθειες των κυριάρχων διαμορφωτών της κοινής γνώμης να σχηματιστεί μια παγκόσμια «επίπεδη Gestalt». Έτσι θέλω να πιστεύω…αν και αυτά που συμβαίνουν σήμερα στην Μέση Ανατολή πάνε κόντρα στο «πιστεύω» μου!

Και αυτός είναι ο λόγος που αναζητώ μια απλή στην διατύπωσή της, σοβαρή απάντηση (με ιστορικό σημαινόμενο) για την εγκληματική συμπεριφορά των σημερινών μεγάλων δυνάμεων και το τυχοδιωκτικό παιχνίδι μικρότερων στην περιοχή της Μέσης Ανατολής.

Η απάντηση «προκύπτει» παρακολουθώντας την αφήγηση της κυρίας Αρβελέρ στη συνέντευξη που παραχώρησε στον Θανάση Λάλα και διαβάζω στο ΒΗMΑgazino. Λέει: «Τα σύνορα ήταν πάντα μια συμφωνία εφησυχασμού της κορυφής και όχι των λαών. Θα σας πω κάτι σε σχέση με αυτό, το οποίο μου έκανε μεγάλη εντύπωση. Μία μέρα πριν πέσει το Τείχος στο Βερολίνο είμαι καλεσμένη για γεύμα στην αμερικανική πρεσβεία στο Παρίσι. Στο τραπέζι που καθόμαστε έχω δίπλα μου έναν παλιό πρέσβη Αμερικανό. Του λέω: "Τώρα πια είναι σίγουρο ότι κερδίσατε τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο!". Μου λέει: "Εχετε δίκιο, κυρία Αρβελέρ, και τώρα μας μένει να κερδίσουμε τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο!". Μου έκανε πολλή εντύπωση η απάντηση του πρέσβη, άλλα το σκέφτηκα και είχε πολύ δίκιο. Προσέξτε. Αν πάρετε το τι γίνεται στη Μέση Ανατολή τώρα και όλα αυτά τα χρόνια, είναι ακριβώς ότι δεν τελείωσε ποτέ ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος. Για το συμφέρον της κορυφής, κάποια στιγμή, χωρίσανε τον κόσμο με το μέτρο. Τόσο εσύ, αυτό δικό μου, εσύ από εδώ, εγώ από εκεί. Βάλανε σύνορα χωρίς να υπολογίσουν τους λαούς που θα ζούσαν ή δεν θα ζούσαν μέσα σε αυτά. Δεν σκέφτηκαν τίποτε άλλο παρά μόνο την ησυχία της κορυφής. Ούτε ποιοι είναι οι λαοί, ούτε τι θέλει ο κάθε λαός. Βάλανε σύνορα όπως τους βόλευε στην κορυφή!».

Και να που σήμερα τα σύνορα που βάλανε τότε στην περιοχή δεν βολεύουν την πολιτική «κορυφή» και πρέπει να αλλάξουν! Όχι απλώς τα σύνορα, αλλά και οι πολιτικοί συσχετισμοί σε παγκόσμιο επίπεδο που τα χαράσσουν, τα νομιμοποιούν και τα διασφαλίζουν, πάντα προσωρινώς.

Και ποιος είναι ο στόχος από την πλευρά της ηγεσίας των ΗΠΑ; Ακριβώς αυτό που είπε χαριτολογώντας, πριν από αρκετά μάλιστα χρόνια, ο Αμερικανός Πρέσβης στην κυρία Αρβελέρ: «… και τώρα μας μένει να κερδίσουμε τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο»! Μόνο, αναγνώστη μου, στον σύγχρονο αγώνα των ΗΠΑ να κερδίσουν τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο διαφαίνεται πλέον η σοβαρή πιθανότητα να χάσουν τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, τον οποίο είχαν κερδίσει σταδιακά και πλήρως σε πολιτικό και οικονομικό επίπεδο, τον προηγούμενο αιώνα.

Και τι να σημαίνει για τον κόσμο αυτή η ιστορική αποκοτιά; Έναν Τρίτο Παγκόσμιο που ήδη ξεκίνησε, αλλά δεν πρόκειται ποτέ να το πληροφορηθούμε. Δεν γίνεται να το μάθουμε, καθώς ο πόλεμος αυτός δεν αποτελεί συνέχεια της ιστορικής εξέλιξης της ανθρωπότητας, αλλά το πραγματικό «τέλος της ιστορίας» που δεν θα μπορούσε να ανακοινωθεί, αλλά απλώς να «εξαγγελθεί» (: Francis Fukuyama, “The End of History and the Last Man”). Και δίχως ιστορία δεν έχει σημασία ούτε ο ίδιος ο πόλεμος.

Δεν θα είναι κανονικός πόλεμος, ο πόλεμος αυτός! Θα είναι κάτι στο οποίο δεν έχει δοθεί ακόμη όνομα και δεν ξέρω αν θα δοθεί ποτέ, καθώς στο κενό της αρχαιολογίας και γενεαλογίας της γνώσης - που έχει σχηματιστεί παγκοσμίως - οι φορτισμένες λέξεις που δομούν και ίσως ταλαιπωρούν την ιστορική μνήμη, θεωρούνται ντεμοντέ. Με αυτή την έννοια ο Τρίτος Παγκόσμιος θα μπορούσε να θεωρείται «εργασία ολοκληρωμένης ειρήνης» ή ένα «πρότζεκτ ολοκλήρωσης της παγκόσμιας ειρήνης». Μόλις ολοκληρωθεί δεν θα υπάρχει άνθρωπος ούτε για να φτιάξει σφεντόνα αγαπητέ Albert!

* Ο Δημήτρης Γιαννακόπουλος είναι διδάκτωρ Πολιτικής Επιστήμης, ειδικός σε θέματα πολιτικής και διακυβέρνησης στην Ευρασία.


Έχει πλάκα η συζήτηση στη βουλή για την αναδοχή από ομόφυλα ζευγάρια! Μια υπόθεση νεοσυντηρητισμού εμφανίζεται σαν μια τολμηρή νομοθετική πρωτοβουλία προοδευτισμού.

Αντί ο αριστερός-προοδευτικός πολίτης να νομοθετήσει με γνώμονα το  λεγόμενο «children’s Perspective», δηλαδή, πώς το κάθε παιδί βιώνει το ίδιο την ύπαρξή του και αναζητεί να ικανοποιήσει τις ιδιαίτερες ανάγκες του ασχέτως αν μεγαλώνει στο πλαίσιο της οικογένειας ή σε μια άλλη κοινωνική δομή-διαφορετικό θεσμό, νομοθετεί με το παρωχημένο παιδαγωγικώς «child Perspective», που δεν είναι τίποτε άλλο παρά ο τρόπος που ο ενήλικας αντιμετωπίζει το παιδί ως στοιχείο, συμπλήρωμα ή προέκταση της ταυτότητας, προσωπικότητας και ίσως ιδιαιτερότητάς του, ή απλώς ως ευαίσθητο κοινωνικό υποκείμενο που χρήζει προστασίας.

Έτσι, παρατηρώ αντιπροσώπους στο ελληνικό κοινοβούλιο που εμφανίζουν σαφή εικόνα ατόμων με διασπαστική διαταραχή της ταυτότητας ή διαταραχή πολλαπλής προσωπικότητας να ερίζουν ουσιαστικά για ένα άλλο θέμα που αφορά στα δικαιώματα των ομοφυλόφιλων, λεσβιών, αμφιφυλόφιλων και τρανσντζεντερ-διεμφυλικών! Τελικώς, κατέληξε το κρίσιμο ζήτημα της ανάπτυξης του παιδιού σε ένα περιβάλλον που δεν θα διαταράσσει τις φυσιολογικά καλώς ενσωματωμένες λειτουργίες της προσωπικότητάς του ως καλά οργανωμένο όλον, να αντιμετωπίζεται σαν υπόθεση διακρίσεων (ή μη-διακρίσεων) ετερόφυλων και ομόφυλων ως προς το δικαίωμα στην αναδοχή.

Είναι σαν να μην υπάρχει εμπειρικό και θεωρητικό υλικό από ένα ευρύ φάσμα επιστημονικής έρευνας (childhood sociologycontextual-relational developmental psychologyinterpretative humanistic psychology and developmental pedagogy) και η ελληνική κοινωνία να βιώνει το πολιτικό δράμα της κοινοβουλευτικής και μιντιακής ψυχανάλυσής της στο δίπτυχο ετεροφυλόφιλος-ομοφυλόφιλος… Και στη μέση το παιδί! Το παιδί σαν προέκταση κάποιου τραυματισμένου Εγώ ενηλίκων. Το παιδί εμπόρευμα σαν σκυλάκι ή γατάκι! Το παιδί σαν σύμβολο ισότητας, ισονομίας και ομοιότητας μιας κατακερματισμένης στην αγορά κοινωνίας και μιας κατακερματισμένης από την αγορά ενήλικης προσωπικότητας που αναζητεί δικαίωση των σεξουαλικών και γενικότερα συμπεριφορικών παραγόντων που ορίζουν την  ελευθερία επιλογής τρόπου ζωής, μέσω της αναδοχής.

Ευτυχώς που υπάρχει στη βουλή και αυτός ο κύριος Θεοδωράκης για να τονίσει με γνώση ασφαλώς, πως δεν πρέπει να κλείνουμε τα μάτια στην εξέλιξη! Ποια εξέλιξη; Όχι, ασφαλώς μιας προοδευτικής κοινωνίας που εστιάζει με σοβαρότητα στο «children’s Perspective», αλλά μιας άλλης αβάσταχτα νεοσυντηρητικής που εστιάζει στο μοίρασμα της εξουσίας (power sharing) μεταξύ ετεροφυλόφιλων και ομοφυλόφιλων με σημαίνον αυτή τη φορά όχι έναν θεσμό όπως για παράδειγμα ο γάμος, αλλά το παιδί.

O γάμος, αγαπητέ αναγνώστη, δεν με ενδιαφέρει, ούτε θα μπορούσα να κάνω κάτι για τη σύγχρονη διαταραχή πολλαπλής προσωπικότητας που εμφανίζουν αδιακρίτως ολοένα και περισσότεροι ετεροφυλόφιλοι και μέλη της κοινότητας ΛΟΑΤ, σε σχέση με αυτόν. Το παιδί, ωστόσο, είναι άλλης τάξεως ζήτημα. Είναι πράγματι σοβαρή υπόθεση, μόνον που δεν αντιμετωπίζεται έτσι από τον υποκριτή νομοθέτη. Βλέπεις δεν ψηφίζει το παιδί, δεν συναλλάσσεται το ίδιο το παιδί σε μια διευρυνόμενη αγορά που το καθιστά εμπόρευμα.

Το ζήτημα, λοιπόν, σε αυτή την υπόθεση δεν είναι αν ο κύριος Λοβέρδος «δεν πρόκειται να κάνει τα …ρεπό του Καμμένου», αλλά αν ο βουλευτής νομοθετεί υποκριτικά ως προς το παιδί, δίνοντας υποχρεωτικό «ρεπό» στη σύγχρονη παιδαγωγική…




Αν δεν έβλεπα το σημερινό πρωτοσέλιδο της Αυγής (με κύριο άρθρο: Για τα 200 χρόνια του Μαρξ - Επαναστάτης, Οραματιστής, Επίκαιρος) δεν θα είχα σκεφτεί πώς ο μαρξισμός από πολιτικό και κοινωνικό φιλοσόφημα θα μπορούσε να μεταβληθεί 200 χρόνια μετά τον θάνατο αυτού του μεγάλου στοχαστή σε κατεξοχήν νευρωτικό σύμπτωμα και αφήγημα!

«Το σύμπτωμα πρέπει να το ορίσουμε ως κάτι που σηματοδοτείται ως μια γνώση ήδη εκεί, σε ένα υποκείμενο που γνωρίζει ότι το αφορά, αλλά δεν γνωρίζει τι είναι», έλεγε οJacques Lacan, αλλά στην περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ συμβαίνει το παράδοξο το κόμμα να γνωρίζει τι είναι η ουσία και ίσως η παθολογία του μαρξισμού, αλλά να πιστεύει πως αυτή δεν αφορά στην πολιτική πρακτική της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ στην συγκυρία των μνημονίων!

Ο Lacan σε μια διάλεξή του στο Yale στα μέσα του 1970, έλεγε για τους νευρωτικούς: «Αυτό που αποκαλείται νευρωτικό σύμπτωμα είναι απλά κάτι που τους επιτρέπει να ζουν. Ζουν μια δύσκολη ζωή και προσπαθούμε να ελαφρύνουμε την δυσχέρειά τους. Μερικές φορές τους δίνουμε την αίσθηση ότι είναι κανονικοί. Ευτυχώς, δεν τους κάνουμε αρκετά κανονικούς για να καταλήξουν ψυχωτικοί». Έ, κάτι αντίστοιχο κάνουμε και εμείς, οι οποίοι από την σκοπιά της κριτικής θεωρίας στην πολιτική ανάλυση προσεγγίζουμε το φαινόμενο «πρώτη φορά αριστερά στην εξουσία» της Ελλάδας και της μεταδιπολικής Ευρώπης: Αντιμετωπίζουμε τους νευρωτικούς του μαρξισμού σαν κανονικούς μαρξιστές για να μην καταλήξουν με δική μας ευθύνη ψυχωτικοί!

Ωστόσο, μάλλον δεν βοηθήσαμε με τον σωστό τρόπο και ιδού σήμερα ο νευρωτικός του μαρξισμού να εμφανίζεται σαν κανονικός μαρξιστής που βρίσκεται σε κατάσταση εκτάκτου οικονομικής και πολιτικής ανάγκης!

Πώς όμως τα καταφέρνουν οι μαρξιστές του ΣΥΡΙΖΑ να θεωρούν τους εαυτούς τους κανονικούς αριστερούς; Απλώς βλέπουν την ψυχωτική διαταραχή που χαρακτηρίζεται από παραισθήσεις και αυταπάτες προοδευτικής, κοινωνικής πολιτικής ως σύμπτωμα του Άλλου που συμβαίνει να είναι ο σύντροφός τους ή ακόμη ο άλλος τους Εαυτός. Και έτσι έχει μάλλον δίκιο ο Alain Miller όταν ισχυρίζεται πως στην ψύχωση το σύμπτωμα είναι πάντα του Άλλου, το σύμπτωμα αποδίδεται στον Άλλο, ο ψυχωτικός γνωρίζει ότι το σύμπτωμα είναι του Άλλου και έτσι αυτός δεν μπορεί παρά να είναι κανονικός εφόσον είναι ο Άλλος που έχει το σύμπτωμα και όχι ο ίδιος!

Υπάρχει θεραπεία; Όχι, δυστυχώς, όσο το σημαινόμενο της λεγόμενης μνημονιακής πολιτικής είναι του Άλλου, ή του «άλλου μας εαυτού» που νομιμοποιείται πολιτικώς και δικαιολογείται υπαρξιακώς από το καθεστώς εκτάκτου ανάγκης εντός του οποίου ανέλαβε ο ΣΥΡΙΖΑ να βγάλει τα κάστανα από την φωτιά.

Μα τι έκανε ο ΣΥΡΙΖΑ; Απλώς κατέστρεψε την (προηγούμενη) πολιτική του ρητορεία για να σώσει την χώρα, λένε τα στελέχη του. Είναι κακό αυτό ή τέλος πάντων, αυτό δεν είναι το μικρότερο κακό; Ρωτούν ρητορικώς! Εγώ δεν θα το όριζα καν ως «κακό». Παθολογικό είναι, αποδίδοντας μια μορφή μαρξιστικής νεύρωσης, η οποία μέσα από την εμπειρία της κυβερνητικής οντολογίας και λειτουργίας μπορεί να καταλήξει σε σοβαρή ψύχωση στο πλαίσιο αναφοράς του μαρξισμού, στο βαθμό που χαθεί η εξουσία.

Όταν ο μαρξισμός καταλήγει να είναι ένα αφήγημα της εξουσίας για την εξουσία, αποτελεί μορφή και έκφραση νεύρωσης. Το να κουβεντιάζουμε με τους όρους του ενώ ασκούμε - και ασκούμαστε σε - μια νεοφιλελεύθερη πολιτική, την οποία υποσχόμαστε να αναθεωρήσουμε, στο βαθμό που αυτή ολοκληρωθεί και παράγει το κοινωνικό της αποτέλεσμα σύμφωνα με το πρόγραμμα προσαρμογής της Ελλάδας, προϊδεάζει για την μορφή της ψύχωσης που θα εκδηλωθεί εάν ο ΣΥΡΙΖΑ χάσει την κυβερνητική εξουσία.

Τελικώς, 200 χρόνια μετά τον θάνατο του Μαρξ, ο μαρξισμός από το σοβαρότερο και δυναμικότερο κοινωνικό και πολιτικοοικονομικό αφήγημα του περασμένου αιώνα μέχρι τις μέρες μας, καταλήγει να είναι μια όμορφη ιστορία για ψυχανάλυση και μια αφορμή για ψυχανάλυση των ψυχαναλυτών του, στο βαθμό που αυτοί αναλαμβάνουν την εκτέλεση ή υποστήριξη προγραμμάτων προσαρμογής του καπιταλισμού στο νεοφιλελεύθερο πρότυπο, την ώρα που οι ίδιοι με πάθος συνεχίζουν να το καταδικάζουν ασφαλώς!...


Οι εντυπώσεις προκαλούνται για να διασκεδάζεται η πραγματικότητα, αγαπητέ αναγνώστη. Και στο βαθμό που η πολιτική σου επιβαρύνει την πραγματική ζωή των πολλών, η στρατηγική των εντυπώσεων και της διασκέδασής τους καταλήγει να είναι κύρια και βασική σου ενασχόληση.

Παράγουμε εντυπώσεις και στη συνέχεια διασκεδάζουμε (: διασκεδάννυμι = διαλύω, καταστρέφω, σκορπίζω) τις εντυπώσεις σε όλα τα ζητήματα που απασχολούν την τρέχουσα ατζέντα της εσωτερικής, εξωτερικής και οικονομικής μας πολιτικής. Αυτή είναι η βασική μας στρατηγική για την διαχείριση της εξουσίας μας.

Ποιος το κάνει; Μα φυσικά και πρωτίστως η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα σε συνεργασία με τα ΜΜΕ (τα δικά της, τα φιλικά της, τα δεξιά της και τα διαπλεκόμενά της).  Έτσι ακόμη και ο Μαρινάκης είναι μήνυμα για δημιουργία εντυπώσεων, οι οποίες στη συνέχεια θα διασκεδαστούν για να μεταβληθεί το μήνυμα σε κάτι γκρίζο και αμφιλεγόμενο από μαύρο και απεχθές!

Το καινούργιο με την κυβέρνηση της «πρώτη φορά αριστερά» είναι ακριβώς αυτό: Αναπτύσσεται μια μορφή στρατηγικής των εντυπώσεων και της διασκέδασης των εντυπώσεων στη συνέχεια, για να σχηματιστεί μια θολή εικόνα της πραγματικότητας στο μυαλό του κάθε πολίτη ή / και κοινωνικών ομάδων. Για να σχηματιστεί μια γκρίζα mental picture που αφορά στο καθετί: στα μακροοικονομικά, στα φορολογικά γενικά, στην υπόθεση του περίφημου χρέους προς τον επίσημο τομέα των δανειστών, στα μνημόνια και την επιτροπεία, στα ελληνοτουρκικά, στο επικαιροποιημένο  «σκοπιανό», στα σκάνδαλα διαφθοράς που προβάλλονται, στα όπλα που αγοράζονται και εκμισθώνονται και δεν αγοράζονται και δεν παραχωρούνται, στους εμβολισμούς και τις ποικίλες επακουμβήσεις ελληνικών και τουρκικών βαποριών, στα ατυχήματα και δυστυχήματα της πολεμικής αεροπορίας, στο ζήτημα των βραχονησίδων υπό τουρκική αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας, ακόμη και για την κωμικοτραγική υπόθεση των Ελλήνων στρατιωτικών που παραμένουν προφυλακισμένοι στην Τουρκία!    

Δεν γκριζάρει η ΕΕ ή το ΔΝΤ την ελληνική οικονομία ή την προοπτική της προσαρμογής χωρίς άμεσο δανεισμό από τα κράτη τις ευρωζώνης και το ΔΝΤ, αλλά η ίδια η κυβέρνηση. Δεν γκριζάρει ο Ερντογάν το Αιγαίο, αλλά η τακτική που ακολουθεί η κυβέρνηση για να αντιμετωπίσει τις τουρκικές στρατιωτικές και διπλωματικές κινήσεις. Το γκριζάρισμα, αναγνώστη μου, σχηματίζεται ακριβώς στον χώρο μεταξύ της πρόκλησης αρχικών εντυπώσεων και της διασκέδασης αυτών των εντυπώσεων που ακολουθεί. Μια διαδικασία στρατηγικού χαρακτήρα από τον παράγοντα ισχύος που προσπαθεί να αποφύγει την έκθεσή του σε ένα συγκρουσιακό περιβάλλον, το οποίο δεν μπορεί να διαχειριστεί με επάρκεια. Κάπως έτσι, ωστόσο, ένα στρατηγικό παίγνιο ισχύος μετατρέπεται σε ένα παιδαριώδες blame game, το οποίο καταλήγει με την «επωδό» του τραγουδιστή «… I'd rather argue with you than to be with someone else»!

Πρόκειται για την στρατηγική του επαναστατημένου εφήβου, ο οποίος προτιμά να τσακώνεται στο σπίτι επιρρίπτοντας ευθύνες για την προστριβή σε άλλο μέλος της οικογένειας, παρά να πλακώνεται στον δρόμο. Όσο υπάρχει σπίτι θα είναι δυνατόν να διασκεδάζονται οι εντυπώσεις, ενώ αν διαλυθεί το σπίτι (: η συμμαχία, η ένωση, ο συνεταιρισμός) το blame game δεν θα έχει έννοια και ασφαλώς σημασία για τον σχηματισμό πολιτικής ταυτότητας.  

Άρα, η στρατηγική των εντυπώσεων και της διασκέδασης των εντυπώσεων, που χαρακτηρίζει θεμελιωδώς την κυβερνητική οντολογία της κυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα, βασίζεται στην ανάπτυξη ενός blame game σε όλα τα επίπεδα άρθρωσης της πολιτικής. Αυτό υποβαθμίζει δραματικά την ίδια την διάσταση της πολιτικής πρακτικής και εκχυδαΐζει τον πολιτικό λόγο. Είναι ένας παιδισμός που ποδοσφαιροποιεί την πολιτική αντίληψη. Σε αυτό όσοι αντιδρούν είναι βέβαιον πως «μπουρδολογούν» κατά την άποψη κάθε ηλίθιου που βλέπει την πολιτική αντιπαράθεση σαν ματς ή σαν τηλεοπτικό survivor! Και αν οι δεξιοί στην Ελλάδα έχουν μεγάλη ευθύνη γι’ αυτή την εξέλιξη υποβάθμισης της πολιτικής και γενικότερα της ανθρώπινης διάνοιας στην ελληνική κοινωνία, οι αριστεροί που διαπράττουν το ίδιο και μάλιστα πιο ολοκληρωμένα ως κυβερνήτες αυτή την περίοδο, ασκούνται στο τέλειο έγκλημα εις βάρος του ελληνικού λαού. Let's play the blame game for sure. Let's call out names, names, names … και δεν συμμαζεύεται!