Articles by "Ιστορικά θέματα"


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορικά θέματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Το βίντεο που ακολουθεί, από το Freedom.tv, καταγράφει την συνάντηση της Ζωής Κωνσταντοπούλου, πριν από 5 χρόνια (4/5/2016) με την τελευταία επιζώσα τότε του Ολοκαυτώματος στο Λέχοβο, Χρυσάνθη Μάρκου.

Η Χρυσάνθη Μάρκου, ηλικίας 103 ετών τότε, αφηγείται πώς το χωριό της έγινε στάχτη μπροστά στα μάτια της, από τις Γερμανικές δυνάμεις κατοχής και μας εξιστορεί τα δεινά που πέρασαν η ίδια, η οικογένειά της, οι χωριανοί της, από τη ναζιστική θηριωδία.

Η Χρυσάνθη Μάρκου, πλήρης ημερών, έφυγε προχθές (13/4/2021), σε ηλικία 108 ετών, χωρίς να δει να αποζημιώνεται η χώρα μας και τα θύματα των ναζιστικών θηριωδιών. Την αποχαιρετάμε με την υπόσχεση ότι δεν θα ξεχάσουμε. Και ότι δεν θα σταματήσουμε να διεκδικούμε την δικαίωση.

Το σημερινό Tweet της Προέδρου της Πλεύσης Ελευθερίας για τον θάνατο της ηπερηλίκου Ελληνίδας, που δεν αξιώθηκε να δει αποζημίωση στα θύματα από τις θηριωδίες της Γερμανίας, μήτρας του Ναζισμού.


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Μέσα στο παλιό νεκροταφείο της πόλης του Μονάχου, Alter Sudlicher Friedhof – Kapuziner Str., 80469 Munchen, υπάρχει ένας τάφος με το όνομα Λεωνίδας Ανδρούτσος, όπου είναι θαμμένος ο γιος του ήρωα του 1821 Οδυσσέα Ανδρούτσου.

Κάποια μέρα ο πρόεδρος του συλλόγου «Λόγου, Τέχνης και ελληνικού πολιτισμού της Βαυαρίας» Χρήστος Χατζησπυρίδης, διάβασε γι΄αυτόν τον τάφο και μαζί με την γυναίκα του Γεωργία έψαξαν και τον βρήκαν χορταριασμένο και παρατημένο.
Τον περιποιήθηκαν, καθιέρωσαν ετήσιο μνημόσιο μέσω του συλλόγου για τον άγνωστο γιο του Ήρωα και διηγήθηκαν την ιστορία του:


Γεννήθηκε το 1824 στις Λιβανάτες Φθιώτιδας από τον Οδυσσέα Ανδρούτσο και την γυναίκα του, Ελένη Καρέλη. Βαφτίστηκε Λεωνίδας προς τιμήν του ήρωα της Μάχης των Θερμοπυλών.
Όταν δολοφονήθηκε ο υπερήφανος Σταυραετός της Ρούμελης Οδυσσέας Ανδρούτσος, την νύχτα 4 προς 5 Ιουνίου 1825, η γυναίκα του Ελένη Καρέλη – Ανδρούτσου και ο γιος του Λεωνίδας, μόλις ενός έτους, βρέθηκαν σε τραγική κατάσταση.
Είχαν να αντιμετωπίσουν από την μιά την απειλή της ζωής τους αφού ο Ι. Γκούρας έπειτα από εντολή του Κωλέττη, είχε οργανώσει αποσπάσματα, τα οποία έψαχναν να τους βρουν και να τους δολοφονήσουν καί από την άλλη την φτώχεια και την ανέχεια.

Ο άτυχος ήρωας Οδυσσέας Ανδρούτσος, είχε διαθέσει όλη του την περιουσία, για τον Ιερό Αγώνα του Γένους και με δικά του χρήματα είχε οχυρωθεί η Ακρόπολη της Αθήνας.

Αλλά τι τραγική ειρωνία, το 1825 σ’ αυτό το φρούριο τον βασάνισαν (στόν Πύργο διπλα από τα Προπύλαια) και πέταξαν κάτω από τον Πύργο της Ακρόπολης το νεκρό του σώμα.
Έτσι μητέρα και γιος αναγκάστηκαν να κρύβονται σε σπίτια φίλων και σε σπηλιές, κατατρεγμένοι και φτωχοί.


Βασιλιάς στη Βαυαρία ήταν τότε ο φιλέλληνας Λουδοβίκος ο Α’, ο οποίος συγκινήθηκε από το δράμα της οικογένειας τού ήρωα και αποφάσισε να προστατέψει τον μικρό Λεωνίδα και την μητέρα του.
Έτσι λοιπόν τους κάλεσε στην Βαυαρία και τους φιλοξένησε στο παλάτι του.
Το μέλλον για τον μικρό Λεωνίδα ήταν πλέον λαμπρό, ο Λουδοβίκος τον είχε σαν γιο του και τον μεγάλωνε με τους καλύτερους δασκάλους.
Όμως δυστυχώς, η επιδημία χολέρας που θέριζε εκείνη την εποχή, δεν έκανε διάκριση σε κανένα, ούτε στον γιο του ήρωα, ούτε στον ευνοούμενο τού Βασιλιά.


Ο Λεωνίδας πέθανε στα δώδεκά του χρόνια, χτυπημένος από την φοβερή αρρώστια στις 11 Δεκεμβρίου 1836.
Ο Λουδοβίκος τον έθαψε με τιμές και κατέθεσε ένα ποσό στην τράπεζα, με την εντολή, να γίνεται η συντήρηση του τάφου, από τους τόκους των χρημάτων.
Μεσολάβησαν όμως τα γεγονότα του παγκοσμίου πολέμου, χάθηκαν τα χρήματα και ο μικρός Λεωνίδας ξεχάστηκε!


Στο ταφικό μνημείο του Λεωνίδα Ανδρούτσου χαράχτηκε δίγλωσση επιγραφή του φιλέλληνα ουμανιστή Θείρσιου στα ελληνικά και γερμανικά.
Εκτός από τα προσωπικά στοιχεία και την ιστορία του μνημείου, φέρει την εξής επιγραφή:


«Ειμί θάλος πολυανθές, υπ’ ανδρών βλαστέν αρίστων,οίτινες αντ’ αρετής έργ οδυνηρά πάθον.
Τον δε πάππον ελών νηλεώς εφόνευσ ο τύραννος,ου βία αλλά δολω, φάρμακα λυγρά διδούς.
Τον δ ου γεννητήρα, τον εν πολέμοις αδάμαστον, εχθροδαποί πύργον κρήμνισαν εκ μεγάλου.
Μήτηρ δε, η Παρνασσού ενί σπηλαίοις μ’έτικτεν,ενθάδε δωδεκάτη κλαύσεν αποφθίμενον»



Η μετάφραση στα νέα ελληνικά:
"Είμαι ένας μικρός θάμνος με πολλά άνθη, που με φύτεψαν με στοργή ξεχωριστοί άνθρωποι, οι οποίοι αντί για αγάπη, δόξα και τιμές, έπαθαν φοβερά δεινά.
Τον δοξασμένο παππού μου τον κυνήγησε και τον σκότωσε ο τύρανος Τούρκος που τον ξεγέλασε με τεχνάσματα και τον δηλητηρίασε.
Τον πατέρα μου, τον φοβερό και αδάμαστο πολεμιστή, αδερφικά ελληνικά χέρια, τον πέταξαν από τον ψηλό Πύργο της Ακρόπολης και τον σκότωσαν.
Η μητέρα μου, που με γέννησε στο απρόσιτο σπήλαιο του Παρνασσού, απαρηγόρητη με θρηνεί, εμένα το άτυχο παιδί της.
Κλάψε μητέρα κλάψε."


Athanasios Panagopoulos




Μπορεί ο όρος «πανδημία» που μπήκε για τα καλά στη ζωή μας λόγω της παγκόσμιας εξάπλωσης του κορονοϊού τις τελευταίες ημέρες να είναι πρωτάκουστος για μας, δεν είναι όμως η πρώτη φορά που η ανθρωπότητα καλείται να αντιμετωπίσει παρόμοια κατάσταση.

Από τη στιγμή που οι άνθρωποι κοινωνικοποιήθηκαν, έχτισαν πόλεις και διαμόρφωσαν εμπορικές σχέσεις οι πανδημίες δεν ήταν σπάνιες. Πολλές φορές τα θύματα από μία και μόνο πανδημία ανέρχονταν σε εκατομμύρια, γεγονός που σχετιζόταν κατά πολύ και με τις τραγικές συνθήκες ζωής σε αρκετές περιοχές του κόσμου. Οι πανδημίες αποτέλεσαν ιδιαίτερα σημαντικό κεφάλαιο της ανθρώπινης ιστορίας. Εξαιτίας τους άλλαξε η έκβαση πολέμων, η ζωή πληθυσμών, εντάθηκαν οι κοινωνικές ανισότητες και άλλαξε ο ρους της Ιστορίας.

Ο ΛΟΙΜΟΣ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ

Η πρώτη καταγεγραμμένη πανδημία συνέβη την περίοδο του Πελοποννησιακού Πολέμου. Το 430 π.Χ. εμφανίστηκε μια ασθένεια -οι ιστορικοί εκτιμούν ότι επρόκειτο για τυφοειδή πυρετό- η οποία έφτασε και στην αρχαία Ελλάδα αφού πρώτα πέρασε από τη Λιβύη, την Αιθιοπία και την Αίγυπτο. Θεωρείται πως η επιδημία πρωτοεμφανίστηκε στον κύριο λιμένα της Αθήνας, τον Πειραιά, βασική είσοδο προμηθειών της πόλης.

Εμφανίστηκε και σε άλλες περιοχές της ανατολικής Μεσογείου, επέστρεψε δύο φορές, το 429 π.Χ. και τον χειμώνα του 427/426 π.Χ., ενώ η
καταστροφή που προκάλεσε ο μεγάλος λοιμός στον πληθυσμό της Αθήνας ήταν ανυπολόγιστη. Ως αποτέλεσμα, οι Αθηναίοι που πολιορκούνταν τότε από τους Σπαρτιάτες έχασαν τον πόλεμο.

Η νόσος στην κοινωνία της αρχαίας Ελλάδας ήταν τόσο θανατηφόρα που εκτιμάται ότι χάθηκε περίπου το ένα τρίτο του πληθυσμού, ο οποίος ανερχόταν σε 300.000. Από την επιδημία έχασαν τη ζωή τους ο Περικλής και μέλη της οικογένειάς του. Αξιοσημείωτες για την καταγραφή της επιδημίας ήταν οι μαρτυρίες του Θουκυδίδη, ο οποίος επίσης μολύνθηκε αλλά κατόρθωσε να επιζήσει.

Η ΠΑΝΩΔΗ ΤΟΥ ΑΝΤΩΝΙΝΟΥ

Η επόμενη πανδημία έμεινε γνωστή ως πανώλη του Αντωνίνου. Εικάζεται ότι ήταν μια πρώιμη εμφάνιση της ευλογιάς και, όπως υποστηρίζουν αρκετοί ιστορικοί, συνέβαλε στην παρακμή της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Χρονικά τοποθετείται στο 165-180 μ.Χ. Ο ασθενής εμφάνιζε τα συμπτώματα του πυρετού, της διάρροιας και -εφόσον ζούσε αρκετά- πληγές κάλυπταν το σώμα του. Η επιδημία ξεκίνησε σύμφωνα με τους ιστορικούς από τους θύννους οι οποίοι κόλλησαν τους Ρωμαίους, ενώ στη συνέχεια τα ρωμαϊκά στρατεύματα -εκείνη την περίοδο βρίσκονταν σε πόλεμο μαζί τους- διέδωσαν την ασθένεια στην αυτοκρατορία. Μάλιστα και μετέπειτα ο στρατός με τις μετακινήσεις του μετέφερε ιούς και μολύνσεις σε άλλα εδάφη.

Η ΠΑΝΟΥΚΛΑ ΤΟΥ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ

Η συγκεκριμένη επιδημία πανούκλας, η οποία εμφανίστηκε το 250 μ.Χ., πήρε το όνομά της από το πρώτο γνωστό θύμα, τον Κυπριανό, χριστιανό επίσκοπο της Καρχηδόνας. Τα κύρια συμπτώματα ήταν διάρροια, εμετός, πληγές στον λαιμό και γάγγραινα στα χέρια και τα πόδια. Εξαιτίας του φόβου που προκλήθηκε από την ταχεία εξάπλωση της ασθένειας οι κάτοικοι άρχισαν να εγκαταλείπουν τη χώρα, γεγονός όμως που είχε αποτέλεσμα -όπως και σήμερα- την εξάπλωσή της σε άλλες χώρες. Οι ιστορικοί εκτιμούν ότι η επιδημία ξέσπασε πρώτα στην Αιθιοπία και μετέπειτα έφτασε στη βόρεια Αφρική, τη Ρώμη και σε βορειότερες χώρες. Τους επόμενους τρεις αιώνες υπήρξαν επαναλαμβανόμενα ξεσπάσματά της.

Η ΠΑΝΟΥΚΛΑ ΤΟΥ ΙΟΥΣΤΙΝΙΑΝΟΥ

Υπολογίζεται πως η επιδημία που έμεινε γνωστή ως πανούκλα του Ιουστινιανού πρωτοεμφανίστηκε στην Αίγυπτο το 541. Εξαπλώθηκε στην Παλαιστίνη και πολύ σύντομα έφτασε και στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία -έπληξε σφοδρότατα την Κωνσταντινούπολη- μέσω των εμπορικών δρόμων της Μεσογείου. Ορισμένοι ιστορικοί υποστηρίζουν ότι η συγκεκριμένη πανδημία ήταν από τις πιο θανατηφόρες, καθώς πέθαναν 25-50 εκατομμύρια άνθρωποι στη διάρκεια δύο αιώνων. Ο αριθμός αντιστοιχεί σε ποσοστό 13-26% του τότε παγκόσμιου πληθυσμού. Το 2013 ερευνητές επιβεβαίωσαν ότι αιτία της πανούκλας του Ιουστινιανού -ξέσπασε όταν αυτοκράτορας ήταν ο Ιουστινιανός A’, ο οποίος μάλιστα νόσησε αλλά δεν πέθανε- ήταν το βα-
κτήριο Yersinia pestis που ευθύνεται και για την πανδημία της βουβωνικής πανώλης, η οποία είναι γνωστή και ως «μαύρος θάνατος» (1347-51).

ΛΕΠΡΑ

Μπορεί να ήταν γνωστή επί πολλούς αιώνες, εντούτοις εξελίχθηκε σε πανδημία κατά τον 11ο αιώνα. Η διασπο-ρά της ήταν πολύ μεγάλη στην Ευρώπη και έτσι οδήγησε στην ανέγερση πολυάριθμων νοσοκομείων που είχαν μοναδικό αντικείμενο την περίθαλψη των λεπρών.

Η λέπρα, που πλέον είναι γνωστή ως ασθένεια του Χάνσεν, είναι μια βακτηριδιακή νόσος με αργή εξέλιξη, προ-καλεί πληγές και παραμορφώσεις που οδηγούν σε βαριάς μορφής αναπηρία και τελικά στον θάνατο. Λόγω των πρωτοφανών για την εποχή συμπτωμάτων και της ραγδαίας εξάπλωσής της θεωρούνταν τιμωρία από τον Θεό για τις αμαρτίες της ανθρωπότητας. Αυτή η πεποίθηση οδήγησε στην ηθική καταδίκη των ασθενών και αρκετά συχνά στον εξοστρακισμό τους. Η ασθένεια εξακολουθεί να πλήττει δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους κάθε χρόνο και μπορεί να αποβεί θανατηφόρα αν δεν αντιμετωπιστεί με χορήγηση αντιβιοτικών.

Ο «ΜΑΥΡΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ»

Μια από τις πλέον καταστροφικές πανδημίες που έχει γνωρίσει η ανθρωπότητα ήταν και η περιβόητη βουβωνική πανώλη ή μεγάλη πανούκλα. Στην περιοχή της Ευρασίας υπολογίζεται ότι κόστισε τη ζωή σε 75-200 εκατομμύρια ανθρώπους, ενώ στην Ευρώπη το αποκορύφωμα της έξαρσής της υπολογίζεται στο 1347-51. Αιτία της συγκεκριμένης ασθένειας, σύμφωνα με ερευνητές, ήταν και πάλι το βακτήριο Yersinia pestis.
Εξαιτίας του «μαύρου θανάτου» προκλήθηκαν πολυάριθμες θρησκευτικές, κοινωνικές και οικονομικές αναταραχές, οι οποίες επέδρασαν καταλυτικά στη διαμόρφωση της ευρωπαϊκής ιστορίας.

Εκτιμάται ότι εμφανίστηκε στην Ασία και μεταφέρθηκε στην Ευρώπη μέσω των εμπορικών διαύλων, των καραβανιών που ήρθαν από τον «δρόμο του μεταξιού». Η κατάσταση έγινε γρήγορα ανεξέλεγκτη, με αποτέλεσμα πολλά από τα πτώματα να παραμένουν άταφα στους δρόμους. Χαρακτηριστική είναι μια αναφορά στο βιβλίο του Ντέιβιντ Νίκολας «Η εξέλιξη του μεσαιωνικού κόσμου»: «Αυτός που τον έβλεπες γερό τη μια μέρα ήταν πεθαμένος την επόμενη».

Η Αγγλία και η Γαλλία επλήγησαν τόσο πολύ ώστε κήρυξαν προσωρινή ανακωχή στον μεταξύ τους Εκατονταετή Πόλεμο. Ο «μαύρος θάνατος» ευθύνεται για την κατάρρευση του φεουδαρχικού συστήματος στη Βρετανία εξαιτίας της ραγδαίας μεταβολής των οικονομικών (ερημώθηκαν περιοχές καθώς πόλεις ολόκληρες είχαν ξεκληριστεί, αγροί έμειναν χωρίς καλλιέργεια και έσπευδαν να τους αγοράσουν όσοι είχαν αποκτήσει πλεόνασμα από το εμπόριο, αγρότες λόγω ανέχειας κατευθύνθηκαν στις πόλεις ως φτηνό, ανειδίκευτο δυναμικό για τις υφαντουργίες) και δημογραφικών συνθηκών (τα παιδιά πέθαιναν από την επόμενη επιδημία προτού προλάβουν να μεγαλώσουν και να γίνουν γονείς).

Αξιοσημείωτο είναι το απόσπασμα από το βιβλίο του Χένρι Κάμεν «Πρώιμη νεότερη ευρωπαϊκή ιστορία» σχετικά με τις κοινωνικές συνέπειες της πανώλης, η οποία «έπληττε πρώτα και κυρίως τις κατώτερες τάξεις. Στο Λονδίνο οι κατάλογοι θανόντων δείχνουν πως οι επιδημίες ξεσπούσαν στα φτωχότερα προάστια. Οταν ξέσπασε μια επιδημία στη Λιόν το 1628 κάποιος προσπαθούσε να παρηγορηθεί με τη σκέψη ότι “μόνο επτά ή οκτώ πρόσωπα περιωπής πέθαναν και πεντακόσια ή εξακόσια άτομα από τις κατώτερες τάξεις”. Ενας αστός της Τουλούζης σημειώνει στο ημερολόγιό του το 1561: “Η ασθένεια χτυπά μόνο τους φτωχούς […] Είναι θέλημα Κυρίου. Οι πλούσιοι προστατεύουν τον εαυτό τους”. Η πιο αποτελεσματική προστασία ήταν η φυγή.

Οταν η πανώλη έπληξε το Μπιλμπάο σας αρχές του φθινοπώρου του 1598 “μόνο οι άποροι παρέμειναν στην πόλη”. Οι αστοί μετακινήθηκαν σε άλλες πόλεις, η αριστοκρατία στα κτήματά της στην ύπαιθρο… Οι κοινωνικές τριβές ενισχύονταν. Με ορατές τις ενδείξεις γι’ αυτό, οι ανώτερες τάξεις θεωρούσαν τους φτωχούς υπεύθυνους για την εξάπλωση της πανώλης. Οι φτωχοί με τη σειρά τους έφεραν βαρέως το γεγονός ότι αυτοί που διέθεταν πλούτο εξαιρούνταν και από τις συνέπειες της μάστιγας».

Η ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ ΤΟΥ ΚΟΛΟΜΒΟΥ

Η άφιξη των Ισπανών στην Καραϊβική το 1492 είχε τρομακτικό αντίκτυπο για τους αυτόχθονες κατοίκους, αφού οι Ευρωπαίοι κατακτητές μετέφεραν ασθένειες όπως η ευλογιά, η ιλαρά και η βουβωνική πανώλη. Καθώς δεν είχαν εκτεθεί ποτέ σε αυτές και δεν είχαν αντισώματα για να τις αντιμετωπίσουν, οι κάτοικοι της Καραϊβικής αποδεκατίστηκαν.

Υπολογίζεται πως το 80-95% του πληθυσμού της Βόρειας και της Νότιας Αμερικής πέθανε από αυτές τις ασθένειες. Αυτό έμεινε γνωστό ως η ανταλλαγή του Κολόμβου -από τον εξερευνητή που ανακάλυψε την Αμερική- και συμβολίζει εκτός από τη διάδοση των επίμαχων ασθενειών, τη μεταφορά φυτών, ζώων, κουλτούρας, ανθρώπινων πληθυσμών, τεχνολογίας και ιδεών.

Η ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΝΟΥΚΛΑ ΤΟΥ ΛΟΝΔΙΝΟΥ

Η βουβωνική πανώλη έπληξε πάλι την Ευρώπη το 1665 και κυρίως την πρωτεύουσα της Αγγλίας, όπου και υπολογίζεται ότι το 20% του πληθυσμού έχασε τη ζωή του. Χιλιάδες σκύλοι και γάτες σφαγιάστηκαν επειδή θεωρήθηκαν πιθανή αιτία διάδοσης της ασθένειας. Η έξαρση της πανούκλας σημειώθηκε το 1666, όταν ξέσπασε και η μεγάλη φωτιά του Λονδίνου που προκάλεσε αναρίθμητους θανάτους.

Η ΠΡΩΤΗ ΕΠΙΔΗΜΙΑ ΧΟΛΕΡΑΣ

Το 1817 σημειώθηκε η πρώτη από τις επτά πανδημίες χολέρας που θα ακολουθούσαν τα επόμενα 150 χρόνια. Ξεκίνησε από τη Ρωσία προκαλώντας τον θάνατο ενός εκατομμυρίου ανθρώπων. Το βακτήριο που προκαλεί τη χολέρα σύντομα μεταδόθηκε και σε Βρετανούς στρατιώτες, οι οποίοι με τη σειρά τους το μετέφεραν στην Ινδία οδηγώντας στον θάνατο εκατομμύρια ανθρώπους.

Μέσω της τεράστιας ναυτικής δύναμης που διέθετε η Βρετανική Αυτοκρατορία η χολέρα διαδόθηκε επίσης σε Ισπανία, Αφρική, Ινδονησία, Κίνα, Ιαπωνία, Ιταλία, Γερμανία και Αμερική, όπου επίσης οι νεκροί ήταν αναρίθμητοι. Μολονότι το 1885 παρασκευάστηκε εμβόλιο για
τη χολέρα, οι πανδημίες συνεχίστηκαν, κυρίως λόγω του χαμηλού βιοτικού επιπέδου, και είχε εκτιμηθεί ως ενεργή ασθένεια έως και το 1960.

Η ΤΡΙΤΗ ΠΑΝΔΗΜΙΑ ΠΑΝΟΥΚΛΑΣ

Το 1855 σημειώθηκε η τρίτη πανδημία πανούκλας, που ξέσπασε αρχικά στην Κίνα και διαδόθηκε σε Ινδία και Χονγκ Κονγκ. Ηταν τόσο μεγάλη η έκτασή της που τα θύματα υπολογίζονται σε 15 εκατομμύρια. Τις περισσότερες απώλειες μέτρησε η Ινδία, οι αρχές της οποίας βρήκαν την πανδημία ως αφορμή για να επιβάλουν κατασταλτικά μέτρα, τα οποία σύντομα οδήγησαν σε εξέγερση εναντίον των Βρετανών.

Η ΡΩΣΙΚΗ ΓΡΙΠΗ

Στα τέλη του 19ου αιώνα, συγκεκριμένα το 1889, χρονολογείται η πρώτη σημαντική πανδημία γρίπης η οποία ξεκίνησε από τη Σιβηρία και το Καζακστάν και γρήγορα εξαπλώθηκε και στη Μόσχα. Η διάδοση της όμως ήταν τόσο ταχεία ώστε σύντομα έφτασε στη Φινλανδία και την Πολωνία και από εκεί μεταφέρθηκε στην υπόλοιπη Ευρώπη και μετέπειτα στη Βόρεια Αμερική και την Αφρική. Μέχρι το τέλος του 1890 τα θύματα από την πανδημία γρίπης ανέρχονταν σε 360 χιλιάδες.

ΙΣΠΑΝΙΚΗ ΓΡΙΠΗ

Εξαιτίας της πανδημίας της ισπανικής γρίπης, η οποία εκδηλώθηκε το 1918 και μεταδόθηκε στους ανθρώπους από πτηνά, υπολογίζεται ότι έχασαν τη ζωή τους περίπου 50 εκατομμύρια παγκοσμίως. Συνολικά νόσησαν περίπου 500 εκατομμύρια άνθρωποι, δηλαδή το 27% του τότε παγκόσμιου πληθυσμού.

ΑΣΙΑΤΙΚΗ ΓΡΙΠΗ

Μια άλλη πανδημία γρίπης είναι η επονομαζόμενη ασιατική. Εμφανίστηκε στο Χονγκ Κονγκ το 1957 και μέσω της Κίνας έφτασε στις ΗΠΑ. Σύντομα διαδόθηκε στην Ευρώπη και κυρίως στη Βρετανία, όπου μέσα σε περίπου έξι μήνες πέθαναν 143.000 άτομα. Ακολούθησε και δεύτερο κύμα της γρίπης στις αρχές του 1958, πιο θανατηφόρο αυτήν τη φορά, αφού στοίχισε τη ζωή σε 1,1 εκατομμύριο ανθρώπους παγκοσμίως.

HIV/AIDS

To AIDS που καταστρέφει το ανοσοποιητικό σύστημα του ανθρώπου, ο οποίος τελικά καταλήγει λόγω ασθενειών που σε άλλες συνθήκες ο οργανισμός θα μπορούσε να αντιμετωπίσει, αναγνωρίστηκε πρώτη φορά το 1981. Η συγκεκριμένη ασθένεια προκαλείται από τον ιό HIV.

To AIDS παρατηρήθηκε πρώτη φορά σε αμερικανικές κοινότητες ομοφυλοφίλων, αλλά ήδη από το 1960 είχε εκδηλωθεί στην Αϊτή, ενώ την επόμενη δεκαετία εμφανίστηκε στη Νέα Υόρκη και στο Σαν Φρανσίσκο. Μολονότι έχουν αναπτυχθεί φαρμακευτικές αγωγές που καθυστερούν σε μεγάλο βαθμό την εξέλιξη της νόσου, οριστική θεραπεία δεν έχει ανακαλυφθεί ακόμη, με αποτέλεσμα περίπου 35 εκατομμύρια άνθρωποι σε όλο τον κόσμο να έχουν χάσει τη ζωή τους από το AIDS.

SARS

Η πρώτη πανδημία του 21ου αιώνα αφορούσε το σοβαρό οξύ αναπνευστικό σύνδρομο, το οποίο έγινε ευρέως γνωστό ως SARS. Πρόκειται για ιογενή νόσο του αναπνευστικού συστήματος η οποία προκαλείται από τον κορονοϊό SARS. Μολονότι καταγράφηκαν 8.098 περιστατικά σε 38 χώρες, η πανδημία έπληξε κυρίως την Κίνα και το Χονγκ Κονγκ. Ο ιός παρατηρήθηκε για πρώτη φορά τον Νοέμβριο του 2002 και η επιδημία στη νότια Κίνα διήρκεσε μέχρι και τον Ιούλιο το 2003.

Η1Ν1

Η πανδημία που προκλήθηκε από τον ιό αυτό ξεκίνησε στις αρχές του 2009 και διήρκεσε έως και τα τέλη του 2010. Δεν ήταν η πρώτη φορά που έκανε την εμφάνισή του ο ιός Η1Ν1, αφού το ίδιο είχε συμβεί και στην ισπανική γρίπη. Στη συγκεκριμένη περίπτωση όμως το στέλεχος του Η1Ν1 ήταν διαφορετικό, γεγονός που οφείλεται στην αναδιάταξή του από ιούς πτηνών, ανθρώπων και χοίρων. Εκτιμάται ότι νόσησε περίπου το 11-21% του παγκόσμιου πληθυσμού, δηλαδή περίπου 700 εκατομμύρια με 1,4 δισεκατομμύριο άνθρωποι, εκ των οποίων περίπου 150.000 έως 575.000 έχασαν τη ζωή τους. Παρά τις αρχικές εκτιμήσεις των επιστημόνων, νεότερες έρευνες έδειξαν ότι ο ιός Η1Ν1 δεν ήταν περισσότερο δριμύς από την εποχική γρίπη.

ΕΜΠΟΛΑ

Η επιδημία του ιού Εμπολα στη δυτική Αφρική την περίοδο 2013-16 ήταν η πιο εκτεταμένη διάδοση της συγκεκριμένης ασθένειας στα χρονικά. Προκάλεσε απώλεια πολλών ανθρώπινων ζωών και κοινωνικοοικονομική κατάρρευση σε χώρες όπως η Γουινέα, η Λιβερία και η Σιέρα Λεόνε. Τον Μάιο του 2016 ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας ανακοίνωσε ότι καταγράφηκαν 28.646 ασθενείς που προσβλήθηκαν από τον εν λόγω ιό, εκ των οποίων 11.323 πέθαναν, ενώ παράλληλα πρόσθεσε ότι αυτοί οι αριθμοί υποτιμούν την έξαρση του ιού καθώς εκτιμάται ότι οι απώλειες είναι πολύ περισσότερες. Η θνητότητα της νόσου υπολογίζεται σε 50-90%.

Ο ιός μπορεί να μεταδοθεί μέσω της επαφής με το αίμα ή με τα υγρά του σώματος κάποιου μολυσμένου ζώου (κυρίως πιθήκων ή φρουτοφάγων χειρόπτερων). Μόλις μολυνθεί ο ανθρώπινος οργανισμός η νόσος μπορεί να εξαπλωθεί και μεταξύ των ανθρώπων. Πλέον φαίνεται ότι είμαστε κοντά στην καταπολέμηση του Εμπολα μέσω των φαρμάκων REGN-EB3 της εταιρείας Regeneron Pharmaceuticals και mAbll4 της Ridgeback Biotherapeuti, τα οποία επιτίθενται στον ιό μέσω μονοκλωνικών αντισωμάτων και βάσει των μελετών φαίνεται πως οδηγούν σε σημαντική μείωμείωση της θνησιμότητας


Πηγή: Βασίλη Ανδριανόπουλου – Hot Report



Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Στην αστική ιστοριογραφία η 25η Μαρτίου, ημέρα που η ορθόδοξη Εκκλησία γιορτάζει τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου, έχει καταγραφεί ως ημερομηνία έναρξης της Επανάστασης του 1821. Σύμφωνα με της άποψη της επίσημης «ιστορίας» η έναρξη της εξέγερσης σηματοδοτήθηκε από «την ύψωση της σημαίας της Επανάστασης» στην Αγία Λαύρα από τον Παλαιών Πατρών Γερμανό. Πρόκειται για ένα ακόμη ιστορικό ψέμα της επίσημης κρατικής ιστοριογραφίας αφού όλοι ακόμη και οι «κρατικοί» ιστορικοί δέχονται ότι η Επανάσταση άρχισε νωρίτερα.

Η κυρίαρχη τάξη μετά την Επανάσταση όρισε, αυθαίρετα, αυτή τη σύνδεση της έναρξης της εξέγερσης με μια από τις σημαντικότερες εκκλησιαστικές γιορτές με ισχυρό συμβολισμό για τους πιστούς («Ο αρχάγγελος Γαβριήλ ευηγγελίσθη εις την Παρθένον Μαρίαν την εκ Πνεύματος Αγίου υπ’ αυτής σύλληψιν και γέννησιν του Κυρίου») θέλοντας έτσι να επιβάλει το ιδεολόγημα της καθοριστικής συμμετοχής της εκκλησιαστικής ηγεσίας στον Αγώνα γιατί χρειάζονταν την Ορθόδοξη Εκκλησία σαν ένα βασικό στήριγμα στο δικό της εποικοδόμημα και τη δημιουργία μιας υποταγμένης σ’ αυτήν συνείδησης των λαϊκών μαζών. Μια επέτειος χρήσιμη στην κυρίαρχη τάξη και σε θεσμούς του εποικοδομήματος της όπως είναι η επίσημη εκπαίδευση, η Εκκλησία και ο Στρατός που χρειάζονται μια γιορτή «καθαρή» από τις ιδέες της αυθεντικής λαϊκής εξέγερσης. Μια επέτειος που θα διαφυλάσσει τα «ιερά και τα όσια» της εξουσίας της από τις «ανίερες» εθνικοαπελευθερωτικές αλλά και κοινωνικές ιδέες των εξεγερμένων. Γι αυτό και επιστρατεύθηκε ένας ακόμη μύθος και η σύνδεσή του με έναν άλλο μύθο, αυτόν του Ευαγγελισμού, όπως έχει αποδείξει και η ιστορική έρευνα των χρόνων που τοποθετείται η εμφάνιση του Χριστού στη Γη.

Το διάταγμα των Βαυαρών

Στις 15 Μαρτίου 1838, δέκα επτά χρόνια μετά την κήρυξη της Επανάστασης, με Διάταγμα του «ελέω Θεού Βασιλέως της Ελλάδος» Όθωνα ορίζεται η 25η Μαρτίου ως ημέρα εθνικής γιορτής.

ΟΘΩΝ ΕΛΕΩ ΘΕΟΥ ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

«Θεωρήσαντες ότι η ημέρα της 25 Μαρτίου, λαμπρά καθ’ εαυτήν εις πάντα Ελληνα διά την εν εαυτή τελουμένην εορτήν του Ευαγγελισμού της Υπεραγίας Θεοτόκου, είναι προσέτι λαμπρά και χαρμόσυνος διά την κατ’ αυτήν την ημέραν έναρξιν του υπέρ της ανεξαρτησίας αγώνος του ελληνικού έθνους, καθιερούμεν την ημέραν ταύτην εις το διηνεκές ως ημέρα ΕΘΝΙΚΗΣ ΕΟΡΤΗΣ».

Εν Αθήναις την 15 Μαρτίου 1838.

ΟΘΩΝ

Ο επί των εκκλησιαστικών κτλ. Γραμματεύς της Επικρατείας

Γ. ΓΛΑΡΑΚΗΣ



Έτσι με ένα απλό Διάταγμα ενός ξένου προς την Ελλάδα και τον επαναστατημένο λαό της και (ιατρικά αποδεδειγμένου) παρανοϊκού βασιλιά ορίστηκε αυθαίρετα μια εκκλησιαστική επέτειος ως ημέρα της εξέγερσης των Ελλήνων.

Μέχρι τότε ως εθνική γιορτή είχε καθιερωθεί να γιορτάζεται η Πρωτοχρονιά, σε ανάμνηση της πρώτης Ιανουαρίου 1822 που η πρώτη Εθνική Συνέλευση της Επιδαύρου διακήρυξε την ανεξαρτησία της χώρας και ψήφισε το πρώτο Σύνταγμα.

Έτσι η εθνική γιορτή ταυτιζόμενη με τον Ευαγγελισμό έχανε τον πολιτικό, κοινωνικό και επαναστατικό της χαρακτήρα.

Ο Υψηλάντης, ο Παπαφλέσσας και ο Καρατζάς

Το βαυαρικό Διάταγμα με μια μονοκοντυλιά έσβηνε την ίδια την ιστορία που γνώριζαν και γνωρίζουν όλοι, δεσποτάδες, πρωθυπουργοί, βασιλείς, πρόεδροι Δημοκρατίας, όλοι όσοι κυβέρνησαν αυτό τον τόπο και παρ’ όλα αυτά για να «θωρακίσουν» τους μύθους τους και την εξουσία τους τιμούν μια «μαϊμού-επέτειο».

Η Επανάσταση δεν ξεκίνησε στις 25 Μαρτίου αλλά νωρίτερα.
Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης επικεφαλής επαναστατών
το Φεβρουάριο του 1821 στη Βεσσαραβία

Στις 22 Φεβρουαρίου 1821 ο Αλέξανδρος Υψηλάντης από το Κισνόβ της Βεσσαραβίας μαζί με τα αδέρφια του Γεώργιο και Νικόλαο, τον Γ. Καντακουζηνό, τον Πολωνό αξιωματικό Γαρνόφσκι και μερικούς άλλους αγωνιστές πέρασε τον Προύθο, μπήκε στο Γαλάτσι και άναψε την επαναστατική φωτιά στις παραδουνάβιες ηγεμονίες με την πρώτη προκήρυξη του προς το λαό της Μολδαβίας: «Κάτοικοι της αυτής επαρχίας Μολδαβίας, σας γνωστοποιώ, ότι θεία συνάρσει άπασα η Γραικία ύψωσεν από σήμερον τας σημαίας από όλα τα μέρη του ζυγού της τυραννίας, ζητούσα την ελευθερίαν της. Εγώ με όλους τους συμπατριώτας μου πηγαίνω εκεί όπου με καλούσιν οι σάλπιγγες του έθνους και της πατρίδος μου…».

Λίγες μέρες μετά ο Υψηλάντης εισέπραξε τον αφορισμό του από το Πατριαρχείο που όχι μόνο διαβάστηκε σε όλες τις εκκλησίες των υπόδουλων χριστιανών αλλά και με ξεχωριστή εγκύκλιο του πατριάρχη Γρηγορίου του Ε΄ ενημερώθηκαν οι δεσποτάδες ότι το κίνημα του Υψηλάντη είναι ολέθριο και αντιχριστιανικό και γι’ αυτό όσοι είναι μυημένοι στην Φιλική Εταιρία είναι αφορισμένοι.

Στην Πελοπόννησο την φλόγα της Επανάστασης μετέφερε ο Παπαφλέσσας σταλμένος από τις κορυφές της Φιλικής Εταιρίας. Ξεπερνώντας δισταγμούς, τρικλοποδιές και την ανοιχτή έχθρα των περισσοτέρων δεσποτάδων και κοτζαμπάσηδων ο φλογερός ρασοφόρος εξεβίασε ουσιαστικά την κήρυξη του ένοπλου αγώνα.
Ο Παπαφλέσσας

Στις 15 Μαρτίου με δική του εντολή ο φίλος του Ν. Σουλιώτης μαζί με τον Ανδρέα Πετμεζά έστησαν καρτέρι στο δρόμο Καλαβρύτων – Τρίπολης και σκότωσαν δύο Τούρκους σπαχήδες κοντά στο Λιβάρτσι.

Όπως γράφει ο Γιάνης Κορδάτος («Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας», τ.Χ, σ. 184) «επίσης, την ίδια ή την άλλη μέρα σκοτώθηκαν και μερικοί γυφτοχαρατζήδες κοντά στο Αγρίδι καθώς και τρεις τάταροι (ταχυδρόμοι). Έτσι το ντουφεκίδι άρχισε και τούρκικο αίμα χύθηκε».

Στην Πάτρα ένας απλός τσαγκάρης, μυημένος στην Φιλική Εταιρία, ο Παναγιώτης Καρατζάς ξεκίνησε την εξέγερση στις 21 Μαρτίου και την επόμενη μέρα οι επαναστάτες έγιναν κύριοι της πόλης.

H Καλαμάτα απελευθερώθηκε πριν από τις 25 Μαρτίου. Η δοξολογία για την απελευθέρωση της πόλης από τους επαναστάτες τελέστηκε στις 23 Μαρτίου. Και το αστείο είναι πως το κράτος που επισήμως θεωρεί πως η Επανάσταση ξεκίνησε από την Αγία Λαύρα στις 25 Μαρτίου τιμάει ακόμη και σήμερα με τελετές και παράτες την απελευθέρωση της Καλαμάτας δυο μέρες πριν.

Ιστορικά κουλουβάχατα από αυτούς που φτιάχνουν την ιστορία κατά πως τους βολεύει…

Είναι λοιπόν μεγάλο ιστορικό ψέμα ότι η Επανάσταση ξεκίνησε στις 25 Μαρτίου από το μοναστήρι της Αγίας Λαύρας με την ύψωση του λαβάρου από τον Παλαιών Πατρών Γερμανό, ο οποίος όπως θα δούμε παρακάτω δεν βρίσκονταν στο μοναστήρι εκείνη τη μέρα.

O μύθος της Αγίας Λαύρας

Αυτά ως προς τον μύθο της 25ης Μαρτίου και των ορισμό της ως ημέρα έναρξης της Επανάστασης. Πάμε τώρα σε ένα άλλο μύθο. Αυτόν της Αγίας Λαύρας ως τόπου όπου κηρύχθηκε η Επανάσταση.

Και αυτός ο μύθος χτίστηκε μετά την Επανάσταση, γύρω στο 1840, διαδόθηκε πλατιά μετά το 1854 και εξυπηρετούσε τον ίδιο σκοπό που εξυπηρέτησε και εξακολουθεί να εξυπηρετεί ο μύθος της 25 Μαρτίου. Ο μύθος της 25ης Μαρτίου έπρεπε να συμπληρωθεί και με ένα άλλο μύθο. Και αυτό έγινε . Πάνω στον πρώτο μύθο δομήθηκε ο δεύτερος. Και όπως ένας άλλος μύθος αυτός του Κρυφού Σχολείου βρήκε την έκφρασή του στη ζωγραφική με τον πίνακα του Ν. Γύζη έτσι και ο μύθος της Αγίας Λαύρας βοηθήθηκε από τον πασίγνωστο πίνακα του Θ. Βρυζάκη «Ύψωσις της σημαίας της Επανάστασεως εις την Αγίαν Λαύραν» που φιλοτεχνήθηκε το 1851 και είναι κρεμασμένος σε όλα τα σχολεία για να εμπεδώσουν το ψέμα τα άτυχα ελληνόπουλα.
Ο πίνακας του Θ. Βρυζάκη «Ύψωσις της σημαίας της Επανάστασεως εις την Αγίαν Λαύραν» (1851)

Ο μύθος της Αγίας Λαύρας στηρίχτηκε σε ένα περιστατικό. Το πέρασμα δηλαδή από το μοναστήρι του δεσπότη της Πάτρας Παλαιών Πατρών Γερμανού, του επισκόπου Κερνίτσης Προκοπίου και προεστών της Πάτρας, της Βοστίτσας (η μεσαιωνική ονομασία του Αιγίου) και των Καλαβρύτων τις πρώτες μέρες του Μαρτίου 1821. Λίγο πριν ο καϊμακάμης της Τρίπολης που αντικαθιστούσε τον Χουρσίτ Πασά που είχε φύγει για τα Γιάννενα για να χτυπήσει τον Αλή Πασά, διέταξε να παρουσιαστούν μπροστά του όλοι οι προύχοντες και οι δεσποτάδες του Μοριά, μετά από προδοσία του Σωτήρη Κούγια , ενός προύχοντα της Τρίπολης ο οποίος του είχε αποκαλύψει τα σχέδια των Ελλήνων για εξέγερση. Κάμποσοι πήγαν στην Τρίπολη για να το πληρώσουν αργότερα με τη ζωή τους όταν άναψε για τα καλά το ντουφέκι.

Αντίθετα ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, ο Κερνίτσης Προκόπιος και οι προεστοί της Πάτρας, των Καλαβρύτων και της Βοστίτσας πήραν την απόφαση να μην πάνε στην Τρίπολη. Είχαν καταλάβει πως η Επανάσταση θα ξεσπούσε έτσι κι αλλιώς και θα το πλήρωναν με τη ζωή τους. Σκαρφίστηκαν λοιπόν ένα τέχνασμα. Αποχαιρέτησαν τον καϊμακάμη των Καλαβρύτων λέγοντας του πως πηγαίνουν στην Τρίπολη. Όμως είχαν φροντίσει να κατασκευάσουν ένα γράμμα που τάχα το έγραψε ένας Τούρκος φίλος τους προειδοποιώντας τους να μην πάνε στην Τρίπολη γιατί ο καϊμακάμης θα τους σκοτώσει. Όταν έφτασαν λοιπόν στις Καστάνες ένας δικός τους άνθρωπος, τους έδωσε το πλαστό γράμμα. Μετά από αυτό προσποιήθηκαν τους τρομοκρατημένους στους Τούρκους συνοδούς τους και επέστρεψαν στα Καλάβρυτα. Εκεί αποφάσισαν στις 10 Μαρτίου να καταφύγουν για μεγαλύτερη ασφάλεια στο μοναστήρι της Αγίας Λαύρας. Ήταν ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, ο Κερνίτσης Προκόπιος και οι προύχοντες Ανδρέας Ζαΐμης, Ασημάκης Φωτήλας, Ανδρέας Λόντος, Σωτήρης Θεοχαρόπουλος και Σωτήρης Χαραλάμπης. Όμως επειδή φοβήθηκαν ότι έτσι όπως ήταν συναγμένοι στο μοναστήρι θα τους πιάσουν οι Τούρκοι αποφάσισαν να φύγουν και να σκορπιστούν. Έτσι ο Παλαιών Πατρών Γερμανός και ο Ανδρέας Ζαΐμης πήγαν στα Νεζερά Αιγίου και οι άλλοι σε άλλα μέρη. Ο ίδιος ο Γερμανός στα απομνημονεύματά του αποκαλύπτει τους λόγους που οι δύο επίσκοποι μαζί με τους προκρίτους μετά από σύσκεψη αποφάσισαν να κρυφτούν:

«Συσκεφθέντες αποφάσισαν να μη δώσωσιν αιτίαν τινά , αλλά πεφοβισμένοι να παραμερίσωσιν εις ασφαλή μέρη…».

«Ψεύδος παχυλόν»

Στις 25 Μαρτίου λοιπόν ο Γερμανός δεν ήταν στην Αγία Λαύρα. Όχι μόνο δεν το αναφέρει ο ίδιος στα απομνημονεύματά του αλλά την απουσία του σημειώνουν και όλοι οι ιστορικοί της εποχής.


Ο Σπυρίδων Τρικούπης γράφει στην Ιστορία του: «Ψευδής είναι η εν Ελλάδι επικρατούσα ιδέα ότι εν τη μονή της Αγίας Λαύρας ανυψώθη κατά το πρώτον η σημαία της ελληνικής επαναστάσεως…» .

Ο Σπυρίδων Τρικούπης, o οποίος αρχικά είχε υιοθετήσει τον μύθο της Αγίας Λαύρας στη δεύτερη έκδοση της «Ιστορίας της Ελληνικής Επαναστάσεως» το 1860, είναι κατηγορηματικός: «Ψευδής είναι η εν Ελλάδι επικρατούσα ιδέα ότι εν τη μονή της Αγίας Λαύρας ανυψώθη κατά το πρώτον η σημαία της ελληνικής επαναστάσεως…».

Ο Τζορτζ Φίνλεϊ που έζησε μαζί με τους επαναστατημένους Έλληνες στην Ιστορία της Επανάστασης που εκδόθηκε το 1861 γράφει ότι ο Γερμανός και οι άλλοι σκορπίστηκαν και προσθέτει: «Η αλήθεια όμως είναι ότι ο λαός εμψυχωμένος από τους Φιλικούς αψήφησε τον κίνδυνο και πήρε τα όπλα ενώ οι άρχοντές του καιροσκοπούσαν».

Ο Ιωάννης Φιλήμων, στο «Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως χαρακτηρίζει τα περί κήρυξης της Επανάστασης στην Αγία Λαύρα «ψεύδος παχυλόν».

Κι ακόμη τα γεγονότα δείχνουν πως στις 25 Μαρτίου κι αφού ο Καρατζάς είχε απελευθερώσει την Πάτρα, ο Ζαΐμης, ο Λόντος και ο δεσπότης Γερμανός κατόπιν εορτής και εκβιαζόμενοι από την ορμή των επαναστατών συνέταξαν ένα έγγραφο στο οποίο αναφέρουν ότι αποφάσισαν όλοι να πεθάνουν ή να ελευθερωθούν και παρακαλούσαν τα χριστιανικά βασίλεια να τους θέσουν υπό την εύνοιά και την προστασία τους. Μάλιστα την επόμενη μέρα στις 26 Μαρτίου έστειλαν το έγγραφο αυτό στους προξένους των μεγάλων δυνάμεων (Αγγλίας, Γαλλίας, Αυστρίας και Ισπανίας) που έδρευαν στην Πάτρα.

Και το έγγραφο αυτό αποδεικνύει ότι ο Γερμανός με τους προεστούς της Αχαΐας, βρισκόντουσαν στις 25 Μαρτίου στην επαναστατημένη Πάτρα και όχι στο μοναστήρι της Αγίας Λαύρας.


O Παλαιών Πατρών Γερμανός χωρίς τα «στολίδια» της κρατικής ιστοριογραφίας

Αξίζει σ’ αυτό το σημείο να δούμε πιο αναλυτικά τη στάση που κράτησε εκείνες τις μέρες ο Γερμανός.
Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός

Οι ηγέτες της Φιλικής Εταιρίας αποφάσισαν να στείλουν τον Παπαφλέσσα στο Μοριά για να ανάψει τη φωτιά της Επανάστασης για δύο κυρίως λόγους. Ο πρώτος ήταν πως ο Γρηγόριος Δικαίος ήταν κληρικός και το ράσο θα του έδινε τη δυνατότητα να ανοίξει όλες τις πόρτες και των φτωχών και των πλουσίων ενώ παράλληλα δεν έδινε και υποψίες στους κατακτητές. Ο δεύτερος ήταν οι ικανότητες του. Ήταν ένας θαρραλέος άνθρωπος με γλώσσα που έκοβε και ικανός να ξεφεύγει από τους Τούρκους.

Όταν έφτασε στον Μοριά έπρεπε να ξεπεράσει ένα μεγάλο εμπόδιο, τα επάνω στρώματα της κοινωνίας, τους δεσποτάδες και τους προεστούς. Μερικοί από αυτούς είχαν μυηθεί στη Φιλική Εταιρία με το δόλωμα ότι πίσω από την « Αρχή» του αγώνα βρίσκονταν η Ρωσία. Όμως ακόμη και ανάμεσα σ’ αυτούς αρκετοί ήταν εκείνοι που δίσταζαν, άλλοι από συμφέρον και άλλοι από φόβο, και πρόβαλαν τη δικαιολογία πως ο καιρός για τον ξεσηκωμό δεν είχε φτάσει.

Άλλοι ήταν αμύητοι. Κάποιοι πατριώτες αλλά και αρκετοί ως το κόκαλο τουρκόφιλοι και αντίθετοι σε κάθε επαναστατική ενέργεια.

Ο Γερμανός είχε μυηθεί στην Φιλική Εταιρία από τον Αν. Πελοπίδα. Όπως γράφει ο Κορδάτος (« Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας», τ. Χ, σ. 177) παραπέμποντας στον κληρικό και Φιλικό Αμβρόσιο Φραντζή («Επίτομος Ιστορία της Αναγεννηθείσης Ελλάδος», τ. Δ΄, σ. 93) «Αν και ο Πελοπίδας είχε αυστηρή διαταγή να μην πλησιάσει το Γερμανό γιατί θεωρούνταν ύποπτος , αυτός παράκουσε, πήγε και τον αντάμωσε και λέγοντάς του πολλά ψέματα, πως τάχα ήταν ο τσάρος, ο Καποδίστριας και άλλοι πίσω από την εταιρία, τον κατάφερε να γίνει μέλος. Ο Πελοπίδας παράκουσε γιατί ο Γερμανός είχε μεγάλο κύρος όχι μόνο στην Αχαία, αλλά και σ’ όλη την Πελοπόννησο».

Παρά την ένταξή του στην Εταιρία οι συντηρητικές του αντιλήψεις τον έκαναν να είναι άκρως επιφυλακτικός και δύσπιστος για τον απελευθερωτικό αγώνα. Και αυτό το έδειξε όταν ηγούμενος πολλών κοτζαμπάσηδων και κληρικών αντιμετώπισε αρνητικά την κάθοδο στο Μοριά του Παπαφλέσσα. Σε σύσκεψη που έγινε στο Αίγιο ήρθε σε ανοιχτή σύγκρουση με τον Παπαφλέσσα.

Ο Παπαφλέσσας είπε στους προύχοντες πως δεν χωρεί αναβολή για την εξέγερση. Οι προεστοί που όλη την ώρα τον άκουγαν με κρύα καρδιά σηκώθηκαν και τον άρχισαν στις βρισιές. «Φαίνεται πως έγινε μεγάλος καυγάς. Παραλίγο νάρθουν στα χέρια. Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός ξεστόμισε βαριές φράσεις και λέξεις κατά του Παπαφλέσσα. Τον είπε απατεώνα, εξωλέστατο και μιαρό. Λένε πως ο Παπαφλέσσας εξαγριωμένος του απάντησε πως είναι μασκαράς, γιος ξυλοκόπου που έγινε αρχιερέας αφού δωροδόκησε τους τρανούς του Πατριαρχείου», γράφει ο Κορδάτος στην Ιστορία του (τ.Χ, σ. 178) παραπέμποντας στην Ιστορία του Φραντζή (τ. Α΄, 98-99), και στα Απομνημονεύματα του Γερμανού (σ. 23) και του αγωνιστή του ‘21 Φωτάκου (σ. 172-173).

Οι προεστοί φοβήθηκαν και γύρισαν το βιολί. Είπαν στον Παπαφλέσσα να τους αφήσει λίγες μέρες για να σκεφτούν. Αυτός συμφώνησε. Όμως του έστησαν παγίδα, τον έπιασαν και τον έκλεισαν στο μοναστήρι του Μεγάλου Σπηλαίου βάζοντας τους καλόγερους να τον φυλάνε. Όμως ο Παπαφλέσσας έπεισε τους φρουρούς του να τον αφήσουν. Έτσι ο «τρελλόπαπας» κατάφερε να ξεφύγει παίρνοντας μαζί του και μερικούς από τους φρουρούς του. Γύρισε όλο το Μοριά και με τη σύμφωνη γνώμη του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, του Αναγνωσταρά , του Νικηταρά και του Καρατζά έστησαν το πρώτο στρατόπεδο του αγώνα έξω από την Καλαμάτα στο μοναστήρι του Προφήτη Ηλία. Εκεί μεταφέρθηκε και το φορτίο με μπαρουτόβολα που είχε φτάσει με ένα καΐκι της Φιλικής από τη Σμύρνη και το είχαν βγάλει σε κάποια ακρογιαλιά.

Η αποφασιστικότητα του Παπαφλέσσα οδήγησε στην εξέγερση και μόνο όταν οι προεστοί και οι δεσποτάδες είδαν πως δεν υπήρχε άλλος δρόμος, τότε συντάχτηκαν κι αυτοί ανοιχτά με τους εξεγερμένους. Τότε συντάχτηκε από το Ζαίμη, το Λόντο και το Γερμανό και το έγγραφο προς τους προξένους των Μεγάλων Δυνάμεων.

Στα τέλη του 1822 ο Γερμανός μαζί με τον Γεώργιο Μαυρομιχάλη πήγαν στην Ιταλία για να πετύχουν την αναγνώριση από τον Πάπα της ελληνικής Προσωρινής Διοίκησης. Όπως προκύπτει από την αλληλογραφία παπικών αξιωματούχων ο Γερμανός ήταν «προφορικά εξουσιοδοτημένος να ζητήσει την προστασία του Πίου Ζ΄ για τους αγωνιζόμενους Έλληνες προτείνοντας ως αντάλλαγμα την ένωση των Εκκλησιών». Η αποστολή αυτή απέτυχε γιατί ο Πάπας έδειξε αδιαφορία ( Ιωάννη Ασημάκη κληρικού της Καθολικής Εκκλησίας στην Ελλάδα «Η πορεία των σχέσεων Ελλάδος –Αγίας έδρας 1820-1980», σ. 242-244.

Λίγο αργότερα θα συναντήσουμε τον Γερμανό να παίζει σημαντικό ρόλο στις πρώτες εμφύλιες συγκρούσεις ταυτιζόμενος με τους κοτζαμπάσηδες του Μοριά εναντίον του Παπαφλέσσα των ρουμελιωτών οπλαρχηγών και του Κουντουριώτη. Για ένα διάστημα αποσύρθηκε από το προσκήνιο έως το 1826 οπότε εκλέχτηκε πληρεξούσιος στη Γ΄ Εθνική Συνέλευση. Λίγο μετά αρρώστησε από εξανθηματικό τύφο και πέθανε στο Ναύπλιο.

Συνοψίζοντας κι αυτό το σημείωμα για το ’21: Τρεις μύθοι για την 25η Μαρτίου, την Αγία Λαύρα και τον ρόλο του Παλαιών Πατρών Γερμανού στην υπηρεσία του ευνουχισμού της εξέγερσης και της διαστρέβλωσης του αληθινού περιεχόμενο της. Ακόμη κι αν έχουν περάσει 200 χρόνια από την Επανάσταση κι ακόμη τα παιδιά μας τα κανοναρχούν πως το ’21 δεν ήταν μια εξέγερση με πρωταγωνιστή το λαό αλλά θέλημα Θεού που όρισε ένα δεσπότη τον Γερμανό να κηρύξει την Επανάσταση σε ένα τόπο της Εκκλησίας (το μοναστήρι της Αγίας Λαύρας) σε μια σημαδιακή μέρα, του Ευαγγελισμού της Παναγίας για να δέσει και το παραμύθι της υπερμάχου στρατηγού στους «αγώνας του Έθνους»…



Δημοσιεύτηκε στον ΗΜΕΡΟΔΡΟΜΟ 25 Μάρτη 2017


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Μεγάλη συγκίνηση που ο παππούς του εστεμμένου φελλού που ταΐσαμε κιμά γαρίδας ήταν ...Έλληνας! Το είπε με καμάρι...

Για να γνωρίσουμε καλύτερα τον παππού του, τον πρίγκηπα Ανδρέα! Μιλάμε για ΤΟ...καμάρι!

Ο "βασιλόπαις" Ανδρέας, όπως του άρεσε να τον αποκαλούν, έπαιζε και πόλεμο. Ζήτησε να πάρει μέρος στην εκστρατεία στη Μικρά Ασία και βρέθηκε ... υποστράτηγος, διοικητής του Β΄ Σώματος Στρατού (Ιούλιος-Σεπτέμβριος 1921). Πολέμησε με "αυτοθυσία" στα καφέ - σαντάν της Σμύρνης και ενίσχυσε αποφασιστικά τις σχέσεις του με εκπροσωπους της Γαλλικής σχολής χορού!

Τον πίκραινε όμως που δεν τον συμπαθούσαν και σε επιστολή του στον Ι. Μεταξά (19.12.1921) γράφει:

«Ἀπαίσιοι πραγματικῶς εἶναι οἱ ἐδῶ Ἕλληνες, ἐκτὸς ἐλαχίστων. Ἐπικρατεῖ Βενιζελισμὸς ὀγκώδης καὶ κατὰ τὴν 15ην Δεκεμβρίου εἶχον κλείσει σχεδὸν ὅλα τὰ καταστήματα. Θὰ ἤξιζε πράγματι νὰ παραδώσωμεν τὴν Σμύρνην εἰς τὸν Κεμὰλ διὰ νὰ τοὺς πετσοκόψῃ ὅλους αὐτοὺς τοὺς ἀχρείους, οἱ ὁποῖοι φέρονται οὕτω κατόπιν τοῦ φοβεροῦ αἵματος ὅπερ ἐχύσαμεν ἐδῶ. Αἵματος τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος δέ, διότι ὅλα τὰ παιδιὰ τῶν ὁπωσδήποτε καλυτέρων οἰκογενειῶν τῶν ἐνταύθα ὑπηρετοῦν εἰς τὴν Σμύρνην καὶ τὰ μετόπισθεν, ἀλλοίμονον δὲ ἂν ἓν οἱονδήποτε τμῆμα εὑρεθῇ σχηματισμένον μόνον ἀπὸ Μικρασιάτας καὶ ἐνώπιον τοῦ ἐχθροῦ».

"Χύσαμε αίμα"... σε Α΄ Πληθυντικό μιλά ο πρίγκηψ που το μόνο αίμα που μπορεί να έχυσε βέβαια θα ήταν στο ξύρισμα...

Από δω και πέρα δεν έχει πλάκα: προήχθη σε αντιστράτηγο και ανέλαβε τη διοίκηση του Β΄ Σώματος Στρατού. Τή στιγμή που εκδηλώνόταν η αντεπίθεση του Κέμάλ μετακίνησε το Σώμα του πίσω (στα σίγουρα ο Πρίγκηψ...) από το Γ΄ Σώμα, αφήνοντας τελείως ακάλυπτο το Α΄ Σώμα, που έπαθε πανωλεθρία. Κατόπιν τούτου ο Ανδρέας αντικαταστάθηκε από τον αντιστράτηγο Τρικούπη. Ήταν όμως πολύ αργά.
Βούιξε ο τόπος τότε πως τη βραδιά της αντεπίθεσης του Κεμάλ ο πρίγκηψ ηταν άφαντος, συνέχισε να μορφώνεται πάνω στις σύγχρονες τάσεις της Γαλλικής σχολής χορού.

Γυρνώντας στην Ελλάδα πέρασε Στρατοδικείο που τον έκρινε ένοχο παμψηφεί, αναγνωρίζοντάς του όμως ελαφρυντικά λόγω... απειρίας(!!!) Απίστευτο; του αναγνωρίστηκε το ελαφρυντικό ″της τελείας απειρίας περί την διοίκησιν ανωτέρων μονάδων”και τον καταδίκασε στην ποινή της ισόβιας υπερωρίας και της διαγραφής από το μητρώο των αξιωματικών.(!) 
Αυτοί που ανέθεσαν σε αυτον τον τύπο την διοίκηση των χιλιάδων φουκαράδων που άφησαν τα κόκκαλά τους στον Σαγγάριο;

Αμέσως μετά την καταδίκη του, μεταφέρθηκε στο Φάληρο και αναχώρησε με το βρετανικό αντιτορπιλλικό ”Καλυψώ”. Το πλοίο σταμάτησε στην Κέρκυρα για να παραλάβει την οικογένειά του και μετά κατευθύνθηκε προς την Ιταλία. Τελικά, ο πρίγκιπας εγκαταστάθηκε σε προάστιο του Παρισιού, υπό την προστασία των Άγγλων.

Αυτόν τον ... ένδοξο πρόγονο τιμήσαμε εχτές, γι αυτόν καμάρωνε ο Κάρολος και χειροκροτούσε η πολιτική ηγεσία μας!

Σταθερά Μάνος Κατράκης:  " Δούλοι ήσασταν πάντα μωρέ..."




Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
Περσικό ιππικό στον Καύκασο

Του Χρόνη Βάρσου *

Μια άγνωστη πτυχή της Επανάστασης του 1821 αποτελεί και η παράλληλη εμπλοκή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας τα πρώτα δύο κρίσιμα χρόνια του Αγώνα, στα ανατολικά της σύνορα, με τον παραδοσιακό της αντίπαλο: τη σιιτική Περσία του 48χρονου σάχη Φαθ Αλή Σαχ (1797-1834) της νέας, τουρκοαζερικής προέλευσης, δυναστείας των Κατζάρων (1794-1925) που διαδέχθηκε εκείνες των Σαφαβιδών, των Αφσαριδών και των Ζαντ. Ο οθωμανοπερσικός πόλεμος που ξέσπασε από τον Οκτώβριο του 1820 έως τον Ιούλιο του 1823 ήταν ο 9ος κατά σειράν από το 1514, όταν συγκρούστηκε για πρώτη φορά ο σουλτάνος Σελήμ Α΄ (Γιαβούζ) με τον σάχη με ελληνικές ρίζες, Ισμαήλ Α΄ των Σαφαβιδών, στο Τσαλντιράν. Ακολούθησαν άλλοι 7 πόλεμοι (1532-35, 1578-90, 1603-18, 1623-39, 1730-36, 1743-46, 1775-76), με τα σύνορα των δύο δυνάμεων να βρίσκονται το 1820 εκεί περίπου που σήμερα ορίζονται τα αντίστοιχα του Ιράν με την Τουρκία και το Ιράκ. Την περίοδο 1804-1813 η Περσία των Κατζάρων, ηττήθηκε από τη Ρωσική Αυτοκρατορία στον 4ο κατά σειράν ρωσοπερσικό πόλεμο και απώλεσε με τη συνθήκη του Γκιουλιστάν (12/24 Οκτωβρίου 1813) το σύνολο σχεδόν των εδαφών της στον Καύκασο (όλο το σημερινό ρωσικό Νταγκεστάν, όλη την ανατολική Γεωργία με την Τιφλίδα, τη βόρεια Αρμενία και το μεγαλύτερο μέρος του Αζερμπαϊτζάν με το Μπακού). Αν και σύμμαχος με τους Οθωμανούς εναντίον των Ρώσων (παράλληλος ρωσοτουρκικός πόλεμος το 1806-1812), η Περσία ετοιμάστηκε για την επόμενη σύγκρουση με τον σουλτάνο εκσυγχρονίζοντας τα επόμενα χρόνια τον στρατό της με δυτική και ρωσική βοήθεια.

Η αφορμή ξεκίνησε από τη Βαγδάτη. Από το 1704 η οθωμανική Μεσοποταμία, υπό τη δυναστεία των Μαμελούκων της Βαγδάτης (στρατιωτική κάστα μουσουλμάνων της Γεωργίας), ήταν ουσιαστικά ημιαυτόνομη. O νέος πασάς της Βαγδάτης, Νταούτ (1816/17-1831), ήταν φιλικά προσκείμενος στον σουλτάνο, με τη βοήθεια του οποίου κατέλαβε την εξουσία σκοτώνοντας τον γαμπρό και προκάτοχό του Σαΐντ (1813-1817), εχθρό της Πύλης. Ο αδελφός του, Σαδίκ μπέης, κατέφυγε τον Απρίλιο του 1820 για προστασία στην Περσία των Κατζάρων. Η σύγκρουση ξεκίνησε όταν, τον Ιούλιο του 1820, ο νέος κυβερνήτης του Ερζερούμ, Μεχμέτ Χοσρέφ πασάς (ο μετέπειτα Καπουδάν πασάς στην Ελληνική Επανάσταση), συνέλαβε, με τη σύμφωνη γνώμη του Νταούτ, τον Σαδίκ μπέη και τον εκτέλεσε με την κατηγορία ότι οργάνωνε την ένοπλη ανατροπή του πασά της Βαγδάτης, υποκινούμενος από την Περσία. Παράλληλα τον Οκτώβριο άρχισαν σοβαρά ένοπλα επεισόδια, όταν ο πασάς του Βαν ενίσχυσε τις αντιπερσικές κουρδικές συνοριακές φυλές Σίπκι και Χαϊνταρανλού, γεγονός που προκάλεσε μικρής κλίμακας εισβολή του περσικού στρατού από το Ερεβάν, η οποία όμως απωθήθηκε από τους Τούρκους.
Το καλοκαίρι του 1821, ο σουλτάνος ήταν ήδη σε πόλεμο με τον Αλή Πασά και η Ελληνική Επανάσταση που είχε ξεσπάσει πετύχαινε τις πρώτες νίκες της. Ταυτόχρονα όμως η Οθωμανική Αυτοκρατορία τελούσε και υπό την απειλή ενός νέου ρωσο-τουρκικού πολέμου μετά τη διακοπή των διπλωματικών σχέσεων με την Πετρούπολη λόγω του απαγχονισμού του Πατριάρχη και των σφαγών στην Κωνσταντινούπολη. Έτσι, εκμεταλλευόμενος τη δεδομένη συγκυρία και ενθαρρυμένος από τη ρωσική διπλωματία, ο περσικός στρατός, τέλη Αυγούστου 1821, εισέβαλε από την Ταυρίδα και το Ερεβάν στην οθωμανική Ανατολία.
Αμπάς Μιρζά

Επικεφαλής του εκσυγχρονισμένου περσικού στρατεύματος δυνάμεως 50.000 ανδρών (εκ των οποίων 12.000 τακτικό πεζικό ευρωπαϊκού τύπου) τέθηκε ο 32χρονος γιος του σάχη και Πρίγκιπας του Αζερμπαϊτζάν, Αμπάς Μιρζά μαζί με τον Χουσεΐν Χαν Γκαζβινί του Ερεβάν. Του οθωμανικού στρατού (60.000 άνδρες) στο βόρειο μέτωπο ηγούνταν ο Χοσρέφ πασάς του Ερζερούμ, σερασκέρης της Ανατολής από τον Οκτώβριο του 1820, ενισχυόμενος από την Κωνσταντινούπολη μέσω Τραπεζούντας, ενώ στο νότιο μέτωπο (σύνορα Μεσοποταμίας-Περσίας) την ηγεσία ανέλαβε ο Νταούτ πασάς της Βαγδάτης με 35.000 στρατό, βοηθούμενος μέσω Ντιγιαρμπακίρ και Χαλεπίου.

Μέχρι τον Σεπτέμβριο, ο Αμπάς Μιζρά νικώντας τον οθωμανικό στρατό κατέλαβε το Τοπράκαλε (Ελεσκίρτ), το Ματζικέρτ και το Βαν. Τέλη Οκτωβρίου έπεσε και το φρούριο του Μπαγιεζίντ, ενώ εντός Νοεμβρίου 1821 κατελήφθησαν το Μυς, το Αχλάτ και το Μπιτλίς, δυτικά της λίμνης Βαν. Ο ηττημένος οθωμανικός στρατός υποχώρησε στο Ερζερούμ ενώ ο αποτυχημένος Χοσρέφ αντικαταστάθηκε από τον πρώην Μ. Βεζύρη, Μεχμέτ Εμίν Ρεούφ πασά.

Στο νότιο μέτωπο της Μεσοποταμίας εισέβαλε τέλη Σεπτεμβρίου 1821, επικεφαλής 40.000 περσικού στρατού, ο συνομήλικος αδελφός του, Μουχαμέντ Αλί Μιρζά. Αφού κατέλαβε τη Σουλεϋμανίγια, το Κιρκούκ και τη Σαμάρα, στο σημερινό βόρειο Ιράκ, πολιόρκησε ανεπιτυχώς τον Νταούτ πασά στη Βαγδάτη. Ο θάνατός του όμως στην Κτησιφώντα στις 22 Νοεμβρίου από χολέρα διέκοψε τις επιχειρήσεις του περσικού στρατού στα τέλη του 1821.
Αρχές Μαΐου του 1822 εκδηλώθηκε η οθωμανική αντεπίθεση στο Τοπρακάλε, 120 χλμ δυτικά του Ερζερούμ, από 60.000 στρατό υπό τον νέο σερασκέρη Μεχμέτ Εμίν Ρεούφ. Η συντριπτική ήττα όμως που υπέστη εκεί από τον Αμπάς Μιρζά, οδήγησε τον Ιούνιο στην κατάληψη από τους Πέρσες και του ισχυρού φρουρίου του Καρς. Στις αρχές Αυγούστου ο Αμπάς Μιρζά νίκησε για άλλη μια φορά τον οθωμανικό στρατό έξω από το Ερζερούμ αλλά ανέκοψε την προέλασή του λόγω επιδημίας χολέρας.
Η γραμμή Ερζερούμ-Μυς αποτέλεσε και το δυτικότερο όριο προώθησης του περσικού στρατού μέχρι το φθινόπωρο του 1822. 

Οι δύο αντίπαλοι, εξαντλημένοι πλέον, ξεκίνησαν διαπραγματεύσεις ειρήνευσης που κατέληξαν στη συνθήκη του Ερζερούμ στις 16/28 Ιουλίου 1823, που σφράγισε τον οθωμανοπερσικό πόλεμο και επανέφερε τα σύνορα στην προ του 1821 κατάσταση.

Η σχεδόν τριετής εμπλοκή του σουλτάνου στα ανατολικά του σύνορα με την Περσία των Κατζάρων, χωρίς βέβαια τη διάρκεια και την ένταση των προηγούμενων οθωμανοπερσικών πολέμων, συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό στη στερέωση της Ελληνικής Επανάστασης την κρίσιμη περίοδο 1821-1823. Καθώς ενέπλεξε και απασχόλησε για μεγάλο χρονικό διάστημα πολυάριθμες οθωμανικές δυνάμεις άνω των 100.000 ανδρών, που θα μπορούσαν ασφαλώς να αποδεσμευτούν και να σταλούν στα πολεμικά μέτωπα της επαναστατημένης Ελλάδας, προσέφερε εμμέσως πολύτιμη υπηρεσία στον Αγώνα.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
-Serkan Kececi, The Grand Strategy of the Russian Empire in the Caucasus against Its southern Rivals (1821-1833), London, 2016
-Kaveh Farrokh, Iran at War 1500-1988, N. York, 2011


* Ο Χρόνης Βάρσος είναι φιλόλογος και ιστορικός ερευνητής


πηγή

Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

του Νίκου Χειλαδάκη *

Όλα όσα ξέρατε μέχρι σήμερα για την ελληνική ιστορία είναι…«παραμύθια» κάποιων φασιστών, ρατσιστών και δεν συμμαζεύεται.

Σύμφωνα λοιπόν με τους ειδικούς, της «κακιάς ώρας», του κακού συναπαντήματος και της Σχολής Ιστορίας της Άγκυρας, η «πραγματική» ιστορία αυτής της χώρας μας έχει ως εξής :

Και κατ’ αρχή το 1821 ήταν μια άθλια ανταρσία απατεώνων, κλεφτών, δολοφόνων και… φοροφυγάδων, που έσφαζαν τον μουσουλμανικό πληθυσμό στα νότια της βαλκανικής χερσονήσου.

Ο περίφημος αρχαίος ελληνικός πολιτισμός ήταν μικρασιατικής… τουρκογενής προέλευσης και οι μεγάλοι αρχαίοι φιλόσοφοι ήταν… Τούρκοι, όπως ο Όμηρος, ο Ιπποκράτης, ο Θαλής ο Μιλήσιος, κ.α.

Οι ίδιοι αρχαίοι Έλληνες ήταν ένα κράμα διαφόρων φυλών που εξαφανίστηκαν εξ’ ολόκληρου μετά την κατάκτηση της Ελλάδας από τους Ρωμαίους.

Η σύγχρονη ελληνική γλώσσα είναι ένα κράμα… τουρκοσλαυβοαραβοβλαχοαλβανικών (!!!), στοιχείων. Και φυσικά ο Μέγας Αλέξανδρος δεν είχε καμία σχέση με τους Έλληνες αλλά ήταν ή Αλβανός, ή Σκοπιανός, ή…Τουρκόφωνος.

Η «απελευθέρωση» (!!!), της Κωνσταντινούπολης από τους διεφθαρμένους Βυζαντινούς που δεν είχαν καμία εθνικότητα, έγινε για να… ωφεληθούν οι Ορθόδοξοι καθώς ανέκτησαν την κυριαρχία σε όλη την έκταση της αυτοκρατορίας. Η «Παξ Οτομάνα», (!!!), ήταν ευεργετική για τους Ορθόδοξους που απέκτησαν μεγάλη δύναμη και καταπίεζαν, συχνά έσφαζαν τους καημένους τους μουσουλμάνους.

Οι άλλοι Ορθόδοξοι μέσα στην αυτοκρατορία υπονόμευαν με προδοσίες και σαμποτάζ την νόμιμη οθωμανική αρχή, ενώ συχνά προέβαιναν σε σφαγές των… φιλειρηνικών μουσουλμάνων.

Η εισβολή του ξένου «Στρατού του Διαβόλου», (Şeytan Asler), στην Μικρά Ασία το 1919, ήταν μα απάνθρωπη κατοχή των πατρώων εδαφών των Τούρκων και οι ξένοι εισβολείς, (Έλληνες), βίαζαν και έσφαζαν μουσουλμάνους. Στην υποχώρηση τους το 1922 μετά την επέλαση του Κεμάλ, κατέκαψαν όλη την δυτική Μικρά Ασία και έσφαξαν δεκάδες χιλιάδες. Εκείνη την περίοδο έγινε η μεγάλη «γενοκτονία» των… μουσουλμάνων Τούρκων στον Πόντο από τους Ορθόδοξους Τσέτες που έκαιγαν τα μουσουλμανικά χωριά και βίαζαν τις μουσουλμάνες.

Το σύγχρονο ελληνικό κράτος αφού είχε την αμέριστη βοήθεια από τους Δυτικούς απέσπασε παράνομα εδάφη της Τουρκίας, όπως τα τουρκικά νησιά του Αιγαίου που κατέχει παράνομα. Είναι ένα κράτος τεχνητό που κατοικείται από διάφορες μειονότητες που δεν έχουν καμία σχέση η μια με την άλλη.

Τέλος οι Χριστιανοί ήταν πάντα αιμοβόροι και αυτό φαίνεται από του ότι μέσα στις εκκλησίες τους… πίνουν αίμα και τρώνε ανθρώπινη σάρκα (Θεία Κοινωνία)!!! Μάλιστα!

Αυτά τα «ωραία» της Σχολής Ιστορίας της Άγκυρας μην εκπλαγείτε αν αύριο θελήσουν να μας επιβάλλουν να μαθαίνουν τα παιδιά μας αφού απαγορεύσουν το «Πάτερ Ημών» και κάθε ελληνορθόδοξη εκδήλωση στα ελληνικά σχολεία.

Εμπρός λοιπόν στον δρόμο που χάραξαν οι διάφοροι Ρεπούσηδες, Δραγώνες Τατσόπουλοι, Φίληδες και ο… Κεμάλ Ατατούρκ.

Εμείς θα τα δεχτούμε όλα αυτά;



Νίκος Χειλαδάκης είναι Δημοσιογράφος-Συγγραφέας-Τουρκολόγος - www.nikosxeiladakis.gr




Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου


Ο Πρόεδρος του Μαυροβουνίου Μίλο Τζουκάνοβιτς απέστειλε στην Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Κατερίνα Σακελλαροπούλου, βιντεοσκοπημένο συγχαρητήριο μήνυμα, με την ευκαιρία της 25ης Μαρτίου. Ο Μίλο Τζουκάνοβιτς συγχαίρει τον ελληνικό λαό για την επέτειο των 200 ετών από την Ελληνική Επανάσταση του 1821 και υπογραμμίζει ότι η εξέγερση των Ελλήνων ενέπνευσε όλους τους αγώνες των βαλκανικών λαών για ελευθερία και ανεξαρτησία.

Μάλιστα ο  Πρόεδρος του Μαυροβουνίου αναφέρεται  και στην συμμετοχή Μαυροβούνιων αγωνιστών στην Επανάσταση του 1821 και ιδιαίτερα στον Βάσο Μαυροβουνιώτη. Επισημαίνει ότι και σήμερα οι δύο χώρες συνεργάζονται άψογα σε όλα τα επίπεδα υπογραμμίζοντας την συμμετοχή της Ελλάδας στην φύλαξη του εναέριου χώρου του Μαυροβουνίου.

Ας δούμε όμως, δοθείσης ευκαιρίας του μηνύματος του Μαυροβούνιου Προέδρου, αυτής της μικρής αλλά πανέμορφης γειτονικής μας χώρας, την συμμετοχή αγωνιστών της στον απελευθερωτικό αγώνα της Ελλάδας.

Μαυροβούνιοι Εθελοντές στον Εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα των Ελλήνων στα 1821. Ιωάννης Α. Παπαδριανός. Βαλκανικά Σύμμεικτα, τόμος 11 (1999-2000)-Περιοδική έκδοση του Ιδρύματος Μελετών Χερσονήσου του Αίμου[1]

Με την έναρξη της ελληνικής επανάστασης του 1821 για την αποτίναξη του οθωμανικού ζυγού της δουλείας, κατέφθασε στην Ελλάδα πλήθος φιλέλληνων αγωνιστών από την Ευρώπη και την Αμερική για να συνδράμουν στον αγώνα των Ελλήνων. Εκτός όμως από τους δυτικοευρωπαίους, που η συμμετοχή τους είναι πλήρως καταγεγραμμένη στις ιστορικές σελίδες της χώρας, κατέφθασαν και εθελοντές από τα Βαλκάνια, κυρίως από το Μαυροβούνιο και Σερβία.[2][3] Ο λόγος που συνέβη αυτό μπορεί να αποδοθεί στην απήχηση του φλογερού καλέσματος, τα προηγούμενα χρόνια από τον Ρήγα Φεραίο - ο οποίος αποτελεί την ψυχή και το πνεύμα της επανάστασης -  αλλά και στον πανβαλκανικό χαρακτήρα που πήρε στα μάτια των λοιπών Βαλκάνιων η εξέγερση των Ελλήνων, της πρώτης εθνότητας που επαναστάτησε και κέρδισε την ανεξαρτησία της στα Βαλκάνια.

Αν ξεφυλλίσει κανείς τον κατάλογο με τους αγωνιστές της επανάστασης του 1821, ασφαλώς θα βρει και ξένους αγωνιστές, όχι μόνο Έλληνες. Ανάμεσα σ’ αυτούς αναγράφεται και ο Μαυροβουνιώτης Βάσος, που ήταν από το Μαυροβούνιο και είχε έρθει μαζί με άλλους συμπατριώτες του να πολεμήσουν ως εθελοντές.

Επειδή όμως υπήρχε και ο φόβος να κινδυνεύσουν μέλη της οικογένειάς τους στο Μαυροβούνιο από αντίποινα των Τούρκων, οι Μαυροβούνιοι εθελοντές χρησιμοποιούσαν ψευδώνυμα, συνεπώς είναι δύσκολο να εντοπιστούν τα πραγματικά οικογενειακά τους επίθετα. Γνωστοί Μαυροβούνιοι εθελοντές ήταν: Μαυροβουνιώτης Βάσος, Μαυροβουνιώτης Ράντος, αδελφός του Βάσου, Μαυροβουνιώτης Τζωάννος-Σλαβάνος, Μοντενεγρίνος Τζωάννος, Ουΐτζ (Μαυροβουνιώτης στρατηγός και θερμός φιλέλληνας), και οι Ιωάννης Ράντοβιτς και Γρηγόριος Τζούροβιτς, που ήταν οι μόνοι που διατήρησαν τα πραγματικά τους επίθετα [7].

Γιατί πολέμησαν ως εθελοντές για την ελευθερία των Ελλήνων;

Η συμμετοχή των Μαυροβουνίων εθελοντών, όπως και των άλλων Βαλκάνιων, στην Ελληνική Επανάσταση του 1821 υπαγορευόταν από διαφόρους λόγους. Πολλοί πίστευαν ότι ο αγώνας των Ελλήνων θα είχε ως αποτέλεσμα την απελευθέρωση και της δικής τους πατρίδας και άλλοι νόμιζαν ότι έφθασε η αποφασιστική στιγμή για την οριστική μονομαχία «υπέρ πίστεως και πατρίδας». Ορισμένοι, πάλι, πήραν μέρος στον Αγώνα υπακούοντας στην επαναστατική τους ορμή. Τέλος, υπήρχαν και εθελοντές που προσχώρησαν στην Ελληνική Επανάσταση κάτω από την πίεση ποικίλων περιστατικών [8].
Τα Μαυροβουνιώτικα σώματα, στα οποία περιλαμβάνονταν και άλλοι Βαλκάνιοι, και κυρίως Σέρβοι, στην αρχή βρίσκονταν κάτω από τη γενική αρχηγία Έλληνα οπλαρχηγού. Με το πέρασμα όμως του χρόνου και την ανάδειξη ηγετικών ικανοτήτων των στελεχών τους τα παραπάνω σώματα απέκτησαν αυτοτέλεια δράσης και κίνησης και συνεργάζονταν κατά τρόπο ισότιμο με τα ελληνικά σώματα[4].

Πολλοί Μαυροβούνιοι μαχητές της Ελληνικής Ανεξαρτησίας, ήδη από τα μέσα του 1824, κατέλαβαν ανώτερα ή ανώτατα στρατιωτικά αξιώματα χάρη στις πολεμικές τους αρετές, την εμπειρία και τα διοικητικά τους προσόντα[5]. Ορισμένοι, μάλιστα από τους Μαυροβούνιους εθελοντές εξελληνίστηκαν πέρα ως πέρα, έμαθαν την ελληνική γλώσσα, πολιτογραφήθηκαν Έλληνες και συνήθισαν γρήγορα στον ελληνικό τρόπο σκέψεως και ζωής. Επίσης, αρκετοί από τους απογόνους των εθελοντών αυτών θα ακολουθήσουν τη στρατιωτική σταδιοδρομία των πατέρων τους και θα διακριθούν στα διάφορα πεδία των μαχών, όπως ο γιος του Βάσου Μαυροβουνιώτη, Τιμολέων Βάσος, που διακρίθηκε και κατά την Κρητική Επανάσταση του 1897[6].


Μαυροβουνιώτης Βάσος (1797-1847).

Μαυροβουνιώτης οπλαρχηγός κατά τους χρόνους του ελληνικού εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος και σπουδαίος στρατιωτικός παράγοντας κατά την περίοδο της βασιλείας του Όθωνα με σημαντική πολιτική επιρροή Γεννήθηκε στο Πετροπαύλιτς του Μαυροβούνιου το έτος 1797 και γύρω στα 1817, μαζί με σημαντικό αριθμό συγγενών του, κατέφυγε στη Μικρά Ασία για να αποφύγει διώξεις των τουρκικών αρχών της πατρίδας του. Δυστυχώς, τα στοιχεία, που διαθέτουμε για τη δράση του στη Μικρά Ασία, είναι ελάχιστα. Το πιθανότερο είναι να είχε εργαστεί ως επιστάτης σε κτήματα Οθωμανού γαιοκτήμονα ή σε κάποια τουρκική στρατιωτική υπηρεσία. Το 1820 αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη Μικρά Ασία, κυνηγημένος για αξιέπαινη πράξη. Κατέφυγε τότε στην Αθήνα και εντάχτηκε ως μπαϊρακτάρης στον στρατό του «σιλιχτάρη» (διοικητή) της πόλης Μπαμπά πασά, ο οποίος ετοιμαζόταν να εκστρατεύσει εναντίον του Αλή πασά του Τεπελενλή που είχε αποστατήσει από την Υψηλή Πύλη [9].
Προσωπογραφία του αγωνιστή Βάσου Μαυροβουνιώτη (1797-1847). Λάδι σε μουσαμά, έργο του Νικηφόρου Λύτρα, Μουσείο Μπενάκη.

Κατά την επαναστατική περίοδο 1821-1827, ο Βάσος Μαυροβουνιώτης [10] έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο. Αφού καθιερώθηκε κατά το πρώτο έτος του Αγώνα (1821), μαζί με τον φίλο του Νικόλαο Κριεζώτη, ως στρατιωτικός παράγοντας στην περιοχή της νήσου Εύβοιας, πήρε μέρος σε αιματηρές μάχες εναντίον του Ομέρ πασά της επαρχίας Καρυστίας, όπως στα Στύρα όπου τραυματίστηκε, στις Πετριές και στο Κάδι, ενώ κατά το δεύτερο έτος της Επανάστασης (1822) αντιμετώπισε επιτυχώς τους Τούρκους στρατιωτικούς Ομέρ μπέη, Τζαχαρτζή – Αλή πασά και Σανδή – Ντίμπα στα Πολιτικά, στα Βρυσάκια, στα Βλαχοχώρια, στη Βάθεια και πάλιν στα Στύρα (12 Ιανουάριου 1822).

Το έτος 1823, έχοντας ήδη πάρει τους βαθμούς του πεντακοσιάρχου και κατόπιν του χιλιάρχου, αμύνθηκε με γενναιότητα στην τοποθεσία Πύργος του Καστροβαλά, η οποία βρισκόταν στο γνωστό λιμάνι της Κύμης, εναντίον του Γεπτσάραγα [11]. Επίσης το ίδιο έτος εξεστράτευσε με 300 άντρες του και με πλοία Ψαριανά εναντίον της σπουδαίας για την Επανάσταση νήσου της Θάσου· εκεί, μολονότι υπήρχε αρκετός τουρκικός στρατός, κατέστρεψε ολοκληρωτικά σχεδόν το οθωμανικό στοιχείο της νήσου [12]. Κατά τη διάρκεια δε του επόμενου χρόνου (1824), οπότε και ανέβηκε στο αξίωμα του στρατηγού [13], μεταφέρθηκε με το σώμα του στην Ύδρα και ανέλαβε τη φύλαξή της νήσου αυτής, η οποία παρείχε στον Αγώνα τα περισσότερα και καλύτερα πλοία.

Αλλά η δραστηριότητα του Μαυροβουνιώτη στρατηγού θα συνεχιστεί και κατά τα επόμενα χρόνια [14]. Έτσι, το 1825, με διαταγή της κυβέρνησης προωθείται στην Πελοπόννησο και παίρνει μέρος στις μάχες του Νεοκάστρου (15/27 Μαρτίου) και του Κρεμμυδιού εναντίον του Ιμπραήμ πασά, ο οποίος απειλούσε να καταπνίξει την Επανάσταση. Μετά την καταστροφή δε των ελληνικών δυνάμεων στο Κρεμμύδι (17/19 Απριλίου), επανήλθε στη Στερεά Ελλάδα και διατάχτηκε να επιτεθεί εναντίον των Σαλώνων (Άμφισσας). Εδώ πολιόρκησε στενά τους Τούρκους, αλλά, λόγω ελλείψεως τροφίμων, αναγκάστηκε να μεταβεί στη θέση Φουντάνα, όπου και επέφερε μεγάλη καταστροφή στον εχθρό πολεμώντας σαν πραγματικός ήρωας. Επίσης, κατά το ίδιο έτος διεξήγε με επιτυχία πολεμικές επιχειρήσεις στις Θερμοπύλες και στη Ρούσσα εναντίον του Κεχαγιάμπεη [15].

Τον επόμενο χρόνο (1826), ο Βάσος Μαυροβουνιώτης, μαζί με άλλους οπλαρχηγούς, έλαβε μέρος σε μια εκστρατεία εναντίον του μακρινού Λιβάνου, η οποία, εκτός από τολμηρή, ήταν ταυτόχρονα και αυθαίρετη αφού δεν είχε την έγκριση της Προσωρινής Διοίκησης της επαναστατημένης Ελλάδας. Συγκεκριμένα, ο εγκαταστημένος από το 1820 στον Λίβανο έμπορος Χατζή Στάθης Ρέζης, που είχε στενές σχέσεις με τον εμίρη της περιοχής Μπεσίρ και ο οποίος είχε παρουσιαστεί στο Βουλευτικό Σώμα ισχυριζόμενος ότι διερμήνευε τις γνώμες των προυχόντων του Λιβάνου, είχε προτείνει στις 25 Οκτωβρίου του 1824 συμμαχία της χώρας εκείνης με την Ελλάδα με αντικειμενικούς σκοπούς την απελευθέρωση του Λιβάνου και της Κύπρου από την τουρκική σκλαβιά· μια τέτοια δε συμμαχία, τόνιζε ο Ρεζής, θα δημιουργούσε σοβαρό αντιπερισπασμό στις δυνάμεις του σουλτάνου και του Μεχμέτ Αλή της Αιγύπτου, ο οποίος είχε στείλει τον θετό γιο τον Ιμπραΐμ στην Πελοπόννησο με εντολή να καταπνίξει με κάθε τρόπο την επανάσταση. Το Βουλευτικό Σώμα δέχτηκε την πρόταση και ενέκρινε ως αντιπροσώπους του τον Χατζή Στάθη Ρέζη, τον Αντώνιο Τζούνη και τον Κύπριο αγωνιστή Χαράλαμπο Μάλη. Αλλά και το Εκτελεστικό Σώμα, αν και κάπως αργά, με έγγραφό του της 13ης Ιουλίου του 1825 ενέκρινε την παραπάνω απόφαση και ζήτησε από τον Ρεζή να συνοδεύσει και να καθοδηγήσει, ως γνώστης προσώπων και πραγμάτων, τους Έλληνες απεσταλμένους. Τον Τζούνη δε, ο οποίος αρνήθηκε τελικά να συμμετάσχει στην αποστολή, τον αντικατέστησε ο Γρηγόριος Δενδρινός, επίσκοπος Ευδοκιάδος. Όλους λοιπόν αυτούς η Προσωρινή Διοίκηση τους εφοδιάζει με έγγραφα προς τον εμίρη Μπεσίρ, προς τους φυλάρχους, τους ιερωμένους και τους προκρίτους του Λιβάνου, για να συνεννοηθούν μαζί τους για τους τρόπους της συνεργασίας των δύο τόσο απομακρυσμένων χωρών [16]. Αλλά και μια άλλη παράλληλη κίνηση παρατηρείται τότε που προερχόταν από ορισμένους Κύπριους πρόσφυγες, οι οποίοι, εμφορούμενοι από θερμό πατριωτισμό, φθάνουν ως τη σύλληψη σχεδίων που, υλοποιούμενα, θα είχαν απρόβλεπτες συνέπειες για την Κύπρο και την επαναστατημένη Ελλάδα γενικότερα [17].

Τα σχέδια όμως των εκστρατειών εναντίον του Λιβάνου και της Κύπρου γίνονταν σε μια περίοδο που η Προσωρινή Διοίκηση είχε να αντιμετωπίσει σοβαρότερα εσωτερικά προβλήματα, όπως ήταν η θανάσιμη απειλή του Ιμπραΐμ στην Πελοπόννησο και οι συντονισμένες επιχειρήσεις του Κιουταχή πασά στη Στερεά Ελλάδα που έτειναν στην κατάπνιξη της επανάστασης στην περιοχή. Γι’ αυτό και τα εν λόγω σχέδια εγκαταλείφθηκαν από την Προσωρινή Διοίκηση. Οι συζητούμενες, ωστόσο, επιχειρήσεις έγιναν γνωστές σ’ ένα κύκλο τολμηρών στρατιωτικών, όπως του Βάσου Μαυροβουνιώτη, του Χατζή Μιχάλη Ταλιάνου και του Νικόλαου Κριεζώτη, οι οποίοι έβλεπαν ότι ένα τέτοιο εγχείρημα θα μπορούσε να τους φέρει όχι μόνο πολεμική δόξα, αλλά και σημαντικά υλικά κέρδη. Οι κινήσεις όμως αυτές των στρατιωτικών, αν και ήταν μυστικές, δεν άργησαν να γίνουν αντιληπτές από τον Κύπριο πατριώτη Χαράλαμπο Μάλη, ο οποίος επιθυμούσε η εκστρατεία εναντίον του Λιβάνου και της Κύπρου να πραγματοποιηθεί υπό τον έλεγχο των επισήμων πολιτικιών αρχών και όχι να πάρει τη μορφή ιδιωτικής επιχείρησης και με ιδιοτελείς σκοπούς· γι’ αυτό και έσπευσε να ειδοποιήσει την ελληνική κυβέρνηση. Έτσι, με αναφορά του της 29ης Ιανουάριου 1826 προς το Βουλευτικό Σώμα κατήγγειλε τις ύποπτες κινήσεις των στρατιωτικών και ζήτησε να ληφθούν μέτρα εναντίον των πρωταγωνιστών των κινήσεων αυτών [18].

Η ελληνική κυβέρνηση, που δεν είχε πληροφορίες για τις παραπάνω μυστικές ζυμώσεις, ζητεί από το Βουλευτικό Σώμα να καταβάλλει κάθε προσπάθεια, ώστε να εμποδιστεί το παράτολμο εγχείρημα των στρατιωτικών. Με το ίδιο δε πνεύμα γράφει και προς τους προκρίτους των νησιών Ύδρας, Σπετσών και Ψαρών, καθώς και στην ψυχή του Αγώνα Θεόδωρο Κολοκοτρώνη που επηρέαζε αποφασιστικά τους στρατιωτικούς κύκλους. Παρόλα αυτά, ο Βάσος Μαυροβουνιώτης και οι ομοϊδεάτες του εμμένουν στα σχέδιά τους και αναπτύσσουν έντονη δραστηριότητα για την πραγματοποίησή τους. Ως τόπος συγκέντρωσης ορίζεται η νήσος Κέα (Τζια), στην οποία, κατά το χρονικό διάστημα από τον Δεκέμβριο του 1825 ως το Φεβρουάριο του 1826, συρρέουν διάφοροι οπλοφόροι υπό την αρχηγία του Βάσου Μαυροβουνιώτη, του Χατζή Μιχάλη Ταλιάνου, του Νικολάου Κριεζώτη, του Σταύρου Λιακόπουλου και του Χατζή Στεφάν ή Βούλγαρη που συνολικά θα ξεπεράσουν τους 2.000 άνδρες. Οι οπλοφόροι όπως αυτοί, επειδή δεν βοηθούνταν από την κυβέρνηση, αναγκάζονταν πολλές φορές να καταπιέζουν τους κατοίκους της περιοχής για να τους προμηθεύσουν τρόφιμα [19].

Τέλος, κατά το τέλος Φεβρουάριου, το σώμα των οπλοφόρων αναχώρησε με 14 καράβια, στις αρχές δε Μαρτίου έφτασε στις ακτές της Συρίας έξω από τη Βηρυτό, όπου έκαμε απόβαση και κατέλαβε έναν ακρινό παραθαλάσσιο πύργο και μερικά σπίτια· απ’ εκεί ήλθε σε επαφή με τον εμίρη Μπεσίρ, αλλά αυτός ζήτησε από τους οπλαρχηγούς τα πληρεξούσιά τους γράμματα, τα οποία βέβαια αυτοί δεν διέθεταν. Διατάχτηκαν λοιπόν να αναχωρήσουν, όσο το δυνατόν γρηγορότερα, προτού συγκεντρωθούν και επιτεθούν εναντίον τους οι Άραβες. Έτσι αναγκάστηκαν, στις 25 Μαρτίου, να φύγουν άπρακτοι και να παραιτηθούν από μια τολμηρή επιχείρηση σε ξένη χώρα σε εποχή, κατά την οποία η παρουσία και η συνδρομή τους στο πολιορκούμενο Μεσολόγγι που περνούσε αγωνιώδεις στιγμές θα ήταν ανεκτίμητη. Κατά την επιστροφή τους, προσέγγισαν στην Κύπρο, όπου τρομοκράτησαν τους Τούρκους κατοίκους του νησιού, έπιασαν κατόπιν στα παράλια της Κιλικίας ένα αυστριακό καράβι και, τέλος, μέσω της νήσου Άνδρου ξαναγύρισαν στην επαναστατημένη Ελλάδα [20].

Μετά την επιστροφή από το Λίβανο, ο Βάσος Μαυροβουνιώτης θα διακριθεί στη μάχη στη θέση «Λυκόραμα», απέναντι από τα νησιά Πεταλιοί [21]. Στη θέση αυτή θα φθάσει στις 5 Απριλίου του 1826 ο Μαυροβουνιώτης πολέμαρχος με 800 περίπου άνδρες και με τρία πολεμικά πλοία και μαζί με τον Νικ. Κριεζώτη και Χατζή Μιχάλη Ταλιάνο θα σώσει τους Έλληνες από τον ασφυκτικό τουρκικό κλοιό, που είχε σχηματιστεί γύρω από αυτούς [22]. Κατά τους υπόλοιπους δε μήνες του 1826 ο Βάσος Μαυροβουνιώτης θα λάβει ενεργό μέρος σε τρεις μάχες στα Λιόσια της Αττικής εναντίον του σιλιχτάρη και κατόπιν σε δύο μάχες στο Χαϊδάρι και την Ελευσίνα εναντίον του Ρούμελη – Βαλεσί Κιουταχή πασά, όπου θα εκτιμηθούν από την ελληνική κυβέρνηση δεόντως τα στρατιωτικά του προσόντα [23]. Αλλά και κατά το επόμενο έτος (1827) ο Βάσος Μαυροβουνιώτης θα πολεμήσει με πείσμα εναντίον Κιουταχή πασά και κυρίως στο Καματερό και στη Λιάτανη [24].

Κατά τους εμφυλίους πολέμους (1824-1825), ο Βάσος Μαυροβουνιώτης συστοιχήθηκε, όπως άλλωστε και η συντριπτική πλειοψηφία των μη Πελοποννησίων οπλαρχηγών, με την πλευρά των λεγομένων κυβερνητικών, επικεφαλής των οποίων βρισκόταν η οικογένεια των Κουντουριωτών. Από πολιτική δε άποψη ήταν ενταγμένος στο Γαλλικό κόμμα του Ιωάννη Κωλέττη, διατηρώντας όμως ταυτόχρονα και μια ανεξαρτησία κινήσεων, καθώς, με τον αδελφοποιτό του Νικόλαο Κριεζώτη και ορισμένους άλλους μεγαλοκαπετάνιους της Ανατολικής Στερεός, είχαν συμπήξει ξεχωριστή στρατιωτικοπολιτική ομάδα μέσα στους κόλπους του Γαλλικού κόμματος [25].

Κατά τη διάρκεια της Καποδιστριακής περιόδου, ο Βάσος Μαυροβουνιώτης εντάχτηκε στον νέο στρατιωτικό οργανισμό του Κυβερνήτη, δηλαδή στις χιλιαρχίες και ανέλαβε τη διοίκηση της ΣΤ’ Χιλιαρχίας. Σαν διοικητής δε της χιλιαρχίας αυτής πολέμησε σε μια σειρά ολόκληρη μαχών για την ανακατάληψη της Στερεάς Ελλάδας· συγκεκριμένα, στο Στεβενίκο και Λιβαδειά κατά του Ομέρ πασά της Καρύστου, στην πολιορκία της ακρόπολης της Άμφισσας εναντίον του Μεχμέτ – Ντέβολη, στο Μαρτίνο της Λιβαδειάς εναντίον του Μαγιούτ πασά και, τέλος, στη Λιθάδα της Εύβοιας κατά του Ομέρ πασά. Αλλά και τον επόμενο χρόνο (1829), έδωσε δύο σκληρές μάχες κατά του «σιλιχτάρη» στα Χάσια της Αττικής (Άγιος Ιωάννης), τερματίζοντας έτσι μια πλούσια στρατιωτική σταδιοδρομία με συμμετοχή σε τριανταέξι περίπου μάχες, πολιορκίες και εκστρατείες [26].

Η Οθωμανική περίοδος υπήρξε η πιο ευνοϊκή για τον Βάσο Μαυροβουνιώτη. Ο Μαυροβουνιώτης πολέμαρχος ήταν ένας από τους λίγους ατάκτους αξιωματικούς της προηγούμενης περιόδου που κατόρθωσαν να ενταχθούν στον νέο Οθωνικό στρατό. Η σταδιοδρομία του υπήρξε εντυπωσιακή: μέλος της επιτροπής που είχε σαν σκοπό να εξετάσει τις εκδουλεύσεις που παρείχαν και τη διαγωγή που επέδειξαν κατά την Επανάσταση οι αξιωματικοί των ατάκτων σωμάτων (1833)· συνταγματάρχης – επιθεωρητής Αττικής και Βοιωτίας (1834)· αρχηγός της Οροφυλακής Φθιώτιδας (1836)· υποστράτηγος (1843) και βασιλικός υπασπιστής (1846) [27].

Ο Βάσος Μαυροβουνιώτης υπήρξε μια από τις πιο χαρακτηριστικές μορφές της περιόδου που έζησε. Ο φυγάς του Μαυροβούνιου και της Μικρός Ασίας ήρθε στην επαναστατημένη Ελλάδα και, χωρίς να ανήκει στα παλαιά μεγάλα αρματολικά τζάκια, κατόρθωσε, στηριγμένος μόνο στα προσόντα του [28], να ανέβει στις υψηλές βαθμίδες της στρατιωτικής ιεραρχίας και να παίξει σημαντικό ρόλο στην κοινωνία της μετεπαναστατικής Ελλάδας. Πέθανε σχετικά νέος στις 9 Ιουνίου 1847, από πνευμονία [29].

Σχετικά με την οικογενειακή κατάσταση του Μαυροβουνιώτη πολέμαρχου, γνωρίζουμε ότι παντρεύτηκε μια από τις πιο διάσημες γυναίκες της εποχής την Ελέγκω (Ελένη) Μαυροβουνιώτη, το γένος Ιωαννίτη [30], και απέκτησε μαζί της τέσσερις γιους: τον Γεώργιο, τον Τιμολέοντα, τον Αλέξανδρο και τον Κωνσταντίνο. Από τους γιους της Ελέγκως και του Βάσου Μαυροβουνιώτη θα αναδειχτεί κυρίως ο Τιμολέων, ο οποίος, εκτός από τα άλλα, θα διακριθεί και κατά την Κρητική Επανάσταση του 1897 [31].


Μαυροβουνιώτης Ράντος. 

Αδελφός του Βάσου. Πολέμησε ηρωικά επί τρία έτη εναντίον των Τούρκων στη νήσο Εύβοια- το τέταρτο δε έτος της επανάστασης στο νησί Ψαρά, όπου έδειξε απαράμιλλη ανδρεία. Συγκεκριμένα, στις 21 Ιουνίου του 1824 ισχυρός τουρκικός στρατός αποβιβάστηκε στο νησί με σκοπό να το καταστρέφει. Ο Ράντος Μαυροβουνιώτης, ο οποίος μαζί με τον Λάμπρο Κασσανδρινό είχε αναλάβει την άμυνα του νησιού, στη θέση Φτελιό απέκρουσε τρεις ισχυρές τουρκικές επιθέσεις, αλλά το απόγευμα άρχισαν να τον περικυκλώνουν οι εχθροί και γι’ αυτό αναγκάστηκε να υποχωρήσει στο φρούριο του νησιού. Εδώ διεξήχτηκε άγρια πάλη και τελικά, όταν ο Ράντος είδε ότι δεν υπήρχε καμιά ελπίδα σωτηρίας, έβαλε φωτιά στην πυριτιδαποθήκη και ανατινάχτηκε στον αέρα μαζί με τους συμπολεμιστές του παρασύροντας στον θάνατο και 3000 Τούρκους [32].


Μοντενεγρίνος Τζωάννος. 

Διακρίθηκε κυρίως κατά τις πολιορκίες πόλεων σημαντική δε ήταν η συμβολή του κατά την πολιορκία και άλωση της Τριπολιτσάς (23 Σεπτεμβρίου 1821) σπουδαίου στρατηγικού κέντρου της Πελοποννήσου. Ο Δημήτριος Υψηλάντης, η ελληνική αυτή ψυχή της επανάστασης, επαινεί την ειλικρίνεια και την παρρησία, με την οποία εξέφραζε τις απόψεις του ο Μαυροβουνιώτης αγωνιστής [33].


Ουïτζ (De Wintz) 

Μαυροβουνιώτης στρατηγός που είχε πολεμήσει υπό τις σημαίες του Μεγάλου Ναπολέοντος. Ευρισκόμενος στο Λονδίνο, επιδίωξε, σε συνεργασία με ορισμένους Άγγλους και Κύπριους εξόριστους, να καταρτίσει στρατιωτικό σώμα από 2.000 εθελοντές ή μισθοφόρους Ευρωπαίους και να κατέλθει στην Ελλάδα και στην Κύπρο, για να πολεμήσει εναντίον των Τούρκων (1823-1824). Προς τον σκοπό αυτόν επιχείρησε να συνάψει ελληνικό ή κυπριακό δάνειο στο Λονδίνο, αλλά ήλθε σε αντίθεση με την ελληνική επαναστατική επιτροπή που έδρευε στην αγγλική πρωτεύουσα [34]. Τον Αύγουστο του 1824 έστειλε τον γιο του στην Ελλάδα, για να επιτύχει την έγκριση της Ελληνικής Κυβερνήσεως για το επιδιωκόμενο δάνειο, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Ο Ουΐτζ είχε επίσης αποστείλει μέσω του Άγγλου συνταγματάρχη Delaways στην Ελλάδα το από 12 Σεπτεμβρίου 1823 πολεμικό σχέδιο ιδίας εμπνεύσεως, το οποίο απέβλεπε στην απελευθέρωση της Ελλάδας. Από τα έγγραφα, που απευθύνει ο Μαυροβούνιος αυτός στρατηγός προς την Ελληνική Διοίκηση, φαίνεται ο θερμός φιλελληνισμός του [35].


Τζούροβιτς Γρηγόριος, οπλαρχηγός.

Υπηρέτησε την ελληνική επανάσταση έχοντας υπό τις οδηγίες του επίλεκτη ομάδα στρατιωτών. Με αναφορά του που υποβάλλει, την 1η Νοεμβρίου 1828 από τον Πόρο, προς τον πρώτο κυβερνήτη της Ελλάδας Ιωάννη Καποδίστρια, εκθέτει τις υπηρεσίες, που πρόσφερε στον Αγώνα, και ζητεί ανάλογη εργασία. Επίσης, συνυποβάλλει βεβαίωση του Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου, Γενικού Γραμματέα της Ελληνικής Διοίκησης, στην οποία τονίζεται η συναίσθηση του καθήκοντος που διείπε πάντοτε τις πράξεις του Μαυροβουνιώτη εθελοντή [36]. Αλλά δεν ήταν μόνο το στρατιωτικό στάδιο που διακρίθηκε ο Γρηγόριος Τζούροβιτς· εξίσου άξιος φάνηκε και κατά τη διπλωματική αποστολή που του ανέθεσε η διοίκηση του Αγώνα στα 1824 να μεταβεί στο Μαυροβούνιο και να συζητήσει με τον αρχηγό της χώρας Πέτρο Α΄ Πέτροβιτς Νιέγκος ζητήματα κοινής ελληνομαυροβουνιώτικης δράσης κατά των Τούρκων [37].



Ας ανακεφαλαιώσουμε: Οι Μαυροβουνιώτες εθελοντές στην Ελληνική Παλιγγενεσία του 1821 αποτελούν τρανότατο δείγμα της διαβαλκανικής συνεργασίας κατά τους νεότερους χρόνους. Οι στενές όμως ελληνομαυροβουνιώτικες σχέσεις δεν θα σταματήσουν εδώ, αλλά θα συνεχισθούν και κατά τους επόμενους χρόνους, για να φτάσουν και πάλι στο ύψιστο σημείο τους το 1912, με τη σύμπηξη της άρρηκτης βαλκανικής συμμαχίας.

Παραθέτουμε εδώ σε μορφή pdf, κατά τρόπο ενδεικτικό, ορισμένα μόνο από τα έγγραφα τα οποία χρησιμοποιήσαμε κατά τη σύνταξη της παρούσας εργασίας μας.


Υποσημειώσεις

[1] Joanis Papadrianos, «Grcki ustanak 1821. godine i Crnogorci», Istonjski zapisi 3 (1996).

[2] Οι βασικές αρχές του θέματος αυτού αποτέλεσαν εισήγηση στο Ά Ελληνομαυροβουνιώτικο Συνέδριο που πραγματοποιήθηκε στο Μαυροβούνιο τον Μάιο του 1997 στα σέρβικα. Το κείμενο δίνεται εδώ στην ελληνική γλώσσα.

[3] E. Πρωτοψάλτης, «Σέρβοι και Μαυροβούνιοι φιλέλληνες κατά την επανάσταση του 1821», A’. Ελληνοσερβικό Συμπόσιο, Πρακτικά, Θεσσαλονίκη 1979. σ. 65.

[4] Βλ. Σπ. Λουκάτου. «Σέρβοι, Μαυροβούνιοι και Βόσνιοι μαχητές της Ελληνικής Ανεξαρτησίας», Α’, Ελληνοσερβικό Συμπόσιο, Πρακτικά, Θεσσαλονίκη 1979, σ. 105-106.

[5] Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Βάσου Μαυροβουνιώτη, ο οποίος από νωρίς τιμήθηκε με το αξίωμα του χιλίαρχου (βλ. Αβ. Χρυσολόγη, Βάσος Μαυροβουνιώτης, Αθήναι 1876, passim).

[6] Αναφέρουμε εδώ, ενδεικτικό, τον Τιμολέοντα Βάσο, γιο του Βάσου του Μαυροβουνιώτη. Ο οποίος, εκτός από τα άλλα, διακρίθηκε και κατά την Κρητική Επανάσταση του 1897 (βλ. Λουκάτου, «Σέρβοι και Μαυροβούνιοι μαχητές», σ. 109).

[7] Οι εξαιρέσεις που Μαυροβούνιοι μαχητές διατήρησαν τα πατρωνυμικά τους επίθετα, όπως των Ιωάννη Ράντοβιτς και Γρηγορίου Τζούροβιτς, είναι σπάνιες [βλ. Πρωτοψάλτη, «Σέρβοι και Μαυροβούνιοι φιλέλληνες», σ. 79-80).

[8] Nικολάι Τυντόρωφ, Η βαλκανική διάσταση της επανάστασης του 1821. Η περίπτωση των Βουλγάρων, Αθήνα 1982, σ. 67.

[9] Βλ. λεπτομέρειες- Χρυσολόγης, Βάσος Μαυροβουνιώτης, σ. 15-16.

[10] Εδώ ο Βάσος Μαυροβουνιώτης θρήνησε τον θάνατο ενός από τους πιο γενναίους οπλαρχηγούς του Αγώνα, του Ηλία Μαυρομιχάλη που επονομαζόταν Μπεϊζαντέν (βλ. Χρυσολόγη, Βάσος Μαυροβουνιώτης, σ. 16-18).

[11] Ο ηρωισμός και γενικά οι στρατιωτικές ικανότητες, που επέδειξε ο Βάσος Μαυροβουνιώτης κατά τις πολεμικές επιχειρήσεις στη νήσο Εύβοια, φαίνεται ολοκάθαρα από μια βεβαίωση που του χορήγησε ο Άρειος Πάγος (το Ανώτατο Δικαστήριο) στις 5 Φεβρουάριου του 1823. (βλ. στο υπ’ αριθμό/έγγραφο στο τέλος του άρθρου μας).

[12] Βλ. Χρυσυλόγη, Βάσσος Μαυροβουνιώτης, σ. 20. Πρβλ. και Στέφανος Π. Παπαγεωργίου, «Μαυροβουνιώτης Βάσος», Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια (εκδοτική Αθηνών), τ. 6, Αθήνα χ. χρ., σ. 91.

[13] To terminus ante quem της αναδείξεως του Βάσου Μαυροβουνιώτη στο αξίωμα του στρατηγού πρέπει να είναι η 23η Σεπτεμβρίου 1824, όπως καταφαίνεται από ένα έγγραφο που φέρνει την ημερομηνία αυτή [βλ. Δουκάτου, «Σέρβοι και Μαυροβούνιοι μαχητές», σ. 127].

[14] Μολονότι η κυβέρνηση εξακολουθούσε να μην πληρώνει τους οφειλομένους μισθούς σ’ αυτόν και στους άνδρες του (βλ. στο υπ’ αριθμό 2 ντοκουμέντο στο τέλος της εργασίας μας).

[15] Οι τελευταίες αυτές νίκες του Βάσου Μαυροβουνιώτη βεβαιώνονται από μια επίσημη έκθεση, την οποία συνέταξε στις 20 Οκτωβρίου του 1825 στο στρατόπεδο των Σαλώνων ο συμπολεμιστής του Μαυροβουνιώτη στρατηγού Νικόλαος Κριεζώτης (βλ. στο υπ’ αριθμό 3 ντοκουμέντο στο τέλος του άρθρου μας).

[16] Βλ. Ε. Πρωτοψάλτη, «Αυθαίρετος εκστρατεία των Ελλήνων εις Λίβανον», Αθηνά 58 (1954), σ. 243 κ. ε. Σπ. Λουκάτος, «Προσπάθειαι ελληνο-συρολιβανικής συμμαχίας κατά την Ελλην. Εξανάστασιν (1822-1828)», Μνημοσύνη 3 (1970-1971), σ. 328 κ.ε.

[17] Ε. Πρωτοψάλτης, Η Κύπρος εις τον Αγώνα τον 1821, Αθήναι 1971, σ. 75 κ.ε. Απόστολος Ε. Βακαλόπουλυς, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τ. 7, Θεσσαλονίκη 1986, σ. 538.

[18] Πρωτοψάλτης, «Αυθαίρετος εκστρατεία», 262-263. Βακαλόπουλος, Ιστορία, τ. 7, σ. 539.

[19] Την εκστρατεία εναντίον του Λιβάνου εξετάζει διεξοδικά και ο βιογράφος του Βάσου Μαυροβουνιώτη AB. Ν. Χρυσολόγης, Βάσος Μαυροβουνιώτης, σ. 32-38. Η εξέταση όμως σε πολλά σημεία της αγγίζει τα όρια του ιστορικού διηγήματος και τούτο, γιατί ο βιογράφος του Μαυροβουνιώτη πολεμάρχου δεν διαθέτει αξιόπιστα τεκμήρια.

[20] Πρωτοψάλτης, «Αυθαίρετος εκστρατεία», σ. 273-274: Βακαλόπουλος, Ιστορία, τ. 7, σ. 539-540.

[21] Οι Πεταλιοί είναι σύμπλεγμα από μικρά νησιά στο νοτιοδυτικό άκρο της μεγαλονήσου Εύβοιας.

[22] Βλ. Βακαλοπούλου, Ιστορία, τ. 7, σ. 530-531, όπου και η υπόλοιπη βιβλιογραφία.

[23] Όπως κυρίως φαίνεται από το υπ’ αριθμό 4 έγγραφο που δημοσιεύεται στο τέλος της μελέτης μας.

[24] Χρυσολόγης, Βάσος Μαυροβουνιώτης, σ. 59 κ.ε. Παπαγεωργίου, «Μαυροβουνιώτης Βάσσος», σ. 91.

[25] Ο Βάσος Μαυροβουνιώτης, ως οπαδός της παράταξης των κυβερνητικών – Κουντουριωτών και του Γαλλικού κόμματος, συνεργάστηκε στενά με έναν άλλο σπουδαίο Βαλκάνιο εθελοντή, τον Χατζή Χρήστο Ντάγκοβιτς (βλ. Ιωάννη Α. Παπαδριανού, Η Ελληνική Παλιγγενεσία του 1821 και η βαλκανική της διάσταση. Κομοτηνή 1996, σ. 40, σημ. 16).

[26] Χρυσολόγης, Βάσσος Μαυροβουνιώτης, σ. 66 κ.ε.

[27] Παπαγεωργίου, «Μαυροβουνιώτης Βάσσος», σ. 92

[28] Η φιλοπατρία, η ανδρεία και η πειθαρχία προς τους ανώτερους του ήταν τα προσόντα που διέκριναν τον Βάσο Μαυροβουνιώτη. Στα Γενικά Αρχεία του Κράτους στην Αθήνα σώζεται σειρά ολόκληρη εγγράφων της Ελληνικής διοίκησης, στα οποία τονίζονται τα παραπάνω προσόντα του Μαυροβουνιώτη πολεμάρχου [βλ. Λουκάτου, «Σέρβοι και Μαυροβούνιοι μαχητές», σ. 138 κ.ε.].

[29] Την τελευταία ημέρα του θανάτου του, τον επισκέφτηκε ο βασιλέας Όθων και τον ρώτησε αν έχει να εκφράσει κάποια επιθυμία για την οικογένεια του. «Η μόνη μου επιθυμία», απάντησε ο Βάσος Μαυροβουνιώτης, «είναι τα παιδιά μου να σας δουν να εισέρχεστε στην Κωνσταντινούπολη» (βλ. Χρυσολόγου, Βάσος Μαυροβουνιώτης, σ. 64).

[30] Η Ελέγκω είχε φήμη καλλονής «… έλαμπε από ομορφιά και ήταν γεμάτη από χαρίσματα» και είχε γοητεύσει και τον γνωστό ποιητή Π. Σούτσο. Ο Βάσος Μαυροβουνιώτης θα παντρευτεί αργότερα για Δεύτερη φορά την Υδραία Μπίλλιω, από την οποία θα αποκτήσει και μια κόρη, την Πέτρα. Παρόλα αυτά η Ελέγκω αντιμετωπιζόταν και τότε ως Ελέγκω Βάσου Μαυροβουνιώτη και, μετά τον θάνατο του συζύγου της Βάσου, ως η χήρα του (βλ. Δημητρίου Π. Πασχάλη, Η Άνδρος κατά την Επανάσταση του 1821 Αθήναι 1930, σ. 73 κ.ε.).

[31] Τη σχετική βιβλιογραφία βλ. παραπάνω, σ. 246, σημ. 5.

[32] Βλ. σχετικά στο υπ’ αριθμό 5 ντοκουμέντο που Δημοσιεύεται στο τέλος της εργασίας μας.

[33] Γενικά Αρχεία του Κράτους, Συλλογή Βλαχογιάννη, Εκτελεστικόν Σώμα, 27 Απριλίου 1823.

[34] Πρωτοψάλτης, Η Κύπρος, α. 18 κ.ε.

[35] Ιστορικόν Αρχείον Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου, έκδοση Ε. Πρωτοψάλτη, τ. 3, Αθήναι 1968,0.394-396,925

[36] Γενικά Αρχεία του Κράτους, Γενική Γραμματεία, φάκ. 148, αριθμ. 7 και 8.

[37] Σπ. Λουκάτος, Σχέσεις Ελλήνων μετά Σέρβων και Μαυροβουνίων κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν (1823-1826), Θεσσαλονίκη 1970, σ. 119.


Ιωάννης Α. Παπαδριανός




Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου