Articles by "Σαν σήμερα"
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σαν σήμερα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Ο Παύλος Μελάς γεννήθηκε στις 29 Μαρτίου του 1870 στη Μασσαλία, όπου ο πατέρας του Μιχαήλ Μελάς (1833-1897) δραστηριοποιούταν ως έμπορος. Το 1886 εισήλθε στη Σχολή Ευελπίδων και εξήλθε ως ανθυπολοχαγός του Πυροβολικού στις 8 Αυγούστου του 1891. Τον επόμενο χρόνο νυμφεύτηκε τη Ναταλία Δραγούμη (1872-1973), κόρη του τραπεζίτη και πολιτικού Στέφανου Δραγούμη, με την οποία απέκτησε δύο παιδιά, τον στρατιωτικό Μιχαήλ Μελά (1894-1950) και τη χημικό Ζωή Μελά - Ιωαννίδη (1898-1996).

Υπήρξε δραστήριο μέλος της Εθνικής Εταιρείας, μιας μυστικής οργάνωσης, που είχε ως σκοπό την αναζωπύρωση του εθνικού φρονήματος και την απελευθέρωση των υπόδουλων Ελλήνων με κάθε θυσία, και έπαιξε αρνητικό ρόλο στον Ελληνοτουρκικό Πόλεμο του 1897. Με την έκρηξη του πολέμου μάχεται στα μέτωπα της Θεσσαλίας, ως διοικητής ουλαμού της 2ης Πεδινής Πυροβολαρχίας. Είναι αισιόδοξος για την έκβασή του, ώστε γράφει στους γονείς του: «...Αν ο θεός μας βοηθήση ολίγον, σύντομα θα λάβετε γράμμα μου από την Θεσσαλονίκην. ΄Ώστε θάρρος, αγαπητοί μου γονείς, θάρρος και πεποίθησιν· διότι και αν φέρη ο διάβολος, να νικηθώμεν, θα νικηθώμεν παλικαρίσια...». Δέκα μέρες αργότερα, η κατάσταση που έχει διαμορφωθεί τον απογοητεύει και τον αηδιάζει. «Οι ηλίθιοι που φωνάζουν εναντίον του (εννοεί τον διάδοχο Κωνσταντίνο) έπρεπε να είναι εις την Λάρισσαν την επαύριο, της ατίμου, ατίμου, ατίμου φυγής μας, δια να ιδούν την κατάστασιν του στρατού και ν’ αντιληφθούν αν ήτο δυνατόν να κάμη μαζί του ένα βήμα προς τα εμπρός...» γράφει εκ νέου στους γονείς του.

Στις αρχές του 20ου αιώνα τον απασχολεί έντονα η κατάσταση στην τουρκοκρατούμενη Μακεδονία και τον ανησυχεί η δράση των κομιτατζήδων, που επιδιώκουν την προσάρτηση της Μακεδονίας στη Βουλγαρία. Τον επηρεάζει έντονα ο Μακεδόνας πεθερός του Στέφανος Δραγούμης, ενώ έχει πληροφόρηση από πρώτο χέρι από τον αδελφό της γυναίκας του Ίωνα Δραγούμη, που υπηρετεί ως υποπρόξενος στο Μοναστήρι (σημερινή Μπίτολα ΠΓΔΜ).

Τον Φεβρουάριο του 1904, μαζί με άλλους τρεις αξιωματικούς, τους λογαχούς Αλέξανδρο Κοντούλη και Αναστάσιο Παπούλα και τον ανθυπολοχαγό Γεώργιο Κολοκοτρώνη, συμμετέχει σε μυστική αποστολή στη Μακεδονία με το ψευδώνυμο Μίκης Ζέζας (Μίκης, από το όνομα του γιου του Μιχαήλ, που τον φωνάζουν χαϊδευτικά Μίκη και Ζέζας, από το όνομα της κόρης του Ζωής, που τη φωνάζουν χαϊδευτικά Ζέζα), κατόπιν εντολής της κυβέρνησης Θεοτόκη. Η ομάδα των τεσσάρων αξιωματικών, συνοδευόμενη από μακεδόνες αγωνιστές, δραστηριοποιήθηκε στη δυτική Μακεδονία, αλλά οι κινήσεις της έγιναν αντιληπτές από τους Τούρκους, οι οποίοι ζήτησαν από την ελληνική κυβέρνηση την ανάκλησή τους. Έτσι, ο Μελάς μαζί με τους τρεις άλλους αξιωματικούς επέστρεψαν στην Αθήνα στις 29 Μαρτίου.

Τον Ιούλιο, ενώ υπηρετούσε στη Σχολή Ευελπίδων, ζήτησε 20ήμερη άδεια και έκανε ένα δεύτερο ταξίδι στη Μακεδονία. Στο πλαστό διαβατήριό του αναγραφόταν το όνομα Πέτρος Δέδες και ως επάγγελμα δήλωνε ζωέμπορος. Μόλις έφθασε στην Κοζάνη συναντήθηκε με το ντόπιο ελληνικό στοιχείο και αποφασίστηκε η συγκρότηση ενόπλων σωμάτων με τη στρατολόγηση ανδρών από τις γύρω περιοχές και η ανάληψη άμεσης δράσης στη Δυτική Μακεδονία. Επέστρεψε στην Αθήνα στις 3 Αυγούστου γεμάτος αισιοδοξία για την έκβαση του Αγώνα.

Μετά από 15 ημέρες ζήτησε κι έλαβε τετράμηνη άδεια από το στράτευμα για να αναλάβει επίσημα την αρχηγία του Μακεδονικού Αγώνα στην περιοχή της Καστοριάς και του Μοναστηρίου, κατόπιν υπόδειξης του Μακεδονικού Κομιτάτου. Λίγο πριν από την αναχώρησή του εξομολογείτο στη γυναίκα του: «...Αισθάνομαι πολύ, ο δυστυχής, την ευτυχίαν που αφήνω· αισθάνομαι ότι μ’ όλον τον ανήσυχον και νευρικόν χαρακτήραν μου ο βίος ο οποίος μου αρμόζει περισσότερον είναι ο ήσυχος και ο οικογενειακός. Αλλ’ από τινος δεν ηξεύρω τι έπαθα· έγινα όργανον δυνάμεως πολύ μεγάλης, ως φαίνεται, αφού έχει την ισχύν να κατασιγάση όλα τ’ αλλα αισθήματά μου και να με ωθή διαρκώς προς την Μακεδονίαν». Και από τη Λάρισα συμπλήρωνε με νέο γράμμα προς την σύζυγό του, ωσάν να προαισθανόταν το τέλος του: «...Αναλαμβάνω αυτόν τον αγώνα με όλη μου την ψυχήν και με την ιδέαν, ότι είμαι υποχρεωμένος να τον αναλάβω. Είχα και εγώ την ακράδαντον πεποίθησιν, ότι δυνάμεθα να εργασθώμεν εν Μακεδονία και να σώσωμεν πολλά πράγματα. Έχων δε την πεποίθησιν ταύτην, έχω και υπέρτατον καθήκον να θυσιάσω το παν όπως πείσω την Κυβέρνησιν και την κοινήν γνώμην περί τούτου...».

Στις 28 Αυγούστου ο Καπετάν Μίκης Ζέζας διέβη τα σύνορα, συνοδευόμενος από αρκετούς Μακεδόνες, Λάκωνες και Κρήτες, και στα μέσα Σεπτεμβρίου στρατοπέδευσε στην περιοχή της Καστοριάς. Στις 13 Οκτωβρίου του 1904 εισήλθε στο χωριό Στάτιστα για να αναπαυτεί αυτός και οι άνδρες του. Όμως, ο Βούλγαρος αρχικομιτατζής Μήτρος Βλάχος, προκειμένου να τον βγάλει από τη μέση, ειδοποίησε τις οθωμανικές αρχές. Επί τόπου κατέφθασε ισχυρό στρατιωτικό απόσπασμα, αποτελούμενο από 150 άνδρες και στη συμπλοκή που ακολούθησε, ο Παύλος Μελάς τραυματίστηκε σοβαρά στην οσφυϊκή χώρα και μετά από μισή ώρα άφησε την τελευταία του πνοή.

Το κεφάλι του αποκόπηκε από τους συμπολεμιστές του και τάφηκε στο ναό της Αγίας Παρασκευής στο Πισοδέρι. Το σώμα του παραδόθηκε από τις οθωμανικές αρχές στον μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανό (Καραβαγγέλη) και τάφηκε στον βυζαντινό ναό των Ταξιαρχών στην Καστοριά, όπου αναπαύεται και η κάρά του από το 1950. Στον ίδιο ναό έχει ταφεί και η σύζυγός του Ναταλία, κατ’ επιθυμίαν της.

Ο θάνατος του Παύλου Μελά έγινε γνωστός στην Αθήνα στις 18 Οκτωβρίου και συγκλόνισε την κοινή γνώμη, λόγω του ακέραιου και αγνού χαρακτήρα του ανδρός, αλλά και του γνωστού ονόματος της οικογένειάς του, που είχε μεγάλους δεσμούς με τη Μακεδονία και την κοινωνία των Αθηνών. Η θυσία του σηματοδότησε την ουσιαστική έναρξη του Μακεδονικού Αγώνα, που κορυφώθηκε με τους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912-1913.

πηγή 



Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Στα 40 χρόνια της ζωής του, ο Θανάσης Κλάρας, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, φυλακίστηκε, εξορίστηκε, πολέμησε κι έμεινε στην ιστορία για την αντιστασιακή του δράση.

Ηγετική και συνάμα τραγική μορφή της Εθνικής Αντίστασης κατά την περίοδο της γερμανοϊταλικής κατοχής, υποστράτηγος του ΕΛΑΣ και σημαίνον στέλεχος του κομμουνιστικού κινήματος στην Ελλάδα.

Ο Αθανάσιος Κλάρας, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, γεννήθηκε στις 27 Αυγούστου 1905 στη Λαμία. Ο πατέρας του Δημήτριος ήταν δικηγόρος και η μητέρα του Αγλαΐα Ζέρβα καταγόταν από οικογένεια συμβολαιογράφου και πιθανώς να είχε μακρινή συγγένεια με τον Ναπολέοντα Ζέρβα, τον ορκισμένο εχθρό του κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Ο αδελφός του ήταν ο διακεκριμένος δημοσιογράφος Μπάμπης Κλάρας (1910-1987).

Σε ηλικία 14 ετών αποβλήθηκε από το Γυμνάσιο λόγω κακής διαγωγής και γράφτηκε στην Αβερώφειο Γεωργική Σχολή της Λάρισας, από την οποία αποφοίτησε το 1922. Μετά από μία σύντομη καριέρα δημοσίου υπαλλήλου στη Δράμα και τα Τρίκαλα, κατέβηκε στην Αθήνα το 1924, οπότε και εντάχθηκε στην κομμουνιστική νεολαία και κατόπιν στο ΚΚΕ.

Το 1925 κλήθηκε να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία και λόγω των γνώσεών του έγινε δεκανέας Πυροβολικού. Μόλις έγινε γνωστή η κομμουνιστική του δράση καθαιρέθηκε και στάλθηκε σε μονάδα ανεπιθυμήτων στο Καλπάκι. Μετά την απόλυσή του αφοσιώθηκε ψυχή τε και σώματι στον αγώνα για τη διάδοση των αρχών του κομμουνισμού με το ψευδώνυμο «Μιζέριας».

Φυλακίστηκε επανειλημμένα και εξορίστηκε πολλές φορές έως το 1940 για την πολιτική του δράση. Το 1936 καταδικάστηκε σε τετραετή φυλάκιση από τη δικτατορία Μεταξά για παράβαση το νόμου 117/36 «Περί μέτρων προς καταπολέμησιν του κομμουνισμού και των εκ τούτου συνεπειών». Τον Ιούλιο του 1939 αποφυλακίστηκε από τις φυλακές της Κερκυρας, αφού προηγουμένως είχε υπογράψει «δήλωση μετανοίας», αποκηρύσσοντας τον κομουνισμό και το ΚΚΕ, ενέργεια ατιμωτική για ένα κομμουνιστή, που θα τον ακολουθούσε σε όλη του τη ζωή.

Κατά τη διάρκεια του Ελληνοϊταλικού πολέμου υπηρέτησε στη Μακεδονία ως στρατιώτης του πυροβολικού στο 3ο Σύνταγμα. Μετά την κατάρρευση του μετώπου επέστρεψε στην Αθήνα.



Στην αντίσταση

Η αντιστασιακή δράση του άρχισε τον Μάιο του 1942, όταν συγκρότησε ομάδα από 15 άνδρες και άρχισε τον αγώνα από το χωριό Δομνίστα της Ευρυτανίας στις 7 Ιουνίου, όπου διακήρυξε πως ο αγώνας γίνεται και κατά των ντόπιων συνεργατών του κατακτητή. Την περίοδο εκείνη απέκτησε και το ψευδώνυμο Άρης Βελουχιώτης, από τον Άρη, τον θεό του πολέμου και το βουνό Βελούχι (Τυμφρηστός η επίσημη ονομασία του).

Με τις πρώτες του πράξεις έχει δημιουργήσει την εικόνα του σκληρού, μα δίκαιου τιμωρού των προδοτών, όπως έλεγε, του έθνους. Στις 9 Ιουνίου, επιτέθηκε με τους άνδρες του στο τσιφλίκι του Μαραθέα, στο Νέο Μοναστήρι Δομοκού. Ο Μαραθέας είχε τη φήμη σκληρού τσιφλικά και συνεργάτη των Ιταλών. Σε πρόσφατη αναταραχή, που δημιουργήθηκε από τους κολίγους που δούλευαν για λογαριασμό του, κάλεσε τους ιταλούς φίλους του και σκότωσαν δέκα από αυτούς, χωρίς άλλη διαδικασία. Οι ένοπλοι αντάρτες σκότωσαν το Μαραθέα και πήραν τα παιδιά του ως ομήρους. Η πρωτοβουλία αυτή του Άρη που θεωρήθηκε από πολλούς ακραία, αντιμετωπίστηκε από τους κατοίκους της περιοχής μάλλον με θετικό τρόπο.

Στις 9 Σεπτεμβρίου 1942 το τμήμα του Άρη δίνει την πρώτη μάχη στη χαράδρα της Ρεκάς στην Γκιώνα κατά ιταλικού αποσπάσματος και στις 29 Οκτωβρίου αντιμετωπίζει με επιτυχία ένα ιταλικό λόχο στο Κρίκελο της Ευρυτανίας. Η φήμη του εδραιώθηκε μετά την ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοποτάμου (25-26 Νοεμβρίου 1942), η οποία πραγματοποιήθηκε με τη συνεργασία αντάρτικών ομάδων του ΕΛΑΣ υπό τον Βελουχιώτη και του ΕΔΕΣ υπό τον Ναπολέοντα Ζέρβα και άγγλων αξιωματικών. Ακολούθησε στις 18 Δεκεμβρίου 1942 η επιτυχία του κατά τη σύγκρουσή του με ιταλικό σύνταγμα στο Μικρό Χωριό Ευρυτανίας.

Μετά την επιτυχία που είχε η συνεργασία των αντάρτικων ομάδων στην ανατίναξη του Γοργοποτάμου, καταβλήθηκε προσπάθεια για την εδραίωση της συνεργασίας των αντιστασιακών οργανώσεων και ομάδων. Οι προσπάθειες αυτές δεν καρποφόρησαν και η αποτυχία επισφραγίστηκε ύστερα από μία άκαρπη συνάντηση του Βελουχιώτη με τον Ζέρβα και τον υπαρχηγό της Βρετανικής Αποστολής Κρις Γούντχαουζ στη Ροβελίστα της Ηπείρου τον Δεκέμβριο του 1942.

Η αποτυχία αυτή είχε ως επακόλουθο την ένταση μεταξύ των αντιστασιακών οργανώσεων και αιματηρές συγκρούσεις μεταξύ των αντάρτικων ομάδων, αποκορύφωμα των οποίων ήταν η στυγνή σφαγή του συνταγματάρχη Δημητρίου Ψαρρού, συνιδρυτή της αντιστασιακής οργάνωσης (σοσιαλδημοκρατικών αντιλήψεων), ΕΚΚΑ (Εθνική και Κοινωνική Απελευθέρωση), από άνδρες του Βελουχιώτη στις 17 Απριλίου 1944 στο Κλήμα Φωκίδας. Για το έγκλημα αυτό θεωρήθηκε από πολλούς υπεύθυνος ο Άρης, αν και είναι βέβαιο ότι ο ίδιος προσωπικά δεν ήταν παρών στη δολοφονία.

Από τη Ρούμελη ο Βελουχιώτης στάλθηκε στην Πελοπόννησο και πολέμησε ως επικεφαλής του ΕΛΑΣ της περιοχής εναντίον των Γερμανών και των Ταγμάτων Ασφαλείας, που αποτελούσαν τις δυνάμεις ασφαλείας της κατοχικής κυβέρνησης Ράλλη. Ιδιαίτερα αιματηρές για τα Τάγματα Ασφαλείας ήταν οι συγκρούσεις που έγιναν σε πολλές πόλεις της Πελοποννήσου μετά τον Σεπτέμβριο του 1944, όταν άρχισαν να αποχωρούν οι Γερμανοί. Η Μάχη του Μελιγαλά (13-15 Σεπτεμβρίου 1944) και η επακολουθήσασα σφαγή «επί δικαίων και αδίκων» από τους άνδρες του Άρη εξακολουθεί να διχάζει μέχρι σήμερα.

Στις πόλεις που καταλαμβάνονταν από τον ΕΛΑΣ άρχισαν να λειτουργούν «λαϊκά δικαστήρια» και με συνοπτική διαδικασία εκτελέστηκαν πολλοί, ανάμεσα στους οποίους και αρκετοί αθώοι, που εκτελέστηκαν απλώς για τις πολιτικές τους αντιλήψεις ή την κοινωνική τους τάξη. Στο τέλος Σεπτεμβρίου του 1944, ο Βελουχιώτης, με τη μεσολάβηση του υπουργού της εξόριστης κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας Παναγιώτη Κανελλόπουλου, δέχθηκε να αναστείλει τη λειτουργία των έκτακτων στρατοδικείων του ΕΛΑΣ στην Πελοπόννησο κι έφυγε για τη Ρούμελη τον επόμενο μήνα, τις μέρες της αποχώρησης των Γερμανών από την Ελλάδα. Αποχαιρετώντας τους Μοραΐτες καπετάνιους του ΕΛΑΣ, τους ευχήθηκε «Καλή αντάμωση στα γουναράδικα».

Τον Νοέμβριο του 1944 σε σύσκεψη καπετάνιων του ΕΛΑΣ πρότεινε να ετοιμαστεί ο ΕΛΑΣ για την αναμενόμενη σύγκρουση με τους Άγγλους, αντικρούστηκε όμως από τον καπετάνιο της Ομάδας Μεραρχιών της Μακεδονίας Μάρκο Βαφειάδη και τελικά ο Βελουχιώτης δεν έλαβε μέρος στα «Δεκεμβριανά».

Μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας (12 Φεβρουάριου 1945), υπέγραψε με τον στρατιωτικό αρχηγό του ΕΛΑΣ, Στέφανο Σαράφη, την αποστράτευση των αντάρτικων ομάδων, κατηγόρησε όμως με δριμύτητα την πολιτική ηγεσία του ΕΑΜ για την εσφαλμένη τακτική της, που κατά την άποψή του οδηγούσε στην εγκαθίδρυση των Άγγλων στην Ελλάδα και στη δίωξη των αγωνιστών του ΕΑΜ. Ο ίδιος ήταν από τους πιο επίμονους υπέρμαχους για τη μετατροπή του αντιστασιακού αγώνα σε κοινωνικό - πολιτικό και την επιβολή «λαοκρατικού» καθεστώτος. Έτσι, στο Γαρδίκι, παρά την αρχική αποδοχή της Συμφωνίας της Βάρκιζας, διακήρυξε την ανάγκη να συνεχιστεί ο αγώνας εναντίον «του νέου ζυγού», η ενέργειά του όμως αυτή προκάλεσε την αντίδραση όχι μόνο της ελληνικής κυβέρνησης, αλλά και της ηγεσίας του ΚΚΕ.

Στις 16 Ιουνίου 1945 το κόμμα του τον αποκήρυξε και τον διέγραψε με δημοσίευμα του «Ριζοσπάστη», την ίδια ημέρα που ο ίδιος αποφάσισε να τερματίσει τη ζωή του, όταν βρέθηκε περικυκλωμένος από παραστρατιωτικές ομάδες και μονάδες του Στρατού στη Μεσούντα της Άρτας.

Το πτώμα του αποκεφαλίστηκε από τους άνδρες των παραστρατιωτικών ομάδων και κρεμάστηκε μαζί με του συντρόφου του Τζαβέλα σε κεντρικό φανοστάτη των Τρικάλων. Ακολούθησε τρικούβερτο γλέντι από τους διώκτες του, που κράτησε μέχρι πρωίας. Σε ερώτησε στη Βουλή των Κοινοτήτων από βουλευτές του Εργατικού Κόμματος για το «βάρβαρο της πράξης», ο αρμόδιος υπουργός απάντησε ότι αυτό αποτελεί «αρχαιοελληνικό πολεμικό έθιμο».

Τα κατοπινά χρόνια, δύο φορές το ΚΚΕ απεκατέστησε πολιτικά τον Άρη Βελουχιώτη, στις 20 Ιουνίου 1962 και στις 16 Ιουλίου 2011.


πηγή

Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

75 χρόνια από τη σφαγή του Διστόμου,
19 χρόνια από την αμετάκλητη απόφαση του Αρείου Πάγου για την αποζημίωση των θυμάτων από τη Γερμανία,
η Κυβέρνηση φεύγει από την εξουσία χωρίς να έχει υπογράψει ο Υπουργός Δικαιοσύνης για την εκτέλεση της δικαστικής απόφασης αποζημίωσης των θυμάτων του Διστόμου.

Μία υπογραφή αρκούσε, για να εκτελεσθεί η απόφαση και να υποχρεωθεί η Γερμανία να πληρώσει.

Το ότι αυτή η υπογραφή δεν μπήκε ποτέ, αποδεικνύει ότι όλα τα υπόλοιπα είναι κινήσεις εντυπωσιασμού μιας Κυβέρνησης με μηδενική αξιοπιστία, υπόδουλης και εθελόδουλης.

Η Πλεύση Ελευθερίας έχει την Διεκδίκηση των Γερμανικών Οφειλών μεταξύ των 6 πολιτικών προτεραιοτήτων της.

Και θα παλέψει για αυτή τη διεκδίκηση, που είναι ιστορικό μας χρέος.
Προς αυτούς που έχασαν τη ζωή τους, τις οικογένειές τους
Και προς τις σημερινές και τις επόμενες γενιές

Πλεύση Ελευθερίας
#Δίστομο
#Γερμανικές_οφειλές
#plefsieleftherias
#koitame_mprosta


Η χιονισμένη κορυφή ,αυτή που κρύβεται μέσα στα σύννεφα ,είναι η ανθρωποφάγος Τρεμπεσίνα.

Υψόμετρο 1924.Γενάρης του 41 .Χιονοθύελλα .Οι Χανιώτες του 14ου Συντάγματος της 5ης Μεραρχίας είναι στα πόδια του βουνού .Στην κορυφή οι Ιταλοί Αλπίνοι. Κάθετη η βουνοπλαγιά .Απαρτη.
«Αδύνατον» αναφωνεί ο Νικόλαος Σπένδος ,ο Συνταγματάρχης ,στην εντολή «προχωρείτε!».
Πώς να στείλεις τους στρατιώτες στη σίγουρη σφαγή;
Πώς να ανεβάσεις 1500 παγωμένους στρατιώτες ακάλυπτους ,στην κάθετη ,κρυσταλωμένη βουνοπλαγιά ,εκεί που δεν γαντζώνει μήτε σίδερο και που τη γαζώνουν τα πολυβόλα ;
Ναι είναι «Αδύνατον».
«Εγώ παιδιά θα πάω .Κι όποιος θέλει έρχεται.Αμα παγώνουμε εμείς εδώ κάτω ,αυτοί εκεί πάνω θα χουν γίνει κούτσουρα»
Τον λένε Ησίοδο.
Ησίοδο Τσίγκο.Μικρασιάτης από τα Βουρλά.Το μόνο αγόρι της οικογένειας που γλίτωσε από τους Τσέτες ,χάρη σε ένα Τούρκο γείτονα που έκρυψε αυτόν και τη μάνα του σ ένα κάρο.Και βγήκαν στα Χανιά .Εκεί μεγάλωσε.Τώρα ,έφεδρος ανθυπολοχαγός ,ελλείψει μονίμων ,διοικεί τον 11ο Λόχο.
«Λοιπόν ,εγώ πάω»
-«μα κ Ανθυπολοχαγέ ο Συνταγματάρχης δεν το ξέρει!»
«Θα του το πούμε άμα φτάσουμε»
Τον ακολουθούν σαράντα.
Ανεβαίνουν .Καρφώνουν τις ξιφολόγχες στον πάγο κι ανεβαίνουν .
Δεν τους χτυπούν τα πολυβόλα .Μα τους χτυπά πιο άγρια η θύελλα.
Τους ξυλιάζει τα πόδια και τους αχρηστεύει τα δάχτυλα.Μέχρι και το δάκρυ τους παγώνει.
Ανεβαίνουν .Από τη μέση κι απάνω κάθε 50 μέτρα χάνουν κι έναν.
Μα ανεβαίνουν .
Φτάνουν στο 1924 !
Εφτά κι ένας ο ανθυπολοχαγός οχτώ…
Τα ξυλιασμένα χέρια είναι αδύνατο να περάσουν ξιφολόγχη στα τουφέκια.
Τις κραδαίνουν σα μαχαίρια και πέφτουν στα Ιταλικά αμπριά.
Αδεια!
Ψυχή ζώσα!
Οι Ιταλοί φοβήθηκαν τον παγωμένο θάνατο και φύγαν!
Κατέβηκαν χαμηλά να σωθούν μέχρι να κοπάσει ο δαίμονας.
Κονσέρβες ,τσιγάρα , σοκολάτες όλα στη θέση τους .Τακτοποιημένα .
Το ίδιο τα βαριά πολυβόλα και δυό –τρείς μικροί όλμοι.
«Γυρίστε τα από την άλλη!» φωνάζει ο Ησίοδος.
«Θα ρθούνε το πρωί!»
Και έρχονται το πρωί που χει πάψει η θύελλα .Τραγουδώντας να ξαναπιάσουνε τα αμπριά τους…
Και τους θερίζουνε τα δικά τους πολυβόλα!
Οσοι ζούνε το βάζουνε τα πόδια ,να ειδοποιήσουν πως την κορφή την πιάσανε οι Ελληνες!
Μα το ίδιο κάνει κι ο Τσίγκος .Φωνάζει στον γκρεμό ,όσοι από τους δικούς του δεν είναι παγωμένοι ,να μην ανέβουν .Να γυρίσουν στο Σύνταγμα .Να πουν πως θέλουμε ενισχύσεις στην κορυφή!
Στο μεταξύ φαίνονται οι Ιταλοί στη βορεινή ρίζα .Δυό ολόκληρα Συντάγματα Αλπινιστών ανεβαίνουν να ξαναπάρουν το βουνό .
Μα είναι αργά!Ο Παπαστεργίου ,ο Μέραρχος, έχει προλάβει να τους ανεβάσει όλους στο βουνο!Ολόκληρη τη Μεραρχία Κρήτης!
Αριστερά οι Ρεθυμνιώτες του 44ου .Στο Κέντρο οι Χανιώτες του 14ου και δεξιά οι Καστρινοί κι οι Λασιθιώτες του 43ου.
Οι Ιταλοί δεν είναι δειλοί .Ορμούν .Πιάνονται χέρι με χέρι οι Κρητικοί με τους Τυρολέζους και τα παιδιά από τα Απένινα.
Γλυστρούν και πέφτουν αγκαλιασμένοι στις παγωμένες χαράδρες και στις τρύπες του βουνού.
Κοντά δυο μέρες σκοτώνονται ,ώσπου το πράμα γίνεται ξεκάθαρο
Οι Κρητικοί πήραν την Τρεμπεσίνα!*

Γ.Δ.Π.

*Την καταπληκτική αυτή φωτογραφία δεν την τράβηξε κάποιος πολεμικός ανταποκριτής .Δεν είναι φωτογραφία προπαγάνδας .Την τράβηξε μια νοσοκόμα του Ελληνικού Στρατού ,η Μαρία Χρουσάκη.Χάρη στον Βασίλη Χολέβα δημοσιοποιήθηκε πρόσφατα.
Είναι Ιταλοί αιχμάλωτοι ,πολλοί τραυματισμένοι ,με τους Ελληνες φρουρούς τους
Στην κοιλάδα του Αώου.Στο βάθος η φονική Τρεμπεσίνα.

*Το μικρό αυτό κείμενο το αφιερώνω σε ένα θείο που δεν γνώρισα και που σίγουρα έχει μείνει μια μικρή αόρατη κουκίδα στο βάθος αυτής της φωτογραφίας..Τον έλεγαν Παπαδάκη Νικόλαο του Γεωργίου, στρατιώτης στο 43 Σύνταγμα .

Θα την «αφιερώσω» κιόλας όμως ,σε όλους τους σύγχρονους «Ελληνες» που γουστάρουν να λιντσάρουν.Αλλά και στους άλλους «Ελληνες» που γουστάρουν να λιντσάρουν εκείνους που λιντσάρουν…
George Papadakis.

Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
Του Χάρη Τσιόκα
18 Οκτώβρη 1981! Ημερομηνία σταθμός για τον προοδευτικό χώρο, για τις δυνάμεις του σοσιαλισμού και της αριστεράς!  Γεγονός που γίνεται και σήμερα επίκαιρο, γιατί η τότε κυβερνητική θητεία άφησε προσανατολισμό με θετικό πρόσημο για την κοινωνία και την πολιτική ιστορία της χώρας μας.
Ωστόσο για διαφορετικούς  λόγους παραμένει στόχος, για τις δυνάμεις του νεοφιλελευθερισμού και της αχαλίνωτης αγοράς, όχι μόνο η συκοφάντηση, αλλά κυρίως η κατάργηση των κατακτήσεων που πέτυχε η κοινωνική πλειοψηφία με το Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα και καταλύτη τον Ανδρέα Παπανδρέου!
Το «επιχείρημα» που προσάπτουν αυτές οι δυνάμεις, του συντηρητικού πόλου, είναι ότι δήθεν η κρίση έχει τις ρίζες της στην κυβερνητική θητεία του Ανδρέα Παπανδρέου και του ΠΑΣΟΚ!!!  Με αυτό τον ισχυρισμό «στήνουν» τα τελευταία χρόνια το σκηνικό της «εκρίζωσης» των μεγάλων κοινωνικών και πολιτικών αλλαγών και της συκοφάντησης του σοσιαλιστικού κινήματος!  Και γι’ αυτή την επιλογή, προκειμένου να διαμορφώνουν «πλειοψηφίες» διακυβέρνησης, ευνοούν και την δημιουργία κομματικών  σχημάτων «διαχειρίσιμων» στην επιδίωξη να γίνονται δορυφόροι του νεοφιλελευθερισμού!
Δυστυχώς παρά το γεγονός ότι οι νωπές εκλογικές καταγραφές σε Ευρώπη και Ελλάδα αποτυπώνουν πως τα θολά κομματικά σχήματα έχουν μικρή κοινωνική απήχηση, δεν αποθαρρύνουν τους αξιωματούχους του κυβερνητισμού στην επιδίωξη να συμβάλουν στη δημιουργία τους. Γιατί απλά έτσι «διευκολύνονται» να υπηρετήσουν πρόθυμα με την συμμετοχή τους τα εγχειρήματα νεοφιλελεύθερης παλινόρθωσης.
Όμως γι’ αυτό το λόγο η 18 Οκτώβρη του ’81 παραμένει η ημερομηνία-σταθμός στη συνείδηση της ελληνικής κοινωνίας και της προοδευτικής πλειοψηφίας. Επειδή ακριβώς μεταξύ των άλλων θυμίζει και δείχνει πως ο προσανατολισμός της κοινωνικής πλειοψηφίας είναι σε διαφορετική -αντίθετη- κατεύθυνση από τις επιδιώξεις του Νεοφιλελευθερισμού και των παρακολουθημάτων του.
Ανατρέχοντας στη συγκεκριμένη περίοδο είναι εύκολο να διακρίνει κανείς πως:                                             -Εφαρμόζονται πολιτικές για την άρση των πολιτικών και κοινωνικών αποκλεισμών! Άνοιξε δηλαδή ο δρόμος για την ισότιμη πρόσβαση όλων των πολιτών στις παραγωγικές, διοικητικές και αναπτυξιακές δραστηριότητες της χώρας.
-Αυτό, λοιπόν, είναι το χρονικό διάστημα που η μεσαία τάξη συγκροτείται, διευρύνεται και ισχυροποιείται.
-Αναγνωρίζεται και αυξάνεται η αγοραστική δύναμη των δυνάμεων της εργασίας και της επιστήμης, με συλλογικές συμβάσεις και διεκδίκηση δίκαιης συμμετοχής στους κινδύνους και ευκαιρίες των συντελεστών της παραγωγικής συγκρότησης, ενώ η αγροτική κοινότητα αποκτά ταυτότητα και ρόλο στην εθνική οικονομία.
-Στους ίδιους χρόνους εξ άλλου τα αγαθά της παιδείας, της υγείας, της κοινωνικής ασφάλισης γίνονται  δημόσια και προσβάσιμα σε όλους, τίθενται επιτέλους οι βάσεις για τη συγκρότηση του κοινωνικού κράτους.
-Διαμορφώνονται πλαίσια που η δημοκρατία «βαθαίνει» με αποκεντρωμένους πόρους, αρμοδιότητες και με την είσοδο αποκλεισμένων μέχρι τότε κοινωνικών στρωμάτων στους θεσμούς αντιπροσώπευσης και εξουσίας. Στο κέντρο και την περιφέρεια.
-Είναι ο χρόνος που η χώρα αποκτά ακτινοβολία στην Ευρώπη και τον κόσμο, με ενεργό ρόλο στο προοδευτικό κίνημα, με πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική και διαπραγματευτική ικανότητα, ενώ πετυχαίνει -με τους αναγκαίους «ευρωπαϊκούς» συμβιβασμούς- ισχυρά οικονομικά και πολιτικά ανταλλάγματα για τους πολίτες και την οικονομία.
Αναφέρθηκα σε ενδεικτικά παραδείγματα εκείνης της περιόδου για να τα αντιδιαστείλω με τις επιδιώξεις των δυνάμεων της νεοφιλελεύθερης συμμαχίας και των  παρακολουθημάτων της «δεξιάς σοσιαλδημοκρατίας». Δυνάμεις της συντηρητικής παλινόρθωσης που με τις συμμαχίες προθύμων αξιωματούχων της εξουσίας διαμόρφωσαν και ανέχθηκαν κανόνες «άνισων ανταλλαγών» και βίαιων ανακατανομών υπέρ των λίγων και ισχυρών στην χώρα, την Ευρώπη και τον κόσμο.
Αυτός είναι ο λόγος που η προοδευτική πλειοψηφία όπως τότε, έτσι και σήμερα έχει λόγους να αντιπαρατίθεται στις επιδιώξεις του αχαλίνωτου Νεοφιλελευθερισμού. Γιατί η νεοφιλελεύθερη πρόταση δέσμια των δυνάμεων της χρηματιστηριακής κερδοσκοπίας έχει επιφέρει καίρια πλήγματα στην πραγματική οικονομία, την κοινωνική συνοχή και τη δημοκρατία στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα.
Η δική τους επιδίωξη δεν είναι ένα αποτελεσματικό κράτος που διαμορφώνει κανόνες στην αγορά, αλλά ένα κράτος που εκποιεί αρμοδιότητές του και δημόσια αγαθά στις αχαλίνωτες, παρασιτικές κερδοσκοπικές δυνάμεις επιτρέποντας πρόσβαση των πολιτών ανάλογα με την οικονομική επιφάνεια.
 Το σχέδιο τους θέλει αφενός την αγορά να αυτορρυθμίζεται στη βάση της δύναμης του ισχυρού, αφετέρου το κοινωνικό κράτος που θεμελιώθηκε στην κυβερνητική θητεία του ΠΑΣΟΚ με τον Ανδρέα να εκποιείται κερδοσκοπικά ιδιαίτερα στους κρίσιμους τομείς της υγείας της παιδείας της ασφάλισης- (παραπέμπω ενδεικτικά στις πρόσφατες ανακοινώσεις της ΝΔ για την ιδιωτική ασφάλιση).
Η πρότασή τους δεν επιμερίζει κινδύνους και ευκαιρίες αναλογικά στους συντελεστές της παραγωγικής διαδικασίας και τις όποιες παροχές μελλοντικών οφελημάτων στους συντελεστές παραγωγής ανάπτυξης, τις εκχωρεί μονομερώς στη… μελλοντική «γενναιοδωρία» των κερδοσκοπούντων.
Ο αγώνας του σοσιαλιστικού κινήματος, η μεγάλη προοδευτική παράταξη, όπως έλεγε ο Ανδρέας πρέπει να έχει ένα μέτωπο αντιπαράθεσης,το Νεοφιλελευθερισμό. Γι’ αυτό και ο προοδευτικός χώρος πρέπει με σαφήνεια να ξεκαθαρίζει:
Πως δεν μπορεί να υπάρξει «εθνική συνεννόηση» διακυβέρνησης γι’ αυτά τα θέματα με δυνάμεις που αξιακά θέτουν επιδιώξεις σε αντίθετη κατεύθυνση με τα συμφέροντα των πολιτών, της παραγωγικής βάσης και της δημοκρατίας. Είναι ευθύνη του να αποκαλύπτει πως η επίκληση της «εθνικής συνεννόησης»  δεν είναι παρά ο φερετζές-όχημα για αλλότριες με τα κοινωνικά αιτήματα, επιδιώξεις αξιωματούχων της εξουσίας.
Τα προηγούμενα είναι ενδεικτικά παραδείγματα που αποδεικνύουν ότι το πρόβλημα του σοσιαλιστικού χώρου δεν ήταν – δεν είναι -η αλλαγή του ονόματος του ΠΑΣΟΚ αλλά η ακύρωση της διολίσθησης σε κυβερνητικούς εναγκαλισμούς με τις διχαστικές πολιτικές του νεοφιλελευθερισμού.
Πολύ περισσότερο δεν ήταν και δεν είναι κοινωνικό αίτημα η κατάργηση κάθε αναφοράς -στα ιδρυτικά κείμενα προοδευτικών κομμάτων- που παραπέμπει στις σοσιαλιστικές αξίες για την παραγωγική και δημοκρατική ανασυγκρότηση της κοινωνίας και της χώρας.
Η πορεία εξόδου  από την κρίση και η επιδιωκόμενη ανάπτυξη, για τις προοδευτικές δυνάμεις, προϋποθέτει πλειοψηφίες με προγραμματικές συγκλήσεις που στα περιεχόμενα τους θα προτάσσουν πολιτικές για την παραγωγική και κοινωνική ανασυγκρότηση, με δικαιοσύνη αλληλεγγύη και δημοκρατία.
Αυτό άλλωστε το αίτημα αποτελεί πεδίο αναζήτησης  για προγραμματικές συγκλήσεις των προοδευτικών δυνάμεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση προκειμένου να υπάρξει απάντηση στο μοντέλο της «Γερμανικής Ευρώπης» που με τις πολιτικές της έχει δημιουργήσει  ανισότητες και κρίση στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα.
Η 18 του Οκτώβρη γίνεται επίκαιρη και για ένα επί πλέον λόγο. Γιατί δείχνει πως είναι  η ώρα-σε αντιπαράθεση με τις «παρά φύσιν» συνεργασίες- να επιδιωχθούν προοδευτικές κοινωνικές και πολιτικές πλειοψηφίες, με προγραμματικές συγκλήσεις και στη Ελλάδα. Για να υπάρχει και στη χώρα μας αντιστοίχιση με τον διεθνή και ευρωπαϊκό βηματισμό των προοδευτικών δυνάμεων, όπως για παράδειγμα με το κίνημα του Σάντερς στις ΗΠΑ, του Κόρμπιν στη Βρετανία, του Κόστα στην Πορτογαλία ή του Σάντσεθ στην Ισπανία κ.λ.π…
18 Οκτώβρη 1981…
Δεν είναι στις προθέσεις μου ο μηδενισμός των παθογενειών διακυβέρνησης, που ασφαλώς και τότε υπήρξαν. Η αυτοκριτική ήταν και είναι πηγή δύναμης του κινήματος που ίδρυσε ο Α. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ και δεν μπορεί να αντικατασταθεί από σχήματα που στο αίτημα για διόρθωση- αλλαγή των λανθασμένων πολιτικών στρουθοκαμηλίζουν αλλάζοντας όνομα!
Πράγματι, οι μεγάλες αλλαγές τότε δεν ολοκλήρωσαν τολμηρά τον επαναπροσδιορισμό του αναπτυξιακού και κοινωνικού ρόλου της δημόσιας διοίκησης, ούτε έφεραν τον ριζικό απεγκλωβισμό του παραγωγικού μοντέλου από τον εναγκαλισμό του με τον κρατικοδίαιτο κερδοσκοπισμό, άνοιξαν όμως τον δρόμο.
Η επέτειος της 18ης του Οκτώβρη είναι μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία για να επικαιροποιηθεί η αποστολή της προοδευτικής παράταξης. Καθαρά, λοιπόν, ένα μεγάλο όχι σε κάθε μορφής συγκυβέρνηση ή ανοχή, στα σχήματα με δυνάμεις που υπηρετούν τις διχαστικές νεοφιλελεύθερες επιδιώξεις.
Ο σοσιαλιστικός χώρος πρέπει όχι μόνο να υπερασπίζεται την ιστορική του συμβολή και τις ρίζες του, αλλά να γίνεται επίκαιρος. Δηλαδή με ευγενή ανταγωνισμό και πολιτική αυτονομία να εργάζεται προκειμένου η προοδευτική πλειοψηφία, δηλαδή η συνάντηση των μεγάλων πολιτικών ρευμάτων, να αποτελεί την απάντηση στην ολέθρια νεοφιλελεύθερη επέλαση.


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Σαν σήμερα το 1928 γεννήθηκε στην Αργεντινή ο Ερνέστο (Τσε) Γκεβάρα. Το κείμενο που ακολουθεί (δημοσιευμένο το 2007, αποτελούμενο από τρία μέρη και ένα χρονολόγιο) αναφέρεται στη ζωή και τη δράση αυτού του μεγάλου κομμουνιστή επαναστάτη (ΠΓ).
του André Scheer
Μέρος 1ο: Ο δρόμος προς την Κούβα
Ο νεαρός γιατρός που αποχαιρέτησε τους γονείς του στις 7 Ιουλίου 1953 στο σιδηροδρομικό σταθμό του Μπουένος Άιρες, δε φανταζόταν ότι αυτός ο αποχαιρετισμός από την πατρίδα του θα ήταν παντοτινός. Η μητέρα του επίσης Σέλια και ο πατέρας του Ερνέστο ήλπιζαν ότι ο γιος τους, που μόλις πριν από τρεις μήνες είχε περάσει τις τελευταίες εξετάσεις του στο πανεπιστήμιο, μετά από αυτό το τελευταίο ταξίδι θα ησύχαζε και θα άνοιγε ένα ιατρείο. Ήδη από το τελευταίο του ταξίδι που είχε κάνει ένα χρόνο πριν με τον φίλο του Αλμπέρτο πάνω σε μια ξεχαρβαλωμένη μοτοσυκλέτα, οδηγώντας τον μέσω της Χιλής, του Περού, της Βολιβίας, φτάνοντας τελικά στη Βενεζουέλα, μπόρεσε να επιστρέψει στο σπίτι μόνο επειδή ένας θείος του πλήρωσε την πτήση από το Καράκας για το σπίτι.
Ούτε ο νεαρός Ερνέστο ούτε οι γονείς του δε φαντάζονταν ότι λίγες ημέρες αργότερα, στις 26 Ιουλίου 1953, ο νεαρός κουβανός δικηγόρος Φιντέλ Κάστρο μαζί με περίπου 160 συναγωνιστές του θα επιτίθονταν σε δυό στρατώνες στο Σαντιάγο ντε Κούβα ώστε να δώσουν το σήμα για την ανατροπή του μισητού δικτάτορα Μπατίστα. Αλλά ακόμη κι αν γνώριζαν, δύσκολα θα τους περνούσε απ΄ το μυαλό ότι αυτό θα μπορούσε να έχει γι΄ αυτούς κάποια σημασία. Το ταξίδι για τον Ερνέστο δεν είχε βαθύτερο πολιτικό νόημα, ακόμη κι αν η κυριαρχία του Χουάν Ντομίνγκο Περόν μετά το θάνατο της γυναίκας του Εβίτα, που τιμάται ακόμη και σήμερα στην Αργεντινή, πήρε όλο και πιο δυσάρεστα χαρακτηριστικά. Ο Ερνέστο ξέφυγε «απλά απ΄ όλα τα πράγματα που μ΄ ενοχλούσαν», έγραψε αργότερα σε μια επιστολή του.
Ο Ερνέστο Γκεβάρα, που δυό βδομάδες πριν είχε γιορτάσει τα 25α γενέθλιά του, σ΄ αυτό το ταξίδι συνοδεύτηκε από τον φίλο του Carlos «Calica» Ferrer. Προορισμός τους ήταν το Καράκας, όπου ο Αλμπέρτο Γκρανάδο, ο σύντροφος του Ερνέστο στο κοινό ταξίδι που είχαν με τη μοτοσυκλέτα το προηγούμενο έτος, εργαζόταν σ΄ ένα νοσοκομείο για λεπρούς. Όμως ο δρόμος τους οδήγησε αρχικά στην πρωτεύουσα της Βολιβίας, Λα Πας, επειδή το ταξίδι με το σιδηρόδρομο ήταν η φθηνότερη εναλλακτική δυνατότητα ταξιδιού για τους νέους και τους οικονομικά φτωχούς ανθρώπους. Σήμερα ένα τέτοιο ταξίδι θα ήταν παρεμπιπτόντως σχεδόν αδύνατο, δεδομένου ότι η ιδιωτικοποίηση των σιδηροδρόμων της Αργεντινής στις αρχές της δεκαετίας του 1990 οδήγησε σε μεγάλο κλείσιμο γραμμών, έτσι που ολόκληρες περιοχές της Αργεντινής έχουν αποκοπεί από τις σιδηροδρομικές συγκοινωνίες, και κωμοπόλεις που ζούσαν από την σιδηροδρομική κίνηση έχουν μετατραπεί σε πόλεις-φαντάσματα.
Η Λα Πας στην οποία έφτασαν ο Ερνέστο και ο «Calica», ήταν μια πόλη που κόχλαζε. Ένα χρόνο πριν είχε έρθει στην εξουσία το Επαναστατικό Εθνικιστικό Κίνημα (MNR) υπό τον Βίκτορ Πας Εστενσόρο και είχε ξεκινήσει μεταρρυθμίσεις που αρχικά ενθουσίασαν τον Ερνέστο. Η δημιουργία εθνοφυλακής για την υπεράσπιση της επανάστασης, η αγροτική μεταρρύθμιση και η κρατικοποίηση των ορυχείων κασσίτερου υποστηρίχτηκαν από αυτόν. «Η κυβέρνηση υποστηρίζεται από τον ένοπλο λαό, επομένως δε μπορεί να ανατραπεί με ένοπλη επίθεση από το εξωτερικό», έγραψε σε μια επιστολή προς τη φίλη του Τίτα Ινφάντε. Γρήγορα όμως κατάλαβε και τις εσωτερικές αντιφάσεις και τα ημίμετρα του προτσές. Κατά τη διάρκεια που σε μια συνάντηση με τον βολιβιανό υπουργό υπεύθυνο για υποθέσεις των Ίντιος, Ñuflo Chaflés, περίμενε να γίνει δεκτός, αναγκάστηκε να βιώσει εμβρόντητος, το πώς οι Ίντιος, που και αυτοί περίμεναν έναν υπάλληλο του υπουργείου, ψεκάστηκαν με εντομοκτόνα. Ο Ερνέστο σχολίασε σε μια επιστολή: «Οι άνθρωποι που βρίσκονται στην εξουσία ραντίζουν τους Ινδιάνους με DDT για να απαλλαγούν προσωρινά από τους ψύλλους τους, δε λύνουν όμως το βασικό πρόβλημα, δηλαδή την εξάπλωση των εντόμων».
Λίγες βδομάδες αργότερα συνέχισαν το δρόμο τους με κατεύθυνση προς το Καράκας. Παρέκαμψαν το τροπικό δάσος της Βραζιλίας και αρχικά ταξίδεψαν προς το Περού και από τη Λίμα με το λεωφορείο προς το Γουαγιακίλ του Ισημερινού. Εδώ τους δυό ταξιδιώτες τους ακολούθησαν και άλλοι νεαροί Αργεντινοί, οι οποίοι τελικά έπεισαν τον Ερνέστο αντί να συνεχίσει το ταξίδι για τη Βενεζουέλα να πάει στη Γουατεμάλα. Εκεί είχε ξεκινήσει μια διαδικασία μεταρρυθμίσεων υπό τον πρόεδρο Χακόμπο Αρμπένς, η οποία έμοιαζε με το προτσές ανάπτυξης στη Βολιβία, και, κατά κάποιο τρόπο μάλιστα, ήταν πιο ριζοσπαστικό.
Η Γουατεμάλα για δεκαετίες πρακτικά ήταν ιδιωτική ιδιοκτησία του μεγαλύτερου κοντσέρν φρούτων των ΗΠΑ, τηςUnited Fruit Company. Το κοντσέρν διατηρούσε φυτείες, το ταχυδρομείο, τον σιδηρόδρομο και έλεγχε το μοναδικό λιμάνι της Καραϊβικής. Το 1936 το «χταπόδι», όπως λεγόταν στη λαϊκή γλώσσα η United Fruit Company, είχε γίνει ήδη ο μεγαλύτερος ιδιοκτήτης γης στη Γουατεμάλα. Εδώ το κοντσέρν μπορούσε να υπολογίζει στην ενεργό υποστήριξη του δικτάτορα Χόρχε Ουμπίκο, ο οποίος επέτρεπε την αφορολόγητη εισαγωγή όλων των απαραίτητων οικοδομικών υλικών και ζητούσε μόνο μικρούς εξαγωγικούς δασμούς για τις εξαγωγές μπανάνας. Σε αντάλλαγμα μπορούσε να βασιστεί στην υποστήριξη των ΗΠΑ.
Δεν ήταν όμως έτσι και ο αριστερός φιλελεύθερος διάδοχός του, Αρμπένς. Αυτός ήθελε να θεσπίσει με νόμο καλύτερες συνθήκες εργασίας, κατώτατους μισθούς και κοινωνικές παροχές. Η United Fruit Company έβλεπε σ΄ αυτά «κομμουνισμό», διαμαρτυρήθηκε στο υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ και ζήτησε πραξικόπημα στη Γουατεμάλα. Όταν ο Αρμπένς στη συνέχεια ανακοίνωσε και ένα κρατικό δίκτυο μεταφορών κατά του μονοπωλίου του «χταποδιού», θέλοντας ακόμη με μια αγροτική μεταρρύθμιση να μοιράσει τα μεγάλα λατιφούντια στους μικρούς αγρότες, η CIAέστειλε τους πρώτους πράκτορές της στη χώρα της Κεντρικής Αμερικής.
Ο Ερνέστο έφτασε στη Γουατεμάλα περίπου μισό χρόνο πριν το πραξικόπημα. Εδώ έγινε ο «Τσε», όπως τον φώναζαν υπαινικτικά οι φίλοι του στην αργεντίνικη διάλεκτο. Η λέξη «τσε» στην Αργεντινή τότε, όπως και σήμερα, είναι μια προσφώνηση που χρησιμοποιείται συχνά και μεταφράζεται περίπου με «ε, εσύ». Ο Τσε βίωσε πώς η CIA με μια προγραμματισμένη συνεχή εκστρατεία προπαγάνδας προετοίμασε το έδαφος για την ανατροπή της δημοκρατικά εκλεγμένης κυβέρνησης.
Τον Αύγουστο του 1953 το Εθνικό Συμβούλιο Ασφαλείας των ΗΠΑ είχε εγκρίνει σχεδόν τρία εκατομμύρια δολάρια για την ανατροπή της δημοκρατικής κυβέρνησης της Γουατεμάλας. Τα χρήματα αυτά επενδύθηκαν από την CIA για την εκπαίδευση μιας ομάδας παραστρατιωτικών καθώς και σ΄ έναν μυστικό ραδιοφωνικό σταθμό, ο οποίος τέθηκε σε λειτουργία την 1η Μαΐου 1954 στην Ονδούρα. Δουλειά του ήταν, με τη διασπορά φημών να προκαλέσει την εντύπωση ότι στα σύνορα με τη Γουατεμάλα ένας μεγάλος στρατός προετοιμαζόταν για εισβολή με στόχο να ανατρέψει την κυβέρνηση του Αρμπένς. Η στρατηγική αυτή φάνηκε αποτελεσματική, καθώς το βράδυ της 16ης Ιουνίου 1954 στην πραγματικότητα περίπου 150 παραστρατιωτικοί εισέβαλαν στη χώρα. Κατά τη διάρκεια που η κρατική ραδιοφωνία παρενοχλούνταν, ο σταθμός της CIA εξέπεμπε ψευδείς πληροφορίες σχετικά με επιτυχίες των πραξικοπηματιών, προκαλώντας έτσι πανικό μεταξύ των οπαδών της κυβέρνησης κατά τη διάρκεια των μαχών που διήρκεσαν δέκα ημέρες. Ο πρόεδρος Αρμπένς ανακοίνωσε στις 27 Ιουνίου 1954 την παραίτησή του.
Μετά την κατάληψη της εξουσίας στις πρώτες υπηρεσιακές πράξεις των πραξικοπηματιών ανήκε η ανάκληση των νόμων προστασίας των εργαζομένων και της αγροτικής μεταρρύθμισης. Η United Fruit Company έγινε πάλι κυρίαρχη στη χώρα.
Ο Τσε, που είχε συμμετάσχει ενεργά στην υπεράσπιση της συνταγματικής κυβέρνησης, κατέφυγε στην πρεσβεία της Αργεντινής. Εκεί έμεινε περίπου ένα χρόνο και αρνήθηκε να επιστρέψει με αεροπλάνο για το Μπουένος Άιρες που είχε στείλει ο Περόν στη Γουατεμάλα για τους πολίτες της Αργεντινής. Αντί αυτού, ο Τσε αποφάσισε να συνεχίσει το ταξίδι του προς το Μεξικό. Εκεί ήθελε να ξανασυναντηθεί με την 29χρονη τότε Περουβιανή Ίλδα Γκαδέα, την οποία είχε γνωρίσει στη Γουατεμάλα.
Η Ίλδα Γκαδέα είχε σπουδάσει οικονομία στη Λίμα και ήταν η πρώτη γυναίκα μέλος της κομματικής ηγεσίας του περουβιανού APRA (Λαϊκή Επαναστατική Αμερικανική Συμμαχία), μια οργάνωση που το 1924 είχε ιδρυθεί σαν λατινοαμερικάνικο κίνημα και το 1930 σαν περουβιανό κόμμα με αντιιμπεριαλιστικό προσανατολισμό εκείνη την περίοδο. Σήμερα το κόμμα αυτό, που παρουσιάζει τον περουβιανό πρόεδρο Άλαν Γκαρσία, δεν έχει σχεδόν τίποτα το κοινό με τις ρίζες του, τη δεκαετία όμως του 1950 είχε μια ισχυρή μαρξιστική πτέρυγα στην οποία ανήκε και η Ίλδα Γκαδέα.
Μετά από ένα πραξικόπημα η Γκαδέα αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το 1948 το Περού και να πάει εξορία στη Γουατεμάλα. Εδώ εργαζόταν για την κυβέρνηση του Χακόμπο Αρμπένς όταν την γνώρισε ο Τσε Γκεβάρα και σύναψε μαζί του μια φιλική σχέση. Βοήθησε οικονομικά τον χρονίως πάσχοντα από έλλειψη χρημάτων Τσε και του προμήθευσε φάρμακα για το άσθμα του, κυρίως όμως συζητούσε μαζί του για τις προοδευτικές αλλαγές στη Βολιβία και τη Γουατεμάλα, για τη Σοβιετική Ένωση και πολλά άλλα θέματα. Μέσω της Ίλδα Γκαδέα ο Τσε γνώρισε επίσης μια ομάδα κουβανών οπαδών του Φιντέλ Κάστρο, οι οποίοι ζούσαν σε εξορία στη Γουατεμάλα. Λέγεται ότι στην αρχή ο Τσε είχε αντιδράσει επιφυλακτικά στις αναφορές σχετικά με την επαναστατική πάλη στην Κούβα. Σταδιακά όμως οι Κουβανοί κατόρθωσαν να του ξυπνήσουν το ενδιαφέρον για το κίνημα. Αυτό για τον Τσε και την Ίλδα μπορεί να ήταν ένας από τους κύριους λόγους για την απόφαση να πάνε στο Μεξικό, όπου παντρεύτηκαν στις 18 Αυγούστου 1955, αφότου η Ίλδα είχε μείνει έγκυος. Στις 15 Φεβρουαρίου 1956 γεννήθηκε η κόρη τους Ίλδα Μπεατρίς.
Δεν ευτύχησαν όμως να ζήσουν έναν μακρό έγγαμο βίο. Στα τέλη του 1956 ο Τσε επιβιβάστηκε με τον Φιντέλ Κάστρο, τον οποίο είχε γνωρίσει στο Μεξικό, στο πλοιάριο Γκράνμα προς την Κούβα. Μετά τη γνωριμία της μελλοντικής δεύτερης γυναίκας του Αλέιδα Μαρτς κατά τη διάρκεια του ανταρτοπόλεμου στη Σιέρρα Μαέστρα, λίγο μετά τη νίκη της επανάστασης ο Τσε χώρισε με την Ίλδα. Αυτό δεν εμπόδισε την Ίλδα Γκαδέα να πάει με την κόρη της στην επαναστατική Κούβα, όπου μέχρι το θάνατό της το 1974 εργαζόταν σε υψηλά αξιώματα για την κουβανική κυβέρνηση.
Μέρος 2ο: Κομαντάντε της κουβανικής επανάστασης

Στις 2 Δεκεμβρίου 1956 ένα πλοιάριο πλησίασε τη νότια ακτή της Κούβας και έφτασε στη Λας Κολοράντας στην επαρχία Οριέντε. Στο πλοιάριο επέβαιναν ο Φιντέλ Κάστρο και 81 ακόμη αγωνιστές, που με την απόβασή τους ήθελαν να συνεχίσουν τον αγώνα τους για την ανατροπή του δικτάτορα Μπατίστα, την οποία είχαν ξεκινήσει στις 26 Ιουλίου 1953 με την έφοδο στο στρατώνα Μονκάδα στο Σαντιάγο ντε Κούβα. Αλλά η απόβαση μετατράπηκε σχεδόν σε ναυάγιο. Μετά από μια ολοήμερη διέλευση από το Μεξικό προς την Κούβα με θυελλώδη καιρό, το εντελώς υπερφορτωμένο πλοιάριο εξόκειλε στην άμμο, το πλοιάριο έμπασε νερό και βυθίστηκε. Έτσι η ομάδα των 82 αγωνιστών που βρίσκονταν στο σκάφος αναγκάστηκε να τσαλαβουτήσει στο νερό για να φτάσει στη ξηρά. Μόνο τα όπλα και κάποια τρόφιμα μπόρεσαν να πάρουν μαζί τους ενόσω πυροβολούνταν από τα αεροπλάνα της κουβανικής πολεμικής αεροπορίας. Πάλεψαν για ημέρες μέσα από μαγκρόβια έλη και χωράφια με ζαχαροκάλαμα. Εντελώς εξαντλημένοι έφτασαν τρεις ημέρες αργότερα, στις 5 Δεκεμβρίου, στο Αλεγρία ντε Πίο όπου έκαναν διάλειμμα.
Μεταξύ των εξαντλημένων ανταρτών που είχαν εγκατασταθεί στην περιοχή βρισκόταν και ο Ερνέστο Τσε Γκεβάρα, ο οποίος είχε συνδεθεί με τον Φιντέλ Κάστρο στο Μεξικό. Ήταν ο γιατρός της ομάδας και ακριβώς τη στιγμή που θεράπευε τα πληγωμένα πόδια των συντρόφων του, ακούστηκαν ξαφνικά πυροβολισμοί και μια βροχή από σφαίρες έπεσαν πάνω από την ομάδα, η οποία είχε μόνο τα τουφέκια της και μερικά φυσίγγια. Σχεδόν η μισή ομάδα έπεσε σ΄ αυτή την επιδρομή στις στρατιωτικές μονάδες του Μπατίστα, 20 συνελήφθησαν, ορισμένοι από αυτούς τουφεκίστηκαν αμέσως.

Στο βιβλίο του «Pasajes de la guerra revolucionaria» που εκδόθηκε μετά τη νίκη της επανάστασης στην Κούβα, ο Τσε Γκεβάρα θυμήθηκε αυτή τη μάχη: «Αυτή τη στιγμή ένας σύντροφος άφησε να πέσει ένα κιβώτιο με σφαίρες σχεδόν πάνω στα πόδια μου. Του επέστησα την προσοχή για αυτό και ο άντρας μού απάντησε μ΄ ένα πρόσωπο, που δε μπορώ ακριβώς να θυμηθώ, επειδή πάνω του αντανακλώνταν ο μεγάλος τρόμος του. Είπε κάτι σαν “Τώρα δεν είναι η ώρα για κιβώτια με πυρομαχικά” και έτρεξε αμέσως παραπέρα (αργότερα δολοφονήθηκε από τους μπράβους του Μπατίστα). Ίσως αυτή ήταν η πρώτη φορά που βρισκόμουν εντελώς πρακτικά μπροστά στην απόφαση μεταξύ του ιατρικού μου καθήκοντος και του καθήκοντός μου ως επαναστάτη στρατιώτη. Μπροστά μου είχα ένα κιβώτιο γεμάτο με φάρμακα κι ένα κιβώτιο με πυρομαχικά. Μαζί ήταν πολύ βαριά για να μεταφερθούν και τα δυό. Πήρα το κιβώτιο με τα πυρομαχικά και άφησα πίσω το κιβώτιο με τα φάρμακα για να διασχίσω το ξέφωτο που με χώριζε από τα χωράφια με τα ζαχαροκάλαμα».
Ένας «τυχοδιώκτης»;
Ο Τσε είχε πάρει την απόφασή του –υπέρ του μαχητή και κατά του γιατρού. Αυτό οδήγησε στο ότι πολλοί αστοί δημοσιογράφοι (καθώς και σκηνοθέτες και σεναριογράφοι), στον Τσε είδαν μόνο τον τυχοδιώκτη. Με την ιστορική όμως πραγματικότητα η εικόνα αυτή δεν έχει καμιά σχέση. Όχι μόνο γιατί ο Τσε συνέχισε να θεραπεύει τις συντρόφισσες και τους συντρόφους του αλλά και τον αγροτικό πληθυσμό, κάτι που ήταν σημαντικό για την αυξανόμενη υποστήριξη των ανταρτών από τους αγρότες, οι οποίοι συχνά σ΄ όλη τους τη ζωή δεν είχαν δει ποτέ γιατρό. Κυρίως, η περιορισμένη αυτή εικόνα περί αιώνιου αντάρτη αγνοεί τη δραστήρια προσφορά του Τσε στην οικοδόμηση της νέας Κούβας μετά τη νίκη της επανάστασης και τη σημαντική θεωρητική του συνεισφορά. «Κάθε φορά που χρειαζόταν κάποιος για ένα σημαντικό έργο, ο Τσε ήταν έτοιμος», θυμόταν ο Φιντέλ Κάστρο.
Στις 26 Νοεμβρίου 1959, σχεδόν ένα χρόνο μετά τη θριαμβευτική είσοδο των «γενειοφόρων», όπως ονόμαζε ο πληθυσμός τους αντάρτες, ο Φιντέλ διόρισε τον Τσε πρόεδρο της Εθνικής Τράπεζας της Κούβας. Στο Παγκόσμιο Φεστιβάλ Νεολαίας το 2005 στο Καράκας, ο πρόεδρος της Βενεζουέλας Ούγκο Τσάβες διηγήθηκε πως προέκυψε αυτό: «Υπάρχει ένα ανέκδοτο που το άκουσα από τον Φιντέλ: Όταν οι γενειοφόροι ήρθαν στην Αβάνα από τη Σιέρρα και τώρα έπρεπε να σχηματιστεί κυβέρνηση, ο Φιντέλ ρώτησε σε μια συνεδρίαση νωρίς το πρωί: “Υπάρχει εδώ ένας οικονομολόγος (economista);” Ο Τσε απάντησε αμέσως: ”Εγώ!” και ο Φιντέλ τον ρώτησε: “Είσαι οικονομολόγος, Τσε; Νόμιζα ότι ήσουν γιατρός”. Ο Τσε απάντησε: “Ω, άκουσα λάθος, εγώ κατάλαβα κομμουνιστής (comunista)”.

Ο Τσε αυτό το χρονικό διάστημα διηύθυνε ήδη το Τμήμα Εκβιομηχάνισης του Ινστιτούτου Αγροτικής Μεταρρύθμισης και κατείχε ηγετικές θέσεις στον αντάρτικο στρατό, αλλά παρ΄ όλα αυτά χωρίς δισταγμό έπεφτε με τα μούτρα στα νέα καθήκοντα και έπαιρνε μαθήματα ώστε να αναπτύξει τις οικονομικές γνώσεις του. Τού ήταν σαφές ότι η Εθνική Τράπεζα αποτελεί μια ζωτική αρτηρία της κουβανικής οικονομίας, μέσω της οποίας έρεαν όλα τα οικονομικά του νησιού. Τα συναλλαγματικά αποθέματα της Κούβας είχαν λεηλατηθεί από το καθεστώς του Μπατίστα, 424 εκατομμύρια δολάρια είχε πάρει μαζί του ο Μπατίστα όταν διέφυγε στις ΗΠΑ. Ήταν απαραίτητο να ληφθούν αποφασιστικά μέτρα ώστε να αποτραπεί η μεταφορά και των τελευταίων αποθεμάτων των ιδιωτικών τραπεζών στο εξωτερικό, γιατί όλες οι ενεργές κουβανικές και αλλοδαπές τράπεζες στην Κούβα κρατικοποιήθηκαν πρώτα στις 13 Οκτωβρίου 1960.
Πως θα έπρεπε να επιτευχθεί όμως αυτό; Οι περισσότεροι από το εξειδικευμένο προσωπικό και τους τεχνικούς το είχαν σκάσει για τις ΗΠΑ, όπου εδώ η Ουάσιγκτον συνεισέφερε ιδιαίτερα με προσφορές χρημάτων και διευκολύνσεις εισόδου σ΄ αυτήν. Ο Τσε έδειξε σ΄ αυτό το εξειδικευμένο προσωπικό, πώς το εκτιμούσε, όταν αμέσως μετά την ανάληψη της διεύθυνσης της Εθνικής Τράπεζας υπέγραψε τα νέα χαρτονομίσματα με το παρατσούκλι του «Τσε». Οι κόντρας λυσσομανούσαν.
Ακόμη κι αν οι τότε ειδικοί δεν ήθελαν να παραδεχτούν και οι σημερινοί τους συνάδελφοι δε θέλουν ακόμη να πιστέψουν: Ο Τσε στην ηγετική θέση της Εθνικής Τράπεζας δεν έκανε καμιά ανοησία. Είχε ήδη εκτενείς γνώσεις, είχε διαβάσει πολύ –μεταξύ άλλων Μαρξ και Λένιν- και ήταν πάντα έτοιμος να αποδεχτεί και να εφαρμόσει νέες εμπειρίες και γνώσεις. Έτσι ήταν λογικό ότι στις 23 Φεβρουαρίου 1961 έγινε υπουργός Βιομηχανίας.
Δυσκολίες της νέας οικοδόμησης
Από αυτή τη θέση ο ίδιος ο Τσε βίωσε τις δυσκολίες κατά τη νέα οικοδόμηση ενός επαναστατικού κράτους και τις συνόψισε το Φεβρουάριο του 1963 σ΄ ένα άρθρο για το θεωρητικό περιοδικό «Cuba Socialista», με τίτλο «Ενάντια στο γραφειοκρατισμό»: «Τα πρώτα σημάδια του επαναστατικού μας κράτους, καθώς και ολόκληρη η πρώτη περίοδος της διακυβέρνησής μας, είχαν ζωηρή τη σφραγίδα της αντάρτικης τακτικής. […] Τα πεδία δράσης των “δοικητικών ανταρτοπολέμων”, που κάλυπταν ολόκληρο τον περίπλοκο μηχανισμό της κοινωνίας αλληλοσυγκρούονταν κι έτσι είχαμε συνεχείς εμπλοκές, διαταγές κι αντιδιαταγές και διαφορετικές ερμηνείες νόμων που, πολλές φορές, έφταναν μέχρι και να τους αναιρούν, μέσα σε οργανισμούς που εφάρμοζαν τα ίδια τα δικά τους νομοδιατάγματα, περιφρονώντας τον κεντρικό διευθυντικό μηχανισμό. Ύστερα από ένα χρόνο οδυνηρών εμπειριών, φτάσαμε στο συμπέρασμα ότι ήταν απόλυτη ανάγκη ν΄ αλλάξουμε το στυλ της δουλειάς μας και να αναδιοργανώσουμε τον κρατικό μηχανισμό με ορθολογικό τρόπο, χρησιμοποιώντας την τεχνική της σχεδιοποίησης που χρησιμοποιείται στις αδελφές σοσιαλιστικές χώρες.
Σαν αντίδοτο, αρχίσαμε να οργανώνουμε τους ισχυρούς γραφειοκρατικούς μηχανισμούς που χαρακτηρίζουν την πρώτη αυτή περίοδο της οικοδόμησης του σοσιαλιστικού μας κράτους˙ ο ζήλος όμως ήταν πολύ μεγάλος και μια ολόκληρη κατηγορία οργανισμών, μεταξύ τους και το υπουργείο Βιομηχανίας, έβαλαν μπρος μια πολιτική συγκεντροποίηση των επιχειρήσεων, φρενάροντας υπερβολικά την πρωτοβουλία των διοικητικών στελεχών. Η συγκεντρωτική αυτή αντίληψη εξηγείται απ΄ την ανεπάρκεια των μεσαίων στελεχών και την προηγούμενη αναρχία˙ χρειαζόταν λοιπόν να απαιτηθεί με μεγάλη αυστηρότητα η υπακοή στις ντιρεκτίβες. […] Μ΄ αυτό τον τρόπο λοιπόν η επανάστασή μας αρχίζει να μαστίζεται απ΄ αυτό το κακό που λέγεται γραφειοκρατισμός».

Ο Τσε παρουσίασε λεπτομερώς τις μορφές εμφάνισης αυτού του γραφειοκρατισμού, ο οποίος προκαλούνταν, μεταξύ άλλων, από την έλλειψη ειδικών: «Οι συζητήσεις γίνονται ατέρμονες χωρίς κανένας απ΄ τους συζητητές να έχει το κύρος που χρειάζεται για να επιβάλλει την άποψή του. Ύστερα από μια, δυό και περισσότερες συγκεντρώσεις το πρόβλημα μένει μετέωρο μέχρι που να λυθεί μόνο του ή να παρθεί μια οποιαδήποτε απόφαση, όσο κακή να είναι.
Η σχεδόν απόλυτη απουσία γνώσεων, που αντισταθμίζεται από ένα μεγάλο αριθμό συγκεντρώσεων, χαρακτηρίζει το “ρεουνιονισμό” [1] που ουσιαστικά μεταφράζεται με την απουσία προοπτικών επίλυσης των προβλημάτων. Στην περίπτωση αυτή, οι ευπρόσβλητοι οργανισμοί είναι μοιραίο να οδηγηθούν στο γραφειοκρατισμό, δηλαδή στην ασφυξία που το χαρτομάνι και η αναποφασιστικότητα επιβάλλουν στην ανάπτυξη της κοινωνίας».
Η λύση για τον Τσε δεν ήταν για παράδειγμα η υπερβολική δραστηριοποίηση, όπως θα ήθελαν να γίνει πιστευτό εν όψει των ευρέως διαδεδομένων στερεότυπων για αυτόν, αλλά «πρέπει να πάρουμε συγκεκριμένα μέτρα που να ωθήσουν τους κρατικούς οργανισμούς στην επιβολή ενός αυστηρού κεντρικού ελέγχου». Και στη συνέχεια: «Οφείλουμε να αναλύσουμε τις υπευθυνότητες κάθε υπαλλήλου, να τις περιορίσουμε στενά μέσα σε όρια που δεν θα μπορεί να τα διαβεί χωρίς να επισύρει αυστηρότατες ποινές πάνω του˙ και μέσα σ΄ αυτά τα όρια ν΄ αφήνουμε πλατειές δυνατότητες».
Ο Τσε δεν ήταν μόνο επιφυλακτικός απέναντι σε προσπάθειες να θέλει να οικοδομήσει κανείς το σοσιαλισμό με καπιταλιστικές μεθόδους. Δεν υπολόγιζε μόνο τα υλικά κίνητρα, αλλά κυρίως την πεποίθηση των ανθρώπων, τις ηθικές αξίες. Στο «Ο σοσιαλισμός και ο άνθρωπος στη Κούβα» έγραψε: «Ακολουθώντας τη χίμαιρα να πραγματοποιήσουμε το σοσιαλισμό με τη βοήθεια σάπιων όπλων, κληρονομημένων από τον καπιταλισμό, (το εμπόρευμα σαν οικονομικό κύτταρο, την αποδοτικότητα, το ατομικό υλικό συμφέρον σαν δύναμη μοχλού κτλ), κινδυνεύουμε να καταλήξουμε σε αδιέξοδο […] Για να οικοδομήσεις τον κομμουνισμό πρέπει ν΄ αλλάξεις τον άνθρωπο ταυτόχρονα με την οικονομική βάση. Γι΄ αυτό κι έχει μεγάλη σημασία η σωστή εκλογή του οργάνου της κινητοποίησης της μάζας. Βασικά αυτό το όργανο πρέπει να είναι ηθικής τάξεως, χωρίς να παραγνωρίζουμε και μια σωστή χρησιμοποίηση τονωτικού υλικού, κυρίως κοινωνικής φύσης».
Σε μια λεπτομερή συνέντευξη με τον Ιγνάσιο Ραμονέ που δημοσιεύτηκε το 2006, ο Φιντέλ Κάστρο τονίζει ακόμη και σήμερα τη σημασία του Τσε στα διάφορα κυβερνητικά πόστα: «Ο Τσε ήταν ο άντρας που έπρεπε να είναι εκεί, για αυτό δε μπορεί να υπάρξει η παραμικρή αμφιβολία, γιατί ο Τσε ήταν επαναστάτης, ήταν κομμουνιστής και ένας εξαίρετος οικονομολόγος».
Μέρος 3ο: Δεν υπάρχουν όρια σ΄ αυτό τον αγώνα
«Έχω γεννηθεί στην Αργεντινή, αυτό δεν είναι μυστικό για κανένα. Είμαι Κουβανός και μαζί Αργεντινός, και αν οι λαμπρότατες περιοχές της Λατινικής Αμερικής δε θίγονται, αισθάνομαι τόσο Λατινοαμερικανός πατριώτης, απ΄ οποιαδήποτε χώρα της Λατινικής Αμερικής, όσο και ο πιο πατριώτης της κάθε μιας. Θα είμαι έτοιμος στην κατάλληλη στιγμή να δώσω τη ζωή μου για την απελευθέρωση μιας λατινοαμερικανικής χώρας δίχως να γυρέψω τίποτε από κανένα, δίχως ν΄ απαιτήσω, δίχως κανέναν να εκμεταλλευτώ».
Διεθνιστής και αντιιμπεριαλιστής

Ο Τσε Γκεβάρα ήταν ένθερμος διεθνιστής και αντιιμπεριαλιστής. Στη Γουατεμάλα είχε αγωνιστεί στο πλευρό της δημοκρατικά εκλεγμένης κυβέρνησης του Χακόμπο Αρμπένς. Στην Κούβα διακινδύνευσε τη ζωή του για την απελευθέρωση και στη συνέχεια έβαλε όλες του τις δυνάμεις για την οικοδόμηση μιας νέας, σοσιαλιστικής κοινωνίας. Ως μέλος της επαναστατικής κυβέρνησης ταξίδεψε στις ηπείρους. Ο Φιντέλ Κάστρο θυμήθηκε στη συνομιλία με τον Ιγνάσιο Ραμονέ: «Στα πρώτα έξι ή επτά χρόνια μέχρι το 1965 είχε κάνει το γύρο του κόσμου, είχε συναντήσεις με τον Τσου Εν Λάι, τον Νεχρού, τον Νάσερ, τον Σουκάρνο, επειδή αισθανόταν ένα ισχυρό διεθνιστικό σκοπό και ενδιαφερόταν πολύ για όλα αυτά τα προβλήματα. Θυμάμαι ότι ο Τσε μιλούσε με πολλούς ανθρώπους, σύναψε σχέσεις με τον Τσου Εν Λάι, συναντήθηκε με τον Μάο, έπιασε φιλίες με τους Κινέζους. Δεν είχε συγκρούσεις με τους Σοβιετικούς. Ήταν όμως φανερό ότι περισσότερο βρισκόταν στο πλευρό της Κίνας». Ο ίδιος ο Τσε επέκρινε ανοιχτά τη σοβιετική-κινεζική διαμάχη. «Ένοχοι είναι κι εκείνοι που διατηρούν έναν πόλεμο εξυβρίσεων και τρικλοποδιών, ο οποίος εδώ και πολύ καιρό έχει αρχίσει απ΄ τις δυό μεγάλες δυνάμεις του σοσιαλιστικού στρατοπέδου».
Τον Οκτώβριο του 1960 ο Τσε Γκεβάρα διηύθυνε την πρώτη επίσημη αντιπροσωπεία της Κούβας στη Σοβιετική Ένωση. Για τους Αμερικανούς των ΗΠΑ ο Τσε αυτή την περίοδο, όπως διατύπωσε το περιοδικό «Time», ίσχυε ως ο «εγκέφαλος της επανάστασης», ενώ ο Φιντέλ η καρδιά και ο Ραούλ η γροθιά της. Στο πλαίσιο αυτού του πολύμηνου ταξιδιού ο Τσε επισκέφτηκε επίσης την Κίνα, τη Βόρεια Κορέα, τη Γιουγκοσλαβία και τη Γερμανική Λαοκρατική Δημοκρατία (ΓΛΔ).

Ο Τσε έφτασε το Δεκέμβριο του 1960 στο Βερολίνο για να υπογράψει μια συμφωνία μεταξύ του υπουργείου Εξωτερικού Εμπορίου της ΓΛΔ και της Εθνικής Τράπεζας της Κούβας και να συνάψει νέες εμπορικές συμβάσεις. Στη δεξίωση που ακολούθησε συναντήθηκε για πρώτη φορά με τη νεαρή Γερμανο-Αργεντίνα Ταμάρα Μπούνκε, η οποία μαζί με μια ομάδα νέων Λατινοαμερικανών που ζούσαν στο Βερολίνο, συμμετείχε στη δεξίωση. Στη συνέχεια ο Τσε ταξίδεψε προς τη Λειψία για να συναντηθεί με φοιτητές από την Κούβα καθώς και από άλλες χώρες της Λατινικής Αμερικής που σπούδαζαν εκεί. Η Ταμάρα ως Αργεντίνα συμμετείχε στη συνάντηση και συνόδευσε τον Τσε επιπλέον για πρώτη φορά ως διερμηνέας. Σχεδόν επτά χρόνια αργότερα η Ταμάρα Μπούνκε, γνωστή σαν αντάρτισσα Τάνια, πέθανε στο πλευρό του Τσε Γκεβάρα στον ανταρτοπόλεμο στη Βολιβία.

Κατά τη διάρκεια αυτού του ταξιδιού ο Τσε φάνηκε βαθύτατα εντυπωσιασμένος από τα επιτεύγματα της Σοβιετικής Ένωσης και των άλλων σοσιαλιστικών χωρών. «Όταν τώρα εγκαταλείπω τη χώρα του σοσιαλισμού που ο ίδιος επισκέφτηκα για πρώτη φορά, θα πάρω μαζί μου… τις εντυπώσεις που μας έμειναν από αυτή τη χώρα τις ημέρες που περάσαμε, στη χώρα που έγινε η πιο βαθιά και η πιο ριζοσπαστική επανάσταση στον κόσμο».
Η ευγνωμοσύνη για την υποστήριξη της Σοβιετικής Ένωσης, η οποία για παράδειγμα αγόραζε την κουβανική ζάχαρη όταν οι ΗΠΑ σταμάτησαν τις εισαγωγές τους από το νησί, δεν εμπόδισε τον Τσε να κάνει κριτική απ΄ τη δική του οπτική στα αρνητικά φαινόμενα. Με το βλέμμα στραμμένο στο άδικο παγκόσμιο εμπόριο, από το οποίο έμμεσα κέρδιζαν και τα σοσιαλιστικά κράτη, ζήτησε τον Φεβρουάριο του 1965 σ΄ ένα αφρικανο-ασιατικό οικονομικό φόρουμ στο Αλγέρι: «Οι σοσιαλιστικές χώρες έχουν την ηθική υποχρέωση να δώσουν τέλος στην τακτική συνενοχή τους με τα κράτη-εκμεταλλευτές της Δύσης». Πολύ περισσότερο, στις σοσιαλιστικές χώρες έπρεπε να είναι σαφές ότι ο δρόμος της απελευθέρωσης των χωρών που απελευθερώνονται από την αποικιακή εξάρτηση, θα κόστιζε κάτι.
Αναχώρηση για το Κονγκό
Μετά τη σταθεροποίηση της κουβανικής επανάστασης ο Τσε αποφάσισε να ενταχθεί πάλι στον ένοπλο αγώνα. Πιστός στην αρχή του ότι σ΄ αυτό τον αγώνα ζωής και θανάτου ενάντια στον ιμπεριαλισμό δεν υπάρχουν σύνορα, αποφάσισε ο ίδιος να πάει στο Κονγκό. Ο σύντροφός του Ulises Estrada Lescaille θυμήθηκε τον Μάιο του 2007 σ΄ ένα άρθρο για το κουβανικό περιοδικό «Bohemia» αυτής της εποχής: «Το 1965 ο Τσε ήταν επικεφαλής μιας εκατοντάδας κουβανών στρατιωτικών συμβούλων οι οποίοι θα έπρεπε να υποστηρίξουν τον κονγκολέζικο λαό. Κατά την αναχώρησή του από την Κούβα ο Φιντέλ, τον οποίο χαρακτήριζε ως επαναστατική ηγετική προσωπικότητα και φίλο, άφησε πίσω μια αποχαιρετιστήρια επιστολή στην οποία παραπέμπει στο κάλεσμα “άλλων πατρίδων αυτής της Γης”… Κατά τη διάρκεια των περιοδειών μέσα από τις περιοχές επιχειρήσεων των κονγκολέζων ανταρτών έγινα μάρτυρας της δυστυχίας στην οποία ζούσαν οι αγρότες, της βαθιάς ριζωμένης σκέψης της φυλής παράλληλα με τα πατριαρχικά και φεουδαρχικά συστήματα, της σκλαβιάς και των θρησκειών. Όλα αυτά τα φαινόμενα επιδρούσαν ενάντια στην εκτεταμένη οργανωμένη ανάπτυξη του ένοπλου αγώνα και ήταν η αιτία που οι Κουβανοί έβαζαν τη δουλειά τους ως στρατιωτικοί σύμβουλοι στην άκρη και πολεμούσαν μαζί με τους κονγκολέζους πατριώτες, δεδομένου ότι αυτή ήταν η πιο αποτελεσματική μορφή εκπαίδευσης των ανταρτών και για το αγωνιστικό ηθικό των διεθνιστών μας».
Τελικά ο αγώνας στο Κονγκό τέλειωσε για τους Κουβανούς με μια ήττα. Μόνο το 1997 κατόρθωσε ο Λοράν Ντεζιρέ Καμπιλά, που είχε πολεμήσει ήδη στο Κονγκό την εποχή του Τσε, να ανατρέψει την για ολόκληρες δεκαετίες δικτατορία του Μομπούτου.
Ανταρτοπόλεμος στη Βολιβία
Για τον Τσε Γκεβάρα όμως με την ήττα στο Κονγκό άρχισε η προετοιμασία για τον ανταρτοπόλεμο στη Βολιβία. Τον Μάρτιο του 1967 στην ανατολική ορεινή περιοχή της κεντρικής Βολιβίας υπήρξαν οι πρώτες συγκρούσεις μεταξύ του Εθνικού Απελευθερωτικού Στρατού (ELN) και των βολιβιανών κυβερνητικών στρατευμάτων. Ενώ όμως οι αντάρτες στη Βολιβία δεν κατόρθωσαν όπως στην κουβανική Σιέρρα Μαέστρα να κερδίσουν την υποστήριξη των αγροτών, η CIAαναγνώρισε σύντομα ότι οι αντάρτες στη νοτιοαμερικανική χώρα ηγούνταν από τον για μεγάλο διάστημα καταζητούμενο και ήδη την εποχή του ακόμη θρυλικό Τσε. Ο βολιβιανός στρατός εξοπλίστηκε βαριά, οι βορειοαμερικανοί στρατιωτικοί σύμβουλοι συμμετείχαν στο κυνήγι του Τσε. Στις 31 Αυγούστου 1967 μια ομάδα τουELN έπεσε στην ενέδρα και σφαγιάστηκε από τα κυβερνητικά στρατεύματα. Εδώ πέθανε και η Ταμάρα Μπούνκε, η αντάρτισσα Τάνια.
Στις 8 Οκτωβρίου ο ELN και τα κυβερνητικά στρατεύματα έδωσαν στην πεδιάδα Γιούρο την τελευταία μάχη. Ο Τσε τραυματισμένος φρουρούνταν σ΄ ένα μικρό σχολείο στη Λα Χιγκουέρα, μέχρι που δόθηκε η διαταγή στη Λα Πας και την Ουάσιγκτον να δολοφονηθεί ο Κομαντάντε. Οι κυβερνώντες φοβούνταν ότι μια δίκη ενάντια στον αντάρτη θα μπορούσε να μετατραπεί σε μια κινηματική δίκη ενάντια στον ιμπεριαλισμό. Ήθελαν να αποτρέψουν έναν μύθο και να εξαφανίσουν τον Τσε χωρίς ν΄ αφήσουν ίχνη, θάβοντάς τον μετά τη δολοφονία του κοντά σ΄ ένα μικρό στρατιωτικό αεροδρόμιο.

Ο Τσε όμως έγινε αθάνατος. Ακόμη και σήμερα η εικόνα του είναι παρούσα παντού. Ακόμη κι όταν πολλοί από κείνους που σ΄ αυτή εδώ τη χώρα φορούν μπλούζες, μαγιό ή κονκάρδες, γνωρίζουν πολύ λίγα απ΄ ό,τι το όνομα του Κομαντάντε, αυτό είναι ήδη αρκετό για να κάνουν τους άκρως αντιδραστικούς, όπως τον πρώην πρόεδρο της Τσεχίας Βάτσλαβ Χάβελ, πυρ και μανία. Εξοργίζονται για το ότι στη Γερμανία και σε πολλές άλλες χώρες, το πορτρέτο του επαναστάτη είναι πανταχού παρών σε κάθε γωνιά. Γνωρίζουν: Ο Τσε Γκεβάρα για αυτούς, για τον ιμπεριαλισμό, αποτελεί ακόμη και σήμερα απειλή. Γιατί η κληρονομιά του Τσε είναι σήμερα τόσο επίκαιρη όσο και πριν από 40 χρόνια: «Τελικά πρέπει να λάβει κανείς υπόψη του ότι ο ιμπεριαλισμός σαν τελευταίο στάδιο του καπιταλισμού, είναι ένα παγκόσμιο σύστημα, και ότι πρέπει να ηττηθεί σε μια μεγάλη παγκόσμια αντιπαράθεση. Ο στρατηγικός στόχος αυτής της πάλης πρέπει να είναι η εξόντωση του ιμπεριαλισμού. Η συμβολή που πέφτει σε μας, στους εκμεταλλευόμενους και τους αναπτυσσόμενους αυτού του κόσμου, βρίσκεται στο να αφαιρέσουμε από τον ιμπεριαλισμό τις βάσεις της ύπαρξής του, δηλαδή τους καταπιεσμένους λαούς μας, απ΄ τους οποίους απομυζούν κεφάλαια, πρώτες ύλες, τεχνικούς και φτηνές εργατικές δυνάμεις… Μας ωθούν σ΄ αυτό τον αγώνα˙ δε μένει κανένα άλλο μέσο από το να τον προετοιμάσουμε και να αποφασίσουμε να τον αρχίσουμε».
_________
[1] Τάση για την επίλυση των προβλημάτων μέσα από συχνές και ατέρμονες συνεδριάσεις.
Χρονολόγιο
14 Ιουνίου 1928: Γέννηση του Ερνέστο Γκεβάρα ντε λα Σέρνα στο Ροσάριο, Αργεντινή.
1946 – 1953: Φοιτητής στην ιατρική σχολή του Μπουένος Άιρες.
29 Δεκεμβρίου 1951: Μαζί με τον Γκρανάδο ξεκινά το πρώτο του ταξίδι στη Λατινική Αμερική.
1953: Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του στην ιατρική ο Γκεβάρα ταξιδεύει προς τη Βολιβία. Στις 20 Δεκεμβρίου 1953 φτάνει στη Γουατεμάλα.
Ιούνιος 1954: Με ένα πραξικόπημα το οποίο χρηματοδοτήθηκε από τις ΗΠΑ και υποστηρίχτηκε από τη CIA, ανατρέπεται ο πρόεδρος Χακόμπο Άρμπενς. Ο Γκεβάρα ταξιδεύει προς το Μεξικό.
Ιούλιος 1954: Συνάντηση με τον Φιντέλ Κάστρο Ρουζ˙ μετά από μια πρώτη συνομιλία ο Γκεβάρα αποφασίζει να προσχωρήσει στην ομάδα του.
Αύγουστος 1956: Φυλάκιση στο Μεξικό λόγω ένταξης στο τμήμα του Φιντέλ Κάστρο.
25 Νοεμβρίου 1956: Ταξίδι προς την Κούβα με το πλοιάριο «Γκράνμα» μαζί με 82 επαναστάτες.
1956 – 1959: Συμμετοχή στον επαναστατικό απελευθερωτικό αγώνα στη Κούβα, δυό φορές τραυματίας.
5 Ιουνίου 1957: Διορισμός του σε διοικητή της Τέταρτης Φάλαγγας.
28 έως 31 Δεκεμβρίου 1958: Μάχη για την Σάντα Κλάρα.
1 Ιανουαρίου 1959: Απελευθέρωση της Σάντα Κλάρα. Ο δικτάτορας Φουλχένσιο Μπατίστα (1901-1973) φεύγει στην εξορία.
2 Ιανουαρίου 1959: Κατάληψη του φρουρίου Λα Καμπάνια στην Αβάνα.
9 Φεβρουαρίου 1959: Ο Τσε γίνεται πολίτης της Κούβας.
26 Νοεμβρίου 1959: Διορισμός σε διευθυντή της Εθνικής Τράπεζας της Κούβας.
1959 – 1961: Ο Γκεβάρα επισκέπτεται πολλές φορές τη Γερμανική Λαοκρατική Δημοκρατία και την Σοβιετική Ένωση.
23 Φεβρουαρίου 1961: Διορισμός σε υπουργό Βιομηχανίας.
17 Απριλίου 1961: Ματαίωση της εισβολής στον Κόλπο των Χοίρων.
16 Ιανουαρίου 1964: Υπογραφή ενός κουβανο-σοβιετικού πρωτοκόλλου για τεχνική βοήθεια.
15 Μαρτίου 1965: Ο Τσε γράφει αποχαιρετιστήριες επιστολές στους γονείς του, στα παιδιά του και στον Φιντέλ Κάστρο. Θα φύγει για το Κονγκό.
1 Απριλίου 1965: Τελευταία δημόσια εμφάνιση στην Κούβα.
Οκτώβριος 1965: Στο συλλαλητήριο που γίνεται για την ίδρυση του Κομμουνιστικού Κόμματος Κούβας ο Φιντέλ Κάστρο διαβάζει την επιστολή με την οποία ο Γκεβάρα παραιτείται απ΄ όλες τις θέσεις του.
7 Νοεμβρίου 1966: Άφιξη στο στρατόπεδο των ανταρτών στη Βολιβία, αρχή των σημειώσεών του σ΄ ένα ημερολόγιο.
23 Μαρτίου 1967: Έναρξη των στρατιωτικών ενεργειών.
8 Οκτωβρίου 1967: Μάχη στην πεδιάδα Γιούρο. Ο τραυματίας Τσε αιχμαλωτίζεται και δολοφονείται με εντολή της βολιβιανής κυβέρνησης και τη συνέργεια της CIA.
18 Οκτωβρίου 1967: Ο Φιντέλ Κάστρο επιβεβαίωσε ότι ο Τσε πέθανε στη Βολιβία. Στην κηδεία παίρνουν μέρος στην Αβάνα ένα εκατομμύριο Κουβανοί.
12 Ιουλίου 1997: Η σορός του Τσε Γκεβάρα ταυτοποιήθηκε στο Βαλεγκράντε. Την ίδια μέρα μεταφέρεται στην Αβάνα.
Πηγή: Unsere Zeit (εφημερίδα του Γερμανικού Κ Κ), 21/09, 28/09 και 05/10 του 2007.
Μετάφραση – Επιμέλεια: Παναγιώτης Γαβάνας