Articles by "Σαν σήμερα"


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σαν σήμερα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Συμπληρώνονται 28 χρόνια κι ακόμη κανείς δεν μπορεί να πιστέψει αυτό που συνέβη…




Κι όμως… Ένα από τα πιο ευγενή σπορ, με κοινό που σπανιότατα ως… ποτέ δεν παρεκτρέπεται, βίωσε σαν σήμερα πριν 28 χρόνια μια στιγμή που σόκαρε την παγκόσμια αθλητική κοινότητα.

Ήταν 30 Απριλίου του 1993, όταν η Μόνικα Σέλες, που στα 20 της είχε ήδη κυριαρχήσει στο γυναικείο τένις, αντιμετώπιζε στα προημιτελικά τουρνουά στο Αμβούργο την Μαγκνταλένα Μαλέεβα. Οι επιδόσεις της ήταν εκπληκτικές και μοιάζουν ακόμη και σήμερα ανεπανάληπτες. Από τον Γενάρη του 1991 μέχρι τον Φλεβάρη του 1993 είχε φτάσει στον τελικό σε 33 από τα 34 τουρνουά στα οποία συμμετείχε κατακτώντας τα 22 εξ αυτών. Σε 11 εμφανίσεις σε Grand Slam είχε σηκώσει το τρόπαιο οκτώ φορές και είχε ρεκόρ 55-1 στα μεγάλα τουρνουά κατακτώντας επτά από τα οκτώ που είχε λάβει μέρος. Πραγματικά ασύλληπτες επιδόσεις.

Η γεννημένη στη Σερβία τενίστρια είχε πάρει με 6-4 το πρώτο σετ και προηγείτο με 4-3 στο δεύτερο, όταν στη διάρκεια μιας διακοπής συνέβη το αδιανόητο. Ένας άνδρας πλησίασε τη θέση της Σέλες και τη μαχαίρωσε στην πλάτη αφήνοντας άναυδους τους χιλιάδες θεατές στο γήπεδο και τα εκατομμύρια που παρακολουθούσαν τηλεοπτικά. Κίνητρό του, όπως αποκαλύφθηκε αργότερα, ήταν πως αποτελούσε φανατικό θαυμαστή της Στέφι Γκραφ και δεν άντεχε να βλέπει να εκτοπίζεται από την κορυφή από τη Σέλες!



Ο δράστης, ένας 38χρονος Γερμανός ονόματι Γκίντερ Πάρσε, αμέσως «μπαγλαρώθηκε» από την ασφάλεια του γηπέδου, αλλά το κακό είχε ήδη γίνει. Η Σέλες σφάδαζε από τους πόνους και έπεσε στο χώμα δεχόμενη ιατρική φροντίδα. Η μαχαιριά για λίγα εκατοστά δεν πέτυχε τη σπονδυλική της στήλη ή κάποιο ζωτικό της όργανο, αλλά η ζημιά είχε γίνει και ήταν μεγάλη.



Απουσίασε από τα κορτ για δύο χρόνια, διάστημα στο οποίο η ψυχολογία της επιβαρύνθηκε από τη διάγνωση του πατέρα της με καρκίνο (και αργότερα τον θάνατό του), κι όταν επέστρεψε δεν θύμιζε σε τίποτα την αθλήτρια που είχε γίνει φόβος και τρόμος των αντιπάλων της. Στο μεσοδιάστημα η Στέφι Γκραφ επέστρεψε στην κορυφή του γυναικείου τένις εκμεταλλευόμενη την απουσία της μεγάλης της αντιπάλου, ενώ ο μαχαιροβγάλτης αθωώθηκε από το δικαστήριο (!), τόσο σε πρώτο βαθμό όσο και στην έφεση, καθώς κρίθηκε πως είναι ψυχικά ασθενής.



Η Σέλες, χρόνια αργότερα, στην αυτοβιογραφία της το 2009, αποκάλυψε πως το συγκεκριμένο συμβάν πέρα από πληγές στο σώμα τής είχε προκαλέσει κρίσεις πανικού, κατάθλιψη και διαταραχές διατροφής. Από τη στιγμή που επέστρεψε στα κορτ, τον Αύγουστο του 1995, κατέκτησε μόνο έναν μεγάλο τίτλο, το Αυστραλιανό Open το 1996. Η εμφάνισή της στο Ρολάν Γκαρός του 2003 ήταν η τελευταία της, αν κι επισήμως κρέμασε τη ρακέτα της τον Φεβρουάριο του 2008.

Ακόμη και σήμερα παραμένει ένα από τα μεγαλύτερα what if στην ιστορία του αθλητισμού. Αν ο φανατικός οπαδός της Στέφι Γκραφ δεν είχε αναστατώσει την αθλητική διαδρομή, μα ακόμη περισσότερο την ύπαρξή της, θεωρείται μάλλον βέβαιο πως οι επιδόσεις που θα κατέγραφε δεν θα συγκρίνονταν με κανενός θρύλου του αθλήματος, από τον Ρότζερ Φέντερερ μέχρι τη Σερένα Γουίλιαμς.

πηγή

Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου


Ο Μάης δεν είναι μόνο ο μήνας που σφραγίζει την Άνοιξη. Είναι επίσης μήνας μνήμης και τιμής για τους αγώνες όσων έδωσαν το αίμα τους και θυσιάστηκαν διεκδικώντας το οχτάωρο και ανθρώπινες συνθήκες εργασίας. Μιλάμε φυσικά για τους εργάτες του Σικάγο, το ματωμένο πουκάμισο των οποίων έγινε σύμβολο πάλης και θυσίας.

Η Εργατική Πρωτομαγιά γεννήθηκε στην Αμερική το 1886, με τη ματωμένη εξέγερση των εργατών του Σικάγου για 8 ώρες δουλιά, 8 ώρες ανάπαυση – μόρφωση, 8 ώρες ύπνο.

Δυο χρόνια μετά εκείνη την εξέγερση, το Διεθνές Συνέδριο του Λονδίνου έκανε δεκτή την πρόταση Βέλγου αντιπροσώπου για την πρώτη Κυριακή του Μάη ως μέρα Παγκόσμιας Εργατικής Εκδήλωσης για το 8ωρο. Η οριστική απόφαση για την καθιέρωση της Εργατικής Πρωτομαγιάς ως μέρας αγώνα και απεργίας την 1η Μάη, πάρθηκε στις 14 Ιούλη του 1889 στο 2ο Συνέδριο της Δεύτερης Διεθνούς.



Σικάγο 1886

Εκείνη τη μέρα, 1η Μαΐου του 1886, 400.000 άνθρωποι συμμετείχαν στις απεργίες που γίνονταν σε όλη την χώρα, και πάνω από 80.000 στο Σικάγο. Αυτό το Σάββατο του 1886, μια εργάσιμη μέρα, οι εργάτες, ξεκίνησαν με τις γυναίκες και τα παιδιά τους για να διαδηλώσουν ειρηνικά στο χώρο της συγκέντρωσης στην πλατεία Haymarket. Στη γύρω περιοχή, είχαν παραταχθεί αστυνομικές δυνάμεις αποτελούμενες από 1350 άτομα, οπλισμένα με οπλοπολυβόλα οι οποίοι περίμεναν το σύνθημα για να δράσουν.

Κι ενώ το πλήθος παρακολουθούσε τις ομιλίες, ο επικεφαλής της αστυνομικής δύναμης, διατάσσει να διαλυθεί η συγκέντρωση. Μια βόμβα έσκασε κοντά στους αστυνομικούς οι οποίοι άρχισαν να πυροβολούν και να χτυπούν τους συγκεντρωμένους χωρίς καμιά διάκριση. Είναι ακόμα άγνωστος ο αριθμός των θυμάτων αφού πολλοί τραυματισμένοι κατέληξαν τις επόμενες ημέρες, επίσημα μόνο οκτώ νεκροί αστυνομικοί και τέσσερις διαδηλωτές έχουν επαληθευτεί.



Η αστυνομία συλλαμβάνει εργατικά στελέχη και οκτώ παραπέμπονται σε δίκη. Οι 4 (Α. Σπάις, Α. Φίσερ, Τζ. Ενγκελ, Α. Πάρσον) καταδικάζονται σε απαγχονισμό και τους κρεμάνε στις 11 του Νοέμβρη του 1887. Ο Αύγουστος Σπάις στην απολογία του, μεταξύ άλλων, έλεγε στους κατηγόρους του: «Βαδίζετε κυριολεκτικά σε μια υπόγεια φωτιά. Μπορείτε να το αγνοείτε. Δε θα την αποφύγετε».

Η δίκη των συλληφθέντων ήταν μια σκέτη παρωδία. Δε δικάστηκαν οι πράξεις, αλλά οι ιδέες. Στις 9 Οκτώβρη 1886 ανακοινώθηκε η προαποφασισμένη ετυμηγορία. Για τους βασικούς κατηγορούμενους Σπάιτς, Φίσερ,΄Ενγκελ και ο Πάρσονς η απόφαση θάνατος δια απαγχονισμού.Η ποινή εξετελέσθη στις 11 Νοέμβρη του 1887. Για τους Φίλντεν και Σβαμπ ο κυβερνήτης μια μέρα πριν την εκτέλεση μετέτρεψε τη θανατική ποινή σε ισόβια κάθειρξη. Ενώ ο Λουί Λινγκ βρέθηκε νεκρός στο κελί του πριν οδηγηθεί στην αγχόνη…

Το ματωμένο πουκάμισο των εργατών του Σικάγου έγινε σύμβολο πάλης και θυσίας


Η πρώτη Πρωτομαγιά στην Ελλάδα και ο ματωμένος Μάης




Αθήνα 1893. Στις 2 του Μάη του 1893 οι οπαδοί του Στ. Καλλέργη, μέλη του Κεντρικού Σοσιαλιστικού Συλλόγου, γιόρτασαν για πρώτη φορά στην Ελλάδα την εργατική Πρωτομαγιά στο Παναθηναϊκό Στάδιο. Πήραν μέρος δύο χιλιάδες άτομα, ενέκριναν το ειδικό ψήφισμα με αιτήματα το 8ωρο, την κυριακάτικη αργία, τη σύνταξη.Επιδόθηκε στη Βουλή αλλά ο πρόεδρός της το παρουσίασε χλευαστικά στους βουλευτές. Ο Καλλέργης, εξοργισμένος, προσπάθησε να το διαβάσει απ’ το δημοσιογραφικό θεωρείο, όπου βρισκόταν. Αμέσως πιάστηκε και οδηγήθηκε στο αστυνομικό τμήμα. Κρατήθηκε και παραπέμφθηκε στο πλημμελειοδικείο, όπου καταδικάστηκε σε 10 μέρες φυλάκιση.


Μάης 1936, Θεσσαλονίκη




Οι καπνεργάτες της Θεσσαλονίκης, του Βόλου, της Ξάνθης, της Δράμας και της Καβάλας κατεβαίνουν σε απεργία ζητώντας την εφαρμογή της συλλογικής σύμβασης. Στην απεργία πήραν μέρος 40.000 καπνεργάτες. Τις επόμενες μέρες ακολουθούν συγκρούσεις. Στις 9 του Μάη οι χωροφύλακες αρχίζουν επιθέσεις στις συγκεντρώσεις των απεργών.Οι αυτοκινητιστές είχαν κατέβει σε απεργία αλληλεγγύης στην Εγνατία. Για να αμυνθούν στήνουν οδοφράγματα. Οι χωροφύλακες χτυπάνε «στο ψαχνό». Πρώτος νεκρός ο Τάσος Τούσης. Ακολουθούν άλλοι τέσσερις. Αντί για σημαίες υψώνονται μαντίλια βουτηγμένα στο αίμα. Οι διαδηλωτές φωνάζουν: «Κάτω οι δολοφόνοι, να φύγει η κυβέρνηση Μεταξά». Λίγο πιο πέρα οι χωροφύλακες πυροβολούν άοπλο πλήθος. «Απολογισμός»: 20 νεκροί, 300 τραυματίες. Το απόγευμα γίνεται νέα διαδήλωση, τη νύχτα η κυβέρνηση Μεταξά στέλνει στρατιωτικές δυνάμεις από τη Λάρισα και τέσσερα αντιτορπιλικά.

Την επόμενη μέρα η κηδεία των θυμάτων είναι πραγματικός παλλαϊκός ξεσηκωμός. Στο νεκροταφείο συγκεντρώνονται 150.000 άνθρωποι. Στις 11 του Μάη κηρύσσονται απεργίες διαμαρτυρίας σε πολλές πόλεις της χώρας και στις 13 του Μάη πανελλαδική απεργία. Οι καπνέμποροι υποχωρούν στις περισσότερες οικονομικές διεκδικήσεις. Η κυβέρνηση Μεταξά αρνείται να ικανοποιήσει τα πολιτικά αιτήματα. Ο Γιάννης Ρίτσος, συγκλονισμένος απ’ τα γεγονότα, γράφει τον «Επιτάφιο».
Η Μητέρα του Τάσου Τούση θρηνεί το νεκρό γιό της.


Γιάννης Ρίτσος – Επιτάφιος (απόσπασμα)

Γιέ μου, σπλάχνο τῶν σπλάχνων μου, καρδούλα τῆς καρδιᾶς μου,
πουλάκι τῆς φτωχιᾶς αὐλῆς, ἀνθὲ τῆς ἐρημιᾶς μου,

πῶς κλείσαν τὰ ματάκια σου καὶ δὲ θωρεῖς ποὺ κλαίω
καὶ δὲ σαλεύεις, δὲ γρικᾷς τὰ ποὺ πικρὰ σοῦ λέω;

Γιόκα μου, ἐσὺ ποὺ γιάτρευες κάθε παράπονό μου,
Ποὺ μάντευες τί πέρναγα κάτου ἀπ᾿ τὸ τσίνορό μου,

τώρα δὲ μὲ παρηγορᾶς καὶ δὲ μοῦ βγάζεις ἄχνα
καὶ δὲ μαντεύεις τὶς πληγὲς ποὺ τρῶνε μου τὰ σπλάχνα;

Πουλί μου, ἐσὺ ποὺ μοῦ ῾φερνες νεράκι στὴν παλάμη
πῶς δὲ θωρεῖς ποὺ δέρνουμαι καὶ τρέμω σὰν καλάμι;

Στὴ στράτα ἐδῶ καταμεσὶς τ᾿ ἄσπρα μαλλιά μου λύνω
καὶ σοῦ σκεπάζω τῆς μορφῆς τὸ μαραμένο κρίνο.

Φιλῶ τὸ παγωμένο σου χειλάκι ποὺ σωπαίνει
κι εἶναι σὰ νὰ μοῦ θύμωσε καὶ σφαλιγμένο μένει.

Δὲ μοῦ μιλεῖς κι ἡ δόλια ἐγὼ τὸν κόρφο δές, ἀνοίγω
καὶ στὰ βυζιὰ ποὺ βύζαξες τὰ νύχια, γιέ μου μπήγω.






Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου


Με ένα βίντεο για τα 5 χρόνια από την ίδρυσή της, η Πλεύση Ελευθερίας αναφέρεται στους ιδρυτικούς της στόχους και δεσμεύεται να συνεχίσει τη δράση της!

Στο βίντεο απεικονίζονται στιγμιότυπα από τα 5 χρόνια δράσης του Κόμματος-Κινήματος σε όλη την Ελλάδα και στο Εξωτερικό, από την Ιδρυτική Εκδήλωση στο Χυτήριο μέχρι τις πρόσφατες δωρεές της Πλεύσης Ελευθερίας στη μάχη κατά του Κορονοϊού


5 ΧΡΟΝΙΑ ΠΛΕΥΣΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ


19 Απριλίου 2016, Ιδρυτική Εκδήλωση της Πλεύσης Ελευθερίας στο Χυτήριο

5 Ιουλίου 2016, Κατάθεση της Ιδρυτικής Διακήρυξης της Πλεύσης Ελευθερίας στον Άρειο Πάγο

5 χρόνια αγωνιζόμαστε για Δημοκρατία, Δικαιοσύνη, Διαφάνεια, Δικαιώματα, Διαγραφή του παράνομου Χρέους, Διεκδίκηση των Γερμανικών Οφειλών

Συνεχίζουμε!



Μπόμπι Σαντς (1954 – 1981)

O Μπόμπι Σαντς (Bobby Sands) ήταν βορειοϊρλανδός εθνικιστής και ηγετικό στέλεχος του Ιρλανδικού Δημοκρατικού Στρατού (IRA), ενταγμένος στην αριστερή του πτέρυγα. Έγινε παγκοσμίως γνωστός το 1981, όταν ξεκίνησε απεργία πείνας στη φυλακή, διεκδικώντας το καθεστώς του πολιτικού κρατούμενου. Η άρνηση της τότε πρωθυπουργού της Μεγάλης Βρετανίας Μάργκαρετ Θάτσερ να ικανοποιήσει το αίτημά του, τον οδήγησε στο θάνατο στις 5 Μαΐου 1981.

Ο Ρόμπερτ Γκέραρντ «Μπόμπι» Σαντς γεννήθηκε στο Μπέλφαστ της Βόρειας Ιρλανδίας στις 9 Μαρτίου 1954. Ήταν το μεγαλύτερο από τα τέσσερα παιδιά του Τζον και της Ροζαλίν Σαντς, δύο πιστών Καθολικών. Από μικρό παιδί, ο Μπόμπι ζούσε και μεγάλωνε με τις έντονες διαμάχες μεταξύ των Καθολικών ή Δημοκρατικών (των Ιρλανδών που ζητούν την ενσωμάτωση της Βόρειας Ιρλανδίας στη Δημοκρατία της Ιρλανδίας ή Έιρε) και των Προτεσταντών ή Ενωτικών (των Ιρλανδών που παραμένουν πιστοί στο βρετανικό στέμμα).

Σε ηλικία 10 ετών αναγκάστηκε να μετακομίσει με την οικογένειά του σε άλλη γειτονιά του Μπέλφαστ, λόγω της κατατρομοκράτησής τους από τους Προτεστάντες. «Ήμουν ένα αγόρι της εργατικής τάξης από το εθνικιστικό γκέτο, αλλά είναι η καταστολή που μου δημιούργησε το επαναστατικό πνεύμα της ελευθερίας» είχε γράψει ο Σαντς για τα παιδικά του χρόνια. Σε ηλικία 18 ετών, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη δουλειά του ως μαθητευόμενος τεχνίτης αυτοκινήτων και να μετακινηθεί ξανά με την οικογένειά του σε άλλη γειτονιά.


Η συνεχιζόμενη καταπίεση των Καθολικών από τους Προτεστάντες ριζοσπαστικοποίησε τον Σαντς και τον ώθησε να ενταχθεί στον IRA το 1972. Οι δεσμοί του με την οργάνωση, που διεκδικούσε με δυναμικά μέσα την απόσπαση της Βόρειας Ιρλανδίας από τη Μεγάλη Βρετανία, δεν πέρασαν απαρατήρητοι από τις αρχές. Αργότερα, εκείνο το έτος, συνελήφθη για κατοχή πυροβόλων όπλων και καταδικάστηκε σε φυλάκιση τριών ετών.

Στη φυλακή συνάντησε κορυφαία στελέχη του IRA, όπως ο Τζέρι Άνταμς, τα οποία εκτίμησαν τις ικανότητές του, με αποτέλεσμα μετά την αποφυλάκισή του να ανέλθει τάχιστα στην ιεραρχία της οργάνωσης. Ανήκε στην αριστερή πτέρυγα του IRA και παρότρυνε τους συντρόφους του να υιοθετήσουν σοσιαλιστικές πολιτικές. Ο Σαντς ήταν θαυμαστής της πολιτικής δράσης και του συγγραφικού έργου των Τζορτζ Τζάκσον, Φραντς Φανόν, Τσε Γκεβάρα και του ιρλανδού σοσιαλιστή Τζέιμς Κόνολι. Κατά τη διάρκεια της προφυλάκισής του παντρεύτηκε τη φίλη του Τζέραλντι Νόουντ, με την οποία απέκτησε ένα γιο, τον Γκέραρντ Σαντς.

Με την απελευθέρωσή του, ο Σαντς επέστρεψε αμέσως στην πολιτική δράση και γρήγορα έγινε δημοφιλής στις τάξεις των Καθολικών. Στα τέλη του 1976, οι αρχές τον συνέλαβαν ξανά, αυτή τη φορά για μία βομβιστική ενέργεια σε μια μεγάλη εταιρεία επίπλων και την επακόλουθη ανταλλαγή πυρών μεταξύ των δραστών και της αστυνομίας. Αφού υποβλήθηκε σε απάνθρωπη ανάκριση και δικάστηκε με αμφισβητούμενα αποδεικτικά στοιχεία, καταδικάστηκε σε κάθειρξη 14 ετών, την οποία άρχισε να εκτίει στη φυλακή υψίστης ασφαλείας του Μέιζ, στα περίχωρα του Μπέλφαστ.

Από την πρώτη μέρα του εγκλεισμού του ανέπτυξε ακτιβιστική δράση, ζητώντας μεταρρυθμίσεις στο σωφρονιστικό σύστημα, με αποτέλεσμα συχνά να βρίσκεται σε κελί απομόνωσης. Ο βασικός ισχυρισμός του ήταν ότι αυτός και οι άλλοι συγκρατούμενοί του μέλη του IRA έπρεπε ν’ αντιμετωπίζονται ως πολιτικοί κρατούμενοι και αιχμάλωτοι πολέμου και όχι τρομοκράτες, όπως επέμενε η βρετανική κυβέρνηση.

Την 1η Μαρτίου 1981, ο Σαντς και άλλοι εννέα συγκρατούμενοί του αποφάσισαν να ξεκινήσουν απεργία πείνας μέχρι θανάτου. Εκτός από το βασικό τους επιχείρημα, ότι έπρεπε ν’ αντιμετωπίζονται ως πολιτικοί κρατούμενοι, τα υπόλοιπα αιτήματά τους κυμαίνονταν από το να επιτρέπεται στους κρατουμένους να φορούν τα δικά τους ρούχα μέχρι να δέχονται επισκέψεις και αλληλογραφία.

Οι αρχές απέρριψαν τα αιτήματά του και ο ίδιος ήταν αποφασισμένος να συνεχίσει την απεργία πείνας. Σταδιακά η υγεία του άρχισε να επιδεινώνεται και κατά τη διάρκεια των πρώτων 17 ημερών είχε χάσει 8 κιλά. Εν τω μεταξύ, ο Σαντς σε μία προσπάθεια ν’ αναδείξει τον αγώνα του, έθεσε υποψηφιότητα για τη βουλευτική έδρα της εκλογικής περιφέρειας Φέρμανα και Σάουθ Τάιροουν, που θα κρινόταν σε επαναληπτική εκλογή. Στις 9 Απριλίου εξελέγη βουλευτής του Βρετανικού Κοινοβουλίου, επικρατώντας του Προτεστάντη αντιπάλου του, προκαλώντας σοκ στη βρετανική κυβέρνηση και ακυρώνοντας πανηγυρικά το επιχείρημά της ότι ο IRA ήταν μία περιθωριακή τρομοκρατική οργάνωση και δεν τύγχανε λαϊκής υποστήριξης.

Παρά την εκλογή του, ο Σαντς συνέχισε την απεργία πείνας, καθώς η στάση της Θάτσερ δεν άλλαξε. Στις 3 Μαΐου έπεσε σε κώμα και στις 5 Μαΐου 1981 άφησε την τελευταία του πνοή στη φυλακή του Μέιζ. Ο Μπόμπι Σαντς ήταν 27 ετών και είχε αρνηθεί τροφή για 66 ημέρες. Τις τελευταίες εβδομάδες της ζωής του τις πέρασε σε μία κλίνη νερού για την προστασία του φθαρμένου και εύθραυστου σώματός του.

Ο θάνατος του Σαντς προκάλεσε κύματα αγανάκτησης σ’ όλο τον κόσμο. Οι ΗΠΑ εξέφρασαν «βαθιά λύπη», εφημερίδες σε όλο τον κόσμο καταδίκασαν την «αναισθησία» της Θάτσερ ν’ αφήσει ένα μέλος του κοινοβουλίου να πεθάνει και μεγάλες ταραχές ξέσπασαν στους δρόμους της Βόρειας Ιρλανδίας. Την πομπή της κηδείας του παρακολούθησαν περισσότερα από 100.000 άτομα.

Τους επόμενους μήνες, εννέα ακόμη κρατούμενοι, μέλη του IRA, πέθαναν σε απεργίες πείνας, που σταμάτησαν τελικά στις 3 Οκτωβρίου 1981. Τελικά, η βρετανική κυβέρνηση, υποκύπτοντας και στις διεθνείς πιέσεις, ικανοποίησε τα περισσότερα αιτήματα των φυλακισμένων στελεχών του IRA και πολλοί από αυτούς απελευθερώθηκαν βάσει της λεγόμενης «Συμφωνίας της Μεγάλης Παρασκευής» (10 Απριλίου 1998), που έθεσε τέλος στις μακροχρόνιες συγκρούσεις στη Βόρεια Ιρλανδία και είναι γνωστή στη βρετανική πολιτική ιστορία ως «Οι Ταραχές» («The Troubles»).

 Σχετικό

Οι τελευταίες μέρες του Μπόμπι Σαντς είναι το θέμα της κινηματογραφικής ταινίας του Στιβ ΜακΚουίν «Hunger», που πρωτοπροβλήθηκε το 2008 με πρωταγωνιστή τον Μάικλ Φασμπέντερ.




Πηγή



Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου


Είκοσι επτά χρόνια μετά τον θάνατό της, δεν την έχει ξεχάσει κανείς. Ηθοποιός, ακτιβίστρια, πολιτικός, μία από τις σημαντικότερες Ελληνίδες του 20ου αιώνα. Σαν σήμερα έφυγε η υπέροχη Μελίνα Μερκούρη.

"Η μεγαλύτερου μου έγνοια είναι ότι πεθαίνουνε όταν μας λησμονούν. Είναι κάτι που απεχθάνομαι... να μας λησμονούν". Η Μελίνα Μερκούρη είχε παραδεχθεί σε ανύποπτο χρόνο και με αφοπλιστική ειλικρίνεια ότι δεν θα ήθελε να την ξεχάσουν αφού πεθάνει.

27 χρόνια έχουν περάσει από την ημέρα που έφυγε, στις 6 Μαρτίου του 1994, και όμως δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην έχει ακούσει το όνομά της.

Η "Μελίνα" έτσι όπως την αποκαλούσε όλος ο πλανήτης, ήταν ηθοποιός, διεθνής σταρ του σινεμά, αγωνίστρια του αντιδικτατορικού αγώνα, υπουργός πολιτισμού, η θεμελιώτρια της ιδέας για την επιστροφή των Γλυπτών του Παρθενώνα. καρέ της Μελίνας Μερκούρη AP

Μα πάνω από όλα ήταν γυναίκα - σύμβουλο, μία Ελληνίδα με όλη τη σημασία της λέξης που σαγήνευσε τους ανθρώπους σε όλα τα μήκη και πλάτη της Γης.

Τη χαρακτήρισαν «τελευταία Ελληνίδα θεά» και «γυναίκα – φλόγα». Όλη της η ζωή ήταν γεμάτη όνειρα, ελπίδες, αγωνίες και αγώνες. Υπήρξε πολύμορφη προσωπικότητα, με μεγάλη ευαισθησία αλλά και εκρηκτικό ταμπεραμέντο. Όσοι την είχαν γνωρίσει θυμούνται τη λάμψη της και έχουν να διηγηθούν μια μοναδική ιστορία που να την αφορά.

Ήταν η Μελίνα όλων των Ελλήνων, αλλά και η Μελίνα των ξένων. Το 2020 μάλιστα ήταν το έτος της, καθώς συμπληρώθηκαν 100 χρόνια από τη γέννησή της.Η Μελίνα Μερκούρη με τον Άντονι Πέρκινς AP

Η Μαρία-Αμαλία (Μελίνα) Μερκούρη γεννήθηκε στις 18 Οκτωβρίου 1920 στην Αθήνα, από πολιτική οικογένεια. Ήταν κόρη του στρατιωτικού και πολιτικού Σταμάτη Μερκούρη (1895-1967), που διετέλεσε βουλευτής και υπουργός Δεξιών κομμάτων (Λαϊκό Κόμμα, Ελληνικός Συναγερμός), αλλά και βουλευτής της κομμουνιστογενούς ΕΔΑ. Παππούς της ήταν ο γιατρός και πολιτικός Σπύρος Μερκούρης (1856-1939), ο μακροβιότερος δήμαρχος Αθηναίων. Θείος της ήταν ο Γεώργιος Μερκούρης (1886-1943), επιφανής εκπρόσωπος του εθνικοσοσιαλισμού (ναζισμού) στην Ελλάδα, ο οποίος διετέλεσε διοικητής της Εθνικής Τράπεζας κατά την διάρκεια της Κατοχής.

Έπαιρνε χρήματα από τους πάμπλουτους άνδρες της και τα έδινε στην ΑντίστασηΗ Μελίνα Μερκούρη EUROKINISSI

Σύμφωνα με το SanSimera.gr, ατίθασο πλάσμα η νεαρή Μελίνα, παντρεύτηκε σε νεαρή ηλικία το κατά πολύ μεγαλύτερό της πλούσιο κτηματία Παναγή Χαροκόπο με τον οποίο χώρισε το 1962. Στην Κατοχή, συνδέθηκε ερωτικά με τον μαυραγορίτη και δωσίλογο Φειδία Γιαδικιάρογλου, μια σχέση για την οποία απολογήθηκε αρκετές φορές. Κατηγορήθηκε ότι ζούσε πλουσιοπάροχα, ενώ ο λαός λιμοκτονούσε. Η ίδια, θα παραδεχθεί ότι αντλούσε χρήματα από τους δύο πάμπλουτους άντρες της και τα διοχέτευε στην Αντίσταση, ενώ με τις γνωριμίες της βοηθούσε στην διάσωση αντιστασιακών. Τους ισχυρισμούς αυτούς επιβεβαίωσαν αρκετοί συνάδελφοί της από τον καλλιτεχνικό χώρο.

Όταν ξεκίνησε η καριέρα της ως ηθοποιός

Το 1943 αποφάσισε να ακολουθήσει καριέρα ηθοποιού και έγινε δεκτή στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου από την οποία αποφοίτησε το 1946. Το 1944 έκανε το ντεμπούτο της στη σκηνή με το έργο του Αλέξη Σολομού «Το μονοπάτι της λευτεριάς», που κατέβηκε γρήγορα λόγω των «Δεκεμβριανών». Τα επόμενα χρόνια συνεργάστηκε με το Εθνικό Θέατρο και τους θιάσους Κατερίνας και της Μαρίκας Κοτοπούλη. Η Μελίνα Μερκούρη μαζί με τον Ζυλ Ντασέν και τον Μάνο Χατζιδάκι AP

Ως πρωταγωνίστρια καθιερώθηκε το 1949 με το έργο του Τένεσι Γουίλιαμς «Λεωφορείον ο Πόθος», που ανέβηκε στο Θέατρο Τέχνης του Κάρολου Κουν και είχε το προνόμιο να γίνει η πρώτη ελληνίδα ηθοποιός που ερμήνευσε τον απαιτητικό ρόλο της Μπλανς Ντιμπουά. Στο Θέατρο Τέχνης παρέμεινε μέχρι το 1950 και τον επόμενο χρόνο εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, όπου διακρίθηκε ως ηθοποιός του βουλεβάρτου εγκαινιάζοντας συγχρόνως τη διεθνή σταδιοδρομία της. Το 1955 επανήλθε στην Ελλάδα και πρωταγωνίστησε σε έργα ρεπερτορίου, όπως «Μάκβεθ» του Σέξπιρ, «Κορυδαλλός του Ζαν Ανούιγ και «Λυσσασμένη Γάτα» του Τένεσι Γουίλιαμς.

Στον κινηματογράφο πρωτοεμφανίστηκε το 1955 με την θρυλική ταινία του Μιχάλη Κακογιάννη «Στέλλα». Η παρουσία της στις Κάννες γοήτευσε τον αμερικανό σκηνοθέτη Ζιλ Ντασέν και από τις ακτές της γαλλικής Ριβιέρας ξεκίνησε η καλλιτεχνική και προσωπική τους σχέση, η οποία ολοκληρώθηκε με γάμο το 1966. Με τον Ντασέν γύρισε τις ταινίες «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται (1957), από το ομώνυμο μυθιστόρημα του Νίκου Καζαντζάκη, «Ο νόμος» (1958), «Ποτέ την Κυριακή» (1960), «Φαίδρα» (1962) και «Τοπκαπί» (1964).Η Μελίνα Μερκούρη EUROKINISSI

Η ταινία που εκτόξευσε την φήμη της ήταν φυσικά το «Ποτέ την Κυριακή», που της χάρισε ένα βραβείο ερμηνείας στο Φεστιβάλ των Καννών και μια υποψηφιότητα για Όσκαρ τον επόμενο χρόνο. Η γεμάτη μπρίο ερμηνεία της στο τραγούδι του Μάνου Χατζιδάκι «Τα Παιδιά του Πειραιά», φανέρωσε μια άλλη πτυχή του ταλέντου της. Ο ίδιος ρόλος, της πόρνης 'Ιλια με την καλή καρδιά, της χάρισε το 1967 και μια υποψηφιότητα για το βραβείο Τόνι, στην θεατρική μεταφορά της ταινίας στο Μπρόντγουεϊ, με τίτλο «Ίλια Ντάρλινγκ».
Μετά την επιβολή της Δικτατορίας η Μελίνα αυτοεξορίστηκε

Μετά την επιβολή της Δικτατορίας των Συνταγματαρχών η Μελίνα Μερκούρη αυτοεξορίστηκε και με το ταλέντο και τη φήμη της πολέμησε σε ολόκληρο τον κόσμο το καθεστώς ενημερώνοντας τη διεθνή κοινή γνώμη για την πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα. Ιστορική έμεινε η δήλωση της: «Εγώ γεννήθηκα Ελληνίδα και θα πεθάνω Ελληνίδα, ο κ. Παττακός γεννήθηκε φασίστας και θα πεθάνει φασίστας».

Μετά την Μεταπολίτευση (1974) εγκαταστάθηκε οριστικά στην Ελλάδα και ασχολήθηκε κατά βάση με την πολιτική μέσα από τις τάξεις του ΠΑΣΟΚ. Εκλεγόταν συνεχώς βουλευτής από 1977 έως τον θάνατό της το 1994, από το 1977 έως το 1985 στην Β’ Πειραιώς και τα επόμενα χρόνια με το ψηφοδέλτιο Επικρατείας.
Όραμά της η επιστροφή των ΓλυπτώνΜελίνα Μερκούρη APE-MPE

Από το 1981 έως το 1989 και από το 1993 έως το 1994 διετέλεσε υπουργός Πολιτισμού και λάμπρυνε με την παρουσία της και τις πολιτικές της το συγκεκριμένο υπουργείο. Όραμά της ήταν η επιστροφή των Γλυπτών του Παρθενώνα από το Βρετανικό Μουσείο. Δημιούργησε τα Δημοτικά Περιφερειακά Θέατρα για να έρθει ο κάτοικος της επαρχίας σε επαφή με το θέατρο, ενώ δική της έμπνευση ήταν και η δημιουργία του θεσμού της «Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης».


Οι εμφανίσεις της στο θέατρο μετά το 1974 ήταν μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού: «Όπερα της Πεντάρας» του Μπέρτολτ Μπρεχτ σε σκηνοθεσία Ζιλ Ντασέν, «Μήδεια» του Ευριπίδη σε σκηνοθεσία Μίνωα Βολανάκη, «Συντροφιά με τον Μπρεχτ» (1978), «Γλυκό πουλί της νιότης» σε σκηνοθεσία Ζιλ Ντασέν (1980) και «Ορέστεια» του Αισχύλου σε σκηνοθεσία Κάρολου Κουν (1980). Το 1992 έκανε μια τελευταία, έκτακτη, εμφάνιση, όχι ζωντανή όμως αλλά βιντεοσκοπημένη, ως Κλυταιμνήστρα στην όπερα δωματίου «Πυλάδης» σε μουσική Γιώργου Κουρουπού και λιμπρέτο Γιώργου Χειμωνά, που παρουσιάστηκε στο Μέγαρο Μουσικής ΑθηνώνΗ Μελίνα Μερκούρη EUROKINISSI

Η Μελίνα Μερκούρη άφησε την τελευταία της πνοή στις 6 Μαρτίου 1994, σε νοσοκομείο της Νέας Υόρκης, όπου νοσηλευόταν με καρκίνο των πνευμόνων.


πηγή

Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου



Η Παγκόσμια Ημέρα Πολιτικής Άμυνας ή Προστασίας (World Civil Defence Day) καθιερώθηκε το 1990 με πρωτοβουλία του Διεθνούς Οργανισμού Πολιτικής Άμυνας (ICDO) και λαμβάνει χώρα κάθε χρόνο την 1η Μαρτίου, ημερομηνία κατά την οποία τέθηκε σε εφαρμογή το καταστατικό του ICDO το 1972.

Η Πολιτική Άμυνα ή Προστασία αποτελεί θεσμό με ιδιαίτερη σημασία στις μέρες μας, καθώς οι σύγχρονες κοινωνίες εκτίθενται ολοένα και περισσότερο σε κάθε είδους κινδύνους –φυσικούς και τεχνολογικούς – λόγω της κλιματικής αλλαγής, αλλά και της αστικής και βιομηχανικής ανάπτυξης. Δεν συνδέεται μόνο με την αντιμετώπιση μίας καταστροφής, αλλά εκτείνεται σε όλο το φάσμα της, καλύπτοντας πρώτιστα τον τομέα της πρόληψης, το σχεδιασμό, την ετοιμότητα, αλλά και τη διαχείριση των συνεπειών της. Στην πραγματικότητα, η Πολιτική Προστασία, στο σύγχρονο πολιτισμό μας, αποτελεί το θεσμό συνένωσης των δυνάμεων όλων των πολιτών έναντι φυσικών και ανθρωπογενών απειλών ή κινδύνων, που μπορούν να διαταράξουν σε καιρό ειρήνης την κοινωνική λειτουργία.

Σύμφωνα με την ICDO, η Παγκόσμια Ημέρα Πολιτικής Προστασίας έχει τρεις στόχους με αποδέκτη την παγκόσμια κοινότητα:
Να υπενθυμίζει τη ζωτική σπουδαιότητα της πολιτικής προστασίας για την κοινωνική λειτουργία.
Να ενημερώνει για την πρόληψη και τα μέτρα αυτοπροστασίας σε περίπτωση ατυχημάτων και καταστροφών.
Να αποδίδει τις οφειλόμενες τιμές στις προσπάθειες, τις θυσίες και τα κατορθώματα των εθνικών υπηρεσιών πολιτικής προστασίας, στους τομείς της πρόληψης και της αντιμετώπισης των καταστροφών.

Η Ελλάδα, όπως και οι περισσότερες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν είναι μέλος της Διεθνούς Οργανισμού Πολιτικής Άμυνας (ICDO).

Στον επιχειρησιακό πυρήνα του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Πολιτικής Προστασίας βρίσκεται το Κέντρο Παρακολούθησης και Πληροφόρησης (Monitoring and Information Centre – MIC), με έδρα τις Βρυξέλλες. Οποιαδήποτε χώρα – εντός ή εκτός της Ε.Ε – που έχει πληγεί από μία καταστροφή, μπορεί να ζητήσει τη βοήθεια του MIC επί 24ωρου βάσεως. Η συμβολή του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Πολιτικής Προστασίας υπήρξε σημαντική και στον  σεισμό στην Αϊτή, όπου με αίτημα της Ε.Ε ενεργοποιήθηκε το πρόγραμμα «Rapid Response Capability 7», στο οποίο μετέχουν οι εθνικές αρχές Πολιτικής Προστασίας επτά (7) κρατών μελών της Ε.Ε, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα.

Ωστόσο, οποιαδήποτε αναφορά στον θεσμό της Πολιτικής Προστασίας δεν θα πρέπει να παραγνωρίζει τη σημαντική συνεισφορά των εθελοντών, των ανθρώπων που, είτε στο πλαίσιο εθελοντικών οργανώσεων, είτε μεμονωμένα, την κρίσιμη στιγμή της καταστροφής προσφέρουν.



Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου


Η ταινία «Η πιο σκοτεινή ώρα» υποτίθεται ότι θα έριχνε φως στην (όχι και τόσο δεδομένη) απόφαση του Τσόρτσιλ να πολεμήσει τη ναζιστική Γερμανία. Πότε θα δούμε όμως τον Ουίνστον Τσόρτσιλ στον ρόλο του πραγματικού εγκληματία πολέμου, του οπαδού της ευγονικής και του λάτρη του Χίτλερ και του Μουσολίνι;


Δεν θα προσποιηθώ ότι αν έπρεπε να διαλέξω ανάμεσα στον κομμουνισμό και τον ναζισμό θα επέλεγα τον κομμουνισμό.
Ουίνστον Τσόρτσιλ, φθινόπωρο 1937


Οταν ο Ινδός πολιτικός (και παρά λίγο γενικός γραμματέας του ΟΗΕ) Σάσι Ταρούρ συνέκρινε πριν από μερικούς μήνες τον Ουίνστον Τσόρτσιλ με τον Αδόλφο Χίτλερ, λέγοντας ότι «έχουν την ίδια ποσότητα αίματος στα χέρια τους», αρκετοί τον κατηγόρησαν ότι ζητούσε λίγη δημοσιότητα για το βιβλίο Inglorious Empire σχετικά με τα εγκλήματα της Μεγάλης Βρετανίας στην Ινδία.

Ο Ταρούρ αναφερόταν μεταξύ άλλων στον λιμό της Βεγγάλης που προκλήθηκε από την πολιτική καμένης γης της Βρετανίας και στοίχισε τη ζωή 4,3 εκατομμυρίων ανθρώπων. Σύμφωνα με τον Ινδό πολιτικό, το 1943 ο Τσόρτσιλ έδωσε εντολή στις εφοδιοπομπές που έφταναν από την Αυστραλία να μην αφήσουν τρόφιμα στην Ινδία και να τα μεταφέρουν προληπτικά στην Ευρώπη για το ενδεχόμενο μιας μελλοντικής κατάληψης της Ελλάδας και της Γιουγκοσλαβίας.
Οι φωτογραφίες των σκελετωμένων πτωμάτων, που κάλυπταν τους δρόμους της Βεγγάλης και κατασπαράσσονταν από γύπες, θα έπρεπε να συνοδεύουν κάθε αναφορά στον Βρετανό «εθνάρχη» με τον ίδιο τρόπο που τα εγκαταλελειμμένα πτώματα στην Αθήνα της Κατοχής και οι σωροί θυμάτων του ολοκαυτώματος θα συνοδεύουν για πάντα την Ιστορία της Γερμανίας στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.

Ο Σάσι Ταρούρ δεν ήταν ούτε ο πρώτος ούτε ο τελευταίος που τολμούσε να συγκρίνει δημόσια τον Τσόρτσιλ με τον Χίτλερ – δυο ανθρώπους που θα μπορούσαν να είναι σύμμαχοι στην κατάκτηση του πλανήτη εάν τα γεωπολιτικά συμφέροντα των αστικών τάξεων που εκπροσωπούσαν δεν τους έφερναν σε αντίπαλα στρατόπεδα. Θυμάμαι τον συγγραφέα Ταρίκ Αλί, στα γυρίσματα του ντοκιμαντέρ ΦΑΣΙΣΜΟΣ Α.Ε να μας διαβάζει αποσπάσματα από τις διθυραμβικές κριτικές του Τσόρτσιλ για το βιβλίο ο «Αγών μου» του Χίτλερ αλλά και τον θαυμασμό του για τον Μουσολίνι.

«Αν η Βρετανία ηττούνταν σε έναν πόλεμο θα ευχόμουν να βρίσκαμε έναν Χίτλερ για να μας επαναφέρει στη θέση που μας αρμόζει στη διεθνή σκηνή» έγραφε ο Τσόρτσιλ. Μάλιστα το 1932, ο ίδιος επιχείρησε να συναντήσει δυο φορές το πολιτικό του ίνδαλμα στο ξενοδοχείο «Ρεγκίνα» του Μονάχου. Ο Χίτλερ όμως τον έστησε και στα δυο ραντεβού.

Κι όμως, ο Βρετανός πολιτικός θα είχε να διδάξει και να συμβουλεύσει τόσα πολλά τον Γερμανό γενοκτόνο. Θα μπορούσε να του μιλήσει για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και εξόντωσης που πρώτοι οι Βρετανοί δημιούργησαν στον δεύτερο πόλεμο των Μπόερ – και τα οποία ο ίδιος εξυμνούσε ως δημοσιογράφος στα κείμενα που έστελνε στην εφημερίδα Morning Post.

Θα μπορούσε επίσης να του μιλήσει για την ανάγκη εξόντωσης των πιο αδύναμων μελών μιας κοινωνίας, τα οποία μολύνουν με το γενετικό τους υλικό τα ανώτερα στρώματα. Η σημερινή Βρετανία προσπαθεί να ξεχάσει ότι ο Τσόρτσιλ ήταν φανατικός οπαδός της ευγονικής.

Το 1912 τον συναντάμε στο διεθνές συνέδριο ευγονικής, που διοργάνωνε στο Λονδίνο η Βρετανική Εταιρεία Ευγονικής, με θέμα την ανάγκη στείρωσης των «κοινωνικών σκουπιδιών» - των ανθρώπων δηλαδή που θεωρούνταν διανοητικά κατώτεροι από τα μέλη των ανώτερων βρετανικών τάξεων. «Η αναπαραγωγή των διανοητικά ασθενέστερων αποτελεί τρομακτικό κίνδυνο για τη φυλή μας» έγραφε ο Τσόρτσιλ στον τότε πρωθυπουργό της Βρετανίας καλώντας τον να αναλάβει άμεσα δράση, όπως πρόσταζε η «ηθική» της ευγονικής που κέρδιζε έδαφος στην Αγγλία και τις ΗΠΑ.

Η απέχθεια με την οποία αντιμετώπιζε ο Τσόρτσιλ τη ζωή όσων θεωρούσε φυλετικά, εθνικά και ταξικά κατώτερους ή όσους βρίσκονταν απέναντί του στις κρίσιμες πολιτικές και στρατιωτικές του μάχες, είναι παροιμιώδης. Αναφερόμενος στους Παλαιστίνιους και στην εθνοκάθαρση που επιχειρούσαν εναντίον τους οι πρώτοι Εβραίοι έποικοι με την έγκριση της Βρετανίας έλεγε ότι ένα σκυλί που ζει σε στάβλο δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι είναι ιδιοκτήτης του στάβλου.

Παρόμοιες εκφράσεις χρησιμοποιούσε και για τους Ινδιάνους, που σφαγιάστηκαν στις ΗΠΑ. Οσο για τους Ινδούς, που ο ίδιος οδήγησε στον λιμό με μια του υπογραφή, σημείωνε: «Μισώ τους Ινδούς. Είναι κτήνη με μια κτηνώδη θρησκεία. Οι ίδιοι προκάλεσαν τον λιμό αφού γεννοβολάνε σαν κουνέλια».

Αν προσθέσει κανείς και τη χρήση χημικών όπλων, που ο ίδιος διέταξε σε πειραματικό επίπεδο στη Μέση Ανατολή, την εισβολή στην Ελλάδα και την πυροδότηση του εμφυλίου πολέμου αλλά και δεκάδες ακόμη εγκλήματα πολέμου και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας θα αισθανθεί φρίκη για τους ηγέτες που εξακολουθούμε να αγιοποιούμε σαν προστάτες της ελευθερίας και της δημοκρατίας.

Ισως γιατί αυτό που μας μαθαίνουν να αποκαλούμε «δημοκρατία» και «ελευθερία» δημιουργήθηκε από ανθρώπους σαν τον Τσόρτσιλ.


Επισκεφθείτε
crimesofbritain.com
H καταγραφή των εγκλημάτων του Ηνωμένου Βασιλείου από την εποχή της βρετανικής αυτοκρατορίας μέχρι τις ημέρες μας σε ένα site που αναμένουμε σύντομα και σε βιβλίο.


Διαβάστε
Inglorious Empire
Ο Ινδός πολιτικός, Σάσι Ταρούρ, αποκαλύπτει πως η Βρετανία βύθισε την Ινδία και άλλες περιοχές του πλανήτη στην απόλυτη φτώχεια.

πηγή



Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου


«Α! Αι εκλογαί, αυτή είναι η μόνη επί εβδομήκοντα έτη ασχολία μας, αφότου ηλευθερώθημεν, αφότου δηλαδὴ μετηλλάξαμεν τυράννους, τους οποίους δια των εκλογών φανταζόμεθα, ότι αντικαθιστώμεν τάχα συχνότερον, όπως μη αποδειχθή ψευδές το δημώδες λόγιον – «Άλλαξε ο Μανολιός κι έβαλε τα ρούχ’ αλλοιώς».

Έζησε 60 χρόνια. Σαν σήμερα πριν από 110 χρόνια πέθανε «η κορυφή των κορυφών» κατά τον Κ. Π. Καβάφη, ο γνωστός και ως «ο άγιος των ελληνικών γραμμάτων», ίσως ο σημαντικότερος Έλληνας λογοτέχνης, ο ασκητικός και λιτός ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ.
Με το παρακάτω σύντομο αυτοβιογραφικό σημείωμα, ο ίδιος εξιστορεί την ζωή του:

Ἐγεννήθην ἐν Σκιάθῳ, τῇ 4 Μαρτίου 1851. Ἐβγήκα ἀπὸ τὸ Ἑλληνικὸν Σχολεῖον εἰς τὰ 1863, ἀλλὰ μόνον τῷ 1867 ἐστάλην εἰς τὸ Γυμνάσιον Χαλκίδος, ὅπου ἤκουσα τὴν Α΄ καὶ Β΄ τάξιν. Τὴν Γ΄ ἐμαθήτευσα εἰς Πειραιᾶ, εἴτα διέκοψα τὰς σπουδάς μου καὶ ἔμεινα εἰς τὴν πατρίδα. Κατὰ Ἰούλιον τοῦ 1872 ὑπῆγα εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος χάριν προσκυνήσεως, ὅπου ἔμεινα ὀλίγους μῆνας. Τῷ 1873 ἦλθα εἰς Ἀθήνας καὶ ἐφοίτησα εἰς τὴν Δ΄ τοῦ Βαρβακείου. Τῷ 1874 ἐνεγράφην εἰς τὴν Φιλοσοφικὴν Σχολήν, ὅπου ἤκουα κατ' ἐκλογὴν ὀλίγα μαθήματα φιλολογικά, κατ' ἰδίαν δὲ ἠσχολούμην εἰς τὰς ξένας γλώσσας. Μικρὸς ἐζωγράφιζα Ἁγίους, εἶτα ἔγραφα στίχους, καὶ ἐδοκίμαζα νὰ συντάξω κωμῳδίας. Τῷ 1868 ἐπεχείρησα νὰ γράψω μυθιστόρημα. Τῷ 1879 ἐδημοσιεύθη Ἡ Μετανάστις ἔργον μου εἰς τὸ περιοδικὸν Σωτῆρα. Τῷ 1882 ἐδημοσιεύθη Οἱ ἔμποροι τῶν Ἐθνῶν εἰς τὸ Μὴ χάνεσαι. Ἀργότερα ἔγραψα περὶ τὰ ἑκατὸν διηγήματα, δημοσιευθέντα εἰς διάφορα περιοδικὰ καὶ ἐφημερίδας.




Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης γεννήθηκε στα 1851 στη Σκίαθο· ήταν το τρίτο από τα έξι παιδιά (τα τέσσερα κόρες) του ιερέα Αδαμαντίου Εμμανουήλ και της Γκιουλώς Μωραΐτη. Μονότροπος και αισθητής και απείθαρχος από παιδί περιπλανήθηκε από σχολείο σε σχολείο και τελικά αποφοίτησε στα 1874 από το Βαρβάκειο. Για μερικούς μήνες διέμεινε με τον εξάδελφό του, τον Τίμο Μωραϊτίδη, στο Άγιον Όρος και ύστερα γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, αλλά απαξίωσε να ολοκληρώσει τις σπουδές του. Από το 1887 εγκαταστάθηκε μονίμως στην Αθήνα. Κατά αραιά χρονικά διαστήματα επισκεπτόταν την ιδιαιτέρα του πατρίδα, όπου και πέθανε από πνευμονία το 1911.

M.Z. Κοπιδάκης, «Εν λόγω ελληνικώ…», Ίκαρος Εκδοτική Εταιρία, Αθήνα 2003, 229.



Ο Παπαδιαμάντης ζει στην Αθήνα τη μεταβατική εποχή των πολιτικών και κοινωνικών αλλαγών και της ανάπτυξης του Τύπου, οι οποίες ανέδειξαν έναν νέο τύπο λογίου (όχι τον αριστοκράτη, μεγαλοαστό, θεσμικό παράγοντα που περιστασιακά ασχολείται με τη λογοτεχνία, τύπου Ραγκαβή, Καλλιγά και Βλάχου, ούτε τον λογοτέχνη που εξαρτάται από τον πάτρωνα, όπως ο Αχιλλεύς Παράσχος ή ο Βιζυηνός), και ανανέωσαν τη σχέση των λογοτεχνών με το κοινό. Η σχέση μεταξύ καθημερινής εφημερίδας και λογοτεχνίας, η οποία ενθάρρυνε την παραγωγή έργων με ημι-βιομηχανικές μεθόδους (επιφυλλιδογραφικό μυθιστόρημα) ή την καλλιέργεια λογοτεχνικών ειδών, όπως το διήγημα και το χρονογράφημα, συμπίπτει με την επέκταση του αναγνωστικού κοινού που προέκυψε από την επέκταση της εκπαίδευσης. Ο λογοτέχνης απελευθερώνεται από την εξουσία του πάτρωνα, αλλά ειρωνικά υποτάσσεται στους νόμους της αγοράς.
[…]
Ο Παπαδιαμάντης ξεκινά τη σταδιοδρομία του ως συγγραφέας, μπαίνοντας καθυστερημένα στον χώρο του (επιφυλλιδογραφικού) μυθιστορήματος, και αργότερα εξίσου καθυστερημένα στο χώρο του διηγήματος σε εφημερίδες και περιοδικά. Θεωρητικά θεραπεύει είδη και τρόπους που ανήκουν στην ονομαζόμενη λογοτεχνία της ευρείαςκατανάλωσης, με την έννοια ότι δεν ακολούθησε τους κανόνες, τις ενδεδειγμένες συνταγές ή τη γλώσσα των συγκεκριμένων ειδών. Ποτέ του δεν χρησιμοποίησε τη θητεία του στη μετάφραση και τη δημοσιογραφία για την προώθηση του έργου του, ούτε διέθετε την επιχειρηματικότητα και τη συστηματικότητα του επαγγελματία συγγραφέα (nulla dies sine linea, το δόγμα του Ζολά), και αποτιμούσε και την πρωτότυπη και τη μεταφραστική του εργασία χαμηλότερα από όσο του προσέφεραν οι εργοδότες του.

Δεν επέλεξε, εξάλλου, ποτέ τον ρόλο του συγγραφέα των θεσμών και των διακρίσεων. Δεν μετείχε σε διαγωνισμούς, δεν ζήτησε την προστασία παλαιοτέρων συναδέλφων του, δεν αφιέρωσε σε κανέναν μυθιστόρημα ή διήγημά του, προσπάθησε, αλλά μάλλον δεν είχε τον χρόνο και την ικανότητα, να εκδώσει βιβλίο, δεν διεκδίκησε βραβεία (παρασημοφορήθηκε σε μια ομαδική απονομή την προηγουμένη του θανάτου του), και δεν μετήλθε στρατηγικές για να κατασκευάσει το λογοτεχνικό του status. […]



Γ. Φαρίνου-Μαλαματάρη, «Ο Παπαδιαμάντης στην εποχή του. Φυλλομετρώντας τα τεκμήρια αλλιώς». Το σχοίνισμα της γραφής. Παπαδιαντ(ολογ)ικές μελέτες, Gutenberg, Αθήνα 2014, 295 & 297.


Ο Παπαδιαμάντης ξεκίνησε τη συγγραφική του πορεία με περιπετειώδη ιστορικά μυθιστορήματα, αλλά εγκαίρως στράφηκε προς το «ρεαλιστικόν» διήγημα, όπου και διέπρεψε. Η στροφή αυτή οφείλεται στην ευτυχή συγκυρία περιρρέουσας ατμόσφαιρας και εσωτερικής παρόρμησης. Η προκήρυξη από την Εστία στα 1883 του διαγωνισμού για το «ελληνικόν διήγημα» που θα έτερπε, θα δίδασκε και θα εξήγειρε το αίσθημα της προς τα πάτρια αγάπης, […] ενεθάρρυνε τους νέους διηγηματογράφους να ασχοληθούν με θέματα από τον λαϊκό βίο και πολιτισμό. Ο αποφασιστικός ωστόσο παράγοντας για τη στροφή στάθηκε η ανάγκη του συγγραφέα, που ένιωθε εγκλωβισμένος μέσα στην αποπνικτική αστική ζωή της Αθήνας, να ξαναβρεί τον παράδεισο των παιδικών του χρόνων, να αναζητήσει μέσα από λυρικές αναδρομές τον χαμένο χρόνο της αθωότητας.

M.Z. Κοπιδάκης, «Εν λόγω ελληνικώ…», Ίκαρος Εκδοτική Εταιρία, Αθήνα 2003, 230.



Ο Παπαδιαμάντης είναι ένας συγγραφέας που διαμένει επί μεγάλα διαστήματα στην Αθήνα χωρίς να γίνεται αστός. Για να κερδίσει, πάντως, τη ζωή του ασχολείται κατά την περίοδο 1887-1910 με τη μετάφραση και το διήγημα, τα οποία δημοσιεύονται σε εφημερίδες και περιοδικά. Γράφει για ένα αστικό, ως επί το πλείστον, αναγνωστικό κοινό, το οποίο όμως, κατά τεκμήριο, δεν έχει χάσει ολοκληρωτικά τον δεσμό του με την επαρχία. Περιγράφει τη μικρή κοινωνία του νησιού του, όπως την θυμάται στην πόλη, και τις περισσότερες φορές ανεπαισθήτως φέρνει σε αντιπαραβολή τον απλό αγροτικό κόσμο του κειμένου με τον αστικό και «εξευρωπαϊσμένο» κόσμο του αναγνώστη. Ο αστός αναγνώστης προσλαμβάνει την αντίθεση αυτή και όλες τις άλλες που απορρέουν απ’ αυτήν (παρελθόν vs παρόν / απλότητα vs περιπλοκότητα), συγκρίνει το παρελθόν με το παρόν του και ενδεχομένως ασκεί κριτική στο δικό του παρόν. Η απλή κοινωνία της Σκιάθου «ερμηνεύεται» από την προοπτική της Αθήνας. Το περιεχόμενο του διηγήματος είναι ρεαλιστικό, η προοπτική παρουσίασής του ειδυλλιακή. Το ειδυλλιακό, δηλαδή, είναι λιγότερο θέμα περιεχομένου και περισσότερο θέμα προοπτικής από την οποία παρουσιάζεται και κατ’ επέκταση σημασιοδοτείται το περιεχόμενο αυτό.


[…]

[…] ένας συγγραφέας ο οποίος από την πρωτεύουσα που εξευρωπαΐζεται και εκμοντερνίζεται εστιάζει τη ματιά του σε μια συγκεκριμένη περιοχή, τοπικά (εγγύς αγροτοποιμενικό παρελθόν της Σκιάθου) και αργότερα και χρονικά περιορισμένη (παιδική ηλικία), προκειμένου να αναδημιουργήσει έναν «μικρόκοσμο», μέσω του οποίου συλλαμβάνει ό,τι θεωρείται κάθε φορά γι’ αυτόν πρόσφατη εκδοχή του Παραδείσου ή της Χρυσής Εποχής. Με αυτόν τον τρόπο, το παπαδιαμαντικό κείμενο γίνεται ένα ταξίδι μέσω της μνήμης για την ανα-από-κάλυψη της χαμένης ενότητας του ανθρώπινου προσώπου και του φυσικού κόσμου.


Γ. Φαρίνου-Μαλαματάρη, «Η ειδυλλιακή διάσταση της διηγηματογραφίας του Παπαδιαμάντη. Μερικές παρατηρήσεις και προτάσεις». Το σχοίνισμα της γραφής. Παπαδιαντ(ολογ)ικές μελέτες, Gutenberg, Αθήνα 2014, 26 & 50.


Από την πληθωρική παραγωγή του Παπαδιαμάντη πρέπει να αποκλείσουμε πολλά διηγήματα που μόλις φτάνουν ή ξεπερνούν το μέτριο. Πριν από το 1900 ξεχωρίζουν «Η νοσταλγός», το «Ολόγυρα στη λίμνη» (με έναν υποβλητικό, ποιητικό τόνο), το εκτεταμένο και πλατύ αφήγημα «Βαρδιάνος στα σπόρκα» (σαν ένας πολυπρόσωπος πίνακας, όπου όμως κυριαρχεί το κεντρικό πρόσωπο της μητέρας και η μητρική στοργή), ο «Έρωτας στα χιόνια» με τη λυρική του μελαγχολία. Μετά το 1900 ο λυρικός τόνος κυριαρχεί περισσότερο: εδώ ανήκουν, το πολυδιαβασμένο «Όνειρο στο κύμα», ο «Ρεμβασμός του Δεκαπενταύγουστου» και το εκτενέστερο, σαν λυρική εξομολόγηση, «Ρόδινα ακρογιάλια». Αλλά το έργο της τελευταίας δεκαετίας, αν όχι το πιο αντιπροσωπευτικό, πάντως το πιο δυνατό του Παπαδιαμάντη είναι Η Φόνισσα (1903). Κεντρική μορφή στο μεγάλο αυτό αφήγημα είναι η Φραγκογιαννού (η φόνισσα)· εξήντα χρονών πια, καθώς αναλογίζεται τα περασμένα της, διαπιστώνει πως η γυναίκα είναι πάντα σκλάβα: των γονιών της, ανύπαντρη, του άντρα της, παντρεμένη, ύστερα των παιδιών και στο τέλος των παιδιών των παιδιών της. Έτσι συλλαμβάνει την ιδέα να σκοτώνει τα μικρά κορίτσια, για να τα σώσει από τα βάσανα. Και με την έμμονη αυτή ιδέα, θα διαπράξει μια σειρά από φόνους, και κυνηγημένη από την αστυνομία θα πνιγεί την ώρα που ζητά καταφύγιο σε μια εκκλησιά κοντά στη θάλασσα, «εις τον λαιμόν τον ενώνοντα τον βράχον του ερημητηρίου με την ξηράν, εις το ήμισυ του δρόμου μεταξύ της θείας και της ανθρωπίνης δικαιοσύνης». Η Φόνισσα είναι ένα δυνατό έργο ψυχογραφικό· η γυναίκα αυτή με την αβυσσαλέα ψυχολογία, που τοποθετείται έξω από την ανθρώπινη κοινωνία, είναι ένα πρόσωπο αινιγματικό και ολότελα ξένο από τους αφελείς (πονηρούς πολλές φορές, αλλά καλόκαρδους πάντα) νησιώτες που γεμίζουν τα άλλα του διηγήματα. Η ψυχολογική περιγραφή δίνεται με τελείως διαφορετική αδρότητα· και η σύνθεση είναι επίσης πυκνή και η λογοτεχνική εκτέλεση περισσότερο προσεγμένη.

Λίνος Πολίτης, Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1998 (9η έκδ.), 205-206.



Σύμφυτη με την πεποικιλμένη θεματολογία και με τη γενικότερη θεώρηση των πραγμάτων είναι και η γλώσσα. Η καθαρεύουσα εμφανίζεται σε διάφορες μορφές (πάντοτε όμως αβρά και χαρίεσσα) στο λόγο του αφηγητή και των προσώπων που έχουν κάποια μόρφωση. Στις περιγραφές τοπίων και ψυχών αυτή η απλή καθαρεύουσα συνοφρυούται σε αυστηρή αρχαΐζουσα. Η δημοτική χρησιμοποιείται στους περισσότερους τίτλους των διηγημάτων […], στην εσωτερική αφήγηση, σε διαλόγους και ενίοτε στον λόγο του κύριου αφηγητή. Σε ένα τρίτο επίπεδο συνωθούνται διάλεκτοι (ιδίως το σκιαθίτικο ιδίωμα) και ιδιόλεκτα.

Ό,τι θαυμάζουν οι μεν στον Παπαδιαμάντη, οι άλλοι το κατακρίνουν. Ορισμένοι κριτικοί τού προσάπτουν αδυναμίες καλλιτεχνικής φύσης: στοιχειώδης πλοκή, έλλειψη σχεδίου, παρεμβολές στη ροή της αφήγησης, σχοινοτενείς επίπεδες περιγραφές, αναιμικοί επαναλαμβανόμενοι και τυποποιημένοι χαρακτήρες, προχειρογραφία. Άλλοι πάλι (ή και οι ίδιοι) ψέγουν τον συγγραφέα για παρακμιακό βυζαντινισμό, για οπισθοδρομική νοοτροπία, για μοιρολατρία, για στρουθοκαμηλισμό αναφορικά με τα ουσιώδη προβλήματα που ταλάνιζαν την εποχή του, για θρησκοληψία, για τον πεσιμιστικό του νατουραλισμό που ενίοτε φτάνει στα άκρα (Η φόνισσα). […]


Mιχάλης Z. Κοπιδάκης, «Εν λόγω ελληνικώ…», Ίκαρος, Αθήνα 2003, 231-232.






Άμα διαβάσει κανείς ένα διήγημα του Παπαδιαμάντη, θέλγεται και από το υλικό και από το παρουσίασμα· άμα διαβάσει δύο, η εντύπωση ελαττώνεται· άμα διαβάσει κανείς πολλά, η αγαθή εντύπωση σβήνει, όχι μόνο εξαιτίας της μονότροπης τεχνικής, αλλά γιατί ξαναβρίσκει συχνά τα ίδια θέματα και τα ίδια μοτίβα: ούτε εξέλιξη, ούτε καν ανανέωση. Ένας κόσμος κλειστός, ευχάριστος στην πρώτη επαφή και αποπνικτικός στην διάρκειά του. […] Ύφος, έκφραση, γλώσσα σχεδόν τυχαία· καμιά επίτευξη στην κατεύθυνση αυτή. Η παρεμβολή του αφηγητή γίνεται βαριά και αδέξια: ψυχρά λογοπαίγνια, αναφορές σε περιστατικά που πρόκειται να ακολουθήσουν, πρωθύστερα, παρενθέσεις, αποσιωπητικά, επιφωνήματα, όλες οι ουλές όσες αφήνει στον λόγο η προχειρογραφία, ξαναβρίσκονται αδιάκοπα στο έργο του. […]

[…] Ο Παπαδιαμάντης διαβάζεται εύκολα από ανθρώπους που δεν έχουν συνηθίσει στην καλή ποιότητα και δεν απαιτεί κανενός είδους προπαρασκευή· η γενιά, που τιμούσε τον Σουρή για μεγάλο ποιητή, επόμενο είταν να τιμήσει για μεγάλο πεζογράφο τον Παπαδιαμάντη: το νόημα της τέχνης υπάρχει μόνο στην άλλη παράταξη, που μοχθεί για να δημιουργήσει, που παλεύει ανεβαίνοντας αργά ανάμεσα στην αδιαφορία του κοινού και στην αποδοκιμασία των λογίων όσοι νομίζουν πως κρατούν την παράδοση. […]


Κ.Θ. Δημαράς, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Από τις πρώτες ρίζες ως την εποχή μας, Εκδόσεις «Γνώση», Αθήνα 2000 (9η έκδ.), 501-502.


Τι απομένει λοιπόν από το έργο τούτο σήμερα; Ασφαλώς, η εποχή του άκριτου θαυμασμού και του λαϊκισμού, των γλωσσικών φανατισμών και των μεταφυσικών δογματισμών, των μεγάλων ναι και των μεγάλων όχι, μοιάζει κιόλας αρκετά μακρινή και, οπωσδήποτε, δεν είναι πια η δική μας. Σιγά-σιγά, με τα χρόνια και με τη συμβολή μιας απαιτητικότερης κριτικής, ο συγγραφέας μας έχασε την πρώτη λάμψη του θρύλου του και αντιμετωπίστηκε με πιο νηφάλιο τρόπο. Σήμερα ξέρουμε πως το έργο του δεν διαθέτει όλες εκείνες τις εγγυήσεις που εξασφαλίζουν ένα απρόσκοπτο ταξίδι μέσα στο χρόνο: ούτε η προχειρογραφία, ούτε η στατικότητα, ούτε η αφέλεια αποτελούν αξίες ικανές να προστατέψουν από τις φουρτούνες, αν όχι από το ναυάγιο. Ο διασαλπισμένος ρεαλισμός του Παπαδιαμάντη, άκριτος και χωρίς δυναμικές προεκτάσεις, δεν είναι στην ουσία του, παρά ένας ηθογραφικός νατουραλισμός, συνδεδεμένος με το πνεύμα και με το γράμμα μιας ορισμένης εποχής.[…] Η σκέψη του συγγραφέα μας, γεμάτη κοινούς τόπους, ελάχιστα μαρτυρεί τον άνθρωπο που χρησιμοποιεί το δικό του μυαλό· τα ψυχρά του λογοπαίγνια δεν προδίδουν μια ιδιαίτερη αίσθηση του χιούμορ· η δημοσιογραφική του γραφή μεταβάλλει τα περισσότερα διηγήματά του σε ανολοκλήρωτα ρεπορτάζ, σταματημένα σχεδόν αυθαίρετα ή συνεχιζόμενα δίχως λόγο.

Κι όμως, παρόλα τα ολοφάνερα ελαττώματά του, το έργο του Παπαδιαμάντη δεν παύει ν’ ασκεί επάνω μας μιαν ιδιότυπη γοητεία. Πολλές φορές, κάτι από το ρίγος που μας δίνουν οι μεγάλοι ποιητές αναδύεται πίσω από τη νοσταλγία του και την ακαταμέτρητη, αρχαϊκή του θλίψη. […] Γιατί εδώ, σ’ αυτήν την ποιητική και λυρική διάσταση, τη διαποτισμένη με πολλή βυζαντινή υμνογραφία και με ακόμη περισσότερο ανθρώπινο πόνο, μπορούμε, θαρρώ, ν’ αναζητήσουμε το μυστικό της γοητείας του Παπαδιαμάντη, ή, με άλλα λόγια, την ειδοποιό διαφορά του από μιαν ηθογραφία τύπου Δροσίνη και Χρήστου Χρηστοβασίλη. Αν υπάρχει ένα μέρος του παπαδιαμαντικού έργου που ν’ αποτελεί πραγματικά ένα ποιοτικό άλμα —ας πούμε: καμιά εικοσαριά διηγήματα, εκτός από τη Φόνισσα— είναι ακριβώς το μέρος αυτό που φορτίζεται, περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο, με το ποιητικό δυναμικό του δημιουργού του. Δεν είναι αποτέλεσμα εξέλιξης ή ωρίμανσης (οι λέξεις αυτές δεν έχουν θέση στον κόσμο του Παπαδιαμάντη). Είναι αποτέλεσμα ψυχικών εντάσεων κι ευνοϊκών στιγμών. […] Είναι οι στιγμές όπου το αυτοβιογραφικό στοιχείο εισβάλλει με όλη την αμεσότητά του και η ποιητική ένταση ταυτίζει την ποιότητα με τη μαρτυρία.


Παναγιώτης Μουλλάς, «Εισαγωγή». Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Αυτοβιογραφούμενος, Ερμής, Αθήνα 1974, σ.ξγ΄- ξδ΄.


Πού όμως ακριβώς θα μπορούσε να τοποθετηθεί και επομένως να αναζητηθεί η ποιητικότητα του έργου του Παπαδιαμάντη […];

[…] Μπορούμε […] γενικά να πούμε ότι η ποιητικότητα του παπαδιαμαντικού έργου εντοπίζεται στον μη αναπαραστατικό χαρακτήρα του, στην άρνηση δηλαδή του Παπαδιαμάντη να δει τον κόσμο με το μάτι του απλού θεατή και του κοινού παρατηρητή και να τον περιγράψει σύμφωνα με την κοινή εμπειρία, τις ταξινομήσεις και τις κατηγοριοποιήσεις που μας προσφέρει και τελικά επιβάλλει η κοινή εμπειρία. Η ποιητικότητα του Παπαδιαμάντη συνίσταται σ’ αυτόν τον διαφορετικό τρόπο με τον οποίο θεάται τον κόσμο, τρόπο που κάνει ώστε στο έργο του «τα πάντα συμβαίνουν σα να επρόκειτο η πραγματικότητα να αναδυθεί ως νέα κατηγορία», για να θυμηθούμε για την περίπτωση τα λόγια του Παστερνάκ. Γιατί παράλληλα με τον υπαρκτό κόσμο της Σκιάθου, ποιος είναι αυτός ο «άλλος» κόσμος που μας παρουσιάζει και ο Παπαδιαμάντης και στον οποίο συμβαίνουν πολλά που αντιβαίνουν στην κοινή λογική και στην κοινή εμπειρία; Σ’ αυτή τη νέα κατηγορία πραγμάτων προσπαθεί επομένως να δώσει ένα όνομα.

Αν μάλιστα είμαστε πιο προσεχτικοί θα αντιληφθούμε ότι ο «διασαλπισμένος ρεαλισμός του», οι διαβεβαιώσεις του ότι απλώς καταγράφει πιστά και τίποτα δεν επινοεί, αυτήν την άλλη πραγματικότητα υπερασπίζονται, την απίθανη, και δεν αποτελούν κατά κανένα τρόπο ομολογία ότι συμμορφώνεται με τις αρχές, τις ανάγκες, τις απαιτήσεις και τις υποδείξεις της σύγχρονής του ρεαλιστικής πεζογραφίας. Οι φανερές διαβεβαιώσεις για ρεαλισμό στην πραγματικότητα υπονομεύουν τον αναπαραστατικό χαρακτήρα του έργου του και λειτουργούν τελικά ως κριτική της ρεαλιστικής γραφής. Όπως ακριβώς το ίδιο κάνει και με τις τολμηρές παρεμβάσεις του συγγραφέα στο Έρως-Ήρως και στη Νοσταλγό, που κι αυτές μπορούν να θεωρηθούν ως δείγματα απελευθέρωσης της συγγραφικής πράξης από τις δεσμεύσεις που επιβάλλει η δημιουργία ενός αποδεκτού με τα τρέχοντα ειδολογικά κριτήρια πεζογραφήματος. […]


Ελένη Πολίτου-Μαρμαρινού, «Η ποιητικότητα του παπαδιαμαντικού έργου», περ. Διαβάζω, τχ. 165 (8 Απρ. 1987) 53-54.




[…] τα διηγήματα του Παπαδιαμάντη παρουσιάζουν έντονα τα κυριότερα χαρακτηριστικά του ευρωπαϊκού ρομαντισμού, καίτοι συνήθως θεωρείται ο ίδιος ηθογράφος-ρεαλιστής. […]

[…] δύο θέματα […] παρουσιάζονται συχνά στα διηγήματα του Παπαδιαμάντη, τα οποία είναι θεμελιώδη και στο πεζογραφικό και ποιητικό έργο της ευρωπαϊκής ρομαντικής εποχής […]. Τα θέματα αυτά είναι πρώτον ο προέχων ρόλος της φύσης και δεύτερον ο ανέφικτος έρωτας. […]

Αυτή η παρατήρηση μας φέρνει σε άλλο σημαντικό χαρακτηριστικό που συνδέει τον Παπαδιαμάντη με τους Ευρωπαίους ρομαντικούς: τον τρόπο που παρουσιάζει τον έρωτα. Αυτό που διακρίνει το μεγάλο μέρος των ερωτικών ιστοριών της ρομαντικής εποχής από τις παλαιότερες είναι πρώτα η λεπτομερής περιγραφή της αγωνίας και της εσωτερικής διαταραχής του ερωτευμένου και, δεύτερον, η συχνή παρουσίαση του έρωτα ως ανέφικτου ή ανεκπλήρωτου. Ο κατάλογος των ηρώων και ηρωίδων που δυστυχούν στην ερωτική τους ζωή είναι όπως ξέρουμε πολύ μακρύς στη ρομαντική λογοτεχνία. Στον Παπαδιαμάντη πάνω από δέκα διηγήματα ασχολούνται με το θέμα του ανέφικτου έρωτα. […] Στον «Έρωτα-Ήρωα» την αγαπημένη την παντρεύουν με άλλο, στην «Νοσταλγό» η αγαπημένη είναι κιόλας παντρεμένη, στο «Ολόγυρα στη Λίμνη» ο ήρωας είναι πολύ μικρός (μικρότερος και από το βοσκόπουλο στο «Όνειρο στο Κύμα»), στον «Έρωτα στα Χιόνια» η προχωρημένη ηλικία του ήρωα και οι περιστάσεις της ζωής του γίνονται ανυπέρβλητα εμπόδια. Στο «Για την Περηφάνια» και η κοπέλα και η μητέρα της δεν θέλουν το συνοικέσιο. Τον Σημαδιακό στο ομώνυμο διήγημα τον περιπαίζει η εμπνεύστρια της αγάπης του, και στο «Απόλαυσις στη Γειτονιά», ένα από τα αθηναϊκά διηγήματα, ο ερωτευμένος αυτοκτονεί γιατί τον απορρίπτει η κοπέλα. Στον «Έρωτα-Ήρωα», τον «Έρωτα στα Χιόνια», στην «Φαρμακολύτρια», και στα «Ρόδιν’ Ακρογιάλια» βρίσκουμε τις χαρακτηριστικές για τον ρομαντισμό περιγραφές της αγωνίας και της απελπισίας του ερωτευμένου που δεν βρίσκει ανταπόκριση.

Η αφήγηση όλων των διηγημάτων αυτών (εκτός από το «Απόλαυσις στη Γειτονιά») γίνεται από τη σκοπιά του άντρα. Ο Παπαδιαμάντης δεν περιγράφει τα ερωτικά πάθη των γυναικών. Γενικά, […] ο Παπαδιαμάντης εξιδανικεύει τη νέα γυναίκα. […]


Ελισάβετ Κωνσταντινίδου, «Ο Παπαδιαμάντης και η παράδοση του ευρωπαϊκού Ρομαντισμού». Πρακτικά Α΄ Διεθνούς Συνεδρίου για τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, Δόμος, Αθήνα 1996, σ. 387-388 & 393-394.




Αν δει κανείς τον Παπαδιαμάντη μόνον αισθητικά, χάνει την ουσία του. Αν τον δει μόνον θρησκευτικά, τότε χάνεται η μοναδικότητά του και μετατρέπεται σε ένα είδος λογοτεχνίας «με θέση». Στην πρώτη περίπτωση μάλλον θα προσληφθεί μέσα στο πλαίσιο του διηγήματος του 1880 ή όποιου λογοτεχνικού είδους είναι πλησιέστερα στον ορίζοντα των νέων αναγνωστών, στη δεύτερη αποτιμάται θετικά ή αρνητικά ανάλογα με τη γενικότερη ιδεολογική τοποθέτηση του αναγνώστη. Μπορεί να πει κανείς, μάλιστα, ότι όλες οι μέχρι τώρα αξιολογικές κρίσεις για τον Παπαδιαμάντη είναι απόρροια των ποικίλων συνδυασμών των δύο αυτών αξόνων. Όποιοι παραδέχονται τις πεποιθήσεις του, βρίσκουν ιδιοφυή και τη μορφή του κειμένου. Όποιοι διαφωνούν με τις πεποιθήσεις του, βρίσκουν ελαττώματα και στη μορφή. Είναι πολύ λιγότερες οι περιπτώσεις (και νεότερες στην ιστορία της πρόσληψης), που η διαφωνία με τις πεποιθήσεις δεν ακυρώνει την αισθητική απόλαυση του κειμένου […], ή που ο Παπαδιαμάντης διαβάζεται με τέτοιον τρόπο ώστε οι πεποιθήσεις του κειμένου να μοιάζουν με τις πεποιθήσεις του αναγνώστη […]. Όπως με μοναδική ευστοχία το διατύπωσε ο [Κωστής] Παπαγιώργης: «Αν υπάρχουν δύο Παπαδιαμάντηδες, πάντα ο ένας θα θυσιάζεται εν ονόματι του άλλου» […].


Γεωργία Φαρίνου-Μαλαματάρη, «Μικρή εισαγωγή στην πρόσληψη του Παπαδιαμάντη». Εισαγωγή στην πεζογραφία του Παπαδιαμάντη. Επιλογή κριτικών κειμένων, επιμ. Γ. Φαρίνου-Μαλαματάρη, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2005, 33-34.


Ας προσέξουμε κάποιες από τις ρήσεις του  Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη:

«Και τι πταίει η γλαυξ, η θρηνούσα επί ερειπίων; Πταίουν οι πλάσαντες τα ερείπια. Και τα ερείπια τα έπλασαν οι ανίκανοι κυβερνήται της Ελλάδος».

«Θα έλεγε τις ότι η χώρα αύτη ηλευθερώθη επίτηδες, διά να αποδειχθή, ότι δεν ήτο ικανή προς αυτοδιοίκησιν».

«Άνευ ψεύδους ουδεμία υπόθεσις ευοδούται».

«Αχ! κάθε αμαρτία έχει και τη γλύκα της».

«Ζωή είναι αυτό, πόλεμος είναι».

«Ο κόσμος θα εξακολουθή πάντοτε να βαδίζη εμπρός, πότε κούτσα – κούτσα, πότε σήκω – πέσε με σκιρτήματα μονοπόδαρα, με σκοντάμματα, ή με βήματα καρκίνου. Και αλλοίμονον εις τους όσοι εγήρασαν κι εκουράσθησαν και δεν δύνανται να παρακολουθήσουν».

«Αυτός ο κόσμος είναι μάταιος. Ανόητος είναι όστις περιμένει ευτυχίαν εδώ».

«Α! Αι εκλογαί, αυτή είναι η μόνη επί εβδομήκοντα έτη ασχολία μας, αφότου ηλευθερώθημεν, αφότου δηλαδὴ μετηλλάξαμεν τυράννους, τους οποίους δια των εκλογών φανταζόμεθα, ότι αντικαθιστώμεν τάχα συχνότερον, όπως μη αποδειχθή ψευδές το δημώδες λόγιον – «Άλλαξε ο Μανολιός κι έβαλε τα ρούχ’ αλλοιώς».

«Πας άνθρωπος εργάζεται δι’ εαυτόν, επί τη προφάσει, ότι εργάζεται δια τους άλλους».

«Πώς δύναταί τις να γίνει ανήρ χωρίς ν’ αγαπήσει δεκάκις τουλάχιστον, και δεκάκις ν’ απατηθεί ;».

Με πληροφορίες από εδώ κι εδώ

Στις 16 Δεκεμβρίου 1912 (108 χρόνια πριν, σαν σήμερα) στον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο το Ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό νικά το Οθωμανικό Πολεμικό Ναυτικό στη ναυμαχία της Έλλης.


Η ναυμαχία της Έλλης στις 3/16 Δεκεμβρίου 1912, ήταν η πρώτη από τις δύο κορυφαίες μάχες μεταξύ του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού και του Οθωμανικού Στόλου κατά τον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο και πραγματοποιήθηκε στην έξοδο των στενών των Δαρδανελλίων (ή Ελλησπόντου). Η ναυμαχία έληξε με τη νίκη του ελληνικού στόλου και τον εγκλεισμό του οθωμανικού εντός των στενών.

Τους πρώτους μήνες του πόλεμου ο Οθωμανικός στόλος υπό την διοίκηση του ναύαρχου Ραμίζ Μπέη παρέμεινε προστατευμένος στα στενά των Δαρδανελίων (στο ναύσταθμο Ναγαρά), χωρίς να επιχειρήσει έξοδο στο Αιγαίο. Από την άλλη πλευρά ο ελληνικός στόλος υπό την διοίκηση του ναυάρχου Παύλου Κουντουριώτη κράτησε επιθετική στάση απελευθερώνοντας ένα ένα τα νησιά του Αιγαίου και αναμένοντας την έξοδο των τουρκικών πλοίων από τα Στενά. Αρχικά απελευθέρωσε τη Λήμνο και εγκατέστησε στον όρμο του Μούδρου το προκεχωρημένο αγκυροβόλιο του Στόλου. Ακολούθησε η απελευθέρωση του Αγίου Όρους, των νησιών του βορείου και ανατολικού Αιγαίου (Θάσος, Σαμοθράκη, Ίμβρος, Τένεδος, Άγιος Ευστράτιος, Μυτιλήνη, Χίος). Μετά την απελευθέρωση της Τενέδου στις 24 Οκτωβρίου/6 Νοεμβρίου ο ναύαρχος Κουντουριώτης έστειλε τηλεγράφημα στον Οθωμανό αρχηγό του στόλου με το μήνυμα «Καταλάβαμε Τένεδον. Αναμένουμε έξοδο του στόλου σας. Αν επιθυμείτε, γαιάνθρακα προτίθεμαι να σας εφοδιάσω».


Σαν σήμερα η ημέρα θανάτου του Κώστα Βάρναλη


Κώστας Βάρναλης (26 Φεβρουαρίου 1884 – 16 Δεκεμβρίου 1974) ήταν Έλληνας λογοτέχνης και ποιητής

Γεννήθηκε στον Πύργο της Ανατολικής Ρωμυλίας, το σημερινό Μπουργκάς της Βουλγαρίας το 1884, όπου βίωσε το κλίμα του Ελληνοτουρκικού Πολέμου του 1897. Το επίθετό του, αν όχι καλλιτεχνικό, δηλώνει καταγωγή από τη Βάρνα όπου έμεναν πολλοί Έλληνες — το επίθετο του πατέρα του ήταν Μπουμπούς.

Το 1898 τέλειωσε το Ελληνικό Σχολείο και συνέχισε την εκπαίδευσή του στα Ζαρίφεια διδασκαλεία της Φιλιππούπολης, και έπειτα με την υποστήριξη του Μητροπολίτη Αγχιάλου ήρθε στην Αθήνα για να σπουδάσει φιλολογία και εκεί πήρε μέρος στη διαμάχη για το γλωσσικό ζήτημα ως υποστηρικτής των δημοτικιστών. Το 1907 συμμετείχε στην ίδρυση του ποιητικού περιοδικού Ηγησώ, το οποίο κυκλοφόρησε δέκα τεύχη. Το 1908 πήρε το πτυχίο του από το Πανεπιστήμιο Αθηνών και άρχισε να εργάζεται στην εκπαίδευση, στην αρχή στο ελληνικό διδασκαλείο του Πύργου (Μπουργκάς), σε ηλικία δεκαοχτώ ετών, και στη συνέχεια στην Ελλάδα (στην Αμαλιάδα) και μεταξύ άλλων στην Ανωτάτη Παιδαγωγική Ακαδημία Αθηνών. Διετέλεσε για πολλά χρόνια καθηγητής μέσης εκπαίδευσης, ενώ εργάστηκε για βιοποριστικούς λόγους και ως δημοσιογράφος. Από το 1910 άρχισε να ασχολείται με τη λογοτεχνική μετάφραση και ως το 1916 ολοκλήρωσε τους Ηρακλείδες του Ευριπίδη, τον Αίαντα του Σοφοκλή, τα Απομνημονεύματα του Ξενοφώντα και τον Πειρασμό του Αγίου Αντωνίου του Γκυστάβ Φλωμπέρ. Μετά το Β΄ Βαλκανικό Πόλεμο, στον οποίο πήρε μέρος, φοίτησε στο Διδασκαλείο Μέσης Εκπαίδευσης του Δημήτρη Γληνού.

Καλλιτεχνική αναγνώριση και πολιτική δράση

Το 1919 πήγε στο Παρίσι με υποτροφία και παρακολούθησε μαθήματα φιλοσοφίας, φιλολογίας και κοινωνιολογίας. Τότε προσχώρησε στο μαρξισμό και το διαλεκτικό υλισμό, και αναθεώρησε τις προηγούμενες απόψεις του για την ποίηση, τόσο σε θεωρητικό, όσο και σε πρακτικό επίπεδο. Καρπός αυτής της στροφής στάθηκε το ποίημα «Προσκυνητής». Το καλοκαίρι του 1921 έγραψε στην Αίγινα Το φως που καίει, που εξέδωσε ένα χρόνο αργότερα στην Αλεξάνδρεια με το ψευδώνυμο Δήμος Τανάλιας. Το 1922 δημοσίευσε επίσης τους Μοιραίους στο περιοδικό Νεολαία και τη «Λευτεριά» στο περιοδικό Μούσα. Το 1924 δίδαξε νεοελληνική λογοτεχνία στην Παιδαγωγική Ακαδημία υπό τη διεύθυνση του Δημήτρη Γληνού. Το 1926 παύθηκε από τη θέση του καθηγητή της Παιδαγωγικής Ακαδημίας, με αφορμή ένα δημοσίευμα της Εστίας, που δημοσίευσε ένα απόσπασμα από Το φως που καίει. Ο Βάρναλης στράφηκε στη δημοσιογραφία και έφυγε για τη Γαλλία ως ανταποκριτής της Προόδου. Το 1927 τύπωσε τους Σκλάβους Πολιορκημένους. Το 1929 νυμφεύθηκε την ποιήτρια Δώρα Μοάτσου. Το 1932 εξέδωσε την Αληθινή απολογία του Σωκράτη. Το 1935 πήρε μέρος ως αντιπρόσωπος των Ελλήνων συγγραφέων στο Συνέδριο Σοβιετικών Συγγραφέων στη Μόσχα και μετά εξορίστηκε στη Λέσβο και τον Άγιο Ευστράτιο.

Υπήρξε Κομμουνιστής και στην Κατοχή έλαβε μέρος στην Εθνική Αντίσταση, ως μέλος του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου (ΕΑΜ).

Tο 1956 τιμήθηκε από την Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών και το 1959 τιμήθηκε με το βραβείο Λένιν. Είχαν προηγηθεί μεταξύ άλλων εκδόσεις των έργων του Ζωντανοί άνθρωποι, Το Ημερολόγιο της Πηνελόπης, Ποιητικά, Διχτάτορες, Αισθητικά- Κριτικά (δύο τόμοι). Το 1965 εκδόθηκε η τελευταία ποιητική συλλογή του με τίτλο Ελεύθερος κόσμος και το 1972 το θεατρικό έργο Άτταλος ο Γ΄. Υπήρξε συνεργάτης σε πολλά περιοδικά και εγκυκλοπαίδειες, μεταξύ των οποίων και στη Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια. Πέθανε στις 16 Δεκεμβρίου 1974. Το ταφικό μνημείο του ποιητή, στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών, φιλοτέχνησε ο καλλιτέχνης Κοσμάς Ξενάκης, το 1975.




Της Π. Μ.

Ηταν σαν σήμερα. Πριν από σαράντα ακριβώς χρόνια, που ο Τζον Λένον έπεφτε νεκρός από τις σφαίρες του δολοφόνου του, στη γωνία 72ης Οδού και Σέντραλ Παρκ Γουέστ όπου έμεινε στο Μανχάταν.

Τέσσερις δεκαετίες μετά, εκείνη η μέρα μοιάζει το ίδιο σκοτεινή και ακατανόητη. Ο Λένον "ζει" μέσα από τα τραγούδια του και όχι µόνο. Σε µια εποχή που τα είδωλα έχουν λήξει, ο Λένον μιλάει ακόμη στο κοινό του.

Αν ο Τσάπµαν µε το διεστραµµένο µυαλό του δεν ήταν εκεί, ο Τζον Λένον θα ήταν ίσως ακόμη ανάμεσα μας.
Και ποιος ξέρει… θα φορούσε άραγε ακόμη τα στρογγυλά γυαλιά του;
Θα μιλούσε για την κυκλοφορία των Beatles σε ψηφιακή μορφή;
Θα έδινε τα τραγούδια του για download;
Θα ήταν μαζί µε τη Γιόκο Ονο ή θα είχε αποτραβηχτεί σε κάποιο νησί που δεν θα ξέραμε καν το όνοµά του;

Τον Νοέμβριο του 1980 η φωνή του Τζον Λένον ακουγόταν από όλα τα ραδιόφωνα. Είχε νέο άλμπουμ, το Double Fantasy που εκείνες τις ημέρες έβγαινε στα δισκοπωλεία, ενώ το τραγούδι του Just Like Starting Over είχε ήδη κυκλοφορήσει σαν σινγκλ.

Το απόγευμα της 8ης ∆εκεµβρίου, έξω από το διαµέρισµά του, τον περίμενε ο 25χρονος Μαρκ Τσάπµαν, που βλέποντας το είδωλό του να βγαίνει από το κτίριο, τον είχε πλησιάσει για ένα αυτόγραφο πάνω στο δίσκο που είχε αγοράσει και κρατούσε στα χέρια του.
Ο Τσάπµαν δεν θα φύγει. Θα μείνει εκεί ώσπου να επιστρέψει ο Λένον.

Γύρω στις 11 βλέπει τη λιμουζίνα να πλησιάζει. Ο Τζον βγαίνει και προχωράει μπροστά. Ο Τσάπµαν του φωνάζει: Κύριε Λένον;.
Τα υπόλοιπα συμβαίνουν πολύ γρήγορα. Τον σημαδεύει και πυροβολεί. Οι σφαίρες τον βρίσκουν στην πλάτη και στο χέρι. Μεταφέρεται επειγόντως στο Νοσοκομείο Ρούσβελτ λίγα μόλις τετράγωνα από εκεί. ∆εν τα καταφέρνει. Στα 40 του χρόνια, ο Τζον Λένον είναι νεκρός.

Πολλά τα σενάρια για το θάνατο του θρυλικού μέλους των Beatles. Αρκετοί μιλούν για προσχεδιασμένο έγκλημα, ενώ άλλοι κάνουν λόγο για ψυχωτικό θαυμαστή.

Ο Μαρκ Τσάπμαν καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη. Σε ψυχιάτρους του δικαστηρίου διηγήθηκε πως κακά πνεύματα τον παρότρυναν να δολοφονήσει τον Λένον ενώ το 2004 ομολόγησε επίσης πως ένας από τους λόγους που τον ώθησαν στην εγκληματική του ενέργεια ήταν η επιθυμία του να προβληθεί, αισθανόμενος πως μέχρι τότε ήταν ασήμαντος.

"Δώσε μία ευκαιρία στην ειρήνη και μη ξεχνάς την Αγάπη. Η μόνη ελπίδα για μας είναι η ειρήνη" δηλώνει ένας άνθρωπος-είδωλο που σημάδεψε ανεξίτηλα μια ολόκληρη εποχή.
Χρησιμοποίησε τη φήμη του για να περάσει στο κοινό του μηνύματα κατά του πολέμου και να προωθήσει την ειρήνη.
Ο ίδιος, μετά της συζύγου του, τασσόταν ανοιχτά κατά του πολέμου στο Βιετνάμ και της βίας.

Η προσπάθειά του να συμπαρασύρει το πλήθος προς αυτή την κατεύθυνση, του δημιουργούσαν προβλήματα με την εξουσία που τον θεωρούσε ως έναν "πολύ επικίνδυνο άνθρωπο", ενώ το FBI τον παρακολουθούσε στενά.

Ο Λένον είχε πρώτα κατακτήσει τον κόσμο με τα τραγούδια και τα μηνύματά του που μιλούσαν για ειρήνη και αγάπη.
Τα τραγούδια του συνεχίζουν ακόμη και σήμερα να μιλούν στις καρδιές των ανθρώπων, με πρώτο και καλύτερο το Imagine, ένα από τα δημοφιλέστερα τραγούδια της εκατονταετίας.

Ο τραγουδοποιός-τραγουδιστής από το Λίβερπουλ, με τα μεγάλα στρογγυλά γυαλιά και την ταξιδιάρικη φωνή, δε γνώρισε πατέρα, αφού τον εγκατέλειψε πριν ακόμη γεννηθεί. Η μητέρα του ακολούθησε το ίδιο παράδειγμα, όταν ο μικρός Τζον ήταν μόλις 5 ετών, αφήνοντας την ανατροφή του στην αδελφή του. Στα 18 του χάνει τη μητέρα του όταν την πάτησε με το αυτοκίνητο ένας μεθυσμένος οδηγός.
Δώδεκα χρόνια αργότερα έγραφε: «Μητέρα, με είχες αλλά δεν σε είχα. Σε χρειαζόμουν, αλλά εσύ δεν με χρειαζόσουν».

Παντρεύτηκε δύο φορές, πρώτα το ’62 την Σύνθια Πάουελ με την οποία απέκτησε τον γιο του Τζούλιαν. Το ’69 κι αφού είχε δρομολογηθεί το διαζύγιό του, συνδέθηκε με τα δεσμά του γάμου με τη Γιαπωνέζα καλλιτέχνιδα Γιόκο Όνο στο Γιβραλτάρ.
Ο μήνας του μέλιτος αποτέλεσε γι’ αυτούς μια ευκαιρία ιδιότυπης διαδήλωσης υπέρ της ειρήνης, αποφασίζοντας να τον περάσουν στο κρεβάτι, ενώ κάλεσαν και δημοσιογράφους.

Ο πρώην Beatle του πιο διάσημου συγκροτήματος στην ιστορία της ροκ μουσικής είχε γράψει τραγούδια διαμαρτυρίας για την ελευθερία και την ειρήνη, τραγούδια για τη φιλία και την αγάπη, την ευτυχία.

Η ζωή τον έκανε μοναδικό, ο θάνατος τον έκανε θρύλο.

Ύμνος στην ουτοπία και την ανθρωπότητα.

  




Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Ένα χρόνο μετά την πρώτη κυκλοφορία της ταινίας «ΝΕΚΡΟΣ ΑΔΕΡΦΟΣ», βασισμένης σε ντοκουμέντα από τη δίκη για τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, εν αναμονή της κρίσιμης απόφασης για την αίτηση αναίρεσης που άσκησε ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, το FREEDOMTV παρουσιάζει σήμερα την ταινία με αγγλικούς υποτίτλους για το διεθνές κοινό και ξεκινά μια ανασκόπηση στα ντοκουμέντα στα οποία βασίστηκε η ταινία.

Το σενάριο και τη σκηνοθεσία της ταινίας υπογράφει ο Μάνος Τσίζεκ.
Πρωταγωνιστούν οι ηθοποιοί Νικόλας Μπράβος και Δημήτρης Σταματελόπουλος.
Τη φωνή τους δάνεισαν οι ηθοποιοί Σοφία Αγγελή, Τάσος Κονταράτος, Αθανάσιος Μυλωνόπουλος, Φαίη Ξυλά, και ο μικρός Φώτης Κοτσώνης.

Η ταινία δημοσιεύτηκε ανήμερα της 11ης Επετείου της δολοφονίας, την ίδια ώρα (λίγο πριν τις 9 το βράδυ) που η σφαίρα του Ειδικού Φρουρού Επαμεινώνδα Κορκονέα βρήκε στην καρδιά τον 15χρονο Αλέξανδρο, αφαιρώντας του τη ζωή.

Στη διάρκεια της ταινίας ακούγονται αποσπάσματα από τις σχολικές εκθέσεις του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, λίγους μήνες πριν τον σκοτώσουν, και από το δημοτικό τραγούδι «Του Νεκρού Αδερφού», για το οποίο έγραψε μια από τις τελευταίες του εκθέσεις.

Στην αρχή της ταινίας, προβάλλεται το βίντεο-ντοκουμέντο της δολοφονίας, που πήρε με την κάμερά της η αυτόπτης μάρτυρας Λητώ Βαλλιάτζα και κυκλοφόρησε στο διαδίκτυο λίγη ώρα μετά τη δολοφονία, βάζοντας τέρμα στα σενάρια για επεισόδια και επίθεση σε αστυνομικούς.

Στην ταινία χρησιμοποιήθηκαν αποσπάσματα από τις πραγματικές επικοινωνίες ασυρμάτου της αστυνομίας, της κρίσιμης βραδιάς.

Το σενάριο της ταινίας έχει βασιστεί σε υλικό που παραχωρήθηκε από τη Ζωή Κωνσταντοπούλου και τον Νίκο Κωνσταντόπουλο, συνηγόρους της οικογένειας του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου.

Η ταινία στην είναι διαθέσιμη στον ακόλουθο σύνδεσμο https://www.freedomtv.gr/
Για το διεθνές κοινό, η ταινία είναι από σήμερα διαθέσιμη στον ακόλουθο σύνδεσμο https://youtu.be/





Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Το άρθρο – παρέμβαση της Ζωής Κωνσταντοπούλου και της Πλεύσης Ελευθερίας για το Πολυτεχνείο


Με αφορμή τις τελευταίες εξελίξεις για την επέτειο του Πολυτεχνείου, η Επικεφαλής της Πλεύσης Ελευθερίας, Ζωή Κωνσταντοπούλου, τοποθετήθηκε με άρθρο της που δημοσιεύθηκε στο Freedomtv.gr.

Η Εξέγερση του Πολυτεχνείου ήταν μια πηγαία κι ακηδεμόνευτη φοιτητική εξέγερση ενάντια στη Χούντα, χωρίς κομματική αναφορά ή χροιά, χωρίς κομματική ή άλλη πειθαρχία, χωρίς σιγουριά και υπογραφές, μια εξέγερση με αναφορά στην Ελευθερία, που η Χούντα είχε βίαια αφαιρέσει. Μια εξέγερση που πνίγηκε στο αίμα και που εξακολουθεί μέχρι σήμερα να εμπνέει όσους αγωνίζονται για δημοκρατία κι ελευθερία.

Τις τελευταίες ώρες παρακολουθούμε τους όψιμους «πατέρες» του Πολυτεχνείου, να επιζητούν την προσοχή των πολιτών, διεκδικώντας δήθεν να τιμήσουν την Επέτειο της Εξέγερσης του Πολυτεχνείου, μιας εξέγερσης που τα Κόμματα της εποχής όχι απλώς δεν την στήριξαν, αλλά αρχικά την κατήγγειλαν.

Κι όμως, σήμερα, οργανωμένα κόμματα του Κοινοβουλίου παριστάνουν ότι η εξέγερση των φοιτητών του 1973 τους ανήκει. Και καμώνονται ότι δικαιούνται εκείνοι, περισσότερο από τους απλούς ανθρώπους να τιμήσουν την Επέτειο, κάνοντας πορεία και «εγγυώμενοι την τήρηση των μέτρων». Είδαμε τον Δ. Κουτσούμπα του ΚΚΕ να διαβεβαιώνει ότι «το οργανωμένο λαϊκό κίνημα ξέρει να τηρεί τα μέτρα», παραπέμποντας στην στρατιωτικού τύπου και πειθαρχίας πορεία που οργάνωσε το κόμμα του την Πρωτομαγιά. Είδαμε τον Γ. Βαρουφάκη του Μέρα25 να κομπάζει ότι «θα κάνουν την πορεία μόνον οι βουλευτές και 2 κεντρικά στελέχη του Κόμματος και θα ζητήσουν από τα μέλη να μην έρθουν». Είδαμε και τους 2 αυτούς αρχηγούς και τα κόμματά τους, να συμμαχούν και να συνυπογράφουν κείμενο «υπεράσπισης του Συντάγματος» από κοινού με τον Α. Τσίπρα και τον ΣΥΡΙΖΑ, που επί 4 χρόνια επέβαλλαν Μνημόνια παρά τη λαϊκή εντολή, έκαναν κουρέλι το Σύνταγμα, κατέφυγαν στην ακραία καταστολή και ποινικοποίηση κάθε αγωνιστικής κινητοποίησης και εξέδωσαν ουκ ολίγες απαγορεύσεις συγκεντρώσεων, ακόμη και παραμονές της Επετείου του Πολυτεχνείου, και μάλιστα χάριν της επίσκεψης του Προέδρου των ΗΠΑ (14-11-2016)…

Αυτές οι κομματικές δράσεις και αντιδράσεις δεν έχουν καμμία σχέση ούτε με την μεγαλειώδη δράση των φοιτητών του 1973 ούτε με το πνεύμα της Επετείου της Εξέγερσής τους. Δεν είναι παρά μια θλιβερή προσπάθεια αντιποίησης των αγώνων εκείνων που πράγματι αγωνίστηκαν με αυταπάρνηση, πολλοί από αυτούς χάνοντας τη ζωή τους, επί Χούντας.

Το να χάσεις τη ζωή σου παλεύοντας κατά της Χούντας και κάθε απολυταρχίας, αγωνιζόμενος για την Ελευθερία, είναι μεγαλειώδες. Το να χάσεις τη ζωή σου αγνοώντας επιδεικτικά και χάριν δήθεν αντιπολίτευσης τα μέτρα προστασίας της υγείας σου, είναι βλακώδες και τραγικό. Το να προσκαλείς άλλους να θέσουν σε διακινδύνευση τη ζωή τους και τη ζωή των συνανθρώπων τους κατ’ αυτόν τον τρόπο είναι εγκληματικό. Το να φαντασιώνεσαι ότι μια γελοία, προκλητική και περιττή, εν μέσω lockdown, αστυνομική απαγόρευση συγκεντρώσεων εξομοιώνεται με τα τανκς της Χούντας είναι προσβλητικό. Το να ισχυρίζεσαι ότι έτσι τιμάς την Επέτειο της Εξέγερσης του Πολυτεχνείου είναι ύβρις και εξευτελισμός της Επετείου.

Το Πολυτεχνείο δεν ανήκει στα Κόμματα. Ανήκει στους απλούς ανθρώπους. Δεν έχει ανάγκη από κομματικούς πάτρωνες και τοποτηρητές, έχει ανάγκη από μια ζωντανή κοινωνία. Και φέτος, οι συνθήκες επιβάλλουν να προστατευτεί η υγεία και η ζωή των απλών ανθρώπων, για να μπορούν στο μέλλον να συμμετάσχουν ξανά στις πορείες και στις διαδηλώσεις που θα γίνουν, αλλά και στους αγώνες που είναι αναγκαίοι και σήμερα. Όχι εν είδει εθίμου ή επαναστατικής γυμναστικής, αλλά για τους πραγματικούς λόγους που αξίζει και πρέπει κανείς να παλεύει, να αντιστέκεται, να αγωνίζεται και να υφίσταται το κόστος.


Ζωή Κωνσταντοπούλου- Πλεύση Ελευθερίας



Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου