Articles by "1821"


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 1821. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Περσικό ιππικό στον Καύκασο

Του Χρόνη Βάρσου *

Μια άγνωστη πτυχή της Επανάστασης του 1821 αποτελεί και η παράλληλη εμπλοκή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας τα πρώτα δύο κρίσιμα χρόνια του Αγώνα, στα ανατολικά της σύνορα, με τον παραδοσιακό της αντίπαλο: τη σιιτική Περσία του 48χρονου σάχη Φαθ Αλή Σαχ (1797-1834) της νέας, τουρκοαζερικής προέλευσης, δυναστείας των Κατζάρων (1794-1925) που διαδέχθηκε εκείνες των Σαφαβιδών, των Αφσαριδών και των Ζαντ. Ο οθωμανοπερσικός πόλεμος που ξέσπασε από τον Οκτώβριο του 1820 έως τον Ιούλιο του 1823 ήταν ο 9ος κατά σειράν από το 1514, όταν συγκρούστηκε για πρώτη φορά ο σουλτάνος Σελήμ Α΄ (Γιαβούζ) με τον σάχη με ελληνικές ρίζες, Ισμαήλ Α΄ των Σαφαβιδών, στο Τσαλντιράν. Ακολούθησαν άλλοι 7 πόλεμοι (1532-35, 1578-90, 1603-18, 1623-39, 1730-36, 1743-46, 1775-76), με τα σύνορα των δύο δυνάμεων να βρίσκονται το 1820 εκεί περίπου που σήμερα ορίζονται τα αντίστοιχα του Ιράν με την Τουρκία και το Ιράκ. Την περίοδο 1804-1813 η Περσία των Κατζάρων, ηττήθηκε από τη Ρωσική Αυτοκρατορία στον 4ο κατά σειράν ρωσοπερσικό πόλεμο και απώλεσε με τη συνθήκη του Γκιουλιστάν (12/24 Οκτωβρίου 1813) το σύνολο σχεδόν των εδαφών της στον Καύκασο (όλο το σημερινό ρωσικό Νταγκεστάν, όλη την ανατολική Γεωργία με την Τιφλίδα, τη βόρεια Αρμενία και το μεγαλύτερο μέρος του Αζερμπαϊτζάν με το Μπακού). Αν και σύμμαχος με τους Οθωμανούς εναντίον των Ρώσων (παράλληλος ρωσοτουρκικός πόλεμος το 1806-1812), η Περσία ετοιμάστηκε για την επόμενη σύγκρουση με τον σουλτάνο εκσυγχρονίζοντας τα επόμενα χρόνια τον στρατό της με δυτική και ρωσική βοήθεια.

Η αφορμή ξεκίνησε από τη Βαγδάτη. Από το 1704 η οθωμανική Μεσοποταμία, υπό τη δυναστεία των Μαμελούκων της Βαγδάτης (στρατιωτική κάστα μουσουλμάνων της Γεωργίας), ήταν ουσιαστικά ημιαυτόνομη. O νέος πασάς της Βαγδάτης, Νταούτ (1816/17-1831), ήταν φιλικά προσκείμενος στον σουλτάνο, με τη βοήθεια του οποίου κατέλαβε την εξουσία σκοτώνοντας τον γαμπρό και προκάτοχό του Σαΐντ (1813-1817), εχθρό της Πύλης. Ο αδελφός του, Σαδίκ μπέης, κατέφυγε τον Απρίλιο του 1820 για προστασία στην Περσία των Κατζάρων. Η σύγκρουση ξεκίνησε όταν, τον Ιούλιο του 1820, ο νέος κυβερνήτης του Ερζερούμ, Μεχμέτ Χοσρέφ πασάς (ο μετέπειτα Καπουδάν πασάς στην Ελληνική Επανάσταση), συνέλαβε, με τη σύμφωνη γνώμη του Νταούτ, τον Σαδίκ μπέη και τον εκτέλεσε με την κατηγορία ότι οργάνωνε την ένοπλη ανατροπή του πασά της Βαγδάτης, υποκινούμενος από την Περσία. Παράλληλα τον Οκτώβριο άρχισαν σοβαρά ένοπλα επεισόδια, όταν ο πασάς του Βαν ενίσχυσε τις αντιπερσικές κουρδικές συνοριακές φυλές Σίπκι και Χαϊνταρανλού, γεγονός που προκάλεσε μικρής κλίμακας εισβολή του περσικού στρατού από το Ερεβάν, η οποία όμως απωθήθηκε από τους Τούρκους.
Το καλοκαίρι του 1821, ο σουλτάνος ήταν ήδη σε πόλεμο με τον Αλή Πασά και η Ελληνική Επανάσταση που είχε ξεσπάσει πετύχαινε τις πρώτες νίκες της. Ταυτόχρονα όμως η Οθωμανική Αυτοκρατορία τελούσε και υπό την απειλή ενός νέου ρωσο-τουρκικού πολέμου μετά τη διακοπή των διπλωματικών σχέσεων με την Πετρούπολη λόγω του απαγχονισμού του Πατριάρχη και των σφαγών στην Κωνσταντινούπολη. Έτσι, εκμεταλλευόμενος τη δεδομένη συγκυρία και ενθαρρυμένος από τη ρωσική διπλωματία, ο περσικός στρατός, τέλη Αυγούστου 1821, εισέβαλε από την Ταυρίδα και το Ερεβάν στην οθωμανική Ανατολία.
Αμπάς Μιρζά

Επικεφαλής του εκσυγχρονισμένου περσικού στρατεύματος δυνάμεως 50.000 ανδρών (εκ των οποίων 12.000 τακτικό πεζικό ευρωπαϊκού τύπου) τέθηκε ο 32χρονος γιος του σάχη και Πρίγκιπας του Αζερμπαϊτζάν, Αμπάς Μιρζά μαζί με τον Χουσεΐν Χαν Γκαζβινί του Ερεβάν. Του οθωμανικού στρατού (60.000 άνδρες) στο βόρειο μέτωπο ηγούνταν ο Χοσρέφ πασάς του Ερζερούμ, σερασκέρης της Ανατολής από τον Οκτώβριο του 1820, ενισχυόμενος από την Κωνσταντινούπολη μέσω Τραπεζούντας, ενώ στο νότιο μέτωπο (σύνορα Μεσοποταμίας-Περσίας) την ηγεσία ανέλαβε ο Νταούτ πασάς της Βαγδάτης με 35.000 στρατό, βοηθούμενος μέσω Ντιγιαρμπακίρ και Χαλεπίου.

Μέχρι τον Σεπτέμβριο, ο Αμπάς Μιζρά νικώντας τον οθωμανικό στρατό κατέλαβε το Τοπράκαλε (Ελεσκίρτ), το Ματζικέρτ και το Βαν. Τέλη Οκτωβρίου έπεσε και το φρούριο του Μπαγιεζίντ, ενώ εντός Νοεμβρίου 1821 κατελήφθησαν το Μυς, το Αχλάτ και το Μπιτλίς, δυτικά της λίμνης Βαν. Ο ηττημένος οθωμανικός στρατός υποχώρησε στο Ερζερούμ ενώ ο αποτυχημένος Χοσρέφ αντικαταστάθηκε από τον πρώην Μ. Βεζύρη, Μεχμέτ Εμίν Ρεούφ πασά.

Στο νότιο μέτωπο της Μεσοποταμίας εισέβαλε τέλη Σεπτεμβρίου 1821, επικεφαλής 40.000 περσικού στρατού, ο συνομήλικος αδελφός του, Μουχαμέντ Αλί Μιρζά. Αφού κατέλαβε τη Σουλεϋμανίγια, το Κιρκούκ και τη Σαμάρα, στο σημερινό βόρειο Ιράκ, πολιόρκησε ανεπιτυχώς τον Νταούτ πασά στη Βαγδάτη. Ο θάνατός του όμως στην Κτησιφώντα στις 22 Νοεμβρίου από χολέρα διέκοψε τις επιχειρήσεις του περσικού στρατού στα τέλη του 1821.
Αρχές Μαΐου του 1822 εκδηλώθηκε η οθωμανική αντεπίθεση στο Τοπρακάλε, 120 χλμ δυτικά του Ερζερούμ, από 60.000 στρατό υπό τον νέο σερασκέρη Μεχμέτ Εμίν Ρεούφ. Η συντριπτική ήττα όμως που υπέστη εκεί από τον Αμπάς Μιρζά, οδήγησε τον Ιούνιο στην κατάληψη από τους Πέρσες και του ισχυρού φρουρίου του Καρς. Στις αρχές Αυγούστου ο Αμπάς Μιρζά νίκησε για άλλη μια φορά τον οθωμανικό στρατό έξω από το Ερζερούμ αλλά ανέκοψε την προέλασή του λόγω επιδημίας χολέρας.
Η γραμμή Ερζερούμ-Μυς αποτέλεσε και το δυτικότερο όριο προώθησης του περσικού στρατού μέχρι το φθινόπωρο του 1822. 

Οι δύο αντίπαλοι, εξαντλημένοι πλέον, ξεκίνησαν διαπραγματεύσεις ειρήνευσης που κατέληξαν στη συνθήκη του Ερζερούμ στις 16/28 Ιουλίου 1823, που σφράγισε τον οθωμανοπερσικό πόλεμο και επανέφερε τα σύνορα στην προ του 1821 κατάσταση.

Η σχεδόν τριετής εμπλοκή του σουλτάνου στα ανατολικά του σύνορα με την Περσία των Κατζάρων, χωρίς βέβαια τη διάρκεια και την ένταση των προηγούμενων οθωμανοπερσικών πολέμων, συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό στη στερέωση της Ελληνικής Επανάστασης την κρίσιμη περίοδο 1821-1823. Καθώς ενέπλεξε και απασχόλησε για μεγάλο χρονικό διάστημα πολυάριθμες οθωμανικές δυνάμεις άνω των 100.000 ανδρών, που θα μπορούσαν ασφαλώς να αποδεσμευτούν και να σταλούν στα πολεμικά μέτωπα της επαναστατημένης Ελλάδας, προσέφερε εμμέσως πολύτιμη υπηρεσία στον Αγώνα.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
-Serkan Kececi, The Grand Strategy of the Russian Empire in the Caucasus against Its southern Rivals (1821-1833), London, 2016
-Kaveh Farrokh, Iran at War 1500-1988, N. York, 2011


* Ο Χρόνης Βάρσος είναι φιλόλογος και ιστορικός ερευνητής


πηγή

Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
του Β. Δρακόπουλου

Από τον Σεπτέμβριο του 1814 η Φιλική Εταιρεία, δημιούργημα των Αθανασίου Τσακάλωφ, Εμμανουήλ Ξάνθου και Νικολάου Σκουφά, είχε αναλάβει την προετοιμασία του ξεσηκωμού – γράφει το Νational Geographic.
Οι ιδρυτές της επέλεξαν την Οδησσό ως βάση της Εταιρείας γιατί σε αυτήν υπήρχε ακμάζον από το εμπόριο ελληνικό στοιχείο, ήταν ασφαλής πόλη για τους ομογενείς, μια και ανήκε στη Ρωσική Αυτοκρατορία, και τέλος γιατί βρισκόταν κοντά στον ευρύτερο ελληνικό χώρο.

Οι Φιλικοί στην Οδησσό της Ουκρανίας ορκίζονταν στον
ελληνικό ναό της Αγίας Τριάδας που λειτουργεί και σήμερα

Οι τρεις φίλοι δημιούργησαν πέντε βαθμούς μελών και αργότερα πρόσθεσαν και δύο στρατιωτικούς βαθμούς. Δημιούργησαν, για λόγους ασφαλείας, ένα κρυπτογραφικό σύστημα αναγνώρισης και ονόμασαν Αρχήν την ανώτατη, αλλά ανύπαρκτη ακόμη, εξουσία του απελευθερωτικού κινήματος. Γύρω από την Αρχή σκόπιμα είχαν δημιουργήσει μιαν ατμόσφαιρα μυστηρίου και άφηναν να πλανάται η εντύπωση πως ίσως ήταν ο τσάρος. Η Εταιρεία σύντομα απέκτησε χιλιάδες μέλη, αποστόλους της ιδέας της επανάστασης. Η ορκωμοσία των πρώτων Φιλικών στην Οδησσό γινόταν στην ελληνική εκκλησία της Αγίας Τριάδας που λειτουργεί ακόμη και σήμερα.

Τον Φεβρουάριο του 1820 προτάθηκε στον ίδιο τον Καποδίστρια, υπουργό Εξωτερικών της Ρωσίας, να αναλάβει την αρχηγία της Εταιρείας, αλλά αυτός αρνήθηκε γιατί δεν πίστευε πως ο καιρός ήταν κατάλληλος για επαναστάσεις. Αντίθετα ο πρίγκιπας Αλέξανδρος Υψηλάντης, γιος του ηγεμόνα της Βλαχίας και της Μολδαβίας και υπασπιστής του τσάρου Αλεξάνδρου Α΄, ενθουσιώδης πατριώτης και ρομαντικός, δέχθηκε.


Ο ναός των Τριών Ιεραρχών στο Ιάσιο της Ρουμανίας
όπου ο Υψηλάντης κήρυξε την Επανάσταση
την 26η Φεβρουαρίου 1821
Λίγο μετά ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, επικεφαλής πλέον της Εταιρείας, επισπεύδει την εφαρμογή του επαναστατικού σχεδίου το οποίο είχε κυρίως χαρακτήρα αντιπερισπασμού, ώστε η επανάσταση στη Νότια Ελλάδα και ιδιαίτερα στην Πελοπόννησο να εξελιχθεί χωρίς την πίεση ισχυρών τουρκικών στρατευμάτων.

Ετσι, στις 26 Φεβρουαρίου του 1821 στην εκκλησία των Τριών Ιεραρχών του Ιασίου, ετελέσθη δοξολογία στη διάρκεια της οποίας ο Μητροπολίτης Βενιαμίν ευλόγησε την ελληνική σημαία και ο Αλέξανδρος Υψηλάντης ξεκίνησε την Επανάσταση.

Δυστυχώς, όμως, η άδεια την οποία παραχώρησε ο τσάρος για την είσοδο τουρκικών στρατευμάτων στις αποστρατιωτικοποιημένες ηγεμονίες οδήγησε στις 6-7 Ιουνίου του 1821 στη δραματική μάχη του Δραγατσανίου. Εκεί παρά τον ηρωικό αγώνα των Ιερολοχιτών τα επαναστατικά στρατεύματα ηττήθηκαν. Ο Υψηλάντης στη συνέχεια κατέφυγε στην Αυστρία όπου τον συνέλαβαν οι αυστριακές αρχές και τον φυλάκισαν ως το 1827. Εναν χρόνο μετά την απελευθέρωσή του πέθανε.


Το μνημείο στην πλατεία του Αγίου Γεωργίου της Πάτρας,
όπου στις 23 Μαρτίου 1821 ο Παλαιών Πατρών
Γερμανός ευλόγησε τη σημαία των επαναστατών
Στην Πελοπόννησο, ήδη από την 21η Μαρτίου, οι επαναστάτες κατέλαβαν τα Καλάβρυτα, στις 22 Μαρτίου ο Ανδρέας Λόντος ύψωσε τη σημαία της επανάστασης στη Βοστίτσα, το σημερινό Αίγιο, ενώ στις 23 Μαρτίου η φλόγα της επανάστασης ανάβει και στην Πάτρα. Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός στήνει στην πλατεία του Αγίου Γεωργίου μια κόκκινη σημαία με μαύρο σταυρό και ορκίζει τους αγωνιστές. Την ίδια ημέρα ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, επικεφαλής πολλών άλλων αγωνιστών, απελευθέρωσαν την Καλαμάτα και κήρυξαν την επανάσταση στον ναό των Αγίων Αποστόλων.

Ασφαλώς φαίνεται περίεργο το γεγονός της αναφοράς της 25ης Μαρτίου ως αρχής της επανάστασης στην Αγία Λαύρα και, μάλιστα, συνδυασμένης με την ευλογία του λαβάρου από τον Παλαιών Πατρών Γερμανό. Το ίδιο λάβαρο που χρησιμοποίησε ο Μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος στις συγκεντρώσεις που αφορούσαν τις ταυτότητες και το οποίο ουδεμία σχέση έχει ακόμη και με το λάβαρο των επαναστατών που ευλόγησε στην πλατεία του Αγίου Γεωργίου των Πατρών ο Παλαιών Πατρών Γερμανός. Το οποίο ήταν κόκκινο με μαύρο σταυρό στη μέση. Αλλωστε στην ίδια πλατεία υπάρχει και μνημείο που αφορά την εν λόγω εκδήλωση. Φαίνεται, πάντως, ότι η 25η Μαρτίου δεν ορίστηκε χωρίς να υπάρχει κάποιος λόγος, πέρα από τον συνδυασμό του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Σύμφωνα με στοιχεία τα οποία σχετίζονται με τους αρχικούς σχεδιασμούς του Υψηλάντη η έναρξη της επανάστασης στην Πελοπόννησο είχε σχεδιαστεί για την 25η Μαρτίου.

Στο κοιμητήριο του Δραγατσανίου στη Ρουμανία υπάρχει το Μνημείο των Πεσόντων Ιερολοχιτών

 Στις 23 Μαρτίου o Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης
κήρυξαν την Επανάσταση στην Καλαμάτα στον ναό των Αγίων Αποστόλων,
που εξακολουθεί να λειτουργεί και σήμερα



Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου