Articles by "Αφιερώματα"


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αφιερώματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων


Η ταινία «Η πιο σκοτεινή ώρα» υποτίθεται ότι θα έριχνε φως στην (όχι και τόσο δεδομένη) απόφαση του Τσόρτσιλ να πολεμήσει τη ναζιστική Γερμανία. Πότε θα δούμε όμως τον Ουίνστον Τσόρτσιλ στον ρόλο του πραγματικού εγκληματία πολέμου, του οπαδού της ευγονικής και του λάτρη του Χίτλερ και του Μουσολίνι;


Δεν θα προσποιηθώ ότι αν έπρεπε να διαλέξω ανάμεσα στον κομμουνισμό και τον ναζισμό θα επέλεγα τον κομμουνισμό.
Ουίνστον Τσόρτσιλ, φθινόπωρο 1937


Οταν ο Ινδός πολιτικός (και παρά λίγο γενικός γραμματέας του ΟΗΕ) Σάσι Ταρούρ συνέκρινε πριν από μερικούς μήνες τον Ουίνστον Τσόρτσιλ με τον Αδόλφο Χίτλερ, λέγοντας ότι «έχουν την ίδια ποσότητα αίματος στα χέρια τους», αρκετοί τον κατηγόρησαν ότι ζητούσε λίγη δημοσιότητα για το βιβλίο Inglorious Empire σχετικά με τα εγκλήματα της Μεγάλης Βρετανίας στην Ινδία.

Ο Ταρούρ αναφερόταν μεταξύ άλλων στον λιμό της Βεγγάλης που προκλήθηκε από την πολιτική καμένης γης της Βρετανίας και στοίχισε τη ζωή 4,3 εκατομμυρίων ανθρώπων. Σύμφωνα με τον Ινδό πολιτικό, το 1943 ο Τσόρτσιλ έδωσε εντολή στις εφοδιοπομπές που έφταναν από την Αυστραλία να μην αφήσουν τρόφιμα στην Ινδία και να τα μεταφέρουν προληπτικά στην Ευρώπη για το ενδεχόμενο μιας μελλοντικής κατάληψης της Ελλάδας και της Γιουγκοσλαβίας.
Οι φωτογραφίες των σκελετωμένων πτωμάτων, που κάλυπταν τους δρόμους της Βεγγάλης και κατασπαράσσονταν από γύπες, θα έπρεπε να συνοδεύουν κάθε αναφορά στον Βρετανό «εθνάρχη» με τον ίδιο τρόπο που τα εγκαταλελειμμένα πτώματα στην Αθήνα της Κατοχής και οι σωροί θυμάτων του ολοκαυτώματος θα συνοδεύουν για πάντα την Ιστορία της Γερμανίας στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.

Ο Σάσι Ταρούρ δεν ήταν ούτε ο πρώτος ούτε ο τελευταίος που τολμούσε να συγκρίνει δημόσια τον Τσόρτσιλ με τον Χίτλερ – δυο ανθρώπους που θα μπορούσαν να είναι σύμμαχοι στην κατάκτηση του πλανήτη εάν τα γεωπολιτικά συμφέροντα των αστικών τάξεων που εκπροσωπούσαν δεν τους έφερναν σε αντίπαλα στρατόπεδα. Θυμάμαι τον συγγραφέα Ταρίκ Αλί, στα γυρίσματα του ντοκιμαντέρ ΦΑΣΙΣΜΟΣ Α.Ε να μας διαβάζει αποσπάσματα από τις διθυραμβικές κριτικές του Τσόρτσιλ για το βιβλίο ο «Αγών μου» του Χίτλερ αλλά και τον θαυμασμό του για τον Μουσολίνι.

«Αν η Βρετανία ηττούνταν σε έναν πόλεμο θα ευχόμουν να βρίσκαμε έναν Χίτλερ για να μας επαναφέρει στη θέση που μας αρμόζει στη διεθνή σκηνή» έγραφε ο Τσόρτσιλ. Μάλιστα το 1932, ο ίδιος επιχείρησε να συναντήσει δυο φορές το πολιτικό του ίνδαλμα στο ξενοδοχείο «Ρεγκίνα» του Μονάχου. Ο Χίτλερ όμως τον έστησε και στα δυο ραντεβού.

Κι όμως, ο Βρετανός πολιτικός θα είχε να διδάξει και να συμβουλεύσει τόσα πολλά τον Γερμανό γενοκτόνο. Θα μπορούσε να του μιλήσει για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και εξόντωσης που πρώτοι οι Βρετανοί δημιούργησαν στον δεύτερο πόλεμο των Μπόερ – και τα οποία ο ίδιος εξυμνούσε ως δημοσιογράφος στα κείμενα που έστελνε στην εφημερίδα Morning Post.

Θα μπορούσε επίσης να του μιλήσει για την ανάγκη εξόντωσης των πιο αδύναμων μελών μιας κοινωνίας, τα οποία μολύνουν με το γενετικό τους υλικό τα ανώτερα στρώματα. Η σημερινή Βρετανία προσπαθεί να ξεχάσει ότι ο Τσόρτσιλ ήταν φανατικός οπαδός της ευγονικής.

Το 1912 τον συναντάμε στο διεθνές συνέδριο ευγονικής, που διοργάνωνε στο Λονδίνο η Βρετανική Εταιρεία Ευγονικής, με θέμα την ανάγκη στείρωσης των «κοινωνικών σκουπιδιών» - των ανθρώπων δηλαδή που θεωρούνταν διανοητικά κατώτεροι από τα μέλη των ανώτερων βρετανικών τάξεων. «Η αναπαραγωγή των διανοητικά ασθενέστερων αποτελεί τρομακτικό κίνδυνο για τη φυλή μας» έγραφε ο Τσόρτσιλ στον τότε πρωθυπουργό της Βρετανίας καλώντας τον να αναλάβει άμεσα δράση, όπως πρόσταζε η «ηθική» της ευγονικής που κέρδιζε έδαφος στην Αγγλία και τις ΗΠΑ.

Η απέχθεια με την οποία αντιμετώπιζε ο Τσόρτσιλ τη ζωή όσων θεωρούσε φυλετικά, εθνικά και ταξικά κατώτερους ή όσους βρίσκονταν απέναντί του στις κρίσιμες πολιτικές και στρατιωτικές του μάχες, είναι παροιμιώδης. Αναφερόμενος στους Παλαιστίνιους και στην εθνοκάθαρση που επιχειρούσαν εναντίον τους οι πρώτοι Εβραίοι έποικοι με την έγκριση της Βρετανίας έλεγε ότι ένα σκυλί που ζει σε στάβλο δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι είναι ιδιοκτήτης του στάβλου.

Παρόμοιες εκφράσεις χρησιμοποιούσε και για τους Ινδιάνους, που σφαγιάστηκαν στις ΗΠΑ. Οσο για τους Ινδούς, που ο ίδιος οδήγησε στον λιμό με μια του υπογραφή, σημείωνε: «Μισώ τους Ινδούς. Είναι κτήνη με μια κτηνώδη θρησκεία. Οι ίδιοι προκάλεσαν τον λιμό αφού γεννοβολάνε σαν κουνέλια».

Αν προσθέσει κανείς και τη χρήση χημικών όπλων, που ο ίδιος διέταξε σε πειραματικό επίπεδο στη Μέση Ανατολή, την εισβολή στην Ελλάδα και την πυροδότηση του εμφυλίου πολέμου αλλά και δεκάδες ακόμη εγκλήματα πολέμου και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας θα αισθανθεί φρίκη για τους ηγέτες που εξακολουθούμε να αγιοποιούμε σαν προστάτες της ελευθερίας και της δημοκρατίας.

Ισως γιατί αυτό που μας μαθαίνουν να αποκαλούμε «δημοκρατία» και «ελευθερία» δημιουργήθηκε από ανθρώπους σαν τον Τσόρτσιλ.


Επισκεφθείτε
crimesofbritain.com
H καταγραφή των εγκλημάτων του Ηνωμένου Βασιλείου από την εποχή της βρετανικής αυτοκρατορίας μέχρι τις ημέρες μας σε ένα site που αναμένουμε σύντομα και σε βιβλίο.


Διαβάστε
Inglorious Empire
Ο Ινδός πολιτικός, Σάσι Ταρούρ, αποκαλύπτει πως η Βρετανία βύθισε την Ινδία και άλλες περιοχές του πλανήτη στην απόλυτη φτώχεια.

πηγή



Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου



Ο ελευθεριακός τόπος & εκδόσεις Αυτολεξεί σας προσκαλούν στη διαδικτυακή εκδήλωση-συζήτηση με τίτλο «100 χρόνια Μπούκτσιν: η πολιτική του κληρονομιά σήμερα».

Φέτος, στις 14 Γενάρη, συμπληρώνονται 100 χρόνια από τη γέννηση του σπουδαίου στοχαστή και αγωνιστή Μάρρεϋ Μπούκτσιν. Πρόκειται για τον θεμελιωτή της κοινωνικής οικολογίας και για μία προσωπικότητα με σημαντική συνεισφορά στην εξέλιξη της ριζοσπαστικής δημοκρατικής θεωρίας και πράξης. Η σκέψη του, πάντοτε πολιτική και στραμμένη προς τη ριζική κοινωνική αλλαγή πέρα από Kράτος και Kεφάλαιο, έχει επηρεάσει τα κοινωνικά κινήματα σε όλο τον κόσμο αλλά και μία από τις σημαντικότερες επαναστατικές εμπειρίες της εποχής μας –τη Ροζάβα. Θεωρούμε ότι ο Μπούκτσιν είναι ένας από τους στοχαστές με τη σκέψη του οποίου είναι κρίσιμο να συνομιλούμε σήμερα και για αυτόν τον λόγο αναλαμβάνουμε τη διοργάνωση αυτής της συζήτησης.

Συνομιλούμε με:
- την JANET BIEHL (συγγραφέα - σύντροφο του Μπούκτσιν, Burlington Vermont): «Η πολιτική κληρονομιά του Μπούκτσιν & η επανάσταση στη Ροζάβα»
- τον ΓΙΩΡΓΟ ΠΑΠΑΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ (μέλος κινήσεων για την πόλη, Χαλκίδα): «Ο ελευθεριακός δημοτισμός & η σημασία της πόλης»
- τη ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΣΠΑΝΟΥΔΗ (μέλος οικολογικών κινήσεων, Αθήνα): «Πόλη & κοινωνική οικολογία»
- τον ΑΛΕΞΑΝΔΡΟ ΣΧΙΣΜΕΝΟ (δρ Φιλοσοφίας, Γιάννενα): «Η πολιτική σκέψη του Μπούκτσιν & τα σύγχρονα κοινωνικά κινήματα»
- τον ΜΙΧΑΛΗ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟ (Ηλιόσποροι, Αθήνα): «Η κληρονομιά του Μπούκτσιν στα συνεργατικά αγροτικά σχήματα & στα κοινοτικά εγχειρήματα αυτάρκειας-περμακουλτούρας»

Την κουβέντα θα συντονίσουν η Ιωάννα Μαραβελίδη και ο Yavor Tarinski του οποίου ο σχετικός συλλογικός τόμος “ Enlightenment and Ecology: The Legacy of Murray Bookchin in the 21st Century ” μόλις κυκλοφόρησε.

ΚΥΡΙΑΚΗ 17/01/21, ώρα 7μ.μ.

ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ την εκδήλωση από το κανάλι του Αυτολεξεί στο youtube: https://www.youtube.com/channel/UCyVjTPEKidTcV9U36fIdXig
και από τη σελίδα μας στο fb: https://www.facebook.com/aftoleksi.mag/

Στην εκδήλωση θα υπάρχει δυνατότητα να παρέμβουν και άλλοι άνθρωποι από τοπικές πρωτοβουλίες και εγχειρήματα. Θα ακολουθήσει συζήτηση με ερωτήσεις, σχόλια και τοποθετήσεις από το κοινό, το οποίο θα μπορεί να στέλνει μηνύματα στους παραπάνω συνδέσμους καθώς και στο e-mail: aftoleksi@gmail.com

#100yearsMurrayBookchin

Η εκδήλωση αποτελεί μία θετική ανταπόκριση στο κάλεσμα του Διεθνούς Ινστιτούτου Κοινωνικής Οικολογίας - TRISE για διοργάνωση εκδηλώσεων στη μνήμη και τη συνέχιση της πολιτικής κληρονομιάς του Μπούκτσιν, καθ' όλη τη διάρκεια της χρονιάς ανά τον κόσμο. Ανάλογη πρωτοβουλία θα παρθεί στις 14/01 για τον αγγλόφωνο κόσμο:
https://www.facebook.com/events/160313245517801



Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
«Α! Αι εκλογαί, αυτή είναι η μόνη επί εβδομήκοντα έτη ασχολία μας, αφότου ηλευθερώθημεν, αφότου δηλαδὴ μετηλλάξαμεν τυράννους, τους οποίους δια των εκλογών φανταζόμεθα, ότι αντικαθιστώμεν τάχα συχνότερον, όπως μη αποδειχθή ψευδές το δημώδες λόγιον – «Άλλαξε ο Μανολιός κι έβαλε τα ρούχ’ αλλοιώς».

Έζησε 60 χρόνια. Σαν σήμερα πριν από 110 χρόνια πέθανε «η κορυφή των κορυφών» κατά τον Κ. Π. Καβάφη, ο γνωστός και ως «ο άγιος των ελληνικών γραμμάτων», ίσως ο σημαντικότερος Έλληνας λογοτέχνης, ο ασκητικός και λιτός ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ.
Με το παρακάτω σύντομο αυτοβιογραφικό σημείωμα, ο ίδιος εξιστορεί την ζωή του:

Ἐγεννήθην ἐν Σκιάθῳ, τῇ 4 Μαρτίου 1851. Ἐβγήκα ἀπὸ τὸ Ἑλληνικὸν Σχολεῖον εἰς τὰ 1863, ἀλλὰ μόνον τῷ 1867 ἐστάλην εἰς τὸ Γυμνάσιον Χαλκίδος, ὅπου ἤκουσα τὴν Α΄ καὶ Β΄ τάξιν. Τὴν Γ΄ ἐμαθήτευσα εἰς Πειραιᾶ, εἴτα διέκοψα τὰς σπουδάς μου καὶ ἔμεινα εἰς τὴν πατρίδα. Κατὰ Ἰούλιον τοῦ 1872 ὑπῆγα εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος χάριν προσκυνήσεως, ὅπου ἔμεινα ὀλίγους μῆνας. Τῷ 1873 ἦλθα εἰς Ἀθήνας καὶ ἐφοίτησα εἰς τὴν Δ΄ τοῦ Βαρβακείου. Τῷ 1874 ἐνεγράφην εἰς τὴν Φιλοσοφικὴν Σχολήν, ὅπου ἤκουα κατ' ἐκλογὴν ὀλίγα μαθήματα φιλολογικά, κατ' ἰδίαν δὲ ἠσχολούμην εἰς τὰς ξένας γλώσσας. Μικρὸς ἐζωγράφιζα Ἁγίους, εἶτα ἔγραφα στίχους, καὶ ἐδοκίμαζα νὰ συντάξω κωμῳδίας. Τῷ 1868 ἐπεχείρησα νὰ γράψω μυθιστόρημα. Τῷ 1879 ἐδημοσιεύθη Ἡ Μετανάστις ἔργον μου εἰς τὸ περιοδικὸν Σωτῆρα. Τῷ 1882 ἐδημοσιεύθη Οἱ ἔμποροι τῶν Ἐθνῶν εἰς τὸ Μὴ χάνεσαι. Ἀργότερα ἔγραψα περὶ τὰ ἑκατὸν διηγήματα, δημοσιευθέντα εἰς διάφορα περιοδικὰ καὶ ἐφημερίδας.




Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης γεννήθηκε στα 1851 στη Σκίαθο· ήταν το τρίτο από τα έξι παιδιά (τα τέσσερα κόρες) του ιερέα Αδαμαντίου Εμμανουήλ και της Γκιουλώς Μωραΐτη. Μονότροπος και αισθητής και απείθαρχος από παιδί περιπλανήθηκε από σχολείο σε σχολείο και τελικά αποφοίτησε στα 1874 από το Βαρβάκειο. Για μερικούς μήνες διέμεινε με τον εξάδελφό του, τον Τίμο Μωραϊτίδη, στο Άγιον Όρος και ύστερα γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, αλλά απαξίωσε να ολοκληρώσει τις σπουδές του. Από το 1887 εγκαταστάθηκε μονίμως στην Αθήνα. Κατά αραιά χρονικά διαστήματα επισκεπτόταν την ιδιαιτέρα του πατρίδα, όπου και πέθανε από πνευμονία το 1911.

M.Z. Κοπιδάκης, «Εν λόγω ελληνικώ…», Ίκαρος Εκδοτική Εταιρία, Αθήνα 2003, 229.



Ο Παπαδιαμάντης ζει στην Αθήνα τη μεταβατική εποχή των πολιτικών και κοινωνικών αλλαγών και της ανάπτυξης του Τύπου, οι οποίες ανέδειξαν έναν νέο τύπο λογίου (όχι τον αριστοκράτη, μεγαλοαστό, θεσμικό παράγοντα που περιστασιακά ασχολείται με τη λογοτεχνία, τύπου Ραγκαβή, Καλλιγά και Βλάχου, ούτε τον λογοτέχνη που εξαρτάται από τον πάτρωνα, όπως ο Αχιλλεύς Παράσχος ή ο Βιζυηνός), και ανανέωσαν τη σχέση των λογοτεχνών με το κοινό. Η σχέση μεταξύ καθημερινής εφημερίδας και λογοτεχνίας, η οποία ενθάρρυνε την παραγωγή έργων με ημι-βιομηχανικές μεθόδους (επιφυλλιδογραφικό μυθιστόρημα) ή την καλλιέργεια λογοτεχνικών ειδών, όπως το διήγημα και το χρονογράφημα, συμπίπτει με την επέκταση του αναγνωστικού κοινού που προέκυψε από την επέκταση της εκπαίδευσης. Ο λογοτέχνης απελευθερώνεται από την εξουσία του πάτρωνα, αλλά ειρωνικά υποτάσσεται στους νόμους της αγοράς.
[…]
Ο Παπαδιαμάντης ξεκινά τη σταδιοδρομία του ως συγγραφέας, μπαίνοντας καθυστερημένα στον χώρο του (επιφυλλιδογραφικού) μυθιστορήματος, και αργότερα εξίσου καθυστερημένα στο χώρο του διηγήματος σε εφημερίδες και περιοδικά. Θεωρητικά θεραπεύει είδη και τρόπους που ανήκουν στην ονομαζόμενη λογοτεχνία της ευρείαςκατανάλωσης, με την έννοια ότι δεν ακολούθησε τους κανόνες, τις ενδεδειγμένες συνταγές ή τη γλώσσα των συγκεκριμένων ειδών. Ποτέ του δεν χρησιμοποίησε τη θητεία του στη μετάφραση και τη δημοσιογραφία για την προώθηση του έργου του, ούτε διέθετε την επιχειρηματικότητα και τη συστηματικότητα του επαγγελματία συγγραφέα (nulla dies sine linea, το δόγμα του Ζολά), και αποτιμούσε και την πρωτότυπη και τη μεταφραστική του εργασία χαμηλότερα από όσο του προσέφεραν οι εργοδότες του.

Δεν επέλεξε, εξάλλου, ποτέ τον ρόλο του συγγραφέα των θεσμών και των διακρίσεων. Δεν μετείχε σε διαγωνισμούς, δεν ζήτησε την προστασία παλαιοτέρων συναδέλφων του, δεν αφιέρωσε σε κανέναν μυθιστόρημα ή διήγημά του, προσπάθησε, αλλά μάλλον δεν είχε τον χρόνο και την ικανότητα, να εκδώσει βιβλίο, δεν διεκδίκησε βραβεία (παρασημοφορήθηκε σε μια ομαδική απονομή την προηγουμένη του θανάτου του), και δεν μετήλθε στρατηγικές για να κατασκευάσει το λογοτεχνικό του status. […]



Γ. Φαρίνου-Μαλαματάρη, «Ο Παπαδιαμάντης στην εποχή του. Φυλλομετρώντας τα τεκμήρια αλλιώς». Το σχοίνισμα της γραφής. Παπαδιαντ(ολογ)ικές μελέτες, Gutenberg, Αθήνα 2014, 295 & 297.


Ο Παπαδιαμάντης ξεκίνησε τη συγγραφική του πορεία με περιπετειώδη ιστορικά μυθιστορήματα, αλλά εγκαίρως στράφηκε προς το «ρεαλιστικόν» διήγημα, όπου και διέπρεψε. Η στροφή αυτή οφείλεται στην ευτυχή συγκυρία περιρρέουσας ατμόσφαιρας και εσωτερικής παρόρμησης. Η προκήρυξη από την Εστία στα 1883 του διαγωνισμού για το «ελληνικόν διήγημα» που θα έτερπε, θα δίδασκε και θα εξήγειρε το αίσθημα της προς τα πάτρια αγάπης, […] ενεθάρρυνε τους νέους διηγηματογράφους να ασχοληθούν με θέματα από τον λαϊκό βίο και πολιτισμό. Ο αποφασιστικός ωστόσο παράγοντας για τη στροφή στάθηκε η ανάγκη του συγγραφέα, που ένιωθε εγκλωβισμένος μέσα στην αποπνικτική αστική ζωή της Αθήνας, να ξαναβρεί τον παράδεισο των παιδικών του χρόνων, να αναζητήσει μέσα από λυρικές αναδρομές τον χαμένο χρόνο της αθωότητας.

M.Z. Κοπιδάκης, «Εν λόγω ελληνικώ…», Ίκαρος Εκδοτική Εταιρία, Αθήνα 2003, 230.



Ο Παπαδιαμάντης είναι ένας συγγραφέας που διαμένει επί μεγάλα διαστήματα στην Αθήνα χωρίς να γίνεται αστός. Για να κερδίσει, πάντως, τη ζωή του ασχολείται κατά την περίοδο 1887-1910 με τη μετάφραση και το διήγημα, τα οποία δημοσιεύονται σε εφημερίδες και περιοδικά. Γράφει για ένα αστικό, ως επί το πλείστον, αναγνωστικό κοινό, το οποίο όμως, κατά τεκμήριο, δεν έχει χάσει ολοκληρωτικά τον δεσμό του με την επαρχία. Περιγράφει τη μικρή κοινωνία του νησιού του, όπως την θυμάται στην πόλη, και τις περισσότερες φορές ανεπαισθήτως φέρνει σε αντιπαραβολή τον απλό αγροτικό κόσμο του κειμένου με τον αστικό και «εξευρωπαϊσμένο» κόσμο του αναγνώστη. Ο αστός αναγνώστης προσλαμβάνει την αντίθεση αυτή και όλες τις άλλες που απορρέουν απ’ αυτήν (παρελθόν vs παρόν / απλότητα vs περιπλοκότητα), συγκρίνει το παρελθόν με το παρόν του και ενδεχομένως ασκεί κριτική στο δικό του παρόν. Η απλή κοινωνία της Σκιάθου «ερμηνεύεται» από την προοπτική της Αθήνας. Το περιεχόμενο του διηγήματος είναι ρεαλιστικό, η προοπτική παρουσίασής του ειδυλλιακή. Το ειδυλλιακό, δηλαδή, είναι λιγότερο θέμα περιεχομένου και περισσότερο θέμα προοπτικής από την οποία παρουσιάζεται και κατ’ επέκταση σημασιοδοτείται το περιεχόμενο αυτό.


[…]

[…] ένας συγγραφέας ο οποίος από την πρωτεύουσα που εξευρωπαΐζεται και εκμοντερνίζεται εστιάζει τη ματιά του σε μια συγκεκριμένη περιοχή, τοπικά (εγγύς αγροτοποιμενικό παρελθόν της Σκιάθου) και αργότερα και χρονικά περιορισμένη (παιδική ηλικία), προκειμένου να αναδημιουργήσει έναν «μικρόκοσμο», μέσω του οποίου συλλαμβάνει ό,τι θεωρείται κάθε φορά γι’ αυτόν πρόσφατη εκδοχή του Παραδείσου ή της Χρυσής Εποχής. Με αυτόν τον τρόπο, το παπαδιαμαντικό κείμενο γίνεται ένα ταξίδι μέσω της μνήμης για την ανα-από-κάλυψη της χαμένης ενότητας του ανθρώπινου προσώπου και του φυσικού κόσμου.


Γ. Φαρίνου-Μαλαματάρη, «Η ειδυλλιακή διάσταση της διηγηματογραφίας του Παπαδιαμάντη. Μερικές παρατηρήσεις και προτάσεις». Το σχοίνισμα της γραφής. Παπαδιαντ(ολογ)ικές μελέτες, Gutenberg, Αθήνα 2014, 26 & 50.


Από την πληθωρική παραγωγή του Παπαδιαμάντη πρέπει να αποκλείσουμε πολλά διηγήματα που μόλις φτάνουν ή ξεπερνούν το μέτριο. Πριν από το 1900 ξεχωρίζουν «Η νοσταλγός», το «Ολόγυρα στη λίμνη» (με έναν υποβλητικό, ποιητικό τόνο), το εκτεταμένο και πλατύ αφήγημα «Βαρδιάνος στα σπόρκα» (σαν ένας πολυπρόσωπος πίνακας, όπου όμως κυριαρχεί το κεντρικό πρόσωπο της μητέρας και η μητρική στοργή), ο «Έρωτας στα χιόνια» με τη λυρική του μελαγχολία. Μετά το 1900 ο λυρικός τόνος κυριαρχεί περισσότερο: εδώ ανήκουν, το πολυδιαβασμένο «Όνειρο στο κύμα», ο «Ρεμβασμός του Δεκαπενταύγουστου» και το εκτενέστερο, σαν λυρική εξομολόγηση, «Ρόδινα ακρογιάλια». Αλλά το έργο της τελευταίας δεκαετίας, αν όχι το πιο αντιπροσωπευτικό, πάντως το πιο δυνατό του Παπαδιαμάντη είναι Η Φόνισσα (1903). Κεντρική μορφή στο μεγάλο αυτό αφήγημα είναι η Φραγκογιαννού (η φόνισσα)· εξήντα χρονών πια, καθώς αναλογίζεται τα περασμένα της, διαπιστώνει πως η γυναίκα είναι πάντα σκλάβα: των γονιών της, ανύπαντρη, του άντρα της, παντρεμένη, ύστερα των παιδιών και στο τέλος των παιδιών των παιδιών της. Έτσι συλλαμβάνει την ιδέα να σκοτώνει τα μικρά κορίτσια, για να τα σώσει από τα βάσανα. Και με την έμμονη αυτή ιδέα, θα διαπράξει μια σειρά από φόνους, και κυνηγημένη από την αστυνομία θα πνιγεί την ώρα που ζητά καταφύγιο σε μια εκκλησιά κοντά στη θάλασσα, «εις τον λαιμόν τον ενώνοντα τον βράχον του ερημητηρίου με την ξηράν, εις το ήμισυ του δρόμου μεταξύ της θείας και της ανθρωπίνης δικαιοσύνης». Η Φόνισσα είναι ένα δυνατό έργο ψυχογραφικό· η γυναίκα αυτή με την αβυσσαλέα ψυχολογία, που τοποθετείται έξω από την ανθρώπινη κοινωνία, είναι ένα πρόσωπο αινιγματικό και ολότελα ξένο από τους αφελείς (πονηρούς πολλές φορές, αλλά καλόκαρδους πάντα) νησιώτες που γεμίζουν τα άλλα του διηγήματα. Η ψυχολογική περιγραφή δίνεται με τελείως διαφορετική αδρότητα· και η σύνθεση είναι επίσης πυκνή και η λογοτεχνική εκτέλεση περισσότερο προσεγμένη.

Λίνος Πολίτης, Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1998 (9η έκδ.), 205-206.



Σύμφυτη με την πεποικιλμένη θεματολογία και με τη γενικότερη θεώρηση των πραγμάτων είναι και η γλώσσα. Η καθαρεύουσα εμφανίζεται σε διάφορες μορφές (πάντοτε όμως αβρά και χαρίεσσα) στο λόγο του αφηγητή και των προσώπων που έχουν κάποια μόρφωση. Στις περιγραφές τοπίων και ψυχών αυτή η απλή καθαρεύουσα συνοφρυούται σε αυστηρή αρχαΐζουσα. Η δημοτική χρησιμοποιείται στους περισσότερους τίτλους των διηγημάτων […], στην εσωτερική αφήγηση, σε διαλόγους και ενίοτε στον λόγο του κύριου αφηγητή. Σε ένα τρίτο επίπεδο συνωθούνται διάλεκτοι (ιδίως το σκιαθίτικο ιδίωμα) και ιδιόλεκτα.

Ό,τι θαυμάζουν οι μεν στον Παπαδιαμάντη, οι άλλοι το κατακρίνουν. Ορισμένοι κριτικοί τού προσάπτουν αδυναμίες καλλιτεχνικής φύσης: στοιχειώδης πλοκή, έλλειψη σχεδίου, παρεμβολές στη ροή της αφήγησης, σχοινοτενείς επίπεδες περιγραφές, αναιμικοί επαναλαμβανόμενοι και τυποποιημένοι χαρακτήρες, προχειρογραφία. Άλλοι πάλι (ή και οι ίδιοι) ψέγουν τον συγγραφέα για παρακμιακό βυζαντινισμό, για οπισθοδρομική νοοτροπία, για μοιρολατρία, για στρουθοκαμηλισμό αναφορικά με τα ουσιώδη προβλήματα που ταλάνιζαν την εποχή του, για θρησκοληψία, για τον πεσιμιστικό του νατουραλισμό που ενίοτε φτάνει στα άκρα (Η φόνισσα). […]


Mιχάλης Z. Κοπιδάκης, «Εν λόγω ελληνικώ…», Ίκαρος, Αθήνα 2003, 231-232.






Άμα διαβάσει κανείς ένα διήγημα του Παπαδιαμάντη, θέλγεται και από το υλικό και από το παρουσίασμα· άμα διαβάσει δύο, η εντύπωση ελαττώνεται· άμα διαβάσει κανείς πολλά, η αγαθή εντύπωση σβήνει, όχι μόνο εξαιτίας της μονότροπης τεχνικής, αλλά γιατί ξαναβρίσκει συχνά τα ίδια θέματα και τα ίδια μοτίβα: ούτε εξέλιξη, ούτε καν ανανέωση. Ένας κόσμος κλειστός, ευχάριστος στην πρώτη επαφή και αποπνικτικός στην διάρκειά του. […] Ύφος, έκφραση, γλώσσα σχεδόν τυχαία· καμιά επίτευξη στην κατεύθυνση αυτή. Η παρεμβολή του αφηγητή γίνεται βαριά και αδέξια: ψυχρά λογοπαίγνια, αναφορές σε περιστατικά που πρόκειται να ακολουθήσουν, πρωθύστερα, παρενθέσεις, αποσιωπητικά, επιφωνήματα, όλες οι ουλές όσες αφήνει στον λόγο η προχειρογραφία, ξαναβρίσκονται αδιάκοπα στο έργο του. […]

[…] Ο Παπαδιαμάντης διαβάζεται εύκολα από ανθρώπους που δεν έχουν συνηθίσει στην καλή ποιότητα και δεν απαιτεί κανενός είδους προπαρασκευή· η γενιά, που τιμούσε τον Σουρή για μεγάλο ποιητή, επόμενο είταν να τιμήσει για μεγάλο πεζογράφο τον Παπαδιαμάντη: το νόημα της τέχνης υπάρχει μόνο στην άλλη παράταξη, που μοχθεί για να δημιουργήσει, που παλεύει ανεβαίνοντας αργά ανάμεσα στην αδιαφορία του κοινού και στην αποδοκιμασία των λογίων όσοι νομίζουν πως κρατούν την παράδοση. […]


Κ.Θ. Δημαράς, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Από τις πρώτες ρίζες ως την εποχή μας, Εκδόσεις «Γνώση», Αθήνα 2000 (9η έκδ.), 501-502.


Τι απομένει λοιπόν από το έργο τούτο σήμερα; Ασφαλώς, η εποχή του άκριτου θαυμασμού και του λαϊκισμού, των γλωσσικών φανατισμών και των μεταφυσικών δογματισμών, των μεγάλων ναι και των μεγάλων όχι, μοιάζει κιόλας αρκετά μακρινή και, οπωσδήποτε, δεν είναι πια η δική μας. Σιγά-σιγά, με τα χρόνια και με τη συμβολή μιας απαιτητικότερης κριτικής, ο συγγραφέας μας έχασε την πρώτη λάμψη του θρύλου του και αντιμετωπίστηκε με πιο νηφάλιο τρόπο. Σήμερα ξέρουμε πως το έργο του δεν διαθέτει όλες εκείνες τις εγγυήσεις που εξασφαλίζουν ένα απρόσκοπτο ταξίδι μέσα στο χρόνο: ούτε η προχειρογραφία, ούτε η στατικότητα, ούτε η αφέλεια αποτελούν αξίες ικανές να προστατέψουν από τις φουρτούνες, αν όχι από το ναυάγιο. Ο διασαλπισμένος ρεαλισμός του Παπαδιαμάντη, άκριτος και χωρίς δυναμικές προεκτάσεις, δεν είναι στην ουσία του, παρά ένας ηθογραφικός νατουραλισμός, συνδεδεμένος με το πνεύμα και με το γράμμα μιας ορισμένης εποχής.[…] Η σκέψη του συγγραφέα μας, γεμάτη κοινούς τόπους, ελάχιστα μαρτυρεί τον άνθρωπο που χρησιμοποιεί το δικό του μυαλό· τα ψυχρά του λογοπαίγνια δεν προδίδουν μια ιδιαίτερη αίσθηση του χιούμορ· η δημοσιογραφική του γραφή μεταβάλλει τα περισσότερα διηγήματά του σε ανολοκλήρωτα ρεπορτάζ, σταματημένα σχεδόν αυθαίρετα ή συνεχιζόμενα δίχως λόγο.

Κι όμως, παρόλα τα ολοφάνερα ελαττώματά του, το έργο του Παπαδιαμάντη δεν παύει ν’ ασκεί επάνω μας μιαν ιδιότυπη γοητεία. Πολλές φορές, κάτι από το ρίγος που μας δίνουν οι μεγάλοι ποιητές αναδύεται πίσω από τη νοσταλγία του και την ακαταμέτρητη, αρχαϊκή του θλίψη. […] Γιατί εδώ, σ’ αυτήν την ποιητική και λυρική διάσταση, τη διαποτισμένη με πολλή βυζαντινή υμνογραφία και με ακόμη περισσότερο ανθρώπινο πόνο, μπορούμε, θαρρώ, ν’ αναζητήσουμε το μυστικό της γοητείας του Παπαδιαμάντη, ή, με άλλα λόγια, την ειδοποιό διαφορά του από μιαν ηθογραφία τύπου Δροσίνη και Χρήστου Χρηστοβασίλη. Αν υπάρχει ένα μέρος του παπαδιαμαντικού έργου που ν’ αποτελεί πραγματικά ένα ποιοτικό άλμα —ας πούμε: καμιά εικοσαριά διηγήματα, εκτός από τη Φόνισσα— είναι ακριβώς το μέρος αυτό που φορτίζεται, περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο, με το ποιητικό δυναμικό του δημιουργού του. Δεν είναι αποτέλεσμα εξέλιξης ή ωρίμανσης (οι λέξεις αυτές δεν έχουν θέση στον κόσμο του Παπαδιαμάντη). Είναι αποτέλεσμα ψυχικών εντάσεων κι ευνοϊκών στιγμών. […] Είναι οι στιγμές όπου το αυτοβιογραφικό στοιχείο εισβάλλει με όλη την αμεσότητά του και η ποιητική ένταση ταυτίζει την ποιότητα με τη μαρτυρία.


Παναγιώτης Μουλλάς, «Εισαγωγή». Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Αυτοβιογραφούμενος, Ερμής, Αθήνα 1974, σ.ξγ΄- ξδ΄.


Πού όμως ακριβώς θα μπορούσε να τοποθετηθεί και επομένως να αναζητηθεί η ποιητικότητα του έργου του Παπαδιαμάντη […];

[…] Μπορούμε […] γενικά να πούμε ότι η ποιητικότητα του παπαδιαμαντικού έργου εντοπίζεται στον μη αναπαραστατικό χαρακτήρα του, στην άρνηση δηλαδή του Παπαδιαμάντη να δει τον κόσμο με το μάτι του απλού θεατή και του κοινού παρατηρητή και να τον περιγράψει σύμφωνα με την κοινή εμπειρία, τις ταξινομήσεις και τις κατηγοριοποιήσεις που μας προσφέρει και τελικά επιβάλλει η κοινή εμπειρία. Η ποιητικότητα του Παπαδιαμάντη συνίσταται σ’ αυτόν τον διαφορετικό τρόπο με τον οποίο θεάται τον κόσμο, τρόπο που κάνει ώστε στο έργο του «τα πάντα συμβαίνουν σα να επρόκειτο η πραγματικότητα να αναδυθεί ως νέα κατηγορία», για να θυμηθούμε για την περίπτωση τα λόγια του Παστερνάκ. Γιατί παράλληλα με τον υπαρκτό κόσμο της Σκιάθου, ποιος είναι αυτός ο «άλλος» κόσμος που μας παρουσιάζει και ο Παπαδιαμάντης και στον οποίο συμβαίνουν πολλά που αντιβαίνουν στην κοινή λογική και στην κοινή εμπειρία; Σ’ αυτή τη νέα κατηγορία πραγμάτων προσπαθεί επομένως να δώσει ένα όνομα.

Αν μάλιστα είμαστε πιο προσεχτικοί θα αντιληφθούμε ότι ο «διασαλπισμένος ρεαλισμός του», οι διαβεβαιώσεις του ότι απλώς καταγράφει πιστά και τίποτα δεν επινοεί, αυτήν την άλλη πραγματικότητα υπερασπίζονται, την απίθανη, και δεν αποτελούν κατά κανένα τρόπο ομολογία ότι συμμορφώνεται με τις αρχές, τις ανάγκες, τις απαιτήσεις και τις υποδείξεις της σύγχρονής του ρεαλιστικής πεζογραφίας. Οι φανερές διαβεβαιώσεις για ρεαλισμό στην πραγματικότητα υπονομεύουν τον αναπαραστατικό χαρακτήρα του έργου του και λειτουργούν τελικά ως κριτική της ρεαλιστικής γραφής. Όπως ακριβώς το ίδιο κάνει και με τις τολμηρές παρεμβάσεις του συγγραφέα στο Έρως-Ήρως και στη Νοσταλγό, που κι αυτές μπορούν να θεωρηθούν ως δείγματα απελευθέρωσης της συγγραφικής πράξης από τις δεσμεύσεις που επιβάλλει η δημιουργία ενός αποδεκτού με τα τρέχοντα ειδολογικά κριτήρια πεζογραφήματος. […]


Ελένη Πολίτου-Μαρμαρινού, «Η ποιητικότητα του παπαδιαμαντικού έργου», περ. Διαβάζω, τχ. 165 (8 Απρ. 1987) 53-54.




[…] τα διηγήματα του Παπαδιαμάντη παρουσιάζουν έντονα τα κυριότερα χαρακτηριστικά του ευρωπαϊκού ρομαντισμού, καίτοι συνήθως θεωρείται ο ίδιος ηθογράφος-ρεαλιστής. […]

[…] δύο θέματα […] παρουσιάζονται συχνά στα διηγήματα του Παπαδιαμάντη, τα οποία είναι θεμελιώδη και στο πεζογραφικό και ποιητικό έργο της ευρωπαϊκής ρομαντικής εποχής […]. Τα θέματα αυτά είναι πρώτον ο προέχων ρόλος της φύσης και δεύτερον ο ανέφικτος έρωτας. […]

Αυτή η παρατήρηση μας φέρνει σε άλλο σημαντικό χαρακτηριστικό που συνδέει τον Παπαδιαμάντη με τους Ευρωπαίους ρομαντικούς: τον τρόπο που παρουσιάζει τον έρωτα. Αυτό που διακρίνει το μεγάλο μέρος των ερωτικών ιστοριών της ρομαντικής εποχής από τις παλαιότερες είναι πρώτα η λεπτομερής περιγραφή της αγωνίας και της εσωτερικής διαταραχής του ερωτευμένου και, δεύτερον, η συχνή παρουσίαση του έρωτα ως ανέφικτου ή ανεκπλήρωτου. Ο κατάλογος των ηρώων και ηρωίδων που δυστυχούν στην ερωτική τους ζωή είναι όπως ξέρουμε πολύ μακρύς στη ρομαντική λογοτεχνία. Στον Παπαδιαμάντη πάνω από δέκα διηγήματα ασχολούνται με το θέμα του ανέφικτου έρωτα. […] Στον «Έρωτα-Ήρωα» την αγαπημένη την παντρεύουν με άλλο, στην «Νοσταλγό» η αγαπημένη είναι κιόλας παντρεμένη, στο «Ολόγυρα στη Λίμνη» ο ήρωας είναι πολύ μικρός (μικρότερος και από το βοσκόπουλο στο «Όνειρο στο Κύμα»), στον «Έρωτα στα Χιόνια» η προχωρημένη ηλικία του ήρωα και οι περιστάσεις της ζωής του γίνονται ανυπέρβλητα εμπόδια. Στο «Για την Περηφάνια» και η κοπέλα και η μητέρα της δεν θέλουν το συνοικέσιο. Τον Σημαδιακό στο ομώνυμο διήγημα τον περιπαίζει η εμπνεύστρια της αγάπης του, και στο «Απόλαυσις στη Γειτονιά», ένα από τα αθηναϊκά διηγήματα, ο ερωτευμένος αυτοκτονεί γιατί τον απορρίπτει η κοπέλα. Στον «Έρωτα-Ήρωα», τον «Έρωτα στα Χιόνια», στην «Φαρμακολύτρια», και στα «Ρόδιν’ Ακρογιάλια» βρίσκουμε τις χαρακτηριστικές για τον ρομαντισμό περιγραφές της αγωνίας και της απελπισίας του ερωτευμένου που δεν βρίσκει ανταπόκριση.

Η αφήγηση όλων των διηγημάτων αυτών (εκτός από το «Απόλαυσις στη Γειτονιά») γίνεται από τη σκοπιά του άντρα. Ο Παπαδιαμάντης δεν περιγράφει τα ερωτικά πάθη των γυναικών. Γενικά, […] ο Παπαδιαμάντης εξιδανικεύει τη νέα γυναίκα. […]


Ελισάβετ Κωνσταντινίδου, «Ο Παπαδιαμάντης και η παράδοση του ευρωπαϊκού Ρομαντισμού». Πρακτικά Α΄ Διεθνούς Συνεδρίου για τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, Δόμος, Αθήνα 1996, σ. 387-388 & 393-394.




Αν δει κανείς τον Παπαδιαμάντη μόνον αισθητικά, χάνει την ουσία του. Αν τον δει μόνον θρησκευτικά, τότε χάνεται η μοναδικότητά του και μετατρέπεται σε ένα είδος λογοτεχνίας «με θέση». Στην πρώτη περίπτωση μάλλον θα προσληφθεί μέσα στο πλαίσιο του διηγήματος του 1880 ή όποιου λογοτεχνικού είδους είναι πλησιέστερα στον ορίζοντα των νέων αναγνωστών, στη δεύτερη αποτιμάται θετικά ή αρνητικά ανάλογα με τη γενικότερη ιδεολογική τοποθέτηση του αναγνώστη. Μπορεί να πει κανείς, μάλιστα, ότι όλες οι μέχρι τώρα αξιολογικές κρίσεις για τον Παπαδιαμάντη είναι απόρροια των ποικίλων συνδυασμών των δύο αυτών αξόνων. Όποιοι παραδέχονται τις πεποιθήσεις του, βρίσκουν ιδιοφυή και τη μορφή του κειμένου. Όποιοι διαφωνούν με τις πεποιθήσεις του, βρίσκουν ελαττώματα και στη μορφή. Είναι πολύ λιγότερες οι περιπτώσεις (και νεότερες στην ιστορία της πρόσληψης), που η διαφωνία με τις πεποιθήσεις δεν ακυρώνει την αισθητική απόλαυση του κειμένου […], ή που ο Παπαδιαμάντης διαβάζεται με τέτοιον τρόπο ώστε οι πεποιθήσεις του κειμένου να μοιάζουν με τις πεποιθήσεις του αναγνώστη […]. Όπως με μοναδική ευστοχία το διατύπωσε ο [Κωστής] Παπαγιώργης: «Αν υπάρχουν δύο Παπαδιαμάντηδες, πάντα ο ένας θα θυσιάζεται εν ονόματι του άλλου» […].


Γεωργία Φαρίνου-Μαλαματάρη, «Μικρή εισαγωγή στην πρόσληψη του Παπαδιαμάντη». Εισαγωγή στην πεζογραφία του Παπαδιαμάντη. Επιλογή κριτικών κειμένων, επιμ. Γ. Φαρίνου-Μαλαματάρη, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2005, 33-34.


Ας προσέξουμε κάποιες από τις ρήσεις του  Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη:

«Και τι πταίει η γλαυξ, η θρηνούσα επί ερειπίων; Πταίουν οι πλάσαντες τα ερείπια. Και τα ερείπια τα έπλασαν οι ανίκανοι κυβερνήται της Ελλάδος».

«Θα έλεγε τις ότι η χώρα αύτη ηλευθερώθη επίτηδες, διά να αποδειχθή, ότι δεν ήτο ικανή προς αυτοδιοίκησιν».

«Άνευ ψεύδους ουδεμία υπόθεσις ευοδούται».

«Αχ! κάθε αμαρτία έχει και τη γλύκα της».

«Ζωή είναι αυτό, πόλεμος είναι».

«Ο κόσμος θα εξακολουθή πάντοτε να βαδίζη εμπρός, πότε κούτσα – κούτσα, πότε σήκω – πέσε με σκιρτήματα μονοπόδαρα, με σκοντάμματα, ή με βήματα καρκίνου. Και αλλοίμονον εις τους όσοι εγήρασαν κι εκουράσθησαν και δεν δύνανται να παρακολουθήσουν».

«Αυτός ο κόσμος είναι μάταιος. Ανόητος είναι όστις περιμένει ευτυχίαν εδώ».

«Α! Αι εκλογαί, αυτή είναι η μόνη επί εβδομήκοντα έτη ασχολία μας, αφότου ηλευθερώθημεν, αφότου δηλαδὴ μετηλλάξαμεν τυράννους, τους οποίους δια των εκλογών φανταζόμεθα, ότι αντικαθιστώμεν τάχα συχνότερον, όπως μη αποδειχθή ψευδές το δημώδες λόγιον – «Άλλαξε ο Μανολιός κι έβαλε τα ρούχ’ αλλοιώς».

«Πας άνθρωπος εργάζεται δι’ εαυτόν, επί τη προφάσει, ότι εργάζεται δια τους άλλους».

«Πώς δύναταί τις να γίνει ανήρ χωρίς ν’ αγαπήσει δεκάκις τουλάχιστον, και δεκάκις ν’ απατηθεί ;».

Με πληροφορίες από εδώ κι εδώ

Η σιδηροδρομική γραμμή διαμέσου του λεκανοπεδίου των λιμνών Αγίου Βασιλείου και Βόλβης διαμέτρου γραμμής 0,60 μ. που θα συνέδεε τη Θεσσαλονίκη με το υψίπεδο της Σόφιας, για την εξυπηρέτηση των αναγκών του Α’ παγκοσμίου πολέμου, αρχίζει να κατασκευάζεται το 1916, για τις ανάγκες του Συμμαχικου στρατού στο Μακεδονικό μέτωπο, στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, αρχικά από το χωριό Σαρακλή, λίγο έξω από τον Λαγκαδά μέχρι το χωριό Δήμητρα Σερρών... 

Βρισκόμαστε στα 1916 και στην περίοδο του πρώτου παγκόσμιου πόλεμου. Οι συμμαχικές δυνάμεις για την μεταφορά στρατιωτικού υλικού κατασκευάζουν την γραμμή με αφετηρία το χωριό Σαρακλή λίγο έξω από τον Λαγκαδά στο σημερινό Ηράκλειο . Η γραμμή κατευθύνονταν νότια των λιμνών Αγίου Βασιλείου και Βόλβης διέρχονταν από τα στενά της Ρεντίνας και από την Ασπροβάλτα κατέληγε ανάμεσα στα χωριά Μύρινα και Δήμητρα των Σερρών. Το έργο άρχισε να λειτουργεί το 1920 αφού νωρίτερα είχε εξαγοραστεί από το ελληνικό κράτος. 


Μετά τη λήξη του Α’ παγκοσμίου πολέμου και την αποχώρηση των συμμάχων, οι σιδηροδρομικές γραμμές επί του ελληνικού εδάφους περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο με την υπ’ αριθ. 68109 από 2-5-1920 απόφαση του Υπουργείου Συγκοινωνίας ανέθεσε την εκμετάλλευση του τμήματος της γραμμής Σαρακλή-Σταυρού στους ΣΕΚ/ΟΣΕ Οι αμαξοστοιχίες εξασφαλίζονταν με ατμάμαξες πορείας που είχαν τρεις (3) συζευγμένους άξονες και φορείο μπροστά. Για τους ελιγμούς χρησιμοποιούνταν οι αργοκίνητες ατμάμαξες της γραμμής Σκύδρας-Αριδαίας με τρεις (3) συζευγμένους άξονες μόνο, που είχαν μεταφερθεί στη γραμμή Σαρακλή-Σταυρού για να συνεχίσουν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους μετά την κατάργηση της γραμμής Σκύδρας-Αριδαίας. Η διαδρομή του τρένου ήταν πολύ ευχάριστη, δίπλα από ελκυστικές ακτές, που πρόσφεραν θέαμα ψαρέματος, χιλιάδων υδροβίων πουλιών, ερωδιών και ωραιοτάτων κύκνων, είχε δε συνολικό μήκος γραμμής 65 χιλιόμετρα και 700 μέτρα με αφετηρία χιλιομέτρησης (ένδειξη 0 + 000) το Σαρακλή, και με σταθμούς και στάσεις: 
Τούμπα χ.σ. 5 + 900 
Άγιο Βασίλειο » 10 + 350 
Βασιλούδι » 18 + 200 
Γερακαρού » 19 + 400 
Λαγκαδίκια » 22 + 650 
Στίβο » 28 + 400 
Περιστερώνα » 32 + 100 
Βόλβη » 38 + 100 
Ν. Απολλωνία » 42 + 000 
Ν. Μάδυτο » 52 + 900 
Ρεντίνα » 57 + 900 
Στάση χ.σ. 63 + 00 » 62 + 800 έφτανε στο Σταυρό (χ.σ. 65 + 700), όπου υπήρχε σταθμός και μηχανοστάσιο. 

Μέχρι το 1955 η γραμμή εξακολουθούσε να συντηρείται όμως το όνειρο να ξαναλειτουργήσει έμεινε όνειρο και την ίδια χρονιά άρχισε το ξήλωμα. Συζητώντας με τους κάτοικους της περιοχής διαπιστώνει κανείς πόσο βαθιά είναι η επιθυμία τους να ξανακούσουν το ήχο του τρένου στην περιοχή τους όχι μόνο από λόγους συναισθηματικούς αλλά και για λόγους οικονομικής ανάπτυξης. Όπου περνά το τρένο λένε είναι προτέρημα αφού υπάρχει ανάπτυξη. Πιστεύουμε ότι δεν έχουν άδικο.
  
Σήμερα μόνο ορισμένα υποστυλώματα υπάρχουν σε ξεροπόταμους που θυμίζουν ότι κάποτε περνούσε από εκεί τρένο. Θα πρέπει να αναφέρουμε ότι οι μεταφορά των επιβατών από το Σαρακλή- στην Θεσσαλονίκη και αντίστροφα γίνονταν με λεωφορεία των Σ.Ε.Κ.

Η ΑΝΑΤΙΝΑΞΗ ΤΟΥ ΤΡΕΝΟΥ ΚΑΙ Η ΔΙΑΚΟΠΗ ΤΟΥ

Το γεγονός της ανατίναξης του τρένου, δεν θα μπορούσε να το περιγράψει κανείς άλλος καλύτερα από αυτόν που το έχει ζήσει. Παραθέτουμε παρακάτω την αφήγηση του κ. Ιωάννη Τάταρη όπως την κατέγραψε στο περιοδικό «ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ» ο αείμνηστος σταθμάρχης Άλκης Τούλας. «Το μεσημέρι της 6ης Ιανουαρίου 1947, ημέρα των Θεοφανίων, ξεκίνησε το τρένο από το Σαρακλή για το Σταυρό. Χιόνιζε από την προηγούμενη και το χιόνι δημιούργησε ανησυχίες για την πορεία του τρένου. Με καθήκοντα εργοδηγού, αντικατέστησα τον εργοδηγό κ. Ψωμαδιανό ο οποίος κωλύονταν την ημέρα εκείνη, πήρα την ομάδα γραμμής και επιβιβαστήκαμε στο τρένο. Τότε ήμουν αρχιεργάτης. Είχαμε εντολή την διάνοιξη της γραμμής σε περίπτωση εμποδίου από τα χιονιά. Στο χιλιομετρικό σημείο Χ.Σ., 35 +500 που βρίσκεται μεταξύ Περιστερώνας και Λουτρών Ν. Απολλωνίας , οι αντάρτες έστησαν ενέδρα. Αρχηγός των ανταρτών ήταν ο γνωστός στην περιοχή «Κοκκινοσκούφης» πρώην εργάτης γραμμής. Οδήγησε την ομάδα του με πλάβες μέσα από την λίμνη και έφθασε στη γραμμή. Εκεί ο ίδιος ο «Κοκκινοσκούφης» που γνώριζε τον τρόπο να σταματήσει το τρένο, σήκωσε την κόκκινη σημαία και το σταμάτησε. Θα ήταν περίπου η ώρα δύο το μεσημέρι. Ανέβηκαν όλοι στο τρένο και το οδήγησαν στην τοποθεσία «Κρύα νερά». Εκεί κατέβασαν όλους τους επιβάτες και γύρω στις πέντε το απόγευμα με μπαζούκα κατέστρεψαν την μηχανή και δυο από τα πέντε βαγόνια. Θυμάμαι χαρακτηρίστηκα ότι την πρώτη φορά δεν πυροδότησε το μπαζούκα αλλά έγινε και δεύτερη προσπάθεια με την οποία πέτυχαν το σκοπό τους δηλαδή να αχρηστέψουν το συρμό. Στην συνέχεια αναλάβαμε την πρωτοβουλία να γλιτώσουμε τους επιβάτες οι οποίοι διανυκτέρευσαν στη Ν. Απολλωνία και την άλλη μέρα γύρισαν και αυτοί και εμείς στα σπίτια μας με έντονο τον τρόμο από την ανατίναξη των ανταρτών του «Κοκκινοσκούφη». Ο τελευταίος πήρε την ομάδα του και με τις πλάβες μέσα από την λίμνη γύρισε και πάλι στην απέναντι όχθη. Στην αμαξοστοιχία αυτή της 6ης Ιανουαρίου του 1947 μηχανοδηγός ήταν ο Σαράντης Μπίτσιος και θερμαστής ο Στέργιος Γκούμας». Όπως πληροφορηθήκαμε την περίοδο της γερμανικής κατοχής έγιναν πολλές ανατινάξεις στην γραμμή αυτή με πολλά θύματα μεταξύ αυτών και ο σταθμάρχης Αβράμογλου και ο γιος του σταθμάρχη Παντελίδη. Με τα αλλεπάλληλα χτυπήματα που δέχθηκε την περίοδο της κατοχής και του εμφύλιου ήταν αναμενόμενο ότι θα έπαυε η κυκλοφορία του γραφικού τρένου. Στης 17/8/1947 το τρένο σταματά οριστικά τα δρομολόγια του με τα οποία έγραψε την δική του ιστορία . Μέχρι το 1955 η γραμμή εξακολουθούσε να συντηρείται όμως το όνειρο να ξαναλειτουργήσει έμεινε όνειρο και την ίδια χρονιά άρχισε το ξήλωμα.

 


Με πληροφορίες από εδώ



 Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Της Π. Μ.

Ηταν σαν σήμερα. Πριν από σαράντα ακριβώς χρόνια, που ο Τζον Λένον έπεφτε νεκρός από τις σφαίρες του δολοφόνου του, στη γωνία 72ης Οδού και Σέντραλ Παρκ Γουέστ όπου έμεινε στο Μανχάταν.

Τέσσερις δεκαετίες μετά, εκείνη η μέρα μοιάζει το ίδιο σκοτεινή και ακατανόητη. Ο Λένον "ζει" μέσα από τα τραγούδια του και όχι µόνο. Σε µια εποχή που τα είδωλα έχουν λήξει, ο Λένον μιλάει ακόμη στο κοινό του.

Αν ο Τσάπµαν µε το διεστραµµένο µυαλό του δεν ήταν εκεί, ο Τζον Λένον θα ήταν ίσως ακόμη ανάμεσα μας.
Και ποιος ξέρει… θα φορούσε άραγε ακόμη τα στρογγυλά γυαλιά του;
Θα μιλούσε για την κυκλοφορία των Beatles σε ψηφιακή μορφή;
Θα έδινε τα τραγούδια του για download;
Θα ήταν μαζί µε τη Γιόκο Ονο ή θα είχε αποτραβηχτεί σε κάποιο νησί που δεν θα ξέραμε καν το όνοµά του;

Τον Νοέμβριο του 1980 η φωνή του Τζον Λένον ακουγόταν από όλα τα ραδιόφωνα. Είχε νέο άλμπουμ, το Double Fantasy που εκείνες τις ημέρες έβγαινε στα δισκοπωλεία, ενώ το τραγούδι του Just Like Starting Over είχε ήδη κυκλοφορήσει σαν σινγκλ.

Το απόγευμα της 8ης ∆εκεµβρίου, έξω από το διαµέρισµά του, τον περίμενε ο 25χρονος Μαρκ Τσάπµαν, που βλέποντας το είδωλό του να βγαίνει από το κτίριο, τον είχε πλησιάσει για ένα αυτόγραφο πάνω στο δίσκο που είχε αγοράσει και κρατούσε στα χέρια του.
Ο Τσάπµαν δεν θα φύγει. Θα μείνει εκεί ώσπου να επιστρέψει ο Λένον.

Γύρω στις 11 βλέπει τη λιμουζίνα να πλησιάζει. Ο Τζον βγαίνει και προχωράει μπροστά. Ο Τσάπµαν του φωνάζει: Κύριε Λένον;.
Τα υπόλοιπα συμβαίνουν πολύ γρήγορα. Τον σημαδεύει και πυροβολεί. Οι σφαίρες τον βρίσκουν στην πλάτη και στο χέρι. Μεταφέρεται επειγόντως στο Νοσοκομείο Ρούσβελτ λίγα μόλις τετράγωνα από εκεί. ∆εν τα καταφέρνει. Στα 40 του χρόνια, ο Τζον Λένον είναι νεκρός.

Πολλά τα σενάρια για το θάνατο του θρυλικού μέλους των Beatles. Αρκετοί μιλούν για προσχεδιασμένο έγκλημα, ενώ άλλοι κάνουν λόγο για ψυχωτικό θαυμαστή.

Ο Μαρκ Τσάπμαν καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη. Σε ψυχιάτρους του δικαστηρίου διηγήθηκε πως κακά πνεύματα τον παρότρυναν να δολοφονήσει τον Λένον ενώ το 2004 ομολόγησε επίσης πως ένας από τους λόγους που τον ώθησαν στην εγκληματική του ενέργεια ήταν η επιθυμία του να προβληθεί, αισθανόμενος πως μέχρι τότε ήταν ασήμαντος.

"Δώσε μία ευκαιρία στην ειρήνη και μη ξεχνάς την Αγάπη. Η μόνη ελπίδα για μας είναι η ειρήνη" δηλώνει ένας άνθρωπος-είδωλο που σημάδεψε ανεξίτηλα μια ολόκληρη εποχή.
Χρησιμοποίησε τη φήμη του για να περάσει στο κοινό του μηνύματα κατά του πολέμου και να προωθήσει την ειρήνη.
Ο ίδιος, μετά της συζύγου του, τασσόταν ανοιχτά κατά του πολέμου στο Βιετνάμ και της βίας.

Η προσπάθειά του να συμπαρασύρει το πλήθος προς αυτή την κατεύθυνση, του δημιουργούσαν προβλήματα με την εξουσία που τον θεωρούσε ως έναν "πολύ επικίνδυνο άνθρωπο", ενώ το FBI τον παρακολουθούσε στενά.

Ο Λένον είχε πρώτα κατακτήσει τον κόσμο με τα τραγούδια και τα μηνύματά του που μιλούσαν για ειρήνη και αγάπη.
Τα τραγούδια του συνεχίζουν ακόμη και σήμερα να μιλούν στις καρδιές των ανθρώπων, με πρώτο και καλύτερο το Imagine, ένα από τα δημοφιλέστερα τραγούδια της εκατονταετίας.

Ο τραγουδοποιός-τραγουδιστής από το Λίβερπουλ, με τα μεγάλα στρογγυλά γυαλιά και την ταξιδιάρικη φωνή, δε γνώρισε πατέρα, αφού τον εγκατέλειψε πριν ακόμη γεννηθεί. Η μητέρα του ακολούθησε το ίδιο παράδειγμα, όταν ο μικρός Τζον ήταν μόλις 5 ετών, αφήνοντας την ανατροφή του στην αδελφή του. Στα 18 του χάνει τη μητέρα του όταν την πάτησε με το αυτοκίνητο ένας μεθυσμένος οδηγός.
Δώδεκα χρόνια αργότερα έγραφε: «Μητέρα, με είχες αλλά δεν σε είχα. Σε χρειαζόμουν, αλλά εσύ δεν με χρειαζόσουν».

Παντρεύτηκε δύο φορές, πρώτα το ’62 την Σύνθια Πάουελ με την οποία απέκτησε τον γιο του Τζούλιαν. Το ’69 κι αφού είχε δρομολογηθεί το διαζύγιό του, συνδέθηκε με τα δεσμά του γάμου με τη Γιαπωνέζα καλλιτέχνιδα Γιόκο Όνο στο Γιβραλτάρ.
Ο μήνας του μέλιτος αποτέλεσε γι’ αυτούς μια ευκαιρία ιδιότυπης διαδήλωσης υπέρ της ειρήνης, αποφασίζοντας να τον περάσουν στο κρεβάτι, ενώ κάλεσαν και δημοσιογράφους.

Ο πρώην Beatle του πιο διάσημου συγκροτήματος στην ιστορία της ροκ μουσικής είχε γράψει τραγούδια διαμαρτυρίας για την ελευθερία και την ειρήνη, τραγούδια για τη φιλία και την αγάπη, την ευτυχία.

Η ζωή τον έκανε μοναδικό, ο θάνατος τον έκανε θρύλο.

Ύμνος στην ουτοπία και την ανθρωπότητα.

  




Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Ένας Άγγελος κατέβηκε στην γη για να προστατεύει τα αδεσποτάκια. Με τα χρόνια την αποκαλούν ''Η ΑΓΙΑ ΤΩΝ ΑΔΕΣΠΟΤΩΝ''. Αθόρυβη, χωρίς βεγγαλικά, τυμπανοκρουσίες και πυροτεχνήματα, συνεχίζει ακάθεκτη να σιτίζει πάνω από 100 αδέσποτα στο Σέιχ Σου, κουβαλώντας λίτρα νερού και κιλά τροφής επάνω στο βουνό καθημερινά... πολλές φορές με τη βοήθεια φίλων εθελοντών φιλόζωων. Στο σπίτι της μέσα φιλοξενεί σκυλάκια και γατάκια άρρωστα, άλλα γέρικα, άλλα ανήμπορα να επιβιώσουν στον δρόμο, άλλα που βρέθηκαν από την ίδια στα σκουπίδια μέσα σε κούτες ή σακούλες, κουτάβια τα οποία δεν θα είχαν καμία απολύτως πιθανότητα ζωής... Ένας άνθρωπος ο οποίος θυσίασε την ζωή του, για να αφιερωθεί στο κάλεσμα αυτό της ψυχής της. Εκεί βρήκε παρηγοριά, εκεί γεμίζει η ψυχή της, εκεί είναι όλος της ο κόσμος. Σίγουρα μια θέση στον Παράδεισο θα έχει για εκείνη ο Θεός, για την τεράστια προσφορά της και θυσία για τα εκατοντάδες και πλέον ψυχάκια που έσωσε, σώζει και θα συνεχίσει να σώζει με την βοήθεια όλων μας.

Για κάποιον που δεν γνωρίζει την κα Τζάνου, πώς θα χαρακτήριζε η ίδια τον εαυτό της με δύο λέξεις?

Είναι δύσκολο να περιγράψεις τον εαυτό σου χρησιμοποιώντας σκέτους χαρακτηρισμούς. Η πολυπλοκότητα ενός ανθρώπου ίσως να μην χωράει σε μονολεκτικές απαντήσεις. Πολλές φορές οι λέξεις δεν μπορούν να αποδώσουν την αλήθεια μας, όπως το γοβάκι της Σταχτοπούτας. Με νοιάζει να ζω ουσιαστικά κάτω από τις δικές μου επιταγές. Είμαι αυστηρή με τον εαυτό μου σε κάθε επιλογή μου και πάντα σκέφτομαι για το αν έπραξα το λιγότερο ή περισσότερο από όσο θα έπρεπε.

Καθημερινά σιτίζετε και επιβλέπετε ιατρικά πάνω από 100 αδέσποτα στο δάσος του Σέιχ - Σου. Από που αντλείτε ψυχική δύναμη να συνεχίζετε αυτό το δύσκολο έργο?

Η Ψυχική μου δύναμη δεν είναι ορατή από τον καθένα και ούτε μπορούμε να μετρήσουμε το μέγεθός της. Όμως φαίνεται από το αποτέλεσμα του έργου, το οποίο παράγω καθημερινά. Κυρίως η αγάπη για τα ζώα με κρατάει και μου δίνει κουράγιο να συνεχίζω παρά τις αντίξοες συνθήκες. Στη ζωή μας πολλές φορές όλα φαίνονται μαύρα και δύσκολα αλλά πρέπει να ανακτούμε την ψυχική μας δύναμη για να μπορέσουμε να συνεχίσουμε αυτό το οποίο επιλέξαμε να προσφέρουμε. Η ψυχική δύναμη είναι κάτι πάρα πολύ σημαντικό και χωρίς αυτή δεν μπορείς να εξασκήσεις τίποτα με επιμονή και υπομονή.

Μιλήστε μας για αυτήν σας την επιλογή στο να είστε η ''μητέρα'' όλων αυτών των ψυχών. Πείτε μας για τις ώρες σας επάνω στο βουνό?

Οι ώρες μου επάνω στο βουνό δεν μετριούνται ποτέ. Καθημερινά επάνω σιτίζω, δίνω φάρμακα, κατεβάζω ζώα στους γιατρούς, δεν αφήνω κανένα άρρωστο και προσπαθώ πάντα για το καλύτερο. 365 μέρες το χρόνο με βροχή, κρύο, χιόνι, καύσωνα.

Ο Δήμος όπου ανήκουν όλα αυτά τα τσιπαρισμένα αδέσποτα, βοηθάει? Και αν ναι, με ποιον τρόπο?

Ο Δήμος Συκεών μέσω του συμβεβλημένου ιατρού κ. Στέφανου Στεφανίδη, στειρώνει, εμβολιάζει και τσιπάρει όλα τα αδέσποτα που ανήκουν στον Δήμο Συκεών και σκυλάκια και γατάκια. Ο Δήμος, δεν σταματάει τις στειρώσεις όλο τον χρόνο. Στειρώσεις, στειρώσεις και μόνο στειρώσεις.

Ποια είναι η λύση στο να μειωθεί ο αριθμός των αδέσποτων του Σέιχ Σου αλλά και γενικότερα σε όλη την Χώρα?

Για τα αδέσποτα του Σέιχ Σου έχουμε δώσει αρκετά για υιοθεσία και μακάρι να μπορέσουμε να δώσουμε και άλλα. Προσπαθούμε καθημερινά να συμβάλουμε στον έλεγχό τους ακόμα και σε κάποια καινούρια εγκατάλειψη. Με την υιοθεσία και με τις στειρώσεις.

Υπάρχουν εθελοντές που να στηρίζουν το έργο σας με οποιονδήποτε τρόπο?

Ναι υπάρχουν εθελοντές και προσφέρουν τις υπηρεσίες τους αφιλοκερδώς όταν το επιτρέπει ο χρόνος τους. Χωρίς αυτούς το έργο μου θα ήταν ακόμη δυσκολότερο. Τους ευχαριστώ μέσα από τα βάθη της καρδιάς μου.

Πρόσφατα είδαμε στην χώρα μας κακοποιήσεις ζώων με τον κόσμο να ξεσηκώνεται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, με αποτέλεσμα το θέμα να φτάσει στην Βουλή και αυτή η οργή του λαού, οδήγησε την Βουλή να ψηφίσει σύσσωμη την αλλαγή νόμου (κακοποίησης ζώου) από Πλημμέλημα σε κακούργημα. Πιστεύετε ήταν σημαντικό βήμα για την φιλοζωική κοινότητα?

Φυσικά και είναι σοβαρό βήμα αλλά δεν λύνει το πρόβλημα γιατί τα προβλήματα με τα αδέσποτα στην Ελλάδα είναι πάρα πολλά. Η αυστηροποίηση των ποινών για τον βασανισμό των ζώων θα πρέπει να συνοδευτεί και με άλλα νομοθετήματα τα οποία αφορούν την ευθύνη των Δήμων, την διαχείριση των κονδυλίων. Το πρόβλημα είναι τεράστιο πολλά κυνοκομεία - καταφύγια βρίσκονται σε άθλια κατάσταση, στα οποία πολλά από τα φιλοξενούμενα ζώα πεθαίνουν μέσα σε αυτά και παραμένουν μαζί με άλλα ζωντανά. Εικόνες ντροπής.

Υπάρχουν κατάλληλες υποδομές για την στέγαση αδέσποτων? Τόσα κονδύλια ετησίως εγκρίνονται στους δήμους για αυτό το θέμα. Τι συμβαίνει πραγματικά με αυτά τα κόστη? Γίνεται σωστή διαχείριση?

Οι Δήμοι είναι υποχρεωμένοι να μεριμνούν και να διαχειρίζονται τον αριθμό των αδέσποτων ζώων. Συνήθως έχουν βοήθεια από φιλοζωικές ενώσεις, σωματεία και εθελοντές. Πολλοί Δήμοι δεν ενδιαφέρονται καθόλου, άλλοι λίγο και άλλοι όπως πρέπει.

Αν μπορούσατε να αλλάζατε σελίδα και να αποχωρούσατε από όλη αυτήν την δύσκολη καθημερινή ένταση για τα αδέσποτα, θα το πράττατε?

Το έχω σκεφτεί πολλάκις διότι η υγεία μου δεν μου επιτρέπει πλέον, στον βαθμό δυσκολίας που υπάρχει, να ανταπεξέλθω. Αλλά, σε κάθε δύσκολο περιστατικό είτε το βλέπω μπροστά μου είτε με ειδοποιούν πηγαίνω, όσο κουρασμένη και αν είμαι, γιατί στη σκέψη και μόνο πως το ζωάκι κινδυνεύει άμεσα η ζωή του, δεν υπολογίζω τίποτα.

Υπάρχουν άτομα ή φορείς που θα θέλατε να ευχαριστήσετε δημόσια?

Φυσικά και υπάρχουν άτομα και φορείς όπως: Κτηνιατρική Κλινική Αγαθαγγελίδη. Το petshop88.gr του κ. Κ. Παρασκευόπουλου. Τον συμβεβλημένο ιατρό του Δήμου Συκεών κ. Σ. Στεφανίδη. Τον καθηγήτή του ΑΠΘ κ. Χ. Βερβερίδη, το Γερμανικό Σωματείο NWA της κας Μαρίκας Καμάρη που στέλνει κάθε μήνα τις τροφές για τα περίπου 100 και πλέον αδέσποτα του Σέιχ Σου καθώς και τους νονούς της Γερμανίας των ζώων αυτών, τον κ. Παναγιώτη Μήλα, το ιατρείο του κ. Δ. Μαντζιου και τον Μαέστρο της ΣΟΝΕ κ. Ευάγγελο Αραμπατζή. Τέλος όλο τον κόσμο και τους φίλους τους διαδικτυακούς και όχι μόνο, οι οποίοι όπως έχω πει δημόσια πολλές φορές, δεν περπατάνε ούτε πίσω μου ούτε μπροστά μου αλλά πλάι μου.


Σας αποκαλούν η ''Αγία των Αδέσποτων''. Αλήθεια, αν πάθετε κάτι? Έχετε σκεφτεί τι θα απογίνουν τόσα στόματα? Το έχει σκεφτεί ο Δήμος σας? οι φίλοι σας? οι εθελοντές? ο κόσμος?

Είναι ο χειρότερος εφιάλτης μου. Το έχω σκεφτεί πολλές φορές. Όταν είμαι επάνω στο Βουνό τα μιλάω και τους λέω. ''Να παρακαλάτε εσείς τον Θεό να με έχει γερή, γιατί εσείς είστε τα πιο αθώα πλάσματα και εσάς θα σας ακούσει''. Έχω ανεβεί επάνω στο βουνό πολλές φορές και με 40 πυρετό για να μην μείνουν νηστικά…

Πόσα σκυλάκια και γατάκια έχετε σώσει? Αν θυμάστε...

Μακάρι να μπορούσα να θυμηθώ ή μακάρι να κρατούσα τον αριθμό. Αμέτρητα… και συνεχίζω όσο είμαι γερή.

Με ποιον τρόπο μπορεί ο κόσμος να επικοινωνήσει μαζί σας?

Στο προσωπικό μου προφίλ στο Facebook στέλνοντας προσωπικό μήνυμα: Voula Tzanou

Τέλος, ευχαριστούμε όλο τον κόσμο που βοήθησε και ανταποκρίθηκε αμέσως στο κάλεσμά μας, ώστε να τοποθετηθούν ταΐστρες στα σημεία σίτισης. Χωρίς τη βοήθεια και την μέγιστη στήριξη του κόσμου σε κάθε περιστατικό, δεν θα τα καταφέρναμε στον βαθμό που θέλουμε πάντα. ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ!!!

Παρουσίαση - επιμέλεια: Ένας Ήρωας για τους αδέσποτους φίλους μας




Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου


Σαν ωδή στην απώλεια ενός από τους μεγαλύτερους ποδοσφαιριστές, που πέρασαν από τα γήπεδα αλλά και αφιέρωμα σε ένα πρόσωπο με μεγάλη καρδιά παρά τους δαίμονες που κουβαλούσε και ίσως τον οδήγησαν στον θάνατο, αναδημοσιεύουμε ένα άρθρο από το Protothema που πιστοποιεί με τον καλυτερο τρόπο τον Ντιέγκο άνθρωπο. Το συνοδεύουμε και από κάποιες φωτο που δείχνουν την πολυδιάστατη προσωπικότητά του, όπως το ενδιαφέρον του για το σκάκι, την πολιτική κά

Όταν ο «Θεός» ντρίμπλαρε στις λάσπες για να χειρουργηθεί ένα άρρωστο παιδί


Ο φιλικός αγώνας ανθρωπιάς που οργάνωσε ο Μαραντόνα σε μια μικρή επαρχιακή πόλη - Η σύγκρουση με το μεγάλο αφεντικό της Νάπολη - Ολονυκτία στους δρόμους της Αργεντινής και της Νάπολης
Τέλη του μακρινού 1984, ο Μαραντόνα μεσουρανούσε στη Νάπολη. Είχε φτάσει στο στάδιο Σαν Πάολο το καλοκαίρι εκείνης της χρονιάς ως η ακριβότερη έως τότε μεταγραφή στο κόσμο. Εκείνη την εποχή ένας φτωχός πατέρας με άρρωστο παιδί, στην απόγνωσή του να βρει τα χρήματα που χρειάζονταν για την άμεση χειρουργική επέμβαση του, ζητάει από το προπονητή και τη διοίκηση των «Παρτενοπέι» να διοργανωθεί ένας φιλικός αγώνας της ομάδας στην μικρή επαρχιακή πόλη του.
Ο άνθρωπος δεν ζητιάνευε. Ήθελε η ομάδα που υποστήριζε να δείξει την αλληλεγγύη, τη συμπαράσταση και την ανθρωπιά της μπροστά στον άρρωστο γιο του, δίνοντας του χαρά μέσα στο πόνο του. Έλπιζε ακόμη ότι με τα λιγοστά εισιτήρια στις υποτυπώδεις κερκίδες του τοπικού γηπέδου να μαζευτούν κάποια χρήματα για να συμπληρώσει το τίμημα της επείγουσας επέμβασης στο μικρό αγόρι του.

Ο τότε πρόεδρος της Νάπολι Κοράντο Φερλαΐνο, δεν συμφώνησε. Αρνήθηκε το φιλανθρωπικό αγώνα επειδή φοβόταν πιθανούς τραυματισμούς των παικτών. Το περιστατικό έφτασε στα αυτιά του Μαραντόνα, ο οποίος «επαναστάτησε» εναντίον του προέδρου. Δεν λογάριασε τίποτε. Ούτε συμβόλαια ούτε απαγορεύσεις, ούτε συστάσεις. Ο «Πίμπε ντε όρο» (το “Χρυσό Αγόρι”) αδιαφόρησε για τα εκατομμύρια που είχαν στρωθεί στα πόδια του.
Το χαμίνι από τις αλάνες της φτωχογειτονιάς Βίλα Φιορίτο του Μπουένος Άιρες είχε ψυχή και κότσια. Πλήρωσε από τη τσέπη του τη ρήτρα 12 εκατομμυρίων λιρετών στην ασφαλιστική εταιρία Lloyd’s που ασφάλιζε τα πόδια των παικτών της Νάπολι , παρακινώντας στους συμπαίκτες του με τη φράση: «Δεν πα’ να πηδηχτεί και η Lloyd’s, ο αγώνας αυτός πρέπει να γίνει για χάρη του παιδιού!».

Δείτε το βίντεο του περίφημου αγώνα στις λάσπες 


Μια μουντή, βροχερή και παγωμένη Δευτέρα του Γενάρη στο 1985, ο ασυμβίβαστος Αργεντινός και η ποδοσφαιρική παρέα του ταξίδεψαν, 15 χιλιόμετρα μακριά από την Νάπολη, στην άσημη εργατούπολη Ατσέρα. Μπήκε σε ένα γηπεδάκι σωστό χωράφι με ετοιμόρροπες κερκίδες στη μια μεριά και ανοιχτό παρκινγκ αυτοκινήτων στην άλλη.
Και εκεί σε ένα αγωνιστικό χώρο, κανονικό βάλτο, γεμάτο λακκούβες, έπαιξε σαν να ήταν τελικός του Τσάμπιονς Λιγκ. Κυνήγησε χαμένες μπαλιές, έφτιαξε παιχνίδι, ντρίπλαρε, έκανε τάκλιν και ψαλιδάκια, πανηγύρισε τα δυο γκολ του με βουτιές στις λάσπες. Οι ταπεινοί άνθρωποι στην κατάμεστη εξέδρα παραληρούσαν από χαρά

«Ήταν το μεγαλύτερο και πιο σημαντικό ματς της καριέρας μου» είπε ο Ντιεγκίτο , που δεν ξεχνούσε ποτέ από που προερχόταν, αγκαλιάζοντας τα πιτσιρίκια εκείνης της φτωχογειτονιάς. Από τα εισιτήρια και τη προσωπική οικονομική συνεισφορά του ίδιου καλύφθηκε με το παραπάνω το κόστος της επέμβασης του μικρού παιδιού της άπορης οικογένειας.
Τριανταπέντε χρόνια αργότερα, εκείνο το αγοράκι, υγιής και ώριμος άντρας πλέον μπορεί να διηγείται στα δικά του παιδιά πως μια χειμωνιάτικη μέρα ο κορυφαίος, τότε, ποδοσφαιριστής στο κόσμο τα « έδωσε όλα» μέσα στις λάσπες για να τον σώσει. Και μόνο γι αυτό ο Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα θα μείνει αξέχαστος.

Έφυγε την ίδια μέρα με τον φίλο του τον Κάστρο και το μεγάλο αστέρι των Μπέμπηδων τον Τζωρτζ Μπεστ



Μια σύμπτωση παράξενη. Σαν χθες, που έχασε τη μάχη με τη ζωή ο Ντιεγκίτο, 25 Νοεμβρίου, έφυγαν από τη ζωή τόσο ο μεγάλος φίλος του, ο μεγάλος επαναστάτης ηγέτης της Κουβανικής επανάστασης, Φιντέλ Κάστρο αλλά και ο μεγαλύτερος Άγγλος ποδοσφαιριστής, ο ηγέτης της θρυλικής ομάδας των Μπέμπηδων, Μάντζεστερ Γιουνάϊτεντ, Τζωρτζ Μπεστ.

Με τον Φιντέλ


Με τον Παγκόσμιο πρωταθλητή σκάκι Ανατόλ Καρπόφ 


Με τον άλλο μεγάλο Αργεντίνο μπαλαδόρο, Λίονελ Μέσι


Καλό ταξίδι Ντιέγκο, κι αν νομίζεις ευχαρίστησε τον μεγαλοδύναμο που έβαλε το χέρι του .....




Μια ιδιαίτερη περίπτωση στην ελληνική μουσική σκηνή, μια φωνή που ηχεί εδώ και 50 χρόνια, σαν μουσική υπόκρουση, αναβαθμίζοντας την κουλτούρα του νεοέλληνα, είναι αυτή της Δήμητρας Γαλάνη που μας συστήνεται στο Μονόγραμμα.

Γεννήθηκε στην Αθήνα και μεγάλωσε σε μια συνοικία που είχε σπίτια με αυλές και κήπους, από δυο γονείς «αριστουργήματα» όπως τους χαρακτηρίζει. Ο πατέρας της υπάλληλος αλλά και τενόρος εξαιρετικές με μουσικές σπουδές, η μητέρα της αισθητικός, με λατρεία στις Καλές Τέχνες. Το μικρότερο παιδί, μιας μεγάλης και ευτυχισμένης οικογένειας, η Δήμητρα αναγνώρισε και καλλιέργησε πολύ νωρίς το ταλέντο της.

Στο απόηχο της δεκαετίας του '60 υπό την επήρεια της χρυσής εποχής του πολιτισμού στη χώρα μας, ξεκινάει το 1969 ερμηνεύοντας δύο τραγούδια στο «Ένα Χαμόγελο» των Δήμου Μούτση και του Νίκου Γκάτσου «στο καμένο ΡΕΞ τότε, βγαίνω και λέω δυο τραγούδια σπρωχτή στην σκηνή γιατί είχα τρακ και είχα κολλήσει…»

Ο Δήμος Μούτσης, «ήταν ο πρώτος άνθρωπος που πίστεψε στη φωνή μου» λέει. Παράλληλη ήταν και η γνωριμία με τον Νίκο Γκάτσο

Από την δεκαετία του 1970 μέχρι και την δεκαετία του 1980 οι μεγάλοι συνθέτες της εποχής, αναγνωρίζοντας την ιδιαιτερότητα και τη μουσικότητα της φωνής της, άρχισαν να γράφουν τραγούδια για εκείνη. Το εξηγεί: «Ίσως επειδή, τότε βασίλευε, η Βίκυ Μοσχολιού, ο Γρηγόρης ο Μπιθικώτσης, φωνές λαϊκές. Η δική μου φωνή, φέρει έναν πολιτισμό που δεν ακουμπάει κάπου, είναι μια αστική, μια φωνή μέσα από αστικό περιβάλλον – όχι μεγαλοαστικό μην μπερδευόμαστε – η οποία δεν μοιάζει με καμία. Δεν είχα πατήσει σε κάποια σχολή κι ήταν απλός ο λόγος. Εγώ άκουγα τα πάντα εκείνη την εποχή. Άκουγα κλασσική μουσική, ξένη μουσική, Νέο Κύμα, Σαββόπουλο, Αρλέτα. Επίσης Χατζιδάκι, Θεοδωράκη, Ξαρχάκο, Τσιτσάνη, αυτά τα πρόσωπα ήταν μέσα στο σπίτι μου, ήταν μέσα την παιδεία μου. Αυτήν τη μουσική ακούγαμε μέσα στο σπίτι μας, οπότε ήξερα πολύ καλά με ποιους ανθρώπους είχα να κάνω, όταν άρχισα να δουλεύω μαζί τους».


Ακολουθεί η συνεργασία με τον Σταύρο Ξαρχάκο, τον Γιάννη Σπανό αλλά και η μεγάλη στιγμή όπου ο Μάνος Χατζιδάκις την επιλέγει για να ερμηνεύσει τραγούδια του στην «Επιστροφή» και «Της γης το χρυσάφι» σε στίχους του Νίκου Γκάτσου.

Με τον Μίκη Θεοδωράκη κάνει τους «Χαιρετισμούς», με τον Μάνο Λοίζο «Για μια Μέρα ζωής».

Ο Άκης Πάνου την ακούει και λέει στον Τάκη Λαμπρόπουλο: «αυτή πρέπει να πει δημοτικά τραγούδια». Ο Βασίλης Δημητρίου τότε διασκευάζει κάποια δημοτικά τραγούδια και το πρώτο που λέει γίνεται τεράστια επιτυχία, είναι η «Μαρία με τα κίτρινα», με δημοτικούς στίχους, που τους διεκδικούν από την Ήπειρο μέχρι την Πελοπόννησο! Και η «Χαλασιά» βέβαια ένα τραγούδι Ηπειρώτικο από όπου και η καταγωγή της.

Τα τραγούδια που έγραψε ο Βασίλης Τσιτσάνης ειδικά για την φωνή της στους δίσκους «Σκοπευτήριο» και «Τα ωραία του Τσιτσάνη» θα μείνουν κλασικά στην ιστορία του τραγουδιού μας.




Παραγωγός Γιώργος Σγουράκης, σκηνοθεσία Χρίστος Ακρίδας, δημοσιογραφική επιμέλεια Ιωάννα Κολοβού, Αντώνης Εμιρζάς, φωτογραφία Μαίρη Γκόβα, ηχοληψία Λάμπρος Γόβατζης, μοντάζ Βαγγέλης Βασιλάκης, διεύθυνση παραγωγής Στέλιος Σγουράκης


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου




Πενήντα τρία χρόνια συμπληρώνονται σήμερα, 9 Οκτώβρη, από τη δολοφονία του κομμουνιστή επαναστάτη Ερνέστο Τσε Γκεβάρα. Μετά την τελευταία μάχη στις 8 Οκτώβρη 1967, ο Τσε πληγωμένος στο ένα πόδι και με το όπλο του κατεστραμμένο, συνελήφθη και κατ’ απαίτηση των ΗΠΑ δολοφονήθηκε την επομένη.

Γεννήθηκε στο Ροσάριο της Αργεντινής στις 14 Ιουνίου του 1928, ωστόσο η οικογένεια άλλαζε συχνά τόπο διαμονής εξαιτίας του άσθματος που ταλαιπωρούσε τον Ερνέστο από μικρό. Μια από τις αγαπημένες του συνήθειες ήταν το διάβασμα, ενώ ταυτόχρονα θέλοντας να πολεμήσει όσα η ασθένειά του απαγόρευε να κάνει, ανέπτυξε μεγάλες αθλητικές δραστηριότητες. Ο Τσε σπούδασε Ιατρική το 1947 ενώ το 1950 μαζί με το φίλο του Αλμπέρτο Γρανάδο πάνω σε μια θρυλική μοτοσικλέτα «Νόρτον» ταξιδεύουν στη Χιλή, το Περού, τη Βενεζουέλα, τη Βολιβία, τον Ισημερινό και τον Παναμά.


Μετά την αποφοίτησή του, θα επισκεφθεί ξανά χώρες της Λατινικής Αμερικής, γνωρίζοντας τους κοινωνικούς αγώνες και τις επαναστατικές εξεγέρσεις. Στη συνείδησή του καταγράφονται τα πάντα, ενώ το 1953 πηγαίνοντας στη Γουατεμάλα, θα γνωριστεί με Κουβανούς εξόριστους, συντρόφους του Φιντέλ Κάστρο που είχε φυλακιστεί μετά το κίνημα της 26ης Ιουλίου 1953.


Η γνωριμία του με τον Φιντέλ, το 1955, στάθηκε καθοριστική γι’ αυτόν. Ο Τσε μπαίνει στις κουβανικές επαναστατικές ομάδες, ξεκινά με 82 συντρόφους για την Κούβα το 1956 και τελικά μετά από μάχες κατάφεραν να ανέβουν στα βουνά της Σιέρα Μαέστρα μόνο 12. Η επανάσταση εξαπλώθηκε στο γόνιμο έδαφος της συνείδησης του κουβανέζικου λαού και την 1η Γενάρη 1959 οι επαναστάτες μπαίνουν στην Αβάνα.


Ο Τσε υπηρέτησε την κουβανέζικη επανάσταση με όλες του τις δυνάμεις από όποια θέση κι αν βρέθηκε. Έχοντας συμφωνήσει με τον Φιντέλ Κάστρο από το 1955 κιόλας, ότι θα μπορούσε να φύγει από την Κούβα μετά την επανάσταση, ο Τσε κατευθύνθηκε στη Βολιβία αποσκοπώντας να φουντώσει το επαναστατικό αντιιμπεριαλιστικό κίνημα σε ολόκληρη την Λατινική Αμερική.


Ο Τσε στη Βολιβία  

Δολοφονήθηκε στις 9 Οκτώβρη 1967 στην βολιβιανή ύπαιθρο, από στελέχη του βολιβιανού στρατού και πράκτορες της CIA. Το σώμα του θάφτηκε σε μυστικό τόπο και τελικά η θέση αποκαλύφθηκε 30 χρόνια αργότερα, στις 28 Ιουνίου 1997. Η μυστική ταφή αποκάλυπτε τον τρόμο των εχθρών του λαού μπροστά στην προσωπικότητα του μεγάλου επαναστάτη.

Για τους εργάτες, τους φτωχούς αγρότες, τους νέους, τους αγωνιζόμενους λαούς, ο Τσε δεν είχε «εξαφανιστεί» γιατί σε κάθε τους μάχη, ο Κομαντάντε ήταν πάντα παρών.


Με την ευκαιρία της συμπλήρωσης 53 χρόνων από τη δολοφονία του Τσε, η Κούβα αναμένεται να τιμήσει, όπως κάθε χρόνο, τη μνήμη του σπουδαίου κομμουνιστή επαναστάτη με πληθώρα εκδηλώσεων σε όλη τη χώρα, επίκεντρο των οποίων θα είναι η πόλη της Σάντα Κλάρα όπου βρίσκεται το Μαυσωλείο του Τσε.



πηγή


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου



Ναι. Πέρασαν 65 συναπτά έτη από τα Σεπτεμβριανά, το τρομερό πογκρόμ που οργάνωσε η κυβέρνηση του Αντνάν Μεντερές σε βάρος της Ρωμιοσύνης στην Πόλη, καθώς και ελληνικών-συμμαχικών στόχων στη Σμύρνη το απόγευμα-βράδυ της 6ης Σεπτεμβρίου του 1955. Τα γεγονότα φριχτά, ο απολογισμός αδιανόητος. Η άκρα ταπείνωση. Οι στόχοι που χτυπήθηκαν ήταν περίπου 8.140, μεταξύ των οποίων 72 χριστιανορθόδοξα εκκλησιαστικά συγκροτήματα, 3 κοιμητήρια, 26 σχολεία,11 κλινικές, 3.504 σπίτια, 21 εργοστάσια, 27 φαρμακεία, 4.348 μαγαζιά και 110 ζαχαροπλαστεία … Οι τάφοι που ανοίχτηκαν και συλήθηκαν ξεπερνούν τους 100, οι καταστροφές ή και κλοπές εικόνων κι άλλων πολύτιμων εκκλησιαστικών κειμηλίων ξεπερνούν τις 700, οι βιαιοπραγίες σε βάρος Ρωμιών αμέτρητες, ο διασυρμός ιερέων στις γειτονιές και η καύση Επιταφίων στα προαύλια των εκκλησιών κι άλλα αποτρόπαια περιστατικά που συνέβησαν μέσα σε 7-9 ώρες δεν έχουν προηγούμενο. Επίθεση δέχτηκε και ένας μικρός αριθμός αρμενικών και εβραϊκών περιουσιών, ορισμένες αρμενικές εκκλησίες και μία εβραϊκή συναγωγή.

Η ελληνική κυβέρνηση του βαριά ασθενούντος Αλ. Παπάγου, τον οποίο διαδέχθηκε τον Οκτώβριο του ’55 ο Κ. Καραμανλής, σιώπησε, διότι υπήρξαν έντονες συμμαχικές πιέσεις, ιδίως από τον Αμερικάνο υπουργό Εξωτερικών Τζων Φόστερ Ντάλλες, ο οποίος «κάλεσε και τις δύο πλευρές να επιδείξουν αυτοσυγκράτηση και να συμφιλιωθούν» (!). 

Πέρασαν 65 χρόνια. Η σιωπή δεν είναι ούτε αυτοσυγκράτηση ούτε θετικό βήμα προς τη συμφιλίωση. Φαίνεται να αρχίζουμε να το συνειδητοποιούμε Ακόμα και οι ίδιοι οι Τούρκοι, επιστήμονες, πολιτικοί και δημοσιογράφοι, έχουν αρχίσει να αναζητούν στοιχεία για να καταλάβουν τι έγινε. Όχι όλοι, βέβαια. Και όχι η επίσημη πλευρά. Μα η ίδια αφόρητη σιωπή εκφράζει και την επίσημη ελληνική πλευρά. Μόνο κάποιο άρθρο ανήμερα, μια αναφορά στην τραγωδία στα διάφορα μέσα –όποιο από αυτά το θυμηθεί, ίσως τώρα με περισσότερη πυκνότητα, λόγω της εξωφρενικής κατάστασης στη Μεσόγειο και των απειλών που εκστομίζουν ο Τούρκος πρόεδρος και οι πέριξ– κι ύστερα επιπίπτει η λήθη. Ούτε η αμερικανική πλευρά έχει μιλήσει μέχρι τώρα. Αφόρητη σιωπή, ένοχη λήθη. Στο έγκλημα της καταστροφής του ελληνισμού, έχει προστεθεί το έγκλημα της πλήρους αποσιώπησης. 

Προσοχή όμως: οι μεγαλόστομες ύβρεις σε βάρος του τουρκικού λαού, οι απαξιωτικές κρίσεις και οι υποτιθέμενες απειλές, τα σαρκαστικά επίθετα, τα ταπεινωτικά θέσφατα (σαν εκείνα που ακούμε τόσο συχνά από διάφορους πομφόλυγες) δεν τιμούν κανέναν, κυρίως αυτούς που τα ξεστομίζουν. Επιπλέον, δεν παρέχουν τίποτα θετικό. Ούτε βέβαια η εκδικητική διάθεση και τα θούρια. Τίποτα από αυτά δεν έχει ουσιαστικό αντίκρισμα – εκτός από στιγμιαία αύξηση της τηλεθέασης, της ψηφοθηρίας, των εφήμερων οπαδών, των καφενόβιων θαυμαστών του κάθε φωνακλά. 

Πρέπει όμως να μάθουμε. Για να καταλάβουμε. Εξήντα πέντε χρόνια μετά τα Σεπτεμβριανά, πρέπει να ξαναδούμε την υπόθεση από όλες τις άμεσα εμπλεκόμενες πλευρές. Την Τουρκία, την Ελλάδα και την Κύπρο, τη Μεγάλη Βρετανία και τις ΗΠΑ.
Το πληρέστερο μελέτημα με λεπτομερή στοιχεία και εξαντλητική αρχειακή έρευνα σχετικά με την οργανωμένη επίθεση στο εμπορικό κέντρο του Πέρα, σε όλες τις χριστιανικές συνοικίες της Πόλης, τους βανδαλισμούς και τις καταστροφές των ορθοδόξων εκκλησιών είναι του αείμνηστου καθηγητή Σπύρου Βρυώνη, «Ο μηχανισμός της καταστροφής. Το τουρκικό πογκρόμ της 6ης - 7ης Σεπτεμβρίου 1955 και ο αφανισμός της ελληνικής κοινότητας της Κωνσταντινούπολης» (εκδόσεις Εστία, Αθήνα 2007) το οποίο είχε κυκλοφορήσει το 2005 στα αγγλικά με τίτλο: ‘The Mechanism of Catastrophe: The Turkish Pogrom of September 6–7, 1955, and the Destruction of the Greek Community of Istanbul’. Και μόνο την Εισαγωγή των 40 σελίδων να διαβάσει κανείς, αντιλαμβάνεται πάρα πολλά.
Από τις εκδόσεις της Εστίας κυκλοφόρησε στα ελληνικά το 2006 (μεταφρασμένο από τα γερμανικά) και το πολύ ενδιαφέρον μελέτημα της ιστορικού Ντιλέκ Γκιουβέν, «Εθνικισμός, κοινωνικές μεταβολές και μειονότητες. Τα επεισόδια εναντίον των μη Μουσουλμάνων της Τουρκίας (6/7 Σεπτεμβρίου 1955)». Υπό μορφή μυθιστορήματος, αλλά με πάρα πολλά τεκμηριωμένα στοιχεία και συγκλονιστικές περιγραφές, κυκλοφορεί και το εξαιρετικό βιβλίο του Θωμά Κοροβίνη «’55» (εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 2013). Διαβάζεται απνευστί.
Ο Κωνσταντίνος Τσιτσελίκης, με το τεκμηριωμένο μελέτημα: «Τα βακούφια των ελληνορθόδοξων κοινοτήτων στον ευρωπαϊκό δρόμο της Τουρκίας» (εκδόσεις Βιβλιόραμα, Αθήνα 2011), κάλυψε σε μεγάλο βαθμό ένα τεράστιο κενό στην ελληνική βιβλιογραφία και στις γνώσεις μας γύρω από τη Ρωμιοσύνη του 20ού και των αρχών του 21ου αιώνα.
[Το κεφάλι της κόρης του 5ου π.Χ. αιώνα είναι από τις Συρακούσες και εκτίθεται στο Museo Regionale Paolo Orsi των Συρακουσών στη Σικελία. Θέλοντας να αποφύγουμε το πολυδημοσιευμένο και μοναδικό φωτ υλικό του Κωνσταντινουπολίτη φωτογράφου Δημήτρη Καλούμενου από τα Σεπτεμβριανά, γιατί δεν θέλουμε να προκαλέσουμε οργή και αποτροπιασμό, επιλέξαμε αυτό το τραγικό γλυπτό επειδή αποτυπώνει με τον δικό του τρόπο την «τρίτη Άλωση» όπως την αποκάλεσαν.] 

>>>>>>>>>> Δείτε και τη δημοσίευση που είχαμε κάνει στην Ιστοσελίδα μας το 2015 (κάθε χρόνο δημοσιεύουμε κάτι για αυτή την αποτρόπαιη ιστορία). Εκεί θα βρείτε και μία παραπομπή στο Αρχείο μας και μπορείτε να συνδεθείτε απευθείας με το αφιέρωμα που είχε κάνει για τα Σεπτεμβριανά το ένθετο «Επτά Ημέρες» της εφημερίδας «Η Καθημερινής της Κυριακής» στις 10 Σεπτ. του 1995. Μα ίσως κάποιοι να αναρωτηθούν σε τι χρησιμεύουν όλα αυτά τα παρελθόντα, αφού δεν γίνεται τίποτα. Πικρά και πικρόχολα. Ναι.
https://www.apan.gr/gr/component/k2/item/1338-1955-2015


πηγή
Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Πέθανε, σε ηλικία 79 ετών, ο τραγουδιστής Γιάννης Πουλόπουλος, ένας από τους μεγαλύτερους Έλληνες ερμηνευτές που η φωνή του έχει ταυτιστεί με ορισμένες από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της ελληνικής δισκογραφίας.

Σύμφωνα με τις πρώτες πληροφορίες, ο Γιάννης Πουλόπουλος πέθανε χθες το βράδυ, έπειτα από σοβαρά προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε το τελευταίο διάστημα.

Τα πρώτα χρόνια

Ο Γιάννης Πουλόπουλος γεννήθηκε στις 29 Ιουνίου του 1941 στην Καρδαμύλη Μεσσηνίας, στην περιοχή της Μάνης. Οι γονείς του, μεσσηνιακής καταγωγής, κατοικούσαν στην Αθήνα, στην περιοχή του Μεταξουργείου και ύστερα μετακόμισαν στο Περιστέρι και συγκεκριμένα στην περιοχή της Αγίας Τριάδας. Σε ηλικία 5 ετών μένει ορφανός από μητέρα και μεγαλώνει με τον πατέρα του Γιώργο και τον μικρό αδερφό του Βασίλη.

Από μικρός, ο Γιάννης Πουλόπουλος είχε κλίση στο τραγούδι. Παρακινημένος από τους φίλους του, που τον άκουγαν να τραγουδάει, αλλά και έχοντας ο ίδιος μεγάλη πίστη στις φωνητικές του ικανότητες, πήγαινε στην εταιρεία Columbia το 1962, κάνοντας προσπάθειες για να πει κάποια τραγούδια που γίνονταν τότε ακροάσεις, ζητώντας να τον ακούσουν, αλλά κανείς δεν του έκλεισε κάποιο ραντεβού. Ο Γιάννης Πουλόπουλος συνέχιζε να ζητάει ακρόαση σχεδόν καθημερινά, παρ' όλα τα μεροκάματα που έχανε αφού δούλευε τότε σαν ελαιοχρωματιστής και οικοδόμος, ενώ παράλληλα έπαιζε ποδόσφαιρο στον Άγιο Ιερόθεο και στον Ατρόμητο.

Κάπως ετσι μπαίνει στο στούντιο για να ηχογραφήσει το πρώτο του τραγούδι, σε μουσική και στίχους του Μπάμπη Δαλιάνη, με τον τίτλο «Κορμί μου πονεμένο». Στην πίσω πλευρά του δίσκου 45 στροφών θα έμπαινε το τραγούδι «Στο άδειο προσκεφάλι», που όμως τελικά το πήρε επί πληρωμή ο Στέλιος Καζαντζίδης από τον συνθέτη. Τελικά το τραγούδι δεν κυκλοφορεί και μένει ως δείγμα στην Columbia. Ένας επιπλέον λόγος ήταν ότι ο Πουλόπουλος ακόμα ήταν ανήλικος και απαγορευόταν να εκδοθεί δίσκος με το αναγραφόμενο τραγούδι.

Το δεύτερο τραγούδι ήταν ένα συρτοτσιφτετέλι του Πάνου Πετσά με τίτλο «Δως μου την καρδιά μου πίσω». Κυκλοφορεί σε 45άρι και στην πίσω πλευρά είχε ένα "μπαγιό" του ίδιου του συνθέτη με την Πόλυ Πάνου και τη Βούλα Γκίκα, με τίτλο «Γεννήθηκα να σε αγαπώ». Εκείνη την περίοδο η Columbia, έχοντας στο δυναμικό της μεγάλο αριθμό άγνωστων και ανερχόμενων τραγουδιστών, αποφασίζει να κάνει εκκαθάριση και να κάνει νέες ακροάσεις, από τις οποίες θα κρατούσε 50 άτομα.

Μίκης Θεοδωράκης: Αυτόν εγώ θα τον κάνω τραγουδιστή

Την επιτροπή ακροάσεων αποτελούσαν ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Απόστολος Καλδάρας, ο Βασίλης Τσιτσάνης και ο Γιάννης Παπαϊωάννου. Τότε ο Γιάννης Πουλόπουλος διάλεξε να πει δύο δύσκολα τραγούδια: το «Μάνα μου και Παναγιά» και το «Παράπονο». Μόλις τελείωσε, τον πλησίασε ο Μίκης Θεοδωράκης λέγοντας: «Αυτόν εγώ θα τον κάνω τραγουδιστή», και τελικά ήταν ο μόνος που πέρασε από αυτή την ακρόαση.

Ο Μίκης Θεοδωράκης του δίνει να πει τρία τραγούδια στο θεατρικό έργο του Ιάκωβου Καμπανέλλη Η γειτονιά των αγγέλων, που εκείνη τη χρονιά (1963) ανεβαίνει στο θέατρο Ρεξ από τον θίασο Τζένης Καρέζη–Νίκου Κούρκουλου. Τα τραγούδια αυτά ήταν τα «Στρώσε το στρώμα σου για δυο», «Δόξα τω Θεώ» και «Το ψωμί είναι στο τραπέζι». Αυτά είναι και τα πρώτα τραγούδια που ηχογραφεί σε δίσκο ο Πουλόπουλος, τα οποία αργότερα θα δισκογραφήσει στην ίδια εταιρεία και ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης.

Εκείνη την περίοδο ηχογραφεί το ένα και μοναδικό τραγούδι με τον Σταύρο Ξαρχάκο, το «Πρωινό τραγούδι» σε στίχους Νίκου Γκάτσου, το οποίο επίσης δεν κυκλοφορεί και μένει ως δείγμα και το 1963 συμπεριλαμβάνεται στο διπλό LP Χρυσές επιτυχίες του Σταύρου Ξαρχάκου. Ο χειμώνας του 1963 τον βρίσκει να τραγουδά στο κέντρο Ξημερώματα, στα Άνω Πατήσια, μαζί με την Καίτη Γκρέυ, τον Γιάννη Αγγέλου στο μπουζούκι και τον Γιάννη Μπουρνέλη ως κονφερασιέ. Στην συνέχεια, απομακρύνεται από την Columbia, εξαιτίας του Γρήγορη Μπιθικώτση, ο οποίος έθεσε βέτο στην εταιρεία και στους αδελφούς Λαμπρόπουλους, ότι αυτόν δεν τον ήθελε εκεί. Το 1964 κατατάσσεται φαντάρος και απολύεται το 1966.

Η συνέχεια βρίσκει τον Γιάννη Πουλόπουλο να τραγουδάει σε αρκετές μπουάτ στην Πλάκα (Το στέκι του Γιάννη, Ταβάνια, κ.ά.) Στη Λύρα ηχογραφεί ξανά τα τρία τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη και άλλα δώδεκα του ίδιου συνθέτη, όπως τα “Βράχο βράχο τον καημό μου”, «Βρέχει στη φτωχογειτονιά», «Καημός» κ.ά. Το 1965 τραγουδάει τέσσερα τραγούδια του τότε πρωτοεμφανιζόμενου Μάνου Λοΐζου, ενώ το 1966 θα τραγουδήσει σε πρώτη εκτέλεση το «Ακορντεόν», στην ταινία μικρού μήκους Αθήνα, πόλη χαμόγελο, σε σκηνοθεσία του Λάμπρου Λιαρόπουλου για το φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Σχεδόν παράλληλα κάνει μεγάλη επιτυχία με το «Μη μου θυμώνεις μάτια μου», του επίσης τότε πρωτοεμφανιζόμενου Σταύρου Κουγιουμτζή.

Το 1966 τραγουδά σε συναυλία του Μίκη Θεοδωράκη στο γήπεδο της ΑΕΚ στη Νέα Φιλαδέλφεια, μαζί με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, τη Μαρία Φαραντούρη και τον πρωτοεμφανιζόμενο Δημήτρη Μητροπάνο. Την ίδια χρονιά μπαίνει για τα καλά στη δισκογραφία. Τα 45άρια δισκάκια του κυκλοφορούν σωρηδόν και εμφανίζεται για πρώτη φορά στις κινηματογραφικές ταινίες: Οι στιγματισμένοι (1966), με τον Γιώργο Φούντα και τη Μάρω Κοντού, όπου τραγουδάει μαζί με την Ελένη Κλάδη το «Πολύ αργά» και το «Σ' αγαπώ». Ο τετραπέρατος (1966), με τον Κώστα Χατζηχρήστο, όπου ερμηνεύει το τραγούδι του Γιώργου Κατσαρού «Στον Πειραιά, στον Πειραιά»· Εκείνος κι εκείνη (1966), με τη Τζένη Καρέζη και τον Φαίδωνα Γεωργίτση, όπου τραγουδάει τη σύνθεση του Γιάννη Μαρκόπουλου «Ξεγυμνώστε τα σπαθιά».

Είναι όμως η εποχή του Νέου Κύματος, το οποίο ο Γιάννης Πουλόπουλος ακολουθεί. Γράφει και συνθέτει δικά του τραγούδια, όπως το «Θά 'θελα να 'χα», που γνωρίζει μεγάλη επιτυχία. Στη συνέχεια συνεργάζεται με τον Γιάννη Σπανό (συμμετέχει στην Ανθολογία και στην Ανθολογία Β', ερμηνεύοντας αριστουργηματικά το «Παιδί μου ώρα σου καλή» σε ποίηση Γεώργιου Βιζυηνού), με τον Δήμο Μούτση («Το κορίτσι μου στ' άστρα»), με τον Κυριάκο Σφέτσα και με τον Νίκο Μαμαγκάκη («Άνθη» και «Πέτρινα λουλούδια», σε στίχους Βασίλη Βασιλικού). Το 1966 έρχεται σε επαφή με τον Μίμη Πλέσσα, μια συνεργασία που άφησε εποχή στο χώρο του ελληνικού τραγουδιού. Αφορμή η ταινία μιούζικαλ «Οι θαλασσιές οι χάντρες» (1966). Ακολούθησαν οι ταινίες: «Κάτι κουρασμένα παλικάρια» (1967), «Μια κυρία στα μπουζούκια» (1968), «Ο ψεύτης» (1968), «Γοργόνες και μάγκες» (1968), «Ο μικρός δραπέτης» (1968), «Η Παριζιάνα» (1969), «Η ωραία του κουρέα» (1969), «Η θεία μου η χίπισσα» (1970) κ.ά.

"Ο δρόμος"

Το 1969 είναι μια σημαδιακή χρονιά. "Ο δρόμος", άλμπουμ των Μίμη Πλέσσα και Λευτέρη Παπαδόπουλου, όπου ο Γιάννης Πουλόπουλος ερμηνεύει δέκα από τα δώδεκα τραγούδια, θα γίνει αμέσως ο πρώτος ελληνικός χρυσός δίσκος -παρά την απαγόρευση μετάδοσής του από το τότε μονοπώλιο του ΕΙΡ/ΕΙΡΤ- και στα χρόνια που θα ακολουθήσουν θα γίνει το πιο επιτυχημένο σε πωλήσεις άλμπουμ στην ιστορία της ελληνικής δισκογραφίας, φτάνοντας τα 3.000.000 αντίτυπα, ρεκόρ που μέχρι σήμερα κανείς άλλος ελληνικός δίσκος δεν έχει πλησιάσει. Την ίδια χρονιά, συμμετέχει στον δίσκο "Οι ώρες", των Λίνου Κόκοτου και Άκου Δασκαλόπουλου.

Μετά την ανεπανάληπτη επιτυχία του "Δρόμου", ο Πουλόπουλος, μέσα από τα τραγούδια και τις κινηματογραφικές του εμφανίσεις, γίνεται το μεγαλύτερο όνομα του ελληνικού τραγουδιού, ο "χρυσός ερμηνευτής", χαρακτηρισμό που αποδεικνύει και μια δημοσκόπηση του 1970 σε περιοδικό της εποχής, σχετική με τη δημοσιότητα και απήχηση των τραγουδιστών, στην οποία κατατάχθηκε πρώτος ανάμεσα σε πολλά άλλα μεγάλα ονόματα.

Ενώ άλλες δισκογραφικές εταιρείες προσπαθούν να τον προσελκύσουν, ο Αλέκος Πατσιφάς βρίσκει τρόπο να τον κρατήσει στη Λύρα. Ξέροντας την επιθυμία του τραγουδιστή να βρίσκεται συνέχεια στο στούντιο, τον βάζει να ηχογραφεί διαρκώς τραγούδια. Είναι χαρακτηριστικό ότι την περίοδο 1969–71 ο Γιάννης Πουλόπουλος τραγουδά σε δέκα μεγάλους δίσκους 33 στροφών και σε αρκετούς μικρούς 45 στροφών.

Όταν, σε συνέντευξή του το 1987, ρωτήθηκε αν έχει κάνει λάθη στην καριέρα του, θα αναφέρει την έκδοση των δέκα δίσκων που κυκλοφόρησαν μέσα σε δύο χρόνια, υπογραμμίζοντας όμως ωστόσο ότι περιέχουν μερικά από τα "κλασικά" (όπως τα χαρακτήρισε) τραγούδια του. Στους δέκα αυτούς δίσκους υπάρχουν άλλωστε εξαίσια δείγματα της φωνής του και υπέροχες ερμηνείες τραγουδιών βασισμένων σε στίχους ποιημάτων του Λόρκα και του Νερούδα (Εμιλιάνο Ζαπάτα), του Γιάννη Γλέζου, στην "Ερωφίλη" του Νίκου Μαμαγκάκη, στη "Γύφτισσα μέρα" του Γιώργου Κοντογιώργου και στη "Μαρία" του Νίκου Σκέμπρη (Λαβράνου) και την επόμενη χρονιά κυκλοφορεί δίσκο με τον επιστήθιο φίλο του τον Γιώργο Ζαμπέτα, το "Μουσικόραμα".

Κατά την περίοδο 1971-73, συνεργάζεται με τον σκηνοθέτη Όμηρο Ευστρατιάδη, ντύνοντας κάποιες ταινίες του με μουσική και στίχο. Επίσης, αξίζει να αναφερθεί ότι αυτή την περίοδο δίνει ένα τραγούδι στην Ελένη Ανουσάκη με τίτλο "Μη μου ζητάς" για τις ανάγκες της ταινίας "Αδιέξοδο" (1971), καθώς και ένα τραγούδι στην Ελένη Ροδά και δύο στην Καίτη Χωματά. Στις αρχές της δεκαετίας του '70, καλεσμένος στην εκπομπή του Νίκου Μαστοράκη, τραγουδά το "It was a very good year" του Frank Sinatra, ηχογράφηση η οποία δεν κυκλοφόρησε. Λίγο πριν την έκδοση αυτού του δίσκου, μόλις πρόλαβε την σύλληψη από τα όργανα της χούντας, μιας και το τραγούδι των Γιώργου Κατσαρού - Πυθαγόρα "Πάμε για ύπνο Κατερίνα", θεωρήθηκε αντιστασιακό. Κατέφυγε τότε σε χώρες της Δυτικής Ευρώπης. Βέβαια προϋπήρχε και ο δίσκος "Μίλα μου για τη λευτεριά" των Μίμη Πλέσσα - Λευτέρη Παπαδόπουλου, που όλα τα τραγούδια - εκτός από ένα - είχαν απαγορευτεί από το καθεστώς της επταετίας.
"Θάλασσα πικροθάλασσα"

Το 1973 τραγουδάει σε στίχους Κώστα Βίρβου και μουσική Μίμη Πλέσσα στο "Θάλασσα πικροθάλασσα" και το 1975 ερμηνεύει τα "12 ρεμπέτικα", ένα είδος τραγουδιού που αποδεικνύει πια πως ο Γιάννης Πουλόπουλος είναι ένας τραγουδιστής μοναδικός, που άνετα μπορεί να κινηθεί σε όλα τα είδη του Ελληνικού τραγουδιού. Αυτός ήταν και ο τελευταίος δίσκος του στη Λύρα.

Μετά την αποχώρησή του από τη Λύρα, ηχογραφεί κάποιους δίσκους στη Μίνως- οι οποίοι γίνονται αμέσως χρυσοί- με ελαφρολαϊκά και με διασκευασμένες ξένες επιτυχίες, όπως το "Αγάπα με".

Όλα αυτά τα χρόνια η Λύρα δεν έπαψε να επανεκδίδει τραγούδια που είχε πει, κυρίως τραγούδια που είχαν κυκλοφορήσει σε δίσκους 45 στροφών. Στο διάστημα 1977-89 συνεργάζεται και πάλι με τον Μίμη Πλέσσα, τον Γιάννη Σπανό, τον Γιώργο Κριμιζάκη, ενώ το 1982 σε ένα δίσκο που έγινε χρυσός, τραγούδησε με το δικό του ξεχωριστό τρόπο τραγούδια του "Νέου Κύματος" σε δεύτερη εκτέλεση (πιάνο -επιμέλεια ορχήστρας ο Γιάννης Σπανός). Στην εταιρία Μίνως μένει ως το 1989, έχοντας 11 χρυσούς δίσκους στο ενεργητικό του εκεί. Την εποχή εκείνη, ο χρυσός αντιστοιχούσε σε 60.000 πωλήσεις και ο πλατινένιος σε 100.000. Μάλιστα, οι τρεις τελευταίοι δίσκοι έγιναν πλατινένιοι μετά την αποχώρησή του από τη Μίνως. Το 1983 κυκλοφορεί τη δεύτερη ποιητική του συλλογή με τίτλο «Ταξίδι Στο Κέντρο Της Γης», ενώ δεν σταματά να ασχολείται και με τη ζωγραφική, που όπως είχε δηλώσει, ήταν κάτι που τον ξεκούραζε. Την ίδια χρονιά γνωρίζεται με τη μέλλουσα γυναίκα του Μπέττυ και το 1985 γίνεται ο γάμος τους. Στις 15 Μαΐου 1991 γεννιέται η κόρη του, Αλεξάνδρα.

Ακολουθούν δύο δίσκοι και ένας τρίτος με μια συμμετοχή, στην Polygram μεταξύ 1990-92. Για ένα διάστημα 5 χρόνων μένει οικειοθελώς εκτός δισκογραφίας (φυσικά συνεχίζει τις εμφανίσεις του σε μεγάλα κέντρα).

Το 1997 ο Πουλόπουλος αρχίζει μια καινούργια συνεργασία με τη Λύρα, μετά από 22 χρόνια, με το δίσκο "Του τραγουδιού το βλέμμα", σε μουσική Αντώνη Στεφανίδη. Δίσκος που γνωρίζει αμέσως μεγάλη επιτυχία. Στο δίσκο αυτό για τους φανατικούς - και είναι πολλοί - ακροατές του, υπάρχει και μια μεγάλη έκπληξη. Ο Γιάννης Πουλόπουλος "ξέθαψε" δύο δικά του τραγούδια από τα τέσσερα συνολικά που είπε σε κινηματογραφικές ταινίες γύρω στα 1972 - 1973 και ήταν άγνωστα, αλλά και δεν είχαν μέχρι σήμερα κυκλοφορήσει. Τα τραγούδια αυτά το "Πάλι μεθυσμένος" και το "Αφού μου έφυγες εσύ", ξανατραγουδάει στον καινούργιο του δίσκο. Το 1998, κυκλοφορεί σε cd η ζωντανή του εμφάνιση στην Πύλη Αξιού –πρόκειται για την μόνη του δισκογραφική δουλειά με περιεχόμενο από εμφάνισή του-, εμφάνιση η οποία γνώρισε μεγάλη επιτυχία και αποτελεί και την τελευταία του.

Το 1999 κυκλοφορεί ο δίσκος με τίτλο "Στα Όνειρά Μου Περπατώ", με τον οποίο αποφασίζει να απομακρυνθεί από τα μουσικά δρώμενα. Σε ορισμένες συνεντεύξεις της εποχής δηλώνει πως η νύχτα, έτσι όπως έχει ευτελιστεί, δεν είναι πια γι’ αυτόν και δηλώνει την απομάκρυνση του από τις βραδινές εμφανίσεις και, εν γένει, τα μουσικά δρώμενα. Το 2005 κυκλοφορεί σε περιορισμένες εκδόσεις ένας δίσκος 10 ιντσών, με τίτλο «Τα χρυσά κινηματογραφικά» με 10 τραγούδια, ενώ στο διάστημα αυτό οι επανεκδόσεις τραγουδιών, και από τη Lyra και από τη Minos, διαδέχονται η μία την άλλη.

Ο Γιάννης Πουλόπουλος κυκλοφόρησε δύο ποιητικές συλλογές, με τίτλο "Τετράδιο" (1971) και "Ταξίδι στο κέντρο της νύχτας" (1983), στις οποίες παρουσίασε και μια άλλη πτυχή του. Παράλληλα, ασχολήθηκε με τη ζωγραφική και τη χαλκογραφία, έχοντας αποκτήσει μερικές γνώσεις από τον φίλο του, τραγουδιστή και ζωγράφο, Σταύρο Πασπαράκη.


πηγή




Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου