Articles by "Αφιερώματα"
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αφιερώματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Ναι. Πέρασαν 65 συναπτά έτη από τα Σεπτεμβριανά, το τρομερό πογκρόμ που οργάνωσε η κυβέρνηση του Αντνάν Μεντερές σε βάρος της Ρωμιοσύνης στην Πόλη, καθώς και ελληνικών-συμμαχικών στόχων στη Σμύρνη το απόγευμα-βράδυ της 6ης Σεπτεμβρίου του 1955. Τα γεγονότα φριχτά, ο απολογισμός αδιανόητος. Η άκρα ταπείνωση. Οι στόχοι που χτυπήθηκαν ήταν περίπου 8.140, μεταξύ των οποίων 72 χριστιανορθόδοξα εκκλησιαστικά συγκροτήματα, 3 κοιμητήρια, 26 σχολεία,11 κλινικές, 3.504 σπίτια, 21 εργοστάσια, 27 φαρμακεία, 4.348 μαγαζιά και 110 ζαχαροπλαστεία … Οι τάφοι που ανοίχτηκαν και συλήθηκαν ξεπερνούν τους 100, οι καταστροφές ή και κλοπές εικόνων κι άλλων πολύτιμων εκκλησιαστικών κειμηλίων ξεπερνούν τις 700, οι βιαιοπραγίες σε βάρος Ρωμιών αμέτρητες, ο διασυρμός ιερέων στις γειτονιές και η καύση Επιταφίων στα προαύλια των εκκλησιών κι άλλα αποτρόπαια περιστατικά που συνέβησαν μέσα σε 7-9 ώρες δεν έχουν προηγούμενο. Επίθεση δέχτηκε και ένας μικρός αριθμός αρμενικών και εβραϊκών περιουσιών, ορισμένες αρμενικές εκκλησίες και μία εβραϊκή συναγωγή.

Η ελληνική κυβέρνηση του βαριά ασθενούντος Αλ. Παπάγου, τον οποίο διαδέχθηκε τον Οκτώβριο του ’55 ο Κ. Καραμανλής, σιώπησε, διότι υπήρξαν έντονες συμμαχικές πιέσεις, ιδίως από τον Αμερικάνο υπουργό Εξωτερικών Τζων Φόστερ Ντάλλες, ο οποίος «κάλεσε και τις δύο πλευρές να επιδείξουν αυτοσυγκράτηση και να συμφιλιωθούν» (!). 

Πέρασαν 65 χρόνια. Η σιωπή δεν είναι ούτε αυτοσυγκράτηση ούτε θετικό βήμα προς τη συμφιλίωση. Φαίνεται να αρχίζουμε να το συνειδητοποιούμε Ακόμα και οι ίδιοι οι Τούρκοι, επιστήμονες, πολιτικοί και δημοσιογράφοι, έχουν αρχίσει να αναζητούν στοιχεία για να καταλάβουν τι έγινε. Όχι όλοι, βέβαια. Και όχι η επίσημη πλευρά. Μα η ίδια αφόρητη σιωπή εκφράζει και την επίσημη ελληνική πλευρά. Μόνο κάποιο άρθρο ανήμερα, μια αναφορά στην τραγωδία στα διάφορα μέσα –όποιο από αυτά το θυμηθεί, ίσως τώρα με περισσότερη πυκνότητα, λόγω της εξωφρενικής κατάστασης στη Μεσόγειο και των απειλών που εκστομίζουν ο Τούρκος πρόεδρος και οι πέριξ– κι ύστερα επιπίπτει η λήθη. Ούτε η αμερικανική πλευρά έχει μιλήσει μέχρι τώρα. Αφόρητη σιωπή, ένοχη λήθη. Στο έγκλημα της καταστροφής του ελληνισμού, έχει προστεθεί το έγκλημα της πλήρους αποσιώπησης. 

Προσοχή όμως: οι μεγαλόστομες ύβρεις σε βάρος του τουρκικού λαού, οι απαξιωτικές κρίσεις και οι υποτιθέμενες απειλές, τα σαρκαστικά επίθετα, τα ταπεινωτικά θέσφατα (σαν εκείνα που ακούμε τόσο συχνά από διάφορους πομφόλυγες) δεν τιμούν κανέναν, κυρίως αυτούς που τα ξεστομίζουν. Επιπλέον, δεν παρέχουν τίποτα θετικό. Ούτε βέβαια η εκδικητική διάθεση και τα θούρια. Τίποτα από αυτά δεν έχει ουσιαστικό αντίκρισμα – εκτός από στιγμιαία αύξηση της τηλεθέασης, της ψηφοθηρίας, των εφήμερων οπαδών, των καφενόβιων θαυμαστών του κάθε φωνακλά. 

Πρέπει όμως να μάθουμε. Για να καταλάβουμε. Εξήντα πέντε χρόνια μετά τα Σεπτεμβριανά, πρέπει να ξαναδούμε την υπόθεση από όλες τις άμεσα εμπλεκόμενες πλευρές. Την Τουρκία, την Ελλάδα και την Κύπρο, τη Μεγάλη Βρετανία και τις ΗΠΑ.
Το πληρέστερο μελέτημα με λεπτομερή στοιχεία και εξαντλητική αρχειακή έρευνα σχετικά με την οργανωμένη επίθεση στο εμπορικό κέντρο του Πέρα, σε όλες τις χριστιανικές συνοικίες της Πόλης, τους βανδαλισμούς και τις καταστροφές των ορθοδόξων εκκλησιών είναι του αείμνηστου καθηγητή Σπύρου Βρυώνη, «Ο μηχανισμός της καταστροφής. Το τουρκικό πογκρόμ της 6ης - 7ης Σεπτεμβρίου 1955 και ο αφανισμός της ελληνικής κοινότητας της Κωνσταντινούπολης» (εκδόσεις Εστία, Αθήνα 2007) το οποίο είχε κυκλοφορήσει το 2005 στα αγγλικά με τίτλο: ‘The Mechanism of Catastrophe: The Turkish Pogrom of September 6–7, 1955, and the Destruction of the Greek Community of Istanbul’. Και μόνο την Εισαγωγή των 40 σελίδων να διαβάσει κανείς, αντιλαμβάνεται πάρα πολλά.
Από τις εκδόσεις της Εστίας κυκλοφόρησε στα ελληνικά το 2006 (μεταφρασμένο από τα γερμανικά) και το πολύ ενδιαφέρον μελέτημα της ιστορικού Ντιλέκ Γκιουβέν, «Εθνικισμός, κοινωνικές μεταβολές και μειονότητες. Τα επεισόδια εναντίον των μη Μουσουλμάνων της Τουρκίας (6/7 Σεπτεμβρίου 1955)». Υπό μορφή μυθιστορήματος, αλλά με πάρα πολλά τεκμηριωμένα στοιχεία και συγκλονιστικές περιγραφές, κυκλοφορεί και το εξαιρετικό βιβλίο του Θωμά Κοροβίνη «’55» (εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 2013). Διαβάζεται απνευστί.
Ο Κωνσταντίνος Τσιτσελίκης, με το τεκμηριωμένο μελέτημα: «Τα βακούφια των ελληνορθόδοξων κοινοτήτων στον ευρωπαϊκό δρόμο της Τουρκίας» (εκδόσεις Βιβλιόραμα, Αθήνα 2011), κάλυψε σε μεγάλο βαθμό ένα τεράστιο κενό στην ελληνική βιβλιογραφία και στις γνώσεις μας γύρω από τη Ρωμιοσύνη του 20ού και των αρχών του 21ου αιώνα.
[Το κεφάλι της κόρης του 5ου π.Χ. αιώνα είναι από τις Συρακούσες και εκτίθεται στο Museo Regionale Paolo Orsi των Συρακουσών στη Σικελία. Θέλοντας να αποφύγουμε το πολυδημοσιευμένο και μοναδικό φωτ υλικό του Κωνσταντινουπολίτη φωτογράφου Δημήτρη Καλούμενου από τα Σεπτεμβριανά, γιατί δεν θέλουμε να προκαλέσουμε οργή και αποτροπιασμό, επιλέξαμε αυτό το τραγικό γλυπτό επειδή αποτυπώνει με τον δικό του τρόπο την «τρίτη Άλωση» όπως την αποκάλεσαν.] 

>>>>>>>>>> Δείτε και τη δημοσίευση που είχαμε κάνει στην Ιστοσελίδα μας το 2015 (κάθε χρόνο δημοσιεύουμε κάτι για αυτή την αποτρόπαιη ιστορία). Εκεί θα βρείτε και μία παραπομπή στο Αρχείο μας και μπορείτε να συνδεθείτε απευθείας με το αφιέρωμα που είχε κάνει για τα Σεπτεμβριανά το ένθετο «Επτά Ημέρες» της εφημερίδας «Η Καθημερινής της Κυριακής» στις 10 Σεπτ. του 1995. Μα ίσως κάποιοι να αναρωτηθούν σε τι χρησιμεύουν όλα αυτά τα παρελθόντα, αφού δεν γίνεται τίποτα. Πικρά και πικρόχολα. Ναι.
https://www.apan.gr/gr/component/k2/item/1338-1955-2015


πηγή
Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Πέθανε, σε ηλικία 79 ετών, ο τραγουδιστής Γιάννης Πουλόπουλος, ένας από τους μεγαλύτερους Έλληνες ερμηνευτές που η φωνή του έχει ταυτιστεί με ορισμένες από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της ελληνικής δισκογραφίας.

Σύμφωνα με τις πρώτες πληροφορίες, ο Γιάννης Πουλόπουλος πέθανε χθες το βράδυ, έπειτα από σοβαρά προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε το τελευταίο διάστημα.

Τα πρώτα χρόνια

Ο Γιάννης Πουλόπουλος γεννήθηκε στις 29 Ιουνίου του 1941 στην Καρδαμύλη Μεσσηνίας, στην περιοχή της Μάνης. Οι γονείς του, μεσσηνιακής καταγωγής, κατοικούσαν στην Αθήνα, στην περιοχή του Μεταξουργείου και ύστερα μετακόμισαν στο Περιστέρι και συγκεκριμένα στην περιοχή της Αγίας Τριάδας. Σε ηλικία 5 ετών μένει ορφανός από μητέρα και μεγαλώνει με τον πατέρα του Γιώργο και τον μικρό αδερφό του Βασίλη.

Από μικρός, ο Γιάννης Πουλόπουλος είχε κλίση στο τραγούδι. Παρακινημένος από τους φίλους του, που τον άκουγαν να τραγουδάει, αλλά και έχοντας ο ίδιος μεγάλη πίστη στις φωνητικές του ικανότητες, πήγαινε στην εταιρεία Columbia το 1962, κάνοντας προσπάθειες για να πει κάποια τραγούδια που γίνονταν τότε ακροάσεις, ζητώντας να τον ακούσουν, αλλά κανείς δεν του έκλεισε κάποιο ραντεβού. Ο Γιάννης Πουλόπουλος συνέχιζε να ζητάει ακρόαση σχεδόν καθημερινά, παρ' όλα τα μεροκάματα που έχανε αφού δούλευε τότε σαν ελαιοχρωματιστής και οικοδόμος, ενώ παράλληλα έπαιζε ποδόσφαιρο στον Άγιο Ιερόθεο και στον Ατρόμητο.

Κάπως ετσι μπαίνει στο στούντιο για να ηχογραφήσει το πρώτο του τραγούδι, σε μουσική και στίχους του Μπάμπη Δαλιάνη, με τον τίτλο «Κορμί μου πονεμένο». Στην πίσω πλευρά του δίσκου 45 στροφών θα έμπαινε το τραγούδι «Στο άδειο προσκεφάλι», που όμως τελικά το πήρε επί πληρωμή ο Στέλιος Καζαντζίδης από τον συνθέτη. Τελικά το τραγούδι δεν κυκλοφορεί και μένει ως δείγμα στην Columbia. Ένας επιπλέον λόγος ήταν ότι ο Πουλόπουλος ακόμα ήταν ανήλικος και απαγορευόταν να εκδοθεί δίσκος με το αναγραφόμενο τραγούδι.

Το δεύτερο τραγούδι ήταν ένα συρτοτσιφτετέλι του Πάνου Πετσά με τίτλο «Δως μου την καρδιά μου πίσω». Κυκλοφορεί σε 45άρι και στην πίσω πλευρά είχε ένα "μπαγιό" του ίδιου του συνθέτη με την Πόλυ Πάνου και τη Βούλα Γκίκα, με τίτλο «Γεννήθηκα να σε αγαπώ». Εκείνη την περίοδο η Columbia, έχοντας στο δυναμικό της μεγάλο αριθμό άγνωστων και ανερχόμενων τραγουδιστών, αποφασίζει να κάνει εκκαθάριση και να κάνει νέες ακροάσεις, από τις οποίες θα κρατούσε 50 άτομα.

Μίκης Θεοδωράκης: Αυτόν εγώ θα τον κάνω τραγουδιστή

Την επιτροπή ακροάσεων αποτελούσαν ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Απόστολος Καλδάρας, ο Βασίλης Τσιτσάνης και ο Γιάννης Παπαϊωάννου. Τότε ο Γιάννης Πουλόπουλος διάλεξε να πει δύο δύσκολα τραγούδια: το «Μάνα μου και Παναγιά» και το «Παράπονο». Μόλις τελείωσε, τον πλησίασε ο Μίκης Θεοδωράκης λέγοντας: «Αυτόν εγώ θα τον κάνω τραγουδιστή», και τελικά ήταν ο μόνος που πέρασε από αυτή την ακρόαση.

Ο Μίκης Θεοδωράκης του δίνει να πει τρία τραγούδια στο θεατρικό έργο του Ιάκωβου Καμπανέλλη Η γειτονιά των αγγέλων, που εκείνη τη χρονιά (1963) ανεβαίνει στο θέατρο Ρεξ από τον θίασο Τζένης Καρέζη–Νίκου Κούρκουλου. Τα τραγούδια αυτά ήταν τα «Στρώσε το στρώμα σου για δυο», «Δόξα τω Θεώ» και «Το ψωμί είναι στο τραπέζι». Αυτά είναι και τα πρώτα τραγούδια που ηχογραφεί σε δίσκο ο Πουλόπουλος, τα οποία αργότερα θα δισκογραφήσει στην ίδια εταιρεία και ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης.

Εκείνη την περίοδο ηχογραφεί το ένα και μοναδικό τραγούδι με τον Σταύρο Ξαρχάκο, το «Πρωινό τραγούδι» σε στίχους Νίκου Γκάτσου, το οποίο επίσης δεν κυκλοφορεί και μένει ως δείγμα και το 1963 συμπεριλαμβάνεται στο διπλό LP Χρυσές επιτυχίες του Σταύρου Ξαρχάκου. Ο χειμώνας του 1963 τον βρίσκει να τραγουδά στο κέντρο Ξημερώματα, στα Άνω Πατήσια, μαζί με την Καίτη Γκρέυ, τον Γιάννη Αγγέλου στο μπουζούκι και τον Γιάννη Μπουρνέλη ως κονφερασιέ. Στην συνέχεια, απομακρύνεται από την Columbia, εξαιτίας του Γρήγορη Μπιθικώτση, ο οποίος έθεσε βέτο στην εταιρεία και στους αδελφούς Λαμπρόπουλους, ότι αυτόν δεν τον ήθελε εκεί. Το 1964 κατατάσσεται φαντάρος και απολύεται το 1966.

Η συνέχεια βρίσκει τον Γιάννη Πουλόπουλο να τραγουδάει σε αρκετές μπουάτ στην Πλάκα (Το στέκι του Γιάννη, Ταβάνια, κ.ά.) Στη Λύρα ηχογραφεί ξανά τα τρία τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη και άλλα δώδεκα του ίδιου συνθέτη, όπως τα “Βράχο βράχο τον καημό μου”, «Βρέχει στη φτωχογειτονιά», «Καημός» κ.ά. Το 1965 τραγουδάει τέσσερα τραγούδια του τότε πρωτοεμφανιζόμενου Μάνου Λοΐζου, ενώ το 1966 θα τραγουδήσει σε πρώτη εκτέλεση το «Ακορντεόν», στην ταινία μικρού μήκους Αθήνα, πόλη χαμόγελο, σε σκηνοθεσία του Λάμπρου Λιαρόπουλου για το φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Σχεδόν παράλληλα κάνει μεγάλη επιτυχία με το «Μη μου θυμώνεις μάτια μου», του επίσης τότε πρωτοεμφανιζόμενου Σταύρου Κουγιουμτζή.

Το 1966 τραγουδά σε συναυλία του Μίκη Θεοδωράκη στο γήπεδο της ΑΕΚ στη Νέα Φιλαδέλφεια, μαζί με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, τη Μαρία Φαραντούρη και τον πρωτοεμφανιζόμενο Δημήτρη Μητροπάνο. Την ίδια χρονιά μπαίνει για τα καλά στη δισκογραφία. Τα 45άρια δισκάκια του κυκλοφορούν σωρηδόν και εμφανίζεται για πρώτη φορά στις κινηματογραφικές ταινίες: Οι στιγματισμένοι (1966), με τον Γιώργο Φούντα και τη Μάρω Κοντού, όπου τραγουδάει μαζί με την Ελένη Κλάδη το «Πολύ αργά» και το «Σ' αγαπώ». Ο τετραπέρατος (1966), με τον Κώστα Χατζηχρήστο, όπου ερμηνεύει το τραγούδι του Γιώργου Κατσαρού «Στον Πειραιά, στον Πειραιά»· Εκείνος κι εκείνη (1966), με τη Τζένη Καρέζη και τον Φαίδωνα Γεωργίτση, όπου τραγουδάει τη σύνθεση του Γιάννη Μαρκόπουλου «Ξεγυμνώστε τα σπαθιά».

Είναι όμως η εποχή του Νέου Κύματος, το οποίο ο Γιάννης Πουλόπουλος ακολουθεί. Γράφει και συνθέτει δικά του τραγούδια, όπως το «Θά 'θελα να 'χα», που γνωρίζει μεγάλη επιτυχία. Στη συνέχεια συνεργάζεται με τον Γιάννη Σπανό (συμμετέχει στην Ανθολογία και στην Ανθολογία Β', ερμηνεύοντας αριστουργηματικά το «Παιδί μου ώρα σου καλή» σε ποίηση Γεώργιου Βιζυηνού), με τον Δήμο Μούτση («Το κορίτσι μου στ' άστρα»), με τον Κυριάκο Σφέτσα και με τον Νίκο Μαμαγκάκη («Άνθη» και «Πέτρινα λουλούδια», σε στίχους Βασίλη Βασιλικού). Το 1966 έρχεται σε επαφή με τον Μίμη Πλέσσα, μια συνεργασία που άφησε εποχή στο χώρο του ελληνικού τραγουδιού. Αφορμή η ταινία μιούζικαλ «Οι θαλασσιές οι χάντρες» (1966). Ακολούθησαν οι ταινίες: «Κάτι κουρασμένα παλικάρια» (1967), «Μια κυρία στα μπουζούκια» (1968), «Ο ψεύτης» (1968), «Γοργόνες και μάγκες» (1968), «Ο μικρός δραπέτης» (1968), «Η Παριζιάνα» (1969), «Η ωραία του κουρέα» (1969), «Η θεία μου η χίπισσα» (1970) κ.ά.

"Ο δρόμος"

Το 1969 είναι μια σημαδιακή χρονιά. "Ο δρόμος", άλμπουμ των Μίμη Πλέσσα και Λευτέρη Παπαδόπουλου, όπου ο Γιάννης Πουλόπουλος ερμηνεύει δέκα από τα δώδεκα τραγούδια, θα γίνει αμέσως ο πρώτος ελληνικός χρυσός δίσκος -παρά την απαγόρευση μετάδοσής του από το τότε μονοπώλιο του ΕΙΡ/ΕΙΡΤ- και στα χρόνια που θα ακολουθήσουν θα γίνει το πιο επιτυχημένο σε πωλήσεις άλμπουμ στην ιστορία της ελληνικής δισκογραφίας, φτάνοντας τα 3.000.000 αντίτυπα, ρεκόρ που μέχρι σήμερα κανείς άλλος ελληνικός δίσκος δεν έχει πλησιάσει. Την ίδια χρονιά, συμμετέχει στον δίσκο "Οι ώρες", των Λίνου Κόκοτου και Άκου Δασκαλόπουλου.

Μετά την ανεπανάληπτη επιτυχία του "Δρόμου", ο Πουλόπουλος, μέσα από τα τραγούδια και τις κινηματογραφικές του εμφανίσεις, γίνεται το μεγαλύτερο όνομα του ελληνικού τραγουδιού, ο "χρυσός ερμηνευτής", χαρακτηρισμό που αποδεικνύει και μια δημοσκόπηση του 1970 σε περιοδικό της εποχής, σχετική με τη δημοσιότητα και απήχηση των τραγουδιστών, στην οποία κατατάχθηκε πρώτος ανάμεσα σε πολλά άλλα μεγάλα ονόματα.

Ενώ άλλες δισκογραφικές εταιρείες προσπαθούν να τον προσελκύσουν, ο Αλέκος Πατσιφάς βρίσκει τρόπο να τον κρατήσει στη Λύρα. Ξέροντας την επιθυμία του τραγουδιστή να βρίσκεται συνέχεια στο στούντιο, τον βάζει να ηχογραφεί διαρκώς τραγούδια. Είναι χαρακτηριστικό ότι την περίοδο 1969–71 ο Γιάννης Πουλόπουλος τραγουδά σε δέκα μεγάλους δίσκους 33 στροφών και σε αρκετούς μικρούς 45 στροφών.

Όταν, σε συνέντευξή του το 1987, ρωτήθηκε αν έχει κάνει λάθη στην καριέρα του, θα αναφέρει την έκδοση των δέκα δίσκων που κυκλοφόρησαν μέσα σε δύο χρόνια, υπογραμμίζοντας όμως ωστόσο ότι περιέχουν μερικά από τα "κλασικά" (όπως τα χαρακτήρισε) τραγούδια του. Στους δέκα αυτούς δίσκους υπάρχουν άλλωστε εξαίσια δείγματα της φωνής του και υπέροχες ερμηνείες τραγουδιών βασισμένων σε στίχους ποιημάτων του Λόρκα και του Νερούδα (Εμιλιάνο Ζαπάτα), του Γιάννη Γλέζου, στην "Ερωφίλη" του Νίκου Μαμαγκάκη, στη "Γύφτισσα μέρα" του Γιώργου Κοντογιώργου και στη "Μαρία" του Νίκου Σκέμπρη (Λαβράνου) και την επόμενη χρονιά κυκλοφορεί δίσκο με τον επιστήθιο φίλο του τον Γιώργο Ζαμπέτα, το "Μουσικόραμα".

Κατά την περίοδο 1971-73, συνεργάζεται με τον σκηνοθέτη Όμηρο Ευστρατιάδη, ντύνοντας κάποιες ταινίες του με μουσική και στίχο. Επίσης, αξίζει να αναφερθεί ότι αυτή την περίοδο δίνει ένα τραγούδι στην Ελένη Ανουσάκη με τίτλο "Μη μου ζητάς" για τις ανάγκες της ταινίας "Αδιέξοδο" (1971), καθώς και ένα τραγούδι στην Ελένη Ροδά και δύο στην Καίτη Χωματά. Στις αρχές της δεκαετίας του '70, καλεσμένος στην εκπομπή του Νίκου Μαστοράκη, τραγουδά το "It was a very good year" του Frank Sinatra, ηχογράφηση η οποία δεν κυκλοφόρησε. Λίγο πριν την έκδοση αυτού του δίσκου, μόλις πρόλαβε την σύλληψη από τα όργανα της χούντας, μιας και το τραγούδι των Γιώργου Κατσαρού - Πυθαγόρα "Πάμε για ύπνο Κατερίνα", θεωρήθηκε αντιστασιακό. Κατέφυγε τότε σε χώρες της Δυτικής Ευρώπης. Βέβαια προϋπήρχε και ο δίσκος "Μίλα μου για τη λευτεριά" των Μίμη Πλέσσα - Λευτέρη Παπαδόπουλου, που όλα τα τραγούδια - εκτός από ένα - είχαν απαγορευτεί από το καθεστώς της επταετίας.
"Θάλασσα πικροθάλασσα"

Το 1973 τραγουδάει σε στίχους Κώστα Βίρβου και μουσική Μίμη Πλέσσα στο "Θάλασσα πικροθάλασσα" και το 1975 ερμηνεύει τα "12 ρεμπέτικα", ένα είδος τραγουδιού που αποδεικνύει πια πως ο Γιάννης Πουλόπουλος είναι ένας τραγουδιστής μοναδικός, που άνετα μπορεί να κινηθεί σε όλα τα είδη του Ελληνικού τραγουδιού. Αυτός ήταν και ο τελευταίος δίσκος του στη Λύρα.

Μετά την αποχώρησή του από τη Λύρα, ηχογραφεί κάποιους δίσκους στη Μίνως- οι οποίοι γίνονται αμέσως χρυσοί- με ελαφρολαϊκά και με διασκευασμένες ξένες επιτυχίες, όπως το "Αγάπα με".

Όλα αυτά τα χρόνια η Λύρα δεν έπαψε να επανεκδίδει τραγούδια που είχε πει, κυρίως τραγούδια που είχαν κυκλοφορήσει σε δίσκους 45 στροφών. Στο διάστημα 1977-89 συνεργάζεται και πάλι με τον Μίμη Πλέσσα, τον Γιάννη Σπανό, τον Γιώργο Κριμιζάκη, ενώ το 1982 σε ένα δίσκο που έγινε χρυσός, τραγούδησε με το δικό του ξεχωριστό τρόπο τραγούδια του "Νέου Κύματος" σε δεύτερη εκτέλεση (πιάνο -επιμέλεια ορχήστρας ο Γιάννης Σπανός). Στην εταιρία Μίνως μένει ως το 1989, έχοντας 11 χρυσούς δίσκους στο ενεργητικό του εκεί. Την εποχή εκείνη, ο χρυσός αντιστοιχούσε σε 60.000 πωλήσεις και ο πλατινένιος σε 100.000. Μάλιστα, οι τρεις τελευταίοι δίσκοι έγιναν πλατινένιοι μετά την αποχώρησή του από τη Μίνως. Το 1983 κυκλοφορεί τη δεύτερη ποιητική του συλλογή με τίτλο «Ταξίδι Στο Κέντρο Της Γης», ενώ δεν σταματά να ασχολείται και με τη ζωγραφική, που όπως είχε δηλώσει, ήταν κάτι που τον ξεκούραζε. Την ίδια χρονιά γνωρίζεται με τη μέλλουσα γυναίκα του Μπέττυ και το 1985 γίνεται ο γάμος τους. Στις 15 Μαΐου 1991 γεννιέται η κόρη του, Αλεξάνδρα.

Ακολουθούν δύο δίσκοι και ένας τρίτος με μια συμμετοχή, στην Polygram μεταξύ 1990-92. Για ένα διάστημα 5 χρόνων μένει οικειοθελώς εκτός δισκογραφίας (φυσικά συνεχίζει τις εμφανίσεις του σε μεγάλα κέντρα).

Το 1997 ο Πουλόπουλος αρχίζει μια καινούργια συνεργασία με τη Λύρα, μετά από 22 χρόνια, με το δίσκο "Του τραγουδιού το βλέμμα", σε μουσική Αντώνη Στεφανίδη. Δίσκος που γνωρίζει αμέσως μεγάλη επιτυχία. Στο δίσκο αυτό για τους φανατικούς - και είναι πολλοί - ακροατές του, υπάρχει και μια μεγάλη έκπληξη. Ο Γιάννης Πουλόπουλος "ξέθαψε" δύο δικά του τραγούδια από τα τέσσερα συνολικά που είπε σε κινηματογραφικές ταινίες γύρω στα 1972 - 1973 και ήταν άγνωστα, αλλά και δεν είχαν μέχρι σήμερα κυκλοφορήσει. Τα τραγούδια αυτά το "Πάλι μεθυσμένος" και το "Αφού μου έφυγες εσύ", ξανατραγουδάει στον καινούργιο του δίσκο. Το 1998, κυκλοφορεί σε cd η ζωντανή του εμφάνιση στην Πύλη Αξιού –πρόκειται για την μόνη του δισκογραφική δουλειά με περιεχόμενο από εμφάνισή του-, εμφάνιση η οποία γνώρισε μεγάλη επιτυχία και αποτελεί και την τελευταία του.

Το 1999 κυκλοφορεί ο δίσκος με τίτλο "Στα Όνειρά Μου Περπατώ", με τον οποίο αποφασίζει να απομακρυνθεί από τα μουσικά δρώμενα. Σε ορισμένες συνεντεύξεις της εποχής δηλώνει πως η νύχτα, έτσι όπως έχει ευτελιστεί, δεν είναι πια γι’ αυτόν και δηλώνει την απομάκρυνση του από τις βραδινές εμφανίσεις και, εν γένει, τα μουσικά δρώμενα. Το 2005 κυκλοφορεί σε περιορισμένες εκδόσεις ένας δίσκος 10 ιντσών, με τίτλο «Τα χρυσά κινηματογραφικά» με 10 τραγούδια, ενώ στο διάστημα αυτό οι επανεκδόσεις τραγουδιών, και από τη Lyra και από τη Minos, διαδέχονται η μία την άλλη.

Ο Γιάννης Πουλόπουλος κυκλοφόρησε δύο ποιητικές συλλογές, με τίτλο "Τετράδιο" (1971) και "Ταξίδι στο κέντρο της νύχτας" (1983), στις οποίες παρουσίασε και μια άλλη πτυχή του. Παράλληλα, ασχολήθηκε με τη ζωγραφική και τη χαλκογραφία, έχοντας αποκτήσει μερικές γνώσεις από τον φίλο του, τραγουδιστή και ζωγράφο, Σταύρο Πασπαράκη.


πηγή




Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

«Οι τυραννίες γκρεμίζονται με αγώνες / 
της Λευτεριάς το παραμύθι με αίμα γράφεται».
Αλέκος Παναγούλης

Ηταν σαν σήμερα το 1968 που ο Αλέκος Παναγούλης κρυμμένος στους λόφους στο Λαγονήσι, πυροδότησε εκρηκτικό μηχανισμό σε μια προσπάθεια να εκτελέσει τον δικτάτορα Γιώργο Παπαδόπουλο, ανατινάζοντας το αυτοκίνητο στο οποίο επέβαινε.

Η προσπάθεια του αποτυγχάνει. Συλλαμβάνεται, καταδικάζεται σε θάνατο, φυλακίζεται και βασανίστηκε με απίστευτη αγριότητα χωρίς ποτέ να λυγίσει. Είναι αναμφισβήτητα ένας ήρωας της νεότερης Ελλάδας.

Γράφει ο ίδιος:

«Απομόνωση – Ιούνιος 1971. Μου είχανε αφαιρέσει τα πάντα. Δεν είχα ούτε ένα μολύβι ούτε λίγο χαρτί. Ούτε ένα βιβλίο ή μια εφημερίδα. Με αίμα ζωγράφιζα στους τοίχους του τάφου μου την αηδία μου για τη Χούντα, την οργή μου και την απόφαση για συνέχιση του αγώνα. Αυτές οι γραμμένες με αίμα λέξεις ήταν πραγματικά ζωγραφιές που “ομόρφαιναν” το κελί μου. Ήταν μια συντροφιά, που όταν την σκότωναν, εγώ την ανάσταινα με καινούργιο αίμα».



Οι βασανιστές του, έβγαλαν πάνω του μια απίστευτη σκληρότητα, εξαντλώντας όλη τη βαναυσότητα και την αρρωστημένη φαντασία τους καθημερινά.
Ο Παναγούλης κατάφερε να αντέξει, χωρίς ποτέ να κατονομάσει, να προδώσει, να λυγίσει ή να ζητήσει χάρη, αλλά και χωρίς να χάσει τα λογικά του.

Μέσα σε αυτό τον εφιάλτη, η ποίηση ήταν διέξοδος, ήταν ο τρόπος να γλιτώσει τον ψυχικό βιασμό, την τρέλα, να επιβεβαιώσει ότι υπάρχει. Τα καλύτερα ποιήματά του γράφονται στον τοίχο του κελιού, στις φυλακές του Μπογατίου. «Ένα σπιρτόξυλο για πέννα / αίμα χυμένο στο πάτωμα για μελάνι / το ξεχασμένο περιτύλιγμα της γάζας για χαρτί. / Μα τι να γράψω; / Τη διεύθυνσή μου μονάχα ίσως προφτάσω. / Παράξενο και πήζει το μελάνι / Μέσ’ από φυλακή σας γράφω / στην Ελλάδα».

Περνάει 4 ½ χρόνια «εντοιχισμένος» μέσα σε ένα κελί-τάφο, κάνει 3 απόπειρες να δραπετεύσει, 37 απεργίες πείνας με τη μεγαλύτερη να κρατά 47 μέρες, και γράφει πραγματικά διαμάντια, μια ολόκληρη σειρά βιωματικών και αγωνιστικών στίχων, το χιλιοτραγουδισμένο «Πάλης ξεκίνημα», ποιήματα που αν τα διαβάσεις δεν τα ξεχνάς ποτέ.

«Η πολιτική είναι καθήκον, η ποίηση είναι ανάγκη», λέει ο ίδιος προσπαθώντας να εξηγήσει πώς και γιατί έγραψε τους στίχους του. Μόνιμα χειροδέσμιος, αλλά μ’ ανυπότακτο νου, εξακολουθούσε να πιστεύει στον άνθρωπο και στη ζωή. «Θέλω να προσευχηθώ / με την ίδια δύναμη που θέλω να βλαστημήσω. / Θέλω να τιμωρήσω / με την ίδια δύναμη που θέλω να συγχωρήσω. (…) Θέλω να νικήσω / αφού δεν μπορώ να νικηθώ».

Ο Παναγούλης αναμετρήθηκε με τους τυράννους σ’ έναν αγώνα μέχρι τέλους. Στεκόταν μπροστά τους καταβεβλημένος, αιμόφυρτος, μα ήταν αυτός ο νικητής.
Οι διώκτες του το γνώριζαν, ο Παναγούλης δεν ήταν ελέγξιμος, δεν ήταν προβλέψιμος. Εκεί που περιμέναν να ζητήσει χάρη, αυτός τους προκαλούσε να τον σκοτώσουν, εκεί που ήταν σίγουροι πως θα λυγίσει, αυτός γελούσε και τους έβριζε, εκεί που ο Ιωαννίδης τον απειλούσε «εγώ θα σε ντουφεκίσω», εκείνος του απαντούσε «δεν έχεις αρχίδια».




Ο Παναγούλης εξόργισε τους εχθρούς του όσο κανένας. Είχε όσα δεν θα μπορούσαν να έχουν ποτέ. Ήταν έτοιμος να πεθάνει για τις ιδέες του ανά πάσα στιγμή. Έξω από κάθε στεγανό, μπορούσε να υπερασπιστεί με τόση θέρμη τη ζωή την ίδια στιγμή που την απαρνιόταν, μπορούσε να βγει από τη φυλακή και να ζήσει έναν φλογερό έρωτα λες και τα χρόνια που πέρασε στην κόλαση δεν του αφήσαν κανένα σημάδι.

Τον Παναγούλη δεν μπόρεσε να τον οικειοποιηθεί κανένα κόμμα, στα χρόνια της Μεταπολίτευσης συγκρούστηκε ταυτόχρονα με όλες τις πολιτικές δυνάμεις της χώρας, η ακεραιότητά του δεν χωρούσε σε κομματικούς σχηματισμούς. Ίσως γι’ αυτό δεν τιμήθηκε όσο θα περίμενε κανείς. Η επιμονή του να φέρει στο φως τους απόρρητους φακέλους της ΕΣΑ ενοχλούσε πολλούς, όσο και αυτή η ακραία του στάση από έναν άνθρωπο του κεντρώου χώρου.

Ο Παναγούλης πέθανε. 40 χρόνια μετά το θάνατό του, έχουμε τις πράξεις και τα λόγια του, ένα διαρκές κάλεσμα στις πιο υψηλές ανθρώπινες αξίες. «Μη κλαις για μένα / ας ξέρεις πως πεθαίνω / να με βοηθήσεις δεν μπορείς. / Μα δες εκείνο το λουλούδι / για κείνο που μαραίνεται σου λέω. / Να το ποτίσεις».

Κι ίσως, απ’ όλα του τα ποιήματα, το πιο συγκλονιστικό να είναι η απολογία του στο Έκτακτο Στρατοδικείο, στις 8 Νοεμβρίου 1968. «Δεν έχει σημασίαν ότι ημείς απετύχαμεν. Άλλοι έρχονται μετά από εμάς. Δεν υποχωρώ διότι γνωρίζω ότι το ωραιότερον κύκνειον άσμα οιουδήποτε πραγματικού αγωνιστού είναι ο επιθανάτιος ρόγχος προ του εκτελεστικού αποσπάσματος, παρά ενώπιον μιας τυραννίας, και αυτήν την θέσιν αποδέχομαι».




ΜΠΟΓΙΑ

Ζωντάνεψα τους τοίχους
φωνή τους έδωσα
πιο φιλική να γίνουν συντροφιά.
Κι οι δεσμοφύλακες ζητούσαν
να μάθουνε πού βρήκα την μπογιά.

Οι τοίχοι του κελιού
το μυστικό το κράτησαν.
Κι οι μισθοφόροι ψάξανε παντού
όμως μπογιά δεν βρήκαν.

Γιατί στιγμή δεν σκέφτηκαν
στις φλέβες μου να ψάξουν.

***

Αλέξανδρος Παναγούλης (2 Ιουλίου 1939 – 1 Μαΐου 1976) πολιτικός και ποιητής

Ηγετικό στέλεχος της Ένωσης Κέντρου σε νεαρή ηλικία. Ενεργή πολιτική δράση.

1967 – Λιποταξία από τη μονάδα που υπηρετεί. Δημιουργία της οργάνωσης Ελληνική Αντίσταση.

13 Αυγούστου του 1968 – Αποτυχημένη απόπειρα δολοφονίας του Παπαδόπουλου. Σύλληψη και έναρξη βασανιστηρίων.

3 Νοέμβριου του 1968 – Καταδίκη δις εις θάνατον. Η ποινή δεν εκτελέστηκε μετά από τον ξεσηκωμό της διεθνούς κοινής γνώμης υπέρ του.

1973 – Έξοδος από τη φυλακή με την γενική αμνηστία. Συνάντηση με την Οριάνα Φαλάτσι, ερωτική σχέση. Διαφυγή στην Ιταλία. Έκδοση των ποιημάτων του σε δίγλωσσες εκδόσεις.

1974 – Πτώση της Χούντας, επιστροφή στην Ελλάδα. Βουλευτής Αθήνας με την Ένωση Κέντρου. Μάρτυρας στις δίκες των βασανιστών. Έρευνα για τα αρχεία της ΕΣΑ. Ανεξαρτητοποίηση από την Ένωση Κέντρου.

1η Μαΐου 1976 – Σκοτώνεται σε αμφιλεγόμενο τροχαίο, λίγο πριν από την δημοσιοποίηση των αρχείων της ΕΣΑ.

Στοιχεία για την ανάρτησή μας αντλήσαμε από δημοσίευμα του περιοδικού Hot Doc History
πηγή


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Πόσων ετών ήταν η Παναγία όταν άφησε τη γη; Ποια ήταν η ζωή της; Γιατί δεν βρέθηκε ποτέ το σώμα Της; Αυτές είναι τρείς βασικές ερωτήσεις τις απαντήσεις των οποίων γνωρίζουν λίγοι. Η Μαριάμ όπως ήταν το πραγματικό της όνομα, πριν εξελληνιστεί σε Μαρία, ήταν η μονάκριβη κόρη ενός ηλικιωμένου ζευγαριού, της Άννας και του Ιωακείμ.

Όλη τους την ζωή πάλευαν να αποκτήσουν ένα παιδί όμως δεν είχαν σταθεί τυχεροί. Αντίθετα ζούσαν σε καθεστώς κοινωνικής απομόνωσης, αφού οι άτεκνοι εκείνη της εποχή θεωρούνταν λίγο έως πολλοί καταραμένοι ή όχι ευλογημένοι από τον Θεό.

Κατά την παράδοση η Αγία Άννα προσευχήθηκε στον Θεό δηλώνοντας πως αν της χάριζε ένα παιδί θα το αφιέρωνε σε Εκείνον. Λίγες μέρες μετά, ο αρχάγγελος Γαβριήλ επισκέφθηκε το ζευγάρι και τους ενημέρωσε πως οι προσπάθειες τους θα έχουν αποτέλεσμα και το παιδί τους θα είναι φορέας μιας ξεχωριστής αποστολής.

Παρά το προχωρημένο της ηλικίας του ζευγαριού, τα λόγια του αγγέλου βγήκαν αληθινά και γέννησαν ένα όμορφο κορίτσι.

Της έδωσαν το όνομα Μαριάμ, το οποίο σημαίνει βασίλισσα, κυρία αλλά και ελπίδα.

Όταν η Μαριάμ έγινε τριών ετών, οι γονείς της, τήρησαν την υπόσχεση τους και την οδήγησαν το Ναό όπου την παρέλαβε ένας ιερέας ο οποίος δεν ήταν άλλος από τον Προφήτη Ζαχαρία, τον πατέρα του αγίου Ιωάννη του Προδρόμου.

Η Παναγία έζησε 12 χρόνια στο Ναό, στα Άγια των Αγίων. Κατά τη διδασκαλία της Εκκλησίας αυτός που της έφερνε καθημερινά τροφή ήταν ο ίδιος ο Αρχάγγελος Γαβριήλ.

Όταν ήρθε η ώρα να βγει από τον Ναό, οι ιερείς αποφάσισαν να την δώσουν σε κάποια οικογένεια, δεδομένου πως οι γονείς της είχαν ήδη φύγει από τη ζωή.

Τότε, γνωρίζοντες κατά την παράδοση, την ειδική αποστολή της Μαριάμ, βρήκαν έναν μεγάλο σε ηλικία άνδρα, τον Ιωσήφ, ο οποίος ήταν χήρος και πατέρας τριών παιδιών.

Τέσσερις μήνες έμεινε κοντά στον Ιωσήφ η Μαριάμ μέχρι να ξεκινήσει πλέον το θεϊκό σχέδιο.

Στη Ναζαρέτ όπου ζουσε την επισκέφθηκε ξανά ο Γαβριήλ όπου της είπε το ιστορικό: «Χαίρε κεχαριτωμένη• ο Κύριος μετά σου». Τότε έμαθε και η ίδια ποια ήταν η αποστολή της την οποία αποδέχτηκε με χαρά.

Λίγους μήνες αργότερα ο Ιησούς γεννήθηκε και η μητέρα του ήταν πάντοτε κοντά του, ακόμη και την στιγμή της Σταύρωσης.

Από το βιβλίο των Πράξεων των Αποστόλων γνωρίζουμε ότι η Παναγία παρέμεινε κοντά τους μέχρι την ημέρα της Πεντηκοστής.

Η τελευταία συνάντηση με τον αρχάγγελο που την συντρόφευε από τα τρια της χρόνια, έγινε τρεις μέρες πριν την κοίμησή Της.

Τότε ο Γαβριήλ την ενημέρωσε ότι πλέον ήρθε η ώρα, δίνοντας της μεγάλη χαρά αφού θα έβλεπε ξανά το παιδί Της. Η παράδοση αναφέρει ότι την τρίτη ήμερα από την εμφάνιση του αγγέλου, λίγο πριν κοιμηθεί η Θεοτόκος, οι Απόστολοι δεν ήταν όλοι στα Ιεροσόλυμα, αλλά σε μακρινούς τόπους όπου κήρυτταν το Ευαγγέλιο.

Τότε, ξαφνικά νεφέλη τους άρπαξε και τους έφερε όλους μπροστά στο κρεβάτι, όπου ήταν ξαπλωμένη η Θεοτόκος και περίμενε την κοίμηση Της. Μαζί δε με τους Αποστόλους ήλθε και ο Διονύσιος Aρεοπαγίτης, ο Άγιος Ιερόθεος ο διδάσκαλος του Διονυσίου, ο Απόστολος Τιμόθεος, και άλλοι.

Η ιστορία της Τίμιας Ζώνης της Παναγίας

Όταν εκοιμήθη, με ψαλμούς και ύμνους την τοποθέτησαν στο μνήμα της στη Γεσθημανή. Ο μοναδικός που δεν ήταν παρών στο γεγονός ήταν ο Απόστολος Θωμάς.

Λέει η παράδοση πως όταν η νεφέλη, το σύννεφο δηλαδή, μετέφερε τον Θωμά στη Γεσθημανή συνάντησε την Θεοτόκο την στιγμή της ανόδου Της στον ουρανό.

Εκείνη του χάρισε την ζώνη Της για να μπορεί να αποδείξει την συνάντησή τους.

Όταν ο Θωμάς πήγε και εξιστόρησε το γεγονός στους υπόλοιπους Αποστόλους, άνοιξαν τον τάφο και είδαν πως το σώμα έλειπε.

Η ηλικία της Παναγίας όταν κοιμήθηκε

Η Παναγία όταν μπήκε στο Ναό ήταν τριών ετών. Έμεινε στο ιερό δώδεκα χρόνια. Τρείς μήνες αφού βγήκε από το ιερό μέχρι τον Ευαγγελισμό και εννέα μήνες κυοφορία, δεκαέξι ετών γεννά τον Χριστό. Έζησε με τον Χριστό τριάντα δύο χρόνους, άρα 48 ετών ζει την Σταύρωση, την Ανάσταση και την Ανάληψή Του. Έζησε μετά απ’ την Πεντηκοστή άλλα έντεκα χρόνια και εκοιμήθη στη Γεσθημανή.

Ήταν 59 ετών.


πηγή

Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Μια απ’ της πιο γνωστές σκευωρίες της ιστορίας που είχε θύματα της τους Ιταλούς αναρχικούς Νίκολα Σάκο και Μπαρτολομέο Βαντσέτι, ρίχνει αυλαία σαν σήμερα στις 14/7/1921 με την καταδίκη τους σε θάνατο από δικαστήριο των ΗΠΑ.

Ο πραγματικός λόγος της σύλληψης των δυο εργατών δεν ήταν άλλος από το γεγονός ότι είχαν «είχαν κόκκινες δραστηριότητες και έπρεπε να πεθάνουν»! Αυτό ήταν το σκεπτικό της θανατικής απόφασης με το οποίο οι Σάκο – Βαντσέτι οδηγήθηκαν στην εκτέλεση.

Τηλεγραφικά η ιστορία, με περισσότερες λεπτομέρειες στις παραπομπές μας.

Στις 15 Απριλίου του 1920 δυο άντρες ληστεύουν και δολοφονούν τον ταμία και έναν φρουρό του εργοστασίου κατασκευής παπουτσιών Slatter and Morrill, αποσπώντας $15.776.

Τρεις εβδομάδες αργότερα οι Iταλοί μετανάστες και διακεκριμένοι αναρχικοί Nicola Sacco και Bartolomeo Vanzetti, (οι οποίοι ασπαζόταν τις αντιλήψεις του γνωστού Ιταλού αναρχικού Luigi Galleani, περί αναγκαιότητας της επαναστατικής βίας) κατηγορούνται και συλλαμβάνονται για το έγκλημα, παρά τις ανύπαρκτες αποδείξεις εναντίον τους.



Μετά από μια δίκη παρωδία επτά εβδομάδων, οι Sacco και Vanzetti κρίνονται ένοχοι, για φόνο και καταδικάζονται σε θάνατο.
Επτά χρόνια αργότερα, μετά από πολυπληθείς εφέσεις και την τεράστια δημόσια κατακραυγή, εκτελούνται αμφότεροι για τα «εγκλήματά τους».

Οι Σάκο και Βαντσέτι ήταν κομμάτι του μεγάλου μεταναστευτικού κύματος του τέλους του 19ου- αρχών του 20 αιώνα, που μέσα σε ελάχιστα χρόνια γέμισε την Αμερική με εκατομμύρια απελπισμένους, που αναζητούσαν τη Γη της Επαγγελίας.
Ηταν μέσα σε εκείνους που είδαν τον εαυτό τους όχι σαν μελλοντικούς πλούσιους στη Γη της ευκαιρίας, αλλά σαν ανθρώπους που πάλευαν πλάι και μαζί με όλους τους εργάτες που γνώριζαν την άγρια εκμετάλλευση, για το μεγάλο όνειρο της κοινωνικής απελευθέρωσης.
Για το όνειρο ενός κόσμου καλύτερου, χωρίς δεσμά και χωρίς καταπίεση κάθε είδους.



Tο trailer της ταινίας "Sacco e Vazetti" που σκηνοθέτησε το 1971 ο Τζουλιάνο Μοντάλντο και έκανε φοβερή εντύπωση όταν κυκλοφόρησε.


Υ.Γ: Γράφοντας αυτές τις γραμμές, αναρωτιέται κανείς: Τι έχει αλλάξει απ' αυτή την εποχή σήμερα στις ΗΠΑ; Η θανατική ποινή υπάρχει ακόμη στην Αμερική, ενώ όποιος διαβάσει αυτή μας την ανάρτηση βλέπει ότι ο ρατσισμός και η ξενοφοβία επεκτείνονται, σ αυτή την χώρα κάτι που στοιχίζει την ζωή εκατοντάδων ανθρώπων που ανήκουν σε μειονότητες κάθε χρόνο.
πηγή


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Οι μελωδίες του είναι πασίγνωστες, έχει έρθει στην Αθήνα για κοντσέρτο πολλές φορές, οι φανατικοί των σάουντρακ τον θαυμάζουμε και τον αγαπάμε για 500 και παραπάνω λόγους. Τόσα είναι περίπου και τα scores που έχει συνθέσει στην 60χρονη μουσική πορεία του. Ο λόγος για τον μαέστρο Ένιο Μορικόνε. 

Μουσικός φαινόμενο από την αρχή. Ξεκίνησε να συνθέτει μουσική σε ηλικία μόλις 6 ετών ενώ στο Ωδείο οι καθηγητές του μιλούσαν για ένα παιδί θαύμα αφού τελείωνε τις τάξεις στο μισό χρόνο σε σύγκριση με τους συμμαθητές του. Νέος θα περιπλανηθεί στα τζαζ κλαμπ της Ρώμης παρέα με την αγαπημένη του τρομπέτα ενώ σύντομα θα ασχοληθεί με την ενορχήστρωση και την σύνθεση τραγουδιών. Το 1961 θα συνθέσει την πρώτη του μουσική για τον κινηματογράφο. Ήταν στην ταινία Φεντεράλε. Σύντομα ξεκινάει την συνεργασία του με την Λίνα Βερτμίλλερ και τον Μπερνάρντο Μπερτολούτσι και το 1964 εγκαινιάζει μια από τις σπουδαιότερες συνεργασίες του με τον Σέρτζιο Λεόνε. 

Μορικόνε – Λεόνε 

Ένα από τα πιο πετυχημένα κινηματογραφικά δίδυμα. Χίτσκοκ και Χέρμαν, Σπίλμπεργκ και Γουίλιαμς, Ρότα και Φελίνι, Μπάρτον και Έλφμαν, Καραΐνδρου και Αγγελόπουλος, Λεόνε και Μορικόνε. Μια συνεργασία που έδωσε 5 ταινίες και αντίστοιχα σάουντρακ αλλά ξεχωρίζει μέσα στο έργο του Ιταλού μουσικοσυνθέτη όσο κι αν ο ίδιος έχει κουραστεί πλέον να το ακούει. «Τι θα πει ειδικός στα σπαγκέτι γουέστερν; Από τα 500 σάουντρακ που έχω γράψει μόλις τα 30 είναι γουέστερν. Τότε θα έπρεπε να λέτε ότι είμαι ειδικός στα πολιτικά φιλμ, στα θρίλερ, στα ερωτικά, στις περιπέτειες. Με άλλα λόγια είμαι δηλαδή ειδικός στη μουσική» αντιδρούσε όταν τον ρωτούσαν 40 και πλέον χρόνια μετά για την επιτυχία του «Για μια χούφτα δολάρια». Κι όμως η εξαιρετική συνεργασία του με τον Λεόνε θα απογειώσει το όνομα του Μορικόνε στα ύψη κάνοντας ακόμα και την Χολιγουντιανή μουσική κοινότητα να τον προσέξει. Είναι η παράδοξη ενορχήστρωση. Τα όργανα που χρησιμοποιεί. Ο ρυθμός και η ένταση στην παρτιτούρα. Η ανατριχιαστική ατμόσφαιρα. Το βλέμμα του μυστηριώδους Ίστγουντ συναντάει τις ηλεκτρικές κιθάρες, τις φυσαρμόνικες, τα κρουστά και τα φωνητικά της χορωδίας μαζί με τους ήχους των «κογιότ». Το χέρι του Κλιντ χαϊδεύει το περίστροφο και η μπαγκέτα του Ένιο ταρακουνάει τα μύχια του θεατή. 




Ο Ένιο Μορικόνε έχει τη δική του θεωρία για τη σύνθεση μιας αποτελεσματικής κινηματογραφικής μουσικής. «Πώς θα σιγουρευτεί ένας συνθέτης ότι η μουσική του για μια ταινία ακούγεται; Θα σας δώσω ένα απλό παράδειγμα. Αν κάποιος δεν έχει προσκληθεί σε ένα πάρτι, αλλά θέλει να πάει, τι κάνει; Ασφαλώς δεν εμφανίζεται στην πόρτα λέγοντας “γεια σας”. Χτυπά την πόρτα, ζητά την άδεια να μπει και όταν μπαίνει, αρχίζει να γνωρίζει τον κόσμο. Η μουσική σε ένα φιλμ πρέπει να μπαίνει ευγενικά, πολύ σιγά. Ο συνθέτης δεν είναι υποχρεωμένος να γράφει μουσική για εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή που ένας χαρακτήρας εμφανίζεται σ’ ένα δωμάτιο – θα ήταν υπερβολικό. Αντίθετα, υπάρχει αυτή η αργή, λεπτεπίλεπτη είσοδος με έναν μοναδικό ήχο που επιτρέπει στο σκηνοθέτη να χαμηλώσει τους υπόλοιπους, φυσικούς ήχους. Το ανθρώπινο αυτί δεν μπορεί να διακρίνει ταυτόχρονα περισσότερους από δύο ήχους διαφορετικής ποιότητας. Λόγω αυτού, κάποιες εξαιρετικές μουσικές δεν λειτουργούν όπως θα τους άξιζε: αν είναι πολύ έντονες, περισσότερο ενοχλούν την κινηματογραφική δράση, παρά της προσδίδουν κάτι. Απ’ την άλλη, η μουσική οφείλει να είναι πολύ πολύ ισχυρή, όταν π.χ. είναι απαραίτητο να δώσει μια συγκεκριμένη δυναμική στον αφηγηματικό ρουν της ταινίας…». 

500+ scores 



Μιλάμε βέβαια για έναν από τους πιο παραγωγικούς συνθέτες του κινηματογράφου. 500 και πλέον σκορ για την μεγάλη και την μικρή οθόνη. Μουσική για κάθε είδος ταινίας. Με σκηνοθέτες όπως Τζίλο Ποντεκορβίνο, Παζολίνι, Ταβιάνι, Κάρπεντερ, Τζόφι, Στόουν, Νίκολς, Ντε Πάλμα, Τορνατόρε, Μάλικ, Αλμοδόβαρ. Για ταινίες όπως Η μάχη του Αλγερίου, Σαλό, Αλοζανφάν, Η αποστολή, Οι αδιάφθοροι, Σινεμά ο παράδεισος, Μαλένα, Νόβε τσέντο, Κάποτε στην Αμερική, Σάκο και Βανζέτι, Για μια χούφτα δολάρια. Μέσα σε μια χρονιά το 1986 θα καταφέρει να ασχοληθεί με την μουσική 20 ταινιών. Κατά μέσο όρο ετησίως ασχολείται με την σύνθεση 5-6 σάουντρακ και όχι μόνο. Κι αυτό γιατί υπήρξε εργασιομανής και αληθινός εραστής της μουσικής. Το 2001 όργωσε την υφήλιο με μια δύσκολη και απαιτητική περιοδεία παρουσιάζοντας μια αναδρομική μορφή του συνόλου της μουσικής του δραστηριότητας. 




Μορικόνε vs Όσκαρ 


Μιλάμε επομένως για μια σπάνια προσωπικότητα στον χώρο της κινηματογραφικής μουσικής. Κι όμως υποψήφιος για το Όσκαρ 6 φορές το πήρε σχετικά πρόσφατα για ένα παιχνίδι κινηματογραφικής επαφής με τον Κουέντιν Ταραντίνο, έναν από τους σκηνοθέτες που ανέδειξαν την φιλμογραφία τους μέσα από τις μουσικές του Μορικόνε αμέτρητες φορές. Εισέπραξε βέβαια άπειρα βραβεία και διακρίσεις στην καριέρα του μέχρι να φτάσει με καθυστέρηση στο ποθητό Όσκαρ. Ο ίδιος θεωρούσε ότι από τις 5 χαμένες υποψηφιότητες του εκείνη για την μουσική του στην Αποστολή του Ρ. Τζόφι θα μπορούσε να κερδίσει το βραβείο. Αλλά πως έχασε στα αλήθεια αυτές τις πέντε φορές το χρυσό αγαλματάκι; Ήταν το 1978 ήταν υποψήφιος για τις Μέρες Παραδείσου του Τέρενς Μάλικ. Θα χάσει από το Εξπρές του Μεσονυχτίου του Τζόρτζιο Μορόντερ. Το 1986 για την Αποστολή θα χάσει από τον μέτριο Χερμπι Χανκοκ και το Round Midnight, το 1987 για τους Αδιάφθορους θα χάσει από τον Ρουίτσι Σακαμότο και τον Τελευταίο Αυτοκράτορα και το 2000 για την γοητευτική Μαλένα θα χάσει για 5η φορά από τον Ασιάτη Ταν Νταν και το Τίγρης και Δράκος. Ο ίδιος είχε ερωτηθεί πολλές φορές για να δώσει μια ξεκάθαρη απάντηση: «Κανείς δεν μου χρωστάει τίποτα. Άλλωστε έχω κερδίσει πολλά βραβεία στη ζωή μου. Αν όμως αυτό το αγαλματάκι έρθει δεν το αρνούμαι θα το τοποθετήσω σε περίοπτη θέση στο σπίτι μου». 

Ήταν το 1942 όταν ο Λεοπόλδος Στοκόφσκι θα τιμηθεί με το ίδιο βραβείο για την συνεισφορά του στην ιδέα του Γουόλτ Ντίσνεϊ να συνδέσει τις κινούμενες εικόνες των καρτούν με την κλασική μουσική. Το 1986 για πρώτη φορά ένας μουσικός θα τιμηθεί για το σύνολο της προσφοράς του στην υπόθεση του σινεμά μετά από 15 χαμένες υποψηφιότητες. Ήταν ο μουσικοσυνθέτης Άλεξ Νορθ, για τον οποίο αφιερώσαμε μια εκπομπή πρόσφατα. 20 χρόνια μετά ένας άλλος συνθέτης θα τιμηθεί με τον ίδιο τρόπο για το σύνολο της προσφοράς του στην τέχνη του σινεμά. Και το αξίζει. Όχι μόνο για το πλήθος των συνεργασιών του και των αμέτρητων σκορ που έχει γράψει. Πολύ περισσότερο γιατί υπήρξε ένας ακάματος εραστής της μουσικής, γιατί αρνήθηκε τις δελεαστικές προτάσεις του Χόλιγουντ για να έχει την απόλυτη ελευθερία, γιατί μας χάρισε σπάνιες συγκινήσεις, γιατί μουσικοί σαν τους Μετάλικα, Μπρους Σπρίνγκστιν ή Απόλο 440 έχουν διασκευάσει και έχουν υποκλιθεί στο μεγαλείο της μουσικής του μυθικού Ένιο Μορικόνε. 

Ο σεβάσμιος Μορικόνε που αποκαλείται τιμητικά ο μαέστρος στην Ιταλία. Ο μουσικός που μαζί με τον Νίνο Ρότα άλλαξε την κινηματογραφική μουσική Ιταλία. Αν ο Βέρντι ξεσήκωσε τους Ιταλούς στην προσπάθεια δημιουργίας κράτους, ο Μορικόνε και ο Ρότα έδωσαν στην μεταπολεμική Ιταλία κύρος, αξιοπρέπεια, λάμψη, γοητεία με τις μουσικές τους. Ο Ένιο Μορικόνε έφυγε στα 91 του. Κάποιοι λένε πλήρης ημερών. Δύσκολος ορισμός αυτό το «πλήρης ημερών» για κάποιον ακάματο εραστή της μουσικής και της τέχνης, που συνέχιζε με ευλαβική ακρίβεια το απαιτητικό επαγγελματικό πρόγραμμα του όπως ο Μορικόνε. Δήλωνε άλλωστε από μόνος του ακαταπόνητος εργάτης της μουσικής. «Σκεφτείτε τι έγραψαν μέσα σε μια πορεία ζωής ο Μπαχ και ο Μότσαρτ. Έχω πολύ δρόμο μπροστά μου για να σταματήσω». Ο μυθικός Ένιο Μορικόνε, ο σπουδαίος μαέστρος που άλλαξε την ιστορία της κινηματογραφικής μουσικής με το πλούσιο έργο του. Addio maestro…




πηγή

Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Πολλοί από μας το μάθαμε στο σχολείο – από «επίσημα» χείλη καθηγητών μάλιστα – άλλοι στα τελειώματα της εφηβείας και αρκετοί, μικρά παιδιά ακόμα, από τις διηγήσεις πρεσβύτερων. Το βέβαιο είναι ότι η συντριπτική πλειονότητα των Ελλήνων έχει ακούσει κάπου, κάποτε στη ζωή τους ότι η ελληνική γλώσσα έχασε μια μεγάλη ιστορική ψηφοφορία για μία μόνο ψήφο.

Και η συντριπτική πλειονότητα όσων τον άκουσαν τον δέχτηκαν άκριτα, πιθανόν διότι τροφοδοτεί το μεγάλο «εγώ» της ελληνικής ράτσας, αυτό το διαποτισμένο αιώνες τώρα με τα επιτεύγματα των αρχαίων ημών προγόνων.

Το πλέον εντυπωσιακό είναι ότι ο μύθος – διότι περί τέτοιου πρόκειται – απέκτησε τόση αληθοφάνεια που μέσω αυτού προέκυψε και «ανταγωνιστής». Ο αυθεντικός τέτοιος θέλει την ελληνική γλώσσα να χάνει στο νήμα την εκλογή της ως επίσημη του νεοσύστατου Κράτους των ΗΠΑ μετά τη διακήρυξη της αμερικανικής ανεξαρτησίας, το 1776.
Ήταν όμως τέτοιας μορφής η διάδοση του που φαίνεται ότι εξελίχθηκε σε χαλασμένο τηλέφωνο. Πολλοί έχουν ακούσει και πιστέψει ότι αυτή η μία «καταραμένη» ψήφος ευθύνεται που η ελληνική δεν έγινε η διεθνής γλώσσα της υφηλίου, χάνοντας στη σχετική ψηφοφορία από την αγγλική.

Φυσικά και τα δύο σενάρια ανάγονται στη σφαίρα του μύθου και είναι προφανές ότι η… κότα έκανε το αυγό. Μάλιστα το πιο πικάντικο της ιστορίας είναι ότι ο μύθος της μίας ψήφου ευδοκιμεί και σε Γερμανία, Γαλλία, Ισραήλ! Ιδίως στη Γερμανία είναι πολύ διαδεδομένος – γνωστός ως «μύθος του Μούλενμπεργκ». Εξαπλώθηκε στην κοινή γνώμη κυρίως κατά τη δεκαετία του 1930, με την έξαρση της ναζιστικής προπαγάνδας.

Στην Ελλάδα ο μύθος αναφέρει ότι σε μια καθοριστική ψηφοφορία που τοποθετείται χρονικά αμέσως μετά την έγκριση της διακήρυξης της ανεξαρτησίας των ΗΠΑ από το Κογκρέσο, η νεοσύστατη χώρα καλείται να αποφασίσει την επίσημη γλώσσα του κράτους. Εξαιτίας της θύμησης της αποικιοκρατίας που προκαλούσαν τα αγγλικά για τους Αμερικανούς, υπήρξε η πρόταση να γίνει επίσημη γλώσσα η αρχαία ελληνική, παραπέποντας στην περιοχή που γεννήθηκε το πολίτευμα της δημοκρατίας.


Η εκδοχή αυτή φέρεται να αποδίδεται από κάποιες πηγές στον Ξενοφώντα Ζολώτα, σύμφωνα με τις οποίες δήλωσε γύρω στα μέσα του 20ου αιώνα:

«Ο Ουάσιγκτον, ο Τζέφερσον, ο Άνταμς και άλλοι όταν συνέτασσαν το Σύνταγμα των Ηνωμένων Πολιτειών στα 1787 – που ισχύει με μερικές νέες παραγράφους, που ψηφίστηκαν για προσαρμογή στις νέες εξελίξεις, μέχρι σήμερα στον αρχικό κορμό του – είχαν προτείνει η γλώσσα του νέου κράτους να είναι η αρχαία ελληνική, προς τιμή της γλώσσας του Έθνους εκείνου, που πρώτο γέννησε και ελίκνισε τη Δημοκρατία και τη διέδωσε στον κόσμο. Για μία ψήφο μόνο προκρίθηκε και υιοθετήθηκε τελικά η αγγλική αντί της αρχαίας ελληνικής».

Η αλήθεια είναι ότι καμιά τέτοια ψηφοφορία δεν έχει γίνει,· ούτε για τα ελληνικά, ούτε για καμιά άλλη γλώσσα. Τα πρακτικά και τα άλλα επίσημα κείμενα του Κογκρέσου των Ηνωμένων Πολιτειών υπάρχουν στη διάθεση του καθενός και καμιά ψηφοφορία δεν καταγράφεται για την ανάδειξη επίσημης γλώσσας.

Στην πραγματικότητα, πουθενά στο Σύνταγμα των ΗΠΑ ή σε άλλο θεσμικό ή νομοθετικό κείμενο της χώρας δεν υπάρχει ορισμός επίσημης γλώσσας. Τα αγγλικά είναι η εκ των πραγμάτων επίσημη γλώσσα, αλλά δεν έχουν θεσμική κατοχύρωση. Πιο σωστά: δεν έχουν μέχρι στιγμής, τουλάχιστον, διότι, όπως ίσως θα έχετε ακούσει, στις μέρες μας όντως υπάρχουν προτάσεις να κατοχυρωθούν θεσμικά τα αγγλικά στις Ηνωμένες Πολιτείες, σαν ανάχωμα στη δημογραφική άνοδο των ισπανόφωνων.
Με το όλο θέμα έχει ασχοληθεί εκτενώς ο συγγραφέας λογοτέχνης και μεταφραστής Νίκος Σαραντάκος, ενώ η ιστορία έχει λάβει πια διαστάσεις μύθου και στην ελληνική Wikipedia.

Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο κ. Σαραντάκος, «ακόμα κι αν μια πλειοψηφία αιθεροβαμόνων φιλελλήνων στο Κογκρέσο ψήφιζε να γίνουν τα ελληνικά επίσημη γλώσσα, θα ήταν εντελώς αδύνατο να επικρατήσει κάτι τέτοιο στην πράξη, αφού τα ελληνικά ήταν πέρα για πέρα άγνωστα σε όλους τους Αμερικανούς πολίτες. Την εποχή εκείνη οι Έλληνες μετανάστες ήταν ελάχιστοι».



Στη Wikipedia αναφέρεται ότι σύμφωνα με τους τοπικούς μύθους «την καθοριστική ψηφοφορία έχουν χάσει και τα γαλλικά και τα εβραϊκά, τα πρώτα προτεινόμενα ως η γλώσσα του “ορθού λόγου”, ενώ τα δεύτερα ως η γλώσσα που δήθεν επιλέχθηκε για την συγγραφή της Παλαιάς Διαθήκης!»

Ομοίως, καμία ψηφοφορία δεν διενεργήθηκε ποτέ για την εκλογή της γλώσσας που θα χρησιμοποιείται διεθνώς.

Η μοναδική ψηφοφορία που έγινε στις ΗΠΑ για γλωσσικό θέμα ήταν αυτή του 1795, όταν μια ομάδα Γερμανών που ζούσαν στην πολιτεία Βιρτζίνια υπέβαλε στο Κογκρέσο αναφορά, ζητώντας να μεταφράζονται οι ομοσπονδιακοί νόμοι στα γερμανικά.

Ο λόγος είναι ότι στις νεοσύστατες Ηνωμένες Πολιτείες, υπήρχαν πολλοί γερμανικής καταγωγής πολίτες που δεν ήξεραν αγγλικά ή ήξεραν ελάχιστα (στην απογραφή του 2000 περίπου 45 εκατομμύρια πολίτες των ΗΠΑ δηλώσαν γερμανική καταγωγή).
Η πρόταση αυτή συζητήθηκε στο Κογκρέσο στις 13 Ιανουαρίου 1795 και εν τέλει τέθηκε σε ψηφοφορία η μετάφραση στα γερμανικά του κειμένου των ομοσπονδιακών νόμων για τους πολίτες που δεν καταλάβαιναν αγγλικά. Από εκεί προέκυψε πιθανότατα η περίφημη διαφορά της μίας ψήφου, καθώς το αποτέλεσμα ήταν 42-41 κατά της μετάφρασης των νόμων στα γερμανικά!

Πρόεδρος του Σώματος ήταν ο γερμανικής καταγωγής Φρέντερικ Μούλενμπεργκ, ο οποίος λόγω της ιδιότητας του (ήταν συνηθισμένο να μην ψηφίζει ο Πρόεδρος του Σώματος) αρνήθηκε να ψηφίσει υπέρ. Κι έτσι γεννήθηκε ο μύθος του Μούλενμπεργκ, που κατά πως φαίνεται «παραφράστηκε» σε Ελλάδα, Γαλλία και Ισραήλ…

πηγή



Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου


Μισό χρόνο μετά τον εντοπισμό του SARS-CoV-2 στην Κίνα οι ερευνητές έχουν πλέον στη διάθεσή τους σημαντικά στοιχεία για τον ιό και την καταπολέμησή του. Ένας απολογισμός για όσα γνωρίζουμε και όσα δεν ξέρουμε.


Στις αρχές Ιανουαρίου του 2020 οι κινεζικές αρχές ενημέρωναν τη παγκόσμια κοινή γνώμη ότι στην πόλη Γιουχάν εξαπλώνεται ένας νέος ιός. Το πιθανότερο είναι μερικές εβδομάδες νωρίτερα να είχε προηγηθεί η μόλυνση του πρώτου ανθρώπου με τον κορωνοϊό από κάποιο σπονδυλωτό. Σε χρόνο ρεκόρ κινέζοι επιδημιολόγοι αποκωδικοποίησαν τις γενετικές πληροφορίες του ιού. Τέλη Ιανουαρίου δημοσιοποίησαν την πρώτη ακριβή περιγραφή του κορωνοϊού, βάσει της οποίας οι ερευνητές μπορούσαν να ξεκινήσουν τις προσπάθειες αναζήτησης φαρμάκων ή ενός εμβολίου.


Στο μεταξύ γνωρίζουμε ότι ο κορωνοϊός εστιάζει κυρίως στο λάρυγγα και τους πνεύμονες. Τον μεγαλύτερο κίνδυνο μόλυνσης συνιστούν τα αερολύματα, τα οποία μεταδίδονται και από κλιματιστικά μηχανήματα. Ιδιαίτερα επικίνδυνοι θεωρούνται οι κλειστοί χώροι με πολλά άτομα. Προφανώς για τον λόγο αυτό τα περιοριστικά μέτρα με το προσωρινό λουκέτο σε μπαρ, εστιατόρια, καφέ, αλλά και χώρους συναυλιών αποδείχθηκαν τόσο αποτελεσματικά στην αντιμετώπιση της εξάπλωσης του κορωνοϊού.

Σε σχεδόν όλες τις χώρες της γης καθιερώθηκε το τελευταίο διάστημα η υποχρεωτική χρήση προστατευτικής μάσκας. Πολλοί γιατροί ωστόσο διερωτούνται εύλογα αν οι περισσότεροι άνθρωποι είναι σε θέση να την χρησιμοποιούν σωστά, έτσι ώστε να διασφαλίσουν ότι δεν θα μολυνθούν από τον κορωνοϊό. Όλοι οι ειδικοί συμφωνούν πάντως ότι έχουν αποδειχθεί σωτήρια: το συχνό και σχολαστικό πλύσιμο των χεριών, η λεγόμενη κοινωνική αποστασιοποίηση και ο συστηματικός και επαρκής αερισμός κλειστών χώρων.

Παρόμοια με την «ισπανική γρίπη»
Καθοριστικό το πλύσιμο χεριών
Αρχικά κυκλοφορούσε η άποψη ότι κορωνοϊός είναι μια απλή εποχική γρίπη. Στο μεταξύ όμως οι επιστήμονες κάνουν λόγο για μια πανδημία, όμοια με την «ισπανική γρίπη» του 1918. Ενδέχεται βέβαια η μόλυνση με τον ιό να μην έχει, σε κάποιες περιπτώσεις, σοβαρές επιπτώσεις στην υγεία ενός ανθρώπου. Σε άλλες πάλι η ασθένεια μπορεί να αποδειχθεί μοιραία για τον ασθενή. Μέχρι σήμερα ωστόσο δεν είναι σαφές ποιός απειλείται, τελικά, περισσότερο από τον κορωνοϊό. Γνωρίζουμε ωστόσο ότι στις ευπαθείς ομάδες ανήκουν διαβητικοί, καρκινοπαθείς, καθώς και άνθρωποι με νεφρική ανεπάρκεια, κίρρωση του ύπατος ή προβλήματα στο κυκλοφορικό. Κανείς όμως δεν είναι αλώβητος από τον κορωνοϊό.

Ελαφριές μορφές της ασθένειας ενδέχεται να έχουν συμπτώματα που θυμίζουν γρίπη. Συνήθως οι ασθενείς παρουσιάζουν πόνους στο λάρυγγα, δύσπνοια και απώλεια όσφρησης και γεύσης. Στις σοβαρές μορφές ο ιός προσβάλλει ταυτόχρονα πολλά όργανα και δεν αποκλείεται να οδηγήσει ακόμα και σε θάνατο. Καθοριστικό ρόλο παίζει πόσο ισχυρά αντιδρά στον ιό το ανθρώπινο ανοσοποιητικό σύστημα.

Όταν ξέσπασε η πανδημία πολλοί ασθενείς διασωληνώθηκαν σε μηχανήματα τεχνητής υποστήριξης της αναπνοής και παρόλα αυτά έχασαν τη μάχη με την πανδημία. Στο μεταξύ όμως οι πνευμονολόγοι κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η τεχνητή αναπνοή προκαλεί υπερπίεση στους πνεύμονες και πως εν τέλει βλάπτει τους ασθενείς. Επομένως όσο οι ασθενείς είναι σε θέση να αναπνεύσουν τους διασφαλίζεται, συνήθως, μόνο οξυγόνο.

Σε αναζήτηση αποτελεσματικών φαρμάκων

Αναγκαία τα τεστ για κορωνοϊό
Το μόνο φαρμακευτικό παρασκεύασμα που είναι αποδεδειγμένα σε θέση να συντομεύσει την ασθένεια είναι η δραστική ουσία ρεμντεσιβίρη, η οποία έχει γίνει πλέον περιζήτητη στις διεθνείς αγορές. Δεν αποτελεί την ιδανική λύση. Συμβάλλει ωστόσο στην συντομότερη αποθεραπεία ενός ασθενούς, στον οποίο χορηγείται οξυγόνο.

Πότε θα είναι έτοιμο το εμβόλιο; Οι αισιόδοξες φωνές αναμένουν ότι μέχρι το τέλος του χρόνου θα έχουμε ένα αποτελεσματικό εμβόλιο στα χέρια μας. Άλλοι πάλι τοποθετούν την παρουσίαση του εμβολίου στο 2021. Κανείς ωστόσο δεν μπορεί να πει, από σήμερα, με βεβαιότητα πότε θα κυκλοφορήσει ένα εμβόλιο κατά του SARS-CoV-2.

Μένει η ερώτηση για την αποδοτικότητα της λεγόμενης ανοσίας της αγέλης: Κάθε μέρα μολύνονται ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι στον πλανήτη. Τα κρούσματα αγγίζουν παγκοσμίως τα δέκα εκατομμύρια. Όμως ο πληθυσμός του πλανήτη είναι 7,8 δισεκατομμύρια. Είναι ωστόσο πολύ νωρίς να μιλούμε για ανοσία αγέλης. Πόσο μάλλον που δεν έχει ξεκαθαριστεί ακόμα αν όσοι έχουν αποθεραπευτεί από τον ιό έχουν ανοσία. Ο μόνος τρόπος για να διαπιστωθεί η ύπαρξη αντισωμάτων είναι μέσω μιας αιματολογικής εξέτασης. Σε αυτά που επίσης γνωρίζουμε με βεβαιότητα είναι ότι για να διαπιστωθεί αν κάποιος έχει προσβληθεί από κορωνοϊό θα πρέπει να κάνει ένα γενετικό τεστ.


πηγή



Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου


«Ο μεγαλύτερος ήλιος απὸ τη μια μεριὰ 
κι απὸ την άλλη το νέο φεγγάρι 
απόμακρα στη μνήμη σαν εκείνα τα στήθη. 
Ανάμεσό τους χάσμα της αστερωμένης νύχτας 
κατακλυσμὸς της ζωής...»

Γιώργος Σεφέρης

Σήμερα ξεκινά το θερινό ηλιοστάσιο, αρχή επίσημη του  φετινού καλοκαιριού.

Ο υπολογισμός του έτους βασίζεται ως γνωστόν στην ετήσια τροχιά της Γης γύρω από τον Ήλιο. Η τροχιά αυτή, που δημιουργεί τη διαδοχική εναλλαγή των εποχών του έτους, έχει τέσσερα καθοριστικά σημεία: την εαρινή ισημερία (20 ή 21 Μαρτίου), το θερινό ηλιοστάσιο (20 ή 21 Ιουνίου), τη φθινοπωρινή ισημερία (22 ή 23 Σεπτεμβρίου) και το χειμερινό ηλιοστάσιο (21 ή 22 Δεκεμβρίου). Οι ημερομηνίες αυτές ισχύουν για το Βόρειο Ημισφαίριο και οι αντίστροφες για το Νότιο.

Κάθε χρόνο στις 20 ή 21 Ιουνίου (21 Ιουνίου 2020), ο ήλιος βρίσκεται στο υψηλότερο σημείο του ουρανού στο βόρειο ημισφαίριο. Έτσι, παρατηρείται η μεγαλύτερη μέρα του χρόνου για το βόρειο ημισφαίριο (θερινό ηλιοστάσιο, το λιοτρόπι, όπως το λέει ο λαός) και αντιστρόφως η μικρότερη ημέρα για το νότιο ημισφαίριο. Για το Βόρειο Ημισφαίριο είναι η επίσημη έναρξη του καλοκαιριού και για το Νότιο Ημισφαίριο του χειμώνα.


Λαογραφία

Η ημέρα του θερινού ηλιοστασίου γιορτάζεται από αρχαιοτάτων χρόνων στην Ευρώπη με τιμές στον φωτοδότη και ζωοδότη Ήλιο. Οι σύγχρονοι παγανιστές τιμούν ιδιαίτερα το θερινό ηλιοστάσιο με επίκεντρο το μεγαλιθικό μνημείο του Στόουνχετζ στην Αγγλία. Στον ελληνικό χώρο συνδυάζεται με τις φωτιές τ’ Αϊ Γιαννιού και τον Κλήδονα, δύο έθιμα που τελούνται την παραμονή του Γενεθλίου του Ιωάννου του Προδρόμου (23 Ιουνίου).


Ας ξεκινήσουμε το φετινό καλοκαίρι μας με ποίηση του μεγάλου Γιώργου Σεφέρη

ΘΕΡΙΝΟ ΗΛΙΟΣΤΑΣΙ

Α´
Ὁ μεγαλύτερος ἥλιος ἀπὸ τὴ μιὰ μεριὰ
κι ἀπὸ τὴν ἄλλη τὸ νέο φεγγάρι
ἀπόμακρα στὴ μνήμη σὰν ἐκεῖνα τὰ στήθη.
Ἀνάμεσό τους χάσμα τῆς ἀστερωμένης νύχτας
κατακλυσμὸς τῆς ζωῆς.
Τ᾿ ἄλογα στ᾿ ἁλώνια
καλπάζουν καὶ ἱδρώνουν
πάνω σὲ σκόρπια κορμιά.
Ὅλα πηγαίνουν ἐκεῖ
καὶ τούτη ἡ γυναῖκα
ποὺ τὴν εἶδες ὄμορφη, μιὰ στιγμὴ
λυγίζει δὲν ἀντέχει πιὰ γονάτισε.
Ὅλα τ᾿ ἀλέθουν οἱ μυλόπετρες
καὶ γίνουνται ἄστρα.

Παραμονὴ τῆς μακρύτερης μέρας.



Β´
Ὅλοι βλέπουν ὁράματα
κανεὶς ὡστόσο δὲν τ᾿ ὁμολογεῖ·
πηγαίνουν καὶ θαρροῦν πὼς εἶναι μόνοι.
Τὸ μεγάλο τριαντάφυλλο
ἤτανε πάντα ἐδῶ
στὸ πλευρό σου βαθιὰ μέσα στὸν ὕπνο
δικό σου καὶ ἄγνωστο.
Ἀλλὰ μονάχα τώρα ποὺ τὰ χείλια σου τ᾿ ἄγγιξαν
στ᾿ ἀπώτατα φύλλα
ἔνιωσες τὸ πυκνὸ βάρος τοῦ χορευτῆ
νὰ πέφτει στὸ ποτάμι τοῦ καιροῦ -
τὸ φοβερὸ παφλασμό.

Μὴ σπαταλᾷς τὴν πνοὴ ποὺ σοῦ χάρισε
τούτη ἡ ἀνάσα.



Γ´
Κι ὅμως σ᾿ αὐτὸ τὸν ὕπνο
τ᾿ ὄνειρο ξεπέφτει τόσο εὔκολα
στὸ βραχνά.
Ὅπως τὸ ψάρι ποὺ ἄστραψε κάτω ἀπ᾿ τὸ κῦμα
καὶ χώθηκε στὸ βοῦρκο τοῦ βυθοῦ
ἢ χαμαιλέοντας ὅταν ἀλλάζει χρῶμα.
Στὴν πολιτεία ποὺ ἔγινε πορνεῖο
μαστροποὶ καὶ πολιτικιὲς
διαλαλοῦν σάπια θέλγητρα·
ἡ κυματόφερτη κόρη
φορεῖ τὸ πετσὶ τῆς γελάδας
γιὰ νὰ τὴν ἀνεβεῖ τὸ ταυρόπουλο·
ὁ ποιητὴς
χαμίνια τοῦ πετοῦν μαγαρισιὲς
καθὼς βλέπει τ᾿ ἀγάλματα νὰ στάζουν αἷμα.
Πρέπει νὰ βγεῖς ἀπὸ τοῦτο τὸν ὕπνο·
τοῦτο τὸ μαστιγωμένο δέρμα.



Δ´
Στὸ τρελὸ ἀνεμοσκόρπισμα
δεξιὰ ζερβὰ πάνω καὶ κάτω
στροβιλίζονται σαρίδια.
Φτενοὶ θανατεροὶ καπνοὶ
λύνουν τὰ μέλη τῶν ἀνθρώπων.
Οἱ ψυχὲς
βιάζουνται ν᾿ ἀποχωριστοῦν τὸ σῶμα
διψοῦν καὶ δὲ βρίσκουν νερὸ πουθενά·
κολνοῦν ἐδῶ κολνοῦν ἐκεῖ στὴν τύχη
πουλιὰ στὶς ξόβεργες·
σπαράζουν ἀνωφέλευτα
ὅσο ποὺ δὲ σηκώνουν ἄλλο τὰ φτερά τους.

Φυραίνει ὁ τόπος ὁλοένα
χωματένιο σταμνί.



Ε´
Ὁ κόσμος τυλιγμένος στὰ ναρκωτικὰ σεντόνια
δὲν ἔχει τίποτε ἄλλο νὰ προσφέρει
παρὰ τοῦτο τὸ τέρμα.
Στὴ ζεστὴ νύχτα
ἡ μαραμένη ἱέρεια τῆς Ἑκάτης
μὲ γυμνωμένα στήθη ψηλὰ στὸ δῶμα
παρακαλᾷ μία τεχνητὴ πανσέληνο, καθὼς
δυὸ ἀνήλικες δοῦλες ποὺ χασμουριοῦνται
ἀναδεύουν σὲ μπακιρένια χύτρα
ἀρωματισμένες φαρμακεῖες.
Αὔριο θὰ χορτάσουν ὅσοι ἀγαποῦν τὰ μυρωδικά.

Τὸ πάθος της καὶ τὰ φτιασίδια
εἶναι ὅμοια μὲ τῆς τραγῳδοῦ
ὁ γύψος τοὺς μάδησε κιόλας.



Στ´
Κάτω στὶς δάφνες
κάτω στὶς ἄσπρες πικροδάφνες
κάτω στὸν ἀγκαθερὸ βράχο
κι ἡ θάλασσα στὰ πόδια μας γυάλινη.
Θυμήσου τὸ χιτῶνα ποὺ ἔβλεπες
ν᾿ ἀνοίγει καὶ νὰ ξεγλιστρᾷ πάνω στὴ γύμνια
κι ἔπεσε γύρω στοὺς ἀστραγάλους
νεκρός -
ἂν ἔπεφτε ἔτσι αὐτὸς ὁ ὕπνος
ἀνάμεσα στὶς δάφνες τῶν νεκρῶν.



Ζ´
Ἡ λεῦκα στὸ μικρὸ περιβόλι
ἡ ἀνάσα της μετρᾷ τὶς ὦρες σου
μέρα καὶ νύχτα·
κλεψύδρα ποὺ γεμίζει ὁ οὐρανός.
Στὴ δύναμη τοῦ φεγγαριοῦ τὰ φύλλα της
σέρνουν μαῦρα πατήματα στὸν ἄσπρο τοῖχο.
Στὸ σύνορο εἶναι λιγοστὰ τὰ πεῦκα
ἔπειτα μάρμαρα καὶ φωταψίες
κι ἄνθρωποι καθὼς εἶναι πλασμένοι οἱ ἄνθρωποι.
Ὁ κότσυφας ὅμως τιτιβίζει
σὰν ἔρχεται νὰ πιεῖ
κι ἀκοῦς καμιὰ φορὰ φωνὴ τῆς δεκοχτούρας.

Στὸ μικρὸ περιβόλι δέκα δρασκελιὲς
μπορεῖ νὰ ἰδεῖς τὸ φῶς τοῦ ἥλιου
νὰ πέφτει σὲ δυὸ κόκκινα γαρούφαλα
σὲ μίαν ἐλιὰ καὶ λίγο ἁγιόκλημα.
Δέξου ποιὸς εἶσαι.
Τὸ ποίημα
μὴν τὸ καταποντίζεις στὰ βαθιὰ πλατάνια
θρέψε το μὲ τὸ χῶμα καὶ τὸ βράχο ποὺ ἔχεις.
Τὰ περισσότερα -
σκάψε στὸν ἴδιο τόπο νὰ τὰ βρεῖς.



Η´
Τ᾿ ἄσπρο χαρτὶ σκληρὸς καθρέφτης
ἐπιστρέφει μόνο ἐκεῖνο ποὺ ἤσουν.

Τ᾿ ἄσπρο χαρτὶ μιλᾷ μὲ τὴ φωνή σου,
τὴ δική σου φωνὴ
ὄχι ἐκείνη ποὺ σ᾿ ἀρέσει·
μουσική σου εἶναι ἡ ζωὴ
αὐτὴ ποὺ σπατάλησες.
Μπορεῖ νὰ τὴν ξανακερδίσεις ἂν τὸ θέλεις
ἂν καρφωθεῖς σὲ τοῦτο τ᾿ ἀδιάφορο πρᾶγμα
ποὺ σὲ ρίχνει πίσω
ἐκεῖ ποὺ ξεκίνησες.

Ταξίδεψες, εἶδες πολλὰ φεγγάρια πολλοὺς ἥλιους
ἄγγιξες νεκροὺς καὶ ζωντανοὺς
ἔνιωσες τὸν πόνο τοῦ παλικαριοῦ
καὶ τὸ βογκητὸ τῆς γυναίκας
τὴν πίκρα τοῦ ἄγουρου παιδιοῦ -
ὅ,τι ἔνιωσες σωριάζεται ἀνυπόστατο
ἂν δὲν ἐμπιστευτεῖς τοῦτο τὸ κενό.
Ἴσως νὰ βρεῖς ἐκεῖ ὅ,τι νόμισες χαμένο·
τὴ βάστηση τῆς νιότης, τὸ δίκαιο καταποντισμὸ
τῆς ἡλικίας.

Ζωή σου εἶναι ὅ,τι ἔδωσες
τοῦτο τὸ κενὸ εἶναι ὅ,τι ἔδωσες
τὸ ἄσπρο χαρτί.



Θ´
Μιλοῦσες γιὰ πράγματα ποὺ δὲν τά ῾βλεπαν
κι αὐτοὶ γελοῦσαν.

Ὅμως νὰ λάμνεις στὸ σκοτεινὸ ποταμὸ
πάνω νερά·
νὰ πηγαίνεις στὸν ἀγνοημένο δρόμο
στὰ τυφλά, πεισματάρης
καὶ νὰ γυρεύεις λόγια ριζωμένα
σὰν τὸ πολύροζο λιόδεντρο -
ἄφησε κι ἂς γελοῦν.
Καὶ νὰ ποθεῖς νὰ κατοικήσει κι ὁ ἄλλος κόσμος
στὴ σημερινὴ πνιγερὴ μοναξιὰ
στ᾿ ἀφανισμένο τοῦτο παρὸν -
ἄφησέ τους.

Ὁ θαλασσινὸς ἄνεμος κι ἡ δροσιὰ τῆς αὐγῆς
ὑπάρχουν χωρὶς νὰ τὸ ζητήσει κανένας.



Ι´
Τὴν ὥρα ποὺ τὰ ὀνείρατα ἀληθεύουν
στὸ γλυκοχάραμα τῆς μέρας
εἶδα τὰ χείλια ποὺ ἄνοιγαν
φύλλο τὸ φύλλο.

Ἔλαμπε ἕνα λιγνὸ δρεπάνι στὸν οὐρανό.
Φοβήθηκα μὴν τὰ θερίσει.



ΙΑ´
Ἡ θάλασσα ποὺ ὀνομάζουν γαλήνη
πλεούμενα κι ἄσπρα πανιὰ
μπάτης ἀπὸ τὰ πεῦκα καὶ τ᾿ Ὄρος τῆς Αἴγινας
λαχανιασμένη ἀνάσα·
τὸ δέρμα σου γλιστροῦσε στὸ δέρμα της
εὔκολο καὶ ζεστὸ
σκέψη σχεδὸν ἀκάμωτη κι ἀμέσως ξεχασμένη.

Μὰ στὰ ρηχὰ
ἕνα καμακωμένο χταπόδι τίναξε μελάνι
καὶ στὸ βυθὸ -
ἂν συλλογιζόσουν ὡς ποῦ τελειώνουν τὰ ὄμορφα νησιά.

Σὲ κοίταζα μ᾿ ὅλο τὸ φῶς καὶ τὸ σκοτάδι ποὺ ἔχω.



ΙΒ´
Τὸ αἷμα τώρα τινάζεται
καθὼς φουσκώνει ἡ κάψα
στὶς φλέβες τ᾿ οὐρανοῦ τ᾿ ἀφορμισμένου.
Γυρεύει νὰ περάσει ἀπὸ τὸ θάνατο
γιὰ νά ῾βρει τὴ χαρά.

Τὸ φῶς εἶναι σφυγμὸς
ὁλοένα πιὸ ἀργὸς καὶ πιὸ ἀργὸς
θαρρεῖς πῶς πάει νὰ σταματήσει.



ΙΓ´
Λίγο ἀκόμη καὶ θὰ σταματήσει ὁ ἥλιος.
Τὰ ξωτικὰ τῆς αὐγῆς
φύσηξαν τὰ στεγνὰ κοχύλια·
τὸ πουλὶ κελάηδησε τρεῖς φορὲς τρεῖς φορὲς μόνο·
ἡ σαύρα πάνω στὴν ἄσπρη πέτρα
μένει ἀκίνητη
κοιτάζοντας τὸ φρυγμένο χόρτο
ἐκεῖ ποὺ γλίστρησε ἡ δεντρογαλιά.
Μαύρη φτερούγα σέρνει ἕνα βαθὺ χαράκι
ψηλὰ στὸ θόλο τοῦ γαλάζιου -
δές τον, θ᾿ ἀνοίξει.

Ἀναστάσιμη ὠδίνη.



ΙΔ´
Τώρα,
μὲ τὸ λιωμένο μολύβι τοῦ κλήδονα
τὸ λαμπύρισμα τοῦ καλοκαιρινοῦ πελάγου,
ἡ γύμνια ὁλόκληρής της ζωῆς·
καὶ τὸ πέρασμα καὶ τὸ σταμάτημα καὶ τὸ πλάγιασμα καὶ τὸ τίναγμα
τὰ χείλια τὸ χαϊδεμένο δέρας,
ὅλα γυρεύουν νὰ καοῦν.

Ὅπως τὸ πεῦκο καταμεσήμερα
κυριεμένο ἀπ᾿ τὸ ρετσίνι
βιάζεται νὰ γεννήσει φλόγα
καὶ δὲ βαστᾷ πιὰ τὴν παιδωμή -

φώναξε τὰ παιδιὰ νὰ μαζέψουν τὴ στάχτη
καὶ νὰ τὴ σπείρουν.
Ὅ,τι πέρασε πέρασε σωστά.

Κι ἐκεῖνα ἀκόμη ποὺ δὲν πέρασαν
πρέπει νὰ καοῦν
τοῦτο τὸ μεσημέρι ποὺ καρφώθηκε ὁ ἥλιος
στὴν καρδιὰ τοῦ ἑκατόφυλλου ρόδου.


πληροφορίες από εδώ

Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Ο Κεν Λόουτς (Ken Loach) είναι ένας από τους σημαντικότερους βρετανούς σκηνοθέτες του κινηματογράφου, γνωστός και εκτός των συνόρων της Γηραιάς Αλβιόνας. Βαθιά πολιτικοποιημένος ο ίδιος (παραμένει τροτσκιστής μέχρι σήμερα), πιστός στο ιδανικό του για ένα δίκαιο κόσμο, δημιουργεί ταινίες που θεωρούνται ορόσημα του βρετανικού κοινωνικού ρεαλισμού και αγγίζουν ενίοτε τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό. Επηρεάστηκε καθοριστικά από τον ιταλικό νεορεαλισμό και θεωρεί ότι η ταινία του Βιτόριο Ντε Σίκα «Κλέφτης Ποδηλάτων» («Ladri di biciclette», 1948) έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην απόφασή του να ασχοληθεί με τον κινηματογράφο.

Τα πρώτα χρόνια

Ο Κένεθ Λόουτς γεννήθηκε στις 17 Ιουνίου 1936 στο Νάνιτον της Κεντρικής Αγγλίας. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, αλλά τα ενδιαφέροντά του κατά τη διάρκεια των σπουδών του εστιάζονταν στις δραματικές τέχνες. Μετά την αποφοίτησή του το 1957, υπηρέτησε για δύο χρόνια στην Πολεμική Αεροπορία (RAF) και μετά την αφυπηρέτησή του ξεκίνησε καριέρα ηθοποιού σε περιφερειακούς θιάσους και συνέχισε ως σκηνοθέτης στην τηλεόραση του BBC.


Στη δεκαετία του '60 σκηνοθέτησε πολλά δραματοποιημένα ντοκιμαντέρ για την τηλεοπτική σειρά «The Wednesday Play». Ένα από αυτά, με τίτλο «Cathy Come Home» (1966), εξέταζε την αποσύνθεση μιας εργατικής οικογένειας και τα αλληλένδετα ζητήματα της ανεργίας και της έλλειψης στέγης. Με αυτό τον τρόπο βοήθησε να τεθεί το θέμα της έλλειψης στέγης στη δημόσια συζήτηση. Το 2000 η ταινία του αυτή κατατάχθηκε δεύτερη από το Βρετανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου σε μία λίστα με τα κορυφαία 100 βρετανικά τηλεοπτικά προγράμματα όλων των εποχών.

Ο Λόουτς συνέχισε να ασχολείται με τα κοινωνικά ζητήματα, τόσο στην τηλεόραση, όσο και στον κινηματογράφο. Η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του «Όχι δάκρυα για την Τζόι» («Poor Cow», 1967), επικεντρώνεται στη ζωή μιας γυναίκας της εργατικής τάξης, ο σύζυγος της οποίας βρίσκεται στη φυλακή. Ακολούθησε ο σπαραχτικός «Κες» («Kes», 1970) για ένα αγόρι, κακοποιημένο στο σπίτι και το σχολείο, που γίνεται φίλος με ένα νεαρό γεράκι. Ήταν η πρώτη μεγάλη αναγνώριση για τον Λόουτς και συνοδεύτηκε από μία υποψηφιότητα καλύτερης ταινίας από τη Βρετανική Ακαδημία Κινηματογράφου (βραβεία BAFTA).

Τα βραβεία στις Κάννες

To 1984, σε μία περίοδο έντονων εργατικών αγώνων με τη διαμάχη Θάτσερ και ανθρακωρύχων, ο Λόουτς απάντησε με την τηλεοπτική ταινία «Which Side Are You On?» (Με ποια πλευρά είσαι;) που προκάλεσε έντονες συζητήσεις για την υποστήριξή του στις απεργιακές κινητοποιήσεις των ανθρακωρύχων.

Το 1990 επανήλθε στο κινηματογραφικό προσκήνιο με το πολιτικό θρίλερ «Μυστική Ατζέντα» («Hidden Agenda») για το ζήτημα της Βόρειας Ιρλανδίας, που μοιράστηκε το βραβείο της κριτικής επιτροπής στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Καννών. Οι δύο επόμενες ταινίες του ήταν πιο ανάλαφρες και κωμικές, παρότι παρέμεναν βασισμένες στις καθημερινές πραγματικότητες της βρετανικής εργατικής τάξης: Το «Ριφ-Ραφ» («Riff-Raff», 1991) απεικονίζει τις δοκιμασίες ενός συνεργείου οικοδόμων του Λονδίνου και το «Βροχή από πέτρες» («Raining Stones», 1993) εξιστορεί την απεγνωσμένη προσπάθεια ενός άνεργου πατέρα να βρει χρήματα για να αγοράσει ένα φόρεμα στην κόρη του. Η ταινία του αυτή τιμήθηκε με το βραβείο της κριτικής επιτροπής στο Φεστιβάλ των Καννών. Ακολούθησε το «Ladybird, Ladybird» (1994), ένα ζοφερό πορτρέτο μιας ανύπαντρης μητέρας που η κοινωνική πρόνοια της αποσπά δια της βίας τα έξι παιδιά, θεωρώντας την ανεύθυνο άτομο.


“Γη και Ελευθερία” και “Ο άνεμος χορεύει το κριθάρι”

Από τις πιο σημαντικές ταινίες του - η κορυφαία για πολλούς - είναι το ιστορικό πολιτικό δράμα «Γη και Ελευθερία» («Land and Freedom», 1995), που αφηγείται την ιστορία ενός άνεργου κομμουνιστή από το Λίβερπουλ, ο οποίος στρατεύεται στον ισπανικό εμφύλιο, στο πλευρό των δημοκρατικών δυνάμεων, για να πολεμήσει κατά του Φράνκο, και αντιμετωπίζεται από τους σταλινικούς συντρόφους του ως προδότης.

Ο Κεν Λόουτς κατά την απονομή του Χρυσού Φοίνικα στο Φεστιβάλ των Καννών το 2006

Εξίσου τολμηρή στη θεματική της είναι και η επόμενη ταινία του «Το τραγούδι της Κάρλα» («Carla's Song», 1996), γύρω από τον έρωτα ενός οδηγού λεωφορείου στη Γλασκόβη με μια προσφυγοπούλα από τη Νικαράγουα που βασανίζεται από εφιάλτες.

Το 2000 παρουσίασε την ταινία «Ψωμί και Τριαντάφυλλα» («Bread and Roses»), με πρωταγωνιστή τον Άντριαν Μπρόντι, που αναφέρεται στον αγώνα των θυρωρών του Λος Άντζελες για καλύτερες συνθήκες εργασίας και το 2006 κέρδισε το Χρυσό Φοίνικα του Φεστιβάλ των Καννών για την ταινία του «Ο άνεμος χορεύει το κριθάρι» («The Wind That Shakes the Barley»), που εξιστορεί τον αγώνα των Ιρλανδών τη δεκαετία του 1920 για την αποτίναξη του βρετανικού ζυγού.

Δεύτερος «Χρυσός Φοίνικας»

Ο «Ιρλανδέζικος Δρόμος» («Route Irish», 2010) αφηγείται την ιστορία ενός πρώην μισθοφόρου στο Ιράκ, που αρνείται την επίσημη εκδοχή του θανάτου ενός φίλου του, επίσης μισθοφόρου, και αγωνίζεται μόνος του να ανακαλύψει την αλήθεια, ενώ στο «Μερίδιο των Αγγέλων» («The Angels Share», 2012) ένας νεαρός άνεργος πατέρας ανακαλύπτει ότι διαθέτει μια χαρισματική όσφρηση που του επιτρέπει να διακρίνει την υφή και τα αρώματα του ουίσκι κι έτσι του δίνεται η ευκαιρία που ζητούσε για ν’ αλλάξει τη ζωή του. Το 2016 απέσπασε τον δεύτερο «Χρυσό Φοίνικα» του Φεστιβάλ των Καννών με το δράμα «Εγώ ο Ντάνιελ Μπλέικ» («Ι Daniel Blake»), που αφηγείται την ιστορία ενός ξυλουργού, ο οποίος έχοντας επιβιώσει από ένα καρδιακό επεισόδιο, έρχεται αντιμέτωπος με την κρατική γραφειοκρατία.

Ο Λόουτς συνέχισε να κάνει ντοκιμαντέρ, στα οποία συμπεριλαμβάνονται τα «The Spirit of '45» (2013), για την μεταπολεμική Αγγλία και το «In Conversation with Jeremy Corbyn» (2016), που σκιαγραφεί τον τότε επικεφαλής του Εργατικού Κόμματος και ομοϊδεάτη του Τζέρεμι Κόρμπιν. Ένα από τα πιο επιτυχημένα και δημοφιλέστερα ντοκιμαντέρ του είναι το «McLibel», που γύρισε το 1997 με τη Φράνι Άρμστρονγκ, με αφορμή τη δίκη για δυσφήμηση που προκάλεσε η McDonald's κατά δύο ακτιβιστών για το περιβάλλον. Μία ιστορία του τύπου «Γολιάθ εναντίον Δαυίδ», με πάνω από 25 εκατομμύρια θεάσεις.


πηγή 



Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου


Ο Αλεξάντρ Πούσκιν ήταν ρώσος ποιητής, δραματουργός και πεζογράφος. Θεωρείται ο μεγαλύτερος ποιητής που ανέδειξε η Ρωσία και ο θεμελιωτής της σύγχρονης ρωσικής λογοτεχνίας. 
«Ο Πούσκιν είναι ένα φαινόμενο, σπάνιο, μοναδικό ίσως φαινόμενο του ρωσικού πνεύματος. Είναι ο κοινός Ρώσος στην πορεία της ανάπτυξής του, όπως θα παρουσιαστεί, πιθανόν, ύστερα από διακόσια χρόνια» είχε πει ο λογοτεχνικός του διάδοχος Νικολάι Γκόγκολ.

Στα πρώτα έργα του, που εντάσσονται στη ρομαντική λογοτεχνική παράδοση, είναι εμφανής η επίδραση του λόρδου Βύρωνα, αλλά πολύ γρήγορα ο Πούσκιν βρήκε το στίγμα του και άντλησε έμπνευση από τη ρωσική φύση και την ψυχή του ρωσικού λαού, όχι μόνο της πόλης, αλλά και του χωριού και της στέπας. Εκτός του Γκόγκολ, άσκησε τεράστια επίδραση σε σπουδαίους ρώσους συγγραφείς, όπως ο Τουργκένιεφ, ο Ντοστογιέφσκι και ο Τολστόι.

Ο Αλεξάντρ Πούσκιν γεννήθηκε στη Μόσχα στις 26 Μαΐου 1799 (6 Ιουνίου με το νέο ημερολόγιο). Ο πατέρας του Σεργκέι Πούσκιν καταγόταν από παλαιά οικογένεια βογιάρων και η μητέρα του Νάντια Χάνιμπαλ ήταν εγγονή του Αμπράμ Χάνιμπαλ, ενός αιθίοπα ευγενή που υιοθετήθηκε από τον Μέγα Πέτρο και πολέμησε μαζί του. Ο Πούσκιν απαθανάτισε τον προπάππου του στο ημιτελές μυθιστόρημά του «Ο Αράπης του Μεγάλου Πέτρου», που εκδόθηκε μετά τον πρόωρο θάνατό του.



Τα πρώτα χρόνια

Ο νεαρός Πούσκιν μεγάλωσε ακούγοντας από τη γιαγιά του διηγήσεις για τους προγόνους του και λαϊκά παραμύθια από την γκουβερνάντα του. Διάβαζε πολύ στη βιβλιοθήκη του πατέρα του και δέχτηκε πολλά ερεθίσματα από τους διανοουμένους που επισκέπτονταν συχνά την οικογένειά του.
Το δωμάτιο του Πούσκιν όταν ήταν μαθητής στο Αυτοκρατορικό Λύκειο του Τσάρσκογε Σελό

Το 1811 άρχισε να φοιτά στο Αυτοκρατορικό Λύκειο του Τσάρσκογε Σελό (αργότερα μετονομάστηκε σε Πούσκιν), όπου η εκπαιδευτική αντίληψη διαπνεόταν από τις ιδέες του Διαφωτισμού και τις φιλελεύθερες τάσεις των πρώτων χρόνων της βασιλείας του Αλεξάνδρου Α’. Την εποχή εκείνη άρχισε τη λογοτεχνική του σταδιοδρομία, γράφοντας ποιήματα στο ύφος του ρομαντισμού.

Ενώ φοιτούσε ακόμη στο Λύκειο άρχισε να γράφει το πρώτο του μεγάλο έργο, το ρομαντικό ποίημα «Ρουσλάνος και Λουντμίλα», που εκδόθηκε το 1820 και αργότερα αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για τον συνθέτη Μόντεστ Μουσόργκσκι στην ομώνυμη όπερά του. Ο ήρωας του ποιήματος αντιμετωπίζει διάφορες περιπέτειες μέχρι να απελευθερώσει την αγαπημένη του Λουντμίλα, κόρη του πρίγκιπα του Κιέβου Βλαδίμηρου, η οποία τη νύχτα του γάμου της είχε απαχθεί από τον κακό μάγο Τσερνομόρ.

Η εξορία και τα ποιήματα

Το 1817 ο Πούσκιν αποφοίτησε από το Λύκειο και διορίστηκε ως γραμματέας στο Υπουργείο Εξωτερικών. Παράλληλα, συμμετείχε σε διάφορες λογοτεχνικές εταιρείες («Αρζαμάς», «Πράσινη Λάμπα»). Την περίοδο εκείνη κυκλοφόρησε διάφορα ποιήματα με πολιτικό περιεχόμενο και φιλελεύθερο προσανατολισμό. Το περιεχόμενο των ποιημάτων αυτών προκάλεσε την αντίδραση του τσαρικού περιβάλλοντος και ο νεαρός υπάλληλος μετατέθηκε στη Νότια Ρωσία τον Μάιο του 1820. Ουσιαστικά ήταν μία μορφή εξορίας για τον ενοχλητικό Πούσκιν.

Εκεί άντλησε υλικό για τα ποιήματά του «Ο δεσμώτης του Καυκάσου» (1821), «Οι ληστές αδελφοί» (1822) και «Η Κρήνη του Μπαχτσί Σαράι» (1823), που ενίσχυσαν τη φήμη του ως του μεγαλύτερου ποιητή της εποχής του και εκφραστή της ρομαντικής και φιλελεύθερης γενιάς του 1820.


«Ευγένιος Ονέγκιν»

Ο ίδιος δεν ήταν ευχαριστημένος από τις έως τότε λογοτεχνικές επιδόσεις του και τον Μάιο του 1823 άρχισε να γράφει το έμμετρο μυθιστόρημα «Ευγένιος Ονέγκιν», που θεωρείται το αριστούργημά του και αργότερα έγινε όπερα από τον Τσαϊκόφσκι. Το έργο του αυτό αποτελεί μία πανοραμική εικόνα της ρωσικής ζωής της εποχής του, με ήρωες τον απογοητευμένο σκεπτικιστή Ονέγκιν, τον ρομαντικό και φιλελεύθερο ποιητή Λένσκι και την Τατιάνα «το ανεκτίμητο ιδανικό», όπως τη χαρακτήριζε ο ίδιος.
Ο Πούσκιν αποχαιρετά τη θάλασσα (Ivan Aivazovsky & Ilya Repin, 1877)

Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο Κισνόβιο της Μολδαβίας έζησε έντονα την τοπική κοσμική ζωή, η οποία περιστρεφόταν γύρω από εφήμερους έρωτες, μεθύσια και χαρτοπαιξία. Στην Οδησσό, ο Πούσκιν ερωτεύτηκε με πάθος τη σύζυγο του κυβερνήτη της επαρχίας κόμη Βοροντσόφ, Ναταλία και ενεπλάκη πολλές φορές σε μονομαχίες, με αποτέλεσμα ο κυβερνήτης να ζητήσει τη λήξη της εξορίας του. Μία επιστολή του προς ένα φίλο του, την οποία υπέκλεψε η αστυνομία, προκάλεσε την εκ νέου εξορία του, αυτή τη φορά στα κτήματα της μητέρας του στο Πσκοφ.

Κατά την εκεί παραμονή του ολοκλήρωσε το ποίημα «Τσιγγάνοι», έγραψε κάποια επεισόδια του «Ευγένιου Ονέγκιν» κι έγραψε ένα από τα σημαντικότερα έργα του, την ιστορική τραγωδία «Μπόρις Γκοντούνοφ». Το έργο γράφτηκε λίγο πριν από την Εξέγερση των Δεκεμβριστών (1825) και διαπερνά το καυτό θέμα των σχέσεων ανάμεσα στην άρχουσα τάξη με επικεφαλής τον τσάρο και τις λαϊκές μάζες.

Μετά την καταστολή της εξέγερσης, ο νέος τσάρος Νικόλαος Α’, έχοντας επίγνωση της δημοτικότητας του Πούσκιν, του επέτρεψε να επιστρέψει στη Μόσχα το φθινόπωρο του 1826. Παρά την υπόσχεση του τσάρου για επείγουσες μεταρρυθμίσεις, η λογοκρισία έγινε πιο πιεστική, όπως και ο περιορισμός της προσωπικής ελευθερίας του ποιητή. Επιπλέον είχε να αντιμετωπίσει και τις κατηγορίες φίλων του ότι είχε αποστεί από τις ιδέες του. Τότε αναγκάστηκε να τους απαντήσει με το ποίημα «Στους φίλους μου» (1828).

Το 1831, ύστερα από ένα πολυτάραχο δεσμό και παρά τις αντιρρήσεις της μητέρας του, νυμφεύτηκε τη Ναταλία Γκοντσάροβα (1812-1863), με την οποία απέκτησε τέσσερα παιδιά. Το ζευγάρι εγκαταστάθηκε στην Αγία Πετρούπολη και ο Πούσκιν διορίστηκε και πάλι σε δημόσια θέση, αναλαμβάνοντας την υποχρέωση να γράψει τη βιογραφία του Μεγάλου Πέτρου. Παράλληλα, συνέχισε τη λογοτεχνική του παραγωγή. Σημαντικότερα έργα αυτής της περιόδου ήταν το μυθιστόρημα «Η Κόρη του Λοχαγού» (1836) και τα θεατρικά «Μότσαρτ και Σαλιέρι» (1831) και «Ντάμα Πίκα» (1834) που μεταφέρθηκε στην όπερα από τον Τσαϊκόφσκι.

Η μονομαχία τιμής και το πρόωρο τέλος

Εν τω μεταξύ, φήμες που κυκλοφορούσαν στο παλάτι ήθελαν τη σύζυγό του να έχει σχέση με τον γάλλο αξιωματικό Ζορζ Ντ’ Αντέ, θετό γιο του πρεσβευτή της Ολλανδίας. Η τιμή του Πούσκιν θίχτηκε κι έστειλε ένα υβριστικό γράμμα προς τον ολλανδό διπλωμάτη. Μόλις έλαβε γνώση της επιστολής ο Ντ’ Αντέ ζήτησε σε μονομαχία τον Πούσκιν, την οποία αποδέχθηκε.

Η μονομαχία έγινε στις 27 Ιανουαρίου 1837. Από την ανταλλαγή των πυροβολισμών ο Πούσκιν τραυματίστηκε σοβαρά στην κοιλιακή χώρα και δυο ημέρες μετά, στις 29 Ιανουαρίου 1837 (8 Φεβρουαρίου με το νέο ημερολόγιο) εξέπνευσε σε νοσοκομείο της Αγίας Πετρούπολης, σε ηλικία 37 ετών. Ο Ντ’ Αντέ με επιπόλαια τραύματα επέζησε και πέθανε το 1895.


πηγή 





Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου