Είναι δυνατόν μέσα στη κρίση να ζητείς αισθητική, θα έλεγε ίσως κάποιος, που αγνοεί την κριτική λειτουργία της αισθητικής στην παραγωγή ενός νέου κόσμου, μιας πολιτικής διερεύνησης της διαλεκτικής των εντάσεων, που δομεί την κρίση αυτή καθ’ εαυτή, συνδέοντας την καθημερινότητα με την εσωτερίκευσή της από το άτομο, την κοινωνιολογία με την φιλοσοφία, την τετριμμένη «αλήθεια» (κοινή λογική) με την πρόκληση για νέες μορφές κοινωνικής αντίληψης και δραστηριότητας; 


Αμ, αν δεν το κάνεις τώρα, πότε θα το κάνεις; Τώρα είναι η στιγμή να μιλήσουμε για αισθητική, όχι ασφαλώς μεταφυσικά, αλλά απολύτως πολιτικά, διερευνώντας την σχέση μεταξύ του υπόρρητου (implicite) και του ρητού (éxplicite), σε οποιαδήποτε αφήγηση για την κρίση. Αυτό θα μπορούσα απλοϊκά να ορίσω ως αναζήτηση της έκφρασης του αληθινού - όχι του αληθινού/πραγματικού αλλά της έκφρασης του - ή ως αποκάλυψη των σχέσεων ισχύος και ηγεμονίας που δομούν την νοηματικότητα (discursivité) και προσδιορίζουν την πραγματικότητα ως αναπαράσταση του συμφέροντος ή της κοινωνικής/ταξικής συνείδησης, ή απλώς αποτελούν έκφραση κάποιας μορφής ψύχωσης. Έτσι η κοινωνία εξετάζεται ως ανοιχτό σύστημα, όπου η πολιτική δομή αποκαλύπτεται μέσω της κριτικής ανάλυσης των (κυρίαρχων) αφηγήσεων για την κρίση, όπως ακριβώς κάνεις μελετώντας την θεωρία των ατελών δομών, ή την θεωρία των καταστροφών, η οποία αφορά άμεσα την ελληνική κρίση με την έννοια της παρέμβασης της τρόικας.

Θεώρησα χρήσιμο να δώσω το περίγραμμα της αισθητικής με την πολιτική σημασία της, διότι αν δεν εξετάσεις την κρίση του λόγου, τις ορθολογικότητες, την κοινωνική διαίρεση της εργασίας κ.α. που εμπεριέχονται στην αφήγηση της τρόικας, αλλά και στην κυρίαρχη αφήγηση όσων υποστήριξαν και υποστηρίζουν αυτήν τη μορφή παρέμβασης στις ελληνικές πολιτικές της συγκυρίας, ούτε την διάλυση του κοινωνικοοικονομικού μοντέλου της χώρας θα εννοήσεις, ούτε δυνατότητες ξεπεράσματος αυτής της κρίσης πρόκειται να στα σοβαρά να προσεγγίσεις.

Ουσιαστικά, αυτό κάναμε εμείς όλη ετούτη την περίοδο της τελευταίας τριετίας, δίχως να το δηλώνουμε ρητά. Αυτό ήταν το μεθοδολογικό πλαίσιο της προσέγγισής μας (: η αισθητική), δίδοντας ιδιαίτερο βάρος στην πολιτικοοικονομική διαδικασία του κοινωνικού γίγνεσθαι, στην διαλεκτική μέθοδο δηλαδή, όπου ο μαρξισμός είχε κρίσιμο ρόλο, στην ιστορική τοποθέτηση, κατά την οποία παρατηρείς την ελληνική κοινωνία στην φάση μεταβολής της και κυρίως εξετάζοντας τον μηχανισμό που οδηγεί την κοινωνία από την «μεταπολίτευση του 1974» σε μια άλλη ποιοτικά κατάσταση: σε μια εκ των πραγμάτων «νέα μεταπολίτευση». Η τελευταία ορίζεται ακριβώς από τις πολιτικές σχέσεις που δομούνται αυτό το μεσοδιάστημα εκδήλωσης της κρίσης. Η «νέα-μεταπολίτευση» δηλαδή, θα διαμορφωθεί, διαμορφώνεται ήδη, ως το κοινωνικοπολιτικό αποτέλεσμα της εξέλιξης της κρίσης, ενώ το τελευταίο επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από την νοηματικότητα (discursivité) στην διαχείριση της κρίσης. Μέσω αυτής θα ορισθούν τα μοντέλα κοινωνικοποίησης και πολιτικής νομιμοποίησης του νέου οικονομικού μοντέλου της χώρας, τα οποία θα επηρεάσουν καθοριστικά την διαμόρφωση του νέου πολιτικού συστήματος της επόμενης περιόδου και τη νέα συνταγματική τάξη. Άρα, ο πολιτικός ανταγωνισμός αυτή την περίοδο αναπαριστά (ορθολογικά), εικονικές ή/και ουσιαστικές ρίξεις επιχειρώντας εναγωνίως να ορίσει επιμέρους πολιτικές ταυτότητες μεταξύ του πολιτικού ή ρατσιστικού υπόρρητου (implicite) και του κοινωνικοοικονομικού ή εθνικιστικού ρητού (éxplicite).Προφανώς υπάρχει ποικιλία κομματικών ή «υπερκομματικών» ταυτοτήτων που δομούνται σε αυτό το αισθητικό σχήμα.

Σημασία σε κάθε περίπτωση έχει η αισθητική ανάλυση της αφήγησης που ως στοιχείο αναφοράς έχει την τρόικα. Τι είναι αλήθεια η τρόικα (οντολογικά); Ποια η νοηματικότητά της, με την έννοια των πολιτών σχέσεων που δομεί στη βάση μιας οικονομιστικής προσέγγισης της ελληνικής κοινωνίας και της αγοράς; Τι (νέα) σχέση δομεί το μνημόνιο μεταξύ κοινωνίας και αγοράς ή μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου; Είναι λάθος η τρόικα ή μήπως κάνει λάθος η τρόικα;

Ο τρόπος για να απαντήσεις αυτά σήμερα δεν είναι να εξετάσεις την τρόικα ως λάθος ή σωστό, αλλά εστιάζοντας στην ανάγκη που την τοποθετεί σε μια αφήγηση «λάθους» ή «σωστού». Αυτό αποκαλύπτει την αισθητική του πράγματος και σου δείχνει προς τα πού τραβά η κρίση, προσδίδοντας ταυτόχρονα γνώση για αντίδραση, πολιτικό αναστοχασμό και πιθανώς δυνατότητες δόμησης μιας στρατηγικής που θα μπορούσε να ανατρέψει την φορά εξέλιξης της κρίσης, υπέρ της ευρύτερης κοινωνίας.

Προσέξτε το «αντιαισθητικό» του πράγματος: Ένα μεγάλο μέρος των πολιτικοεπιχειρηματικών δυνάμεων, που προσέβλεπε θετικά στην παρουσία της τρόικας για να υποκαταστήσει την αδυναμία τους να εφαρμόσουν νεοφιλελεύθερες πολιτικές ως όρο επιβίωσης (τους), μετά την άναρχη υπερσυσσώρευση, κακοδιαχείριση, άπληστο πλουτισμό και εγκλωβισμό στα δίχτυα της πατρωνίας, που απλώθηκαν κατά την μεταπολίτευση ως μηχανισμός «ψαρέματος» εκλογικής πελατείας, σήμερα δυσανασχετεί επειδή αντιλαμβάνονται πως οι παράγοντες της τρόικας υπονομεύουν τελικά την ίδια τους την ύπαρξη (:την ύπαρξη και πολιτική δυναμική της διαπλοκής). Μήπως η τρόικα δεν ήταν καλή ιδέα; Αναρωτούνται ετούτοι σήμερα.

Όχι, βρε αδελφέ, «αναγκαίο κακό ήταν η τρόικα», σου λένε άλλοι δεξιοί, κεντρώοι και «αριστεροί» νεοφιλελεύθεροι, απλώς το αδιέξοδό μας προέκυψε από λάθη της! Να, και ο ίδιος ο εκπρόσωπος του ΔΝΤ στην τρόικα, που κτίζει την νέα Ελλάδα, ομολογεί: «κάναμε λάθη»! Τι είδους λάθη; Κάθε είδους! Γιατί; Από εδώ και πέρα αρχίζει μια διαφορετική πολιτική αφήγηση, η οποία αποδεικνύει ότι τα «λάθη» ήταν προϊόν μιας συγκεκριμένης αισθητικής των μεταμοντέρνων διεθνών σχέσεων, που οδηγεί σε πολιτικές δομές διάλυσης κυρίαρχων κρατών και μετατροπής τους σε μεταβιομηχανικά προτεκτοράτα.

Θέλετε και το ευτράπελο της υπόθεσης για να ελαφρύνουμε κάπως αυτό το μάλλον «βαρύ» κείμενο; Διαβάστε τι λέει τούτος ο απίθανος τύπος που αποτέλεσε διαπρύσιο υποστηρικτή της στρατηγικής των μνημονίων, ενώ ήταν από τους λίγους που με απύθμενο πολιτικαντισμό αν και επιστήμονας, μέχρι την τελευταία στιγμή ηρνείτο την αναγκαιότητα αναδιάρθρωσης του δημόσιου χρέους, από τη στιγμή μάλιστα που γνώριζε ότι είχε δρομολογηθεί, με συγκεκριμένη μάλιστα αντικοινωνική και αντεθνική μεθοδολογία. Έκανε δηλαδή αυτό το «αντιαισθητικό» που έπραξαν Παπανδρέου, Παπαδήμος και υποκριτικότερα από όλους ο κ. Σαμαράς. Αναφέρομαι στον νομπελίστα οικονομολόγο, καθηγητή Χρήστο Πισσαρίδη. Σήμερα ο κύριος αυτός, ξαφνικά ξύπνησε από το όμορφο όνειρο της «αναδιοργάνωσης» που θα προσέφερε η τρόικα στην Ελλάδα για να εκφράσει την απογοήτευσή του, γιατί «η Ευρωπαϊκή Ένωση επέτρεψε σε ένα οικονομικό πρόβλημα, να οδηγήσει την Ελλάδα στη σημερινή τραγική οικονομική κατάσταση»! Και μάλιστα καλεί την τρόικα να μην επαναλάβει στην Κύπρο τα λάθη που έγιναν, στην αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα, ζητώντας «να αποκλείονται οι επενδυτικές δαπάνες και ιδιαίτερα μέτρα για την Παιδεία, τις υποδομές και την παροχή βοήθειας σε ανέργους, από τον υπολογισμό των δημοσιονομικών ελλειμμάτων»!

Με συγχωρείτε, αν είχε συμβεί αυτό και μάλιστα στην καλώς εννοούμενη κοινωνική του μορφή που περιλαμβάνει πέραν αυτών και την υγεία, τις αμυντικές δαπάνες, όπως και άλλες υπηρεσίες δημοσίου συμφέροντος, τότε πώς θα φτάναμε στον ορισμό της ελληνικής πτώχευσης με τον οικονομικό κανόνα και την στατιστική που αυτή την προσδιόρισε; Αν ήταν έτσι, τότε τι αιτιατό μηχανισμό θα είχε η σύσταση της τρόικας και πώς θα δικαιολογείτο η συγκεκριμένη διαχείριση της κρίσης από τους διεθνείς παράγοντες που εμπλέκονται σε αυτήν, όπως και από τους ντόπιους φορείς των συμφερόντων τους; Τότε πώς θα οδηγούμαστε στην εσωτερική υποτίμηση και στην φτωχοποίηση; Μήπως ανάποδα εξελίσσονται τα πράγματα;

Μήπως το ορθολογικό είναι πρώτα να τίθεται ο στόχος, μετά να αναπτύσσεται η στρατηγική και επ’ αυτής να δομείται το πρόγραμμα; Μήπως στόχος ήταν ακριβώς αυτό που συμβαίνει και εξελίσσεται ως πολιτικό και κοινωνικοοικονομικό φαινόμενο στην Ελλάδα και τίποτε περισσότερο; Μήπως η αφήγηση περί «λάθους» ή «λαθών» επιχειρεί απλώς να συσκοτίσει την συγκεκριμένη αισθητική που διακρίνει την στρατηγική της τρόικας, ενώ παράλληλα επιχειρεί να διασκεδάσει της κριτική-αισθητική προσέγγιση που δοκιμάσαμε εμείς και μερικοί άλλοι, δίχως επίσης να το δηλώνουν ή/και να το γνωρίζουν, ελέγχοντας την δομή της ελληνικής κρίσης; Μήπως τελικώς η κρίση επιδεινώνεται εξαιτίας της αντιαισθητικής προσέγγισης της οικονομίας; Μήπως ήρθε η στιγμή η αντιαισθητική να σταματήσει να ασκεί κυρίαρχη πολιτική; Μήπως ήρθε η στιγμή, κατά την οποία το συμφέρον των δύο τρίτων της κοινωνίας, θα δομηθεί αισθητικά σύμφωνα με την ιδέα του Αλεξάντερ Γκότλιμπ Μπαουμγκάρτεν, ως αντίσταση στην διάλυση του κράτους και αποσύνθεση του κοινωνικού ιστού, σύμφωνα με ένα άκρως αντιφατικό νεοφιλελεύθερο δόγμα, το ποίο πραγματοποιείται μάλιστα κόντρα στις αρχές του νεοφιλελευθερισμού; Μήπως να αναζητήσουμε μια νέα προσέγγιση της ελευθερίας και της ισότητας, μέσω μιας νέας πολιτικής πρακτικής που θα εστιάζει στις κοινωνικές μορφές που προσδίδουν νοηματικότητα (discursivité) και όχι στις απατηλές αφηρημένες αφηγήσεις περί γενικού κακού, καλού, βιώσιμου, σωστού, λάθους και ορθολογικού, ανορθολογικού ή ρεαλιστικού και μη; Το όμορφο είναι και καλό και ορθολογικό, αρκεί να το ορίσουμε πολιτικά. Τα υπόλοιπα απλώς νομιμοποιούν την κοινωνική ασχήμια και τις λογής-λογής πολιτικές ασχημίες που προκαλούν κοινωνικό αδιέξοδο και δράματα, τρέφουν τον φασισμό, τον φονταμενταλισμό και την αγοραία αντίληψη του εαυτού, όπως και της καθημερινότητας που χυδαιοποιείται απολύτως. Αυτά υπηρετεί σήμερα η τρόικα, αυτοί που την εγκατέστησαν και αυτοί που πολιτεύονται με την αφήγηση του «σωστού» και «λάθους» της.


 Ο Δημήτρης Γιαννακόπουλος είναι διδάκτωρ Πολιτικής Επιστήμης, ειδικός σε θέματα πολιτικής και διακυβέρνησης στην Ευρασία.  
Axact

Ακτιβιστής

Μπορείτε να επικοινωνήσετε σχετικά με το παρόν άρθρο ή οτιδήποτε σχετίζεται με την ιστοσελίδα του "ακτιβιστή" ή ακόμη και για άρθρα ή απόψεις σας που επιθυμείτε να δημοσιεύσουμε στο email: chrivanovits@gmail.com

Προσθέσετε το σχόλιό σας:

0 comments:

Παρακαλώ αφήστε το μήνυμά σας. Προσπαθήστε να σχολιάζετε χωρίς προσβλητικούς και συκοφαντικούς χαρακτηρισμούς. Σχόλια που θα θεωρηθούν συκοφαντικά ή θα περιέχουν βωμολοχίες θα απορρίπτονται.