Καλός φίλος, που ανήκει στους «θεσμικούς» οικονομικούς συμβούλους της Κυβέρνησης και παρακολουθεί επί χρόνια τις σκέψεις μου, διαφωνώντας συχνά, υπήρξε χθες ιδιαίτερα ανήσυχος, στα όρια έκδηλου εκνευρισμού. Με δικά μου λόγια μεταφέρω εν συντομία τον προβληματισμό του και την κριτική του προς τις τοποθετήσεις μου. Ωραία, μου λέει, τα οικονομικά αποτελέσματα και ιδιαίτερα η προοπτική τους μετά και την διαπιστωμένη μαύρη τρύπα στα προϋπολογισμένα έσοδα, αλλά και την αναθεώρηση εκτιμήσεων κυρίως από το ΔΝΤ, φαίνεται να ευθυγραμμίζονται με τις εκτιμήσεις σου περί μαγικής εικόνας των δημοσιονομικών επί μνημονίων. Άλλωστε το μονογραφικό σύστημα που ακολουθείτο μέχρι και το 2011 δεν επέτρεπε ακριβείς προβλέψεις, αλλά ούτε ακόμη έχει επιτευχθεί απολύτως αξιόπιστη λογιστική απεικόνιση. Δεν αμφιβάλω επίσης πως αυτό που όριζες ως learning by numbers με δάσκαλο την τρόικα και μαθητή την ελληνική κυβέρνηση, τις τράπεζες και την ανώτερη διοίκηση καταλήγει να μας μαθαίνει πώς να βουλιάζουμε στην ύφεση, επικαλούμενοι αναγκαίες θυσίες για την ανάπτυξη. Εντάξει, ας πούμε πως στα μακροοικονομικά έχεις δίκιο, όπως δίκιο έχουν και άλλοι που έχουν πιάσει το ζήτημα από διαφορετικές πλευρές της πολιτικής οικονομίας.Το θέμα όμως είναι ότι ενώ στα οικονομικά είσαι μάλλον σαφής, αυτό που αποκαλείς «πολιτική λύση στη κρίση» συνεχίζει να είναι μαγική εικόνα. Δηλαδή, προσφέρεις μια μαγική πολιτική λύση για να αντιμετωπίσεις την μαγική εικόνα της οικονομικής πολιτικής; Μήπως τελικά αυτό δεν είναι τίποτε άλλο από μια έξυπνη μεν, αλλά παραπλανητική στην ουσία Εγελιανή διαλεκτική; 


Ανταποκρινόμενος σε αυτή την καλοπροαίρετη και πιστεύω απροκατάληπτη κριτική, θα επιχειρήσω σε αυτό το σημείωμα να… ξεκαθαρίσω το τοπίο, απαντώντας συνοπτικά στο ερώτημα που με έχει διεξοδικά απασχολήσει την τελευταία τετραετία. Δηλαδή, τί σημαίνει πρακτικά πολιτική λύση στην οικονομική κρίση της Ελλάδας;

Κοιτάξτε, όπως το οικονομικό πρόβλημα της Ελλάδας δεν είναι αποκλειστικά ελληνικό ζήτημα, έτσι και το πολιτικό που αντιστοιχεί σε αυτό, δεν είναι ελληνικό. Θα μπορούσε κανείς να μιλήσει για πρόβλημα στην καπιταλιστική ανάπτυξη που αντιστοιχεί στην κρίση του παγκόσμιου ηγεμονικού μοντέλου μετά την εξαφάνιση του μπλοκ του «υπαρκτού σοσιαλισμού» και να είναι σωστός, δίχως όμως να λέει στην ουσία τίποτα, με πολιτικούς όρους υπέρβασης της κρίσης, συγκεκριμένα για την Ελλάδα. Ασφαλώς, η κρίση στην Ελλάδα δεν μπορεί να απομονωθεί από την μορφή της διεθνούς, λανθάνουσας κρίσης οικονομίας και ηγεμονίας κατά την μετάβαση από ένα διπολικό σε ένα πολυπολικό σύστημα και την κρίση του «Ευρωπαϊκού Οικοδομήματος», αλλά εάν δεν εστιάσεις στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ελληνικού προβλήματος οργάνωσης κοινωνίας, κράτους και αγοράς για την αντιμετώπιση του φαινομένου αποσύνθεσης της κοινωνικοοικονομικής δομής της χώρας, μάλλον θα έχεις προσχωρήσει στη θέση πως «όλα είναι μάταια σε εθνικό πλαίσιο, αν δεν υπάρξει μια «τελική λύση» στον κόσμο, είτε με την μορφή του σοσιαλιστικού ολοκληρωτισμού, είτε με την μορφή του καπιταλιστικού ολοκληρωτισμού, στο πλαίσιο μιας παγκόσμιας διακυβέρνησης. Το τελευταίο αποτελεί στην πραγματικότητα αντιπολιτική και ανιστόρητη προσέγγιση, καθώς δεν αντιλαμβάνεται την κοινωνική εξέλιξη ως πολιτική διαπάλη για τον ορισμό του «κοινωνικού καλού» στην συγκυρία και στο πλαίσιο επιμέρους ταξικών συγκρούσεων με διαφορετικά αποκρυσταλλωμένη συνείδηση, αλλά ούτε καν ως συνεχή πάλη μεταξύ τελικού σκοπού και καθημερινών στόχων, που αποτελεί τον ορισμό της ιδεολογικοποιημένης πολιτικής πρακτικής.

Το πρόβλημα που βλέπουμε έντονα στην περίπτωση της Ελλάδας είναι η αδυναμία σχηματισμού ενός ισχυρού κοινωνικού μπλοκ, που θα καθιστούσε την στρατηγική «σοκ και δέος» της τρόικας πολιτικά ανίσχυρη, με αποτέλεσμα ολόκληρη η κρίση να οριζόταν διαφορετικά: φιλολαϊκά και δομικά, αντί για αντιλαϊκά, λειτουργιστικά και καιροσκοπικά, συμβάλλοντας στην ουσία στην Ευρωπροτεκτορατοποίηση και στην εμπέδωση θεσμών ολοκληρωτικού καπιταλισμού (νεοφιλελευθερισμού με σταλινική μεθοδολογία, όπως προκλητικά τόλμησα να χαρακτηρίσω την συγκεκριμένη μεθόδευση). Αν ήθελε κανείς να απομονώσει για μια στιγμή την οπτική του στην Ελλάδα, θα έβλεπε το γενικό φαινόμενο των «γκρίζων πολιτικών», το οποίο συμπίπτει με την περίφημη στρατηγική νεο-ηγεμονισμού, «σύγκληση της κεντροαριστεράς και κεντροδεξιάς στο πολιτικό κέντρο», που διέρχεται ζωτική κρίση, να επιχειρείται να διασκεδαστεί μέσω της αντικειμενοποίησης και πολιτικής ουδετεροποίησης της οικονομικής κρίσης και γκεμπελικών τακτικών. Η ίδια η Συγκυβέρνηση κεντροδεξιάς και κεντροαριστεράς, δεν είναι τίποτε άλλο παρά το «ελληνικό, πολιτικό γκρίζο» που επιχειρεί να προκαλέσει κρίση απορρύθμισης στην κοινωνία και την αγορά για να ξαναβρεί την χαμένη σταθερότητά του, εκμεταλλευόμενο μια κοινωνικά οδυνηρή κατάσταση, την οποία το ίδιο προκάλεσε για να περισωθεί μετά το οικονομικό αδιέξοδο της χώρας εντός της ευρωζώνης. Με το τελευταίο μάλιστα να αποτελεί σαφές παραγωγικό αδιέξοδο. Οι γκρίζες πολιτικές δηλαδή στην Ελλάδα, με την μορφή του δικομματισμού, συνδέθηκαν με την επιχείρηση διασκέδασης ενός παραγωγικού αδιεξόδου που προέκυψε με την τραγική επιλογή καιροσκόπων πολιτικών και κερδοσκόπων επιχειρηματιών να ενταχθεί η χώρα στην Ευρωζώνη δίχως να υπάρχει, έστω και στοιχειωδώς, δυναμική, οικονομική/τεχνολογική, διαρθρωτική βάση που θα μπορούσε να ανταποκριθεί στο ζήτημα του ανταγωνισμού. Λέγοντας «γκρίζες πολιτικές» εννοώ απλά όλες εκείνες που βασίζονται και αναπαράγουν το ιδεολόγημα «όλα είναι οικονομία» και μάλιστα στην μορφή learning by numbers που αποτελεί το κυρίαρχο μοντέλο δημοσιονομικής και κοινωνικής πολιτικής σήμερα στην ΕΕ. Αυτό αναπόδραστα καταλήγει στον έμμεσο αποκλεισμό των πολιτών στην διαμόρφωση των αποφάσεων. Ο πολίτης μετατρέπεται σε οικονομικό μέγεθος που οφείλει να συμμορφωθεί, να εναρμονιστεί στο γενικότερο οικονομικό πλάνο που καταρτίζεται ερήμην του από μια ελίτ, η οποία βρίσκεται έξω από την καθημερινότητά του. Το υποκείμενο που λαμβάνει τις αποφάσεις, ενώ τυπικά συνεχίζει να είναι η κυβέρνηση, η τράπεζα και η επιχείρηση, στην πραγματικότητα είναι κάτι υπεράνω όλων αυτών: ο θεός της ελευθέριας αγοράς, η πραγματικότητα της ζήτησης και της προσφοράς, που όμως και αυτή ρυθμίζεται - παρότι «αυτορυθμιζόμενη» όπως ισχυρίζεται - από μια αόρατη χρηματοπιστωτική ηγεσία που συνεργάζεται με τους δεσπόζοντες μεγάλους κρατικούς οργανισμούς (κράτη όπως οι ΗΠΑ, Γερμανία, Κίνα, Ρωσία κλπ), υπερεθνικούς οργανισμούς (πχ παγκόσμια τράπεζα και ΔΝΤ) ή με τις λεγόμενες πολυεθνικού χαρακτήρα, πολύ μεγάλες επιχειρήσεις.

Προσέξτε την επιμονή μου στις «γκρίζες πολιτικές» της λεγόμενης κεντροδεξιάς και κεντροαριστεράς στην Ελλάδα (χοντρικά ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΔΗΜΑΡ) και συγχωρέστε την μεγάλη παρένθεση που άνοιξα για το θέμα. Το κάνω για να καταλάβουμε πως οι «γκρίζες πολιτικές», αποϊδεολογικοποιημένες πολιτικές, που θεμελιώνουν καθεστώτα διαρκούς λιτότητας και προσβολής αστικών, εργασιακών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων που κατακτήθηκαν με μπόλικο αίμα, υπηρετούν την κατάλυση της αστικής δημοκρατίας, υπέρ ενός ολοκληρωτικού καθεστώτος κεφαλαιοκρατικής κυριαρχίας, το οποίο δεν προσβάλει απλώς το σοσιαλιστικό ιδεώδες, αλλά παράλληλα και την ιδιωτική επιχείρηση και τον ανταγωνισμό στην αγορά, πέραν της κατάλυσης του Κράτους Δικαίου. Υποστηρίζω πως σήμερα στην Ελλάδα βιώνουμε την αποθέωση των «γκρίζων πολιτικών» που δεν είναι σημερινές, αλλά πλέον, διαμορφώνοντας ένα καθεστώς έκτατης ανάγκης, βάλλουν ευθέως στην καρδία του φιλελευθερισμού, ενώ καθιστούν το σοσιαλιστικό αίτημα περί ισότητας κοινή φάρσα, η οποία διασκεδάζεται με νεοναζιστικές συμπεριφορές.

Προσέξτε, καθώς στην Ελλάδα σήμερα κυριαρχεί μια μορφή πολιτικής αφήγησης ολοκληρωτικού τύπου, που θεωρεί την έστω και στρεβλά εμπεδωμένη αστική δημοκρατία στην χώρα, οικονομικό και κοινωνικό πρόβλημα που πρέπει να αντιμετωπιστεί ριζικά. Προσέξτε διπλά διότι φορτώνουν στην αστική δημοκρατία ευθύνες που έχουν οι ίδιοι, μια και ήταν αυτοί που την κακοποίησαν και την κατέστησαν μηχανισμό διαφθοράς, διαπλοκής, αναξιοκρατίας και παραοικονομίας. Ξέρουν και οι Συγκυβερνήτες πως ο αμερικανός πρόεδρος Φράνκλιν. Ντ. Ρούσβελτ, είχε δίκιο όταν το 1938 έλεγε: «Η ελευθερία μιας δημοκρατίας δεν είναι παγιωμένη, εάν το οικονομικό της σύστημα δεν παρέχει απασχόληση, δεν παράγει και δεν διανέμει αγαθά κατά τέτοιον τρόπο ώστε να στηρίζει ένα ανεκτό επίπεδο ζωής. Σήμερα, ανάμεσά μας μεγαλώνει μια συγκέντρωση ιδιωτικής εξουσίας που δεν έχει το όμοιό της στην ιστορία. Αυτή η συγκέντρωση θέτει σε σοβαρό κίνδυνο την αποτελεσματικότητα της ιδιωτικής επιχείρησης ως μέσου παροχής απασχόλησης για τους εργαζομένους και χρησιμοποίησης του κεφαλαίου, καθώς και ως μέσου εξασφάλισης μιας δικαιότερης διανομής του εισοδήματος και των κερδών στο λαό όλου του έθνους». Μόνον που αυτό οι Συγκυβερνώντες το αντιλαμβάνονται αντίστροφα, για να επιβιώσει μέσα από την κρίση το σύστημα που την προκάλεσε. Θεωρούν πως λύση στην οικονομική κρίση δεν μπορεί να υπάρξει δίχως καταστροφή της έστω και στρεβλής δημοκρατικά φιλελεύθερης οργάνωσης στον τόπο μας. Ο φλύαρος κ. Γ. Παπανδρέου είχε προαναγγείλλει την υποχώρηση της δημοκρατίας ενώπιον του στόχου να σωθεί η χώρα. Προφανώς ο μουλωχτός κ. Σαμαράς υπερθεματίζει, εννοώντας το «πάση θυσία στο ευρώ», ως πάση θυσία ευνουχισμό της φιλελεύθερης δημοκρατίας στην Ελλάδα και έτσι πορεύεται αναλόγως, έχοντας μάλιστα την συμπαράσταση της διαπλεκόμενης διανόησης και όλων αυτών που μίσησαν την δημοκρατία, είτε επειδή αδικήθηκαν από το καθεστώς κεφαλαιοκρατικής πατρωνίας και κομματισμού, είτε επειδή δεν μπορούν να φανταστούν το εαυτό τους έξω από αυτό, είτε επειδή έχουν αναπτύξει μια κουλτούρα που ικανοποιείται αποκλειστικά από κάποιον σούπερ αυταρχικό ηγέτη με πυγμή για να επιβάλει τάξη! Και μια και δεν τους ταιριάζει ιδεολογικά ο Στάλιν, αναζητούν μονίμως έναν Χίτλερ, για να ικανοποιήσουν βαθιά συμπλέγματα και ακόμη βαθύτερη έλλειψη αυτοσεβασμού, αυτοπεποίθησης, μόρφωσης και δημοκρατικής παιδείας.

Δυστυχώς ένα σημαντικό τμήμα της αριστεράς, που δικαίως ασκεί μαρξιστική κριτική στην αστική δημοκρατία, ενώ παράλληλα κατακρίνει τις παθογένειες της ελληνικής, προκαλώντας εξ αυτού συχνά σύγχυση στο ακροατήριό της, επιστρέφει στην «βρεφική στάση», ξαναμπλέκοντας στην διαμάχη Μπερνστάιν και Καούτσκι των αρχών του 20ου αιώνα: γίνεται ή δεν γίνεται σοσιαλισμός δίχως επανάσταση; Και αν δεν γίνεται, τί να τις κάνεις τις αριστερού (φιλελεύθερου και δημοκρατικού) τύπου μεταρρυθμίσεις; Άδικος κόπος και κοροϊδία για τους εργαζόμενους, δεν είναι οι αριστερές κυβερνήσεις μέσα στον καπιταλισμό; Μήπως πρόκειται να σταματήσει η εκμετάλλευση; Ένας είναι ο δρόμος προς τον σοσιαλισμό και αυτός περνά αποκλειστικά από την λαϊκή επανάσταση, η οποία με την σειρά της, για να μην αστοχήσει, προϋποθέτει καθοδήγηση από μια κομματική πρωτοπορία, σκέφτονται αρκετοί αριστεροί. Η ιστορία ωστόσο έδειξε πως: (1) το πράγμα δεν είναι τόσο απλό, (2) το λενινιστικό πρότυπο της επανάστασης, έστω και ως επαναστατική άσκηση, έχει προϋποθέσεις που δεν μπορείς να αγνοείς, (3) αν δεν υφίστανται αντικειμενικές συνθήκες (εσωτερικές και εξωτερικές) για σοσιαλιστική επανάσταση και εσύ μέσα στην κρίση ηγεμονίας ενός τοπικού κεφαλαιοκρατικού καθεστώτος, που συνδυάζεται ασφαλώς με σοβαρή οικονομική και θεσμική κρίση, προτρέπεις για ριζοσπαστικοποίηση του αγώνα με επαναστατικούς και όχι μεταρρυθμιστικούς υπέρ της εργασίας, του περιβάλλοντος, των αναπτυγμένων θεσμών του Κράτους Δικαίου κλπ, όρους, προδήλως οδηγείς το κίνημα σε μια σύγκρουση με το καθεστώς όχι απλώς χαμένη, αλλά καταστροφική. Το αποτέλεσμα που έχει καταγράψει η ιστορία σε ανάλογες περιπτώσεις είναι τραγικό: αντανακλαστική πολιτική νομιμοποίηση αυταρχικών δεξιών καθεστώτων και διάλυση του κινήματος με εξανδραποδισμό των εργαζομένων και εγκαθίδρυση αστυνομικών μορφών κεφαλαιοκρατικής εξουσίας. Αν στην συνέχεια υπάρχει κάποιος που ισχυριστεί: και τι έγινε, ο καπιταλισμός έτσι δείχνει το πραγματικό του πρόσωπο και δίνεται μια ευκαιρία στον λαό να καταλάβει με ποιους έχει πράγματι να κάνει και να επαναστατήσει εκ νέου, προφανώς δεν έχει καταλάβει τίποτα από την ιστορική μελέτη των τελευταίων 100 ετών και ούτε παρακολούθησε την εξέλιξη της επιστημονικής έρευνας στην κοινωνιολογία, στην ψυχολογία, στην πολιτική θεωρία και στην τεχνολογία της γνώσης την ίδια περίοδο.

Η πραγματικότητα είναι εκκωφαντική. Η αποτυχία του λενινισμού στην πράξη οδήγησε στον καπιταλιστικό κατήφορο της σοσιαλδημοκρατίας και η κατάρρευση των καθεστώτων του «υπαρκτού σοσιαλισμού» στην ταχύτατη διολίσθηση της σοσιαλδημοκρατίας στο νεοφιλελεύθερο πρότυπο. Οι σοσιαλδημοκράτες είχαν ανάγκη τους κομμουνιστές και τους αναρχικούς για να παλέψουν μέσα στον καπιταλισμό ισορροπώντας «επικίνδυνα» μεταξύ ελευθερίας και ισότητας. Πολλοί από αυτούς, ιδιαίτερα μετά το 1970 το αγνόησαν. Όπως αγνοούν κομμουνιστές και αντικαπιταλιστές διαφόρων μορφών, καθώς και αναρχικοί ποικίλων αποχρώσεων, πως η σοσιαλδημοκρατία είναι μια έξυπνη λύση - όταν η επανάσταση δεν έχει κοινωνικό έρμα - αρκεί να ενισχύει την οργανωτική δομή των εργαζομένων, προωθώντας τον λεγόμενο Εταιρισμό. Δηλαδή, ο «καθαρός» ιδεολογικός αγώνας να δώσει τη θέση του σε μια συμβατή με την τρέχουσα «κοινή λογική» περί συμφέροντος αφήγηση, προτρέποντας στρατηγικά στην μετατροπή της αυταρχικής ή απλώς αντιδραστικής διακυβέρνησης σε τριμερή, όπου κυβέρνηση, κεφάλαιο και εργασία θα αναγνωριστούν ως πολιτικά ισότιμοι διαπραγματευτές (συνυπεύθυνοι) στο πλαίσιο μάλιστα ενός αναθεωρημένου Συντάγματος, που θα υιοθετεί αμεσοδημοκρατικές πολιτικές συμμετοχής, αυστηρό απολογισμό και απόλυτη διάκριση των εξουσιών, με εμπλουτισμό από προστατευτικές διατάξεις για τα δικαιώματα, την αξιοκρατία και το περιβάλλον, όπως αναδείχθηκαν από το φεμινιστικό κίνημα και την βιοοικονομία.

Αυτά θα μπορούσαν να γίνουν σήμερα, προσδίδοντας μια εντελώς διαφορετική ποιότητα στον αγώνα του ελληνικού λαού για απαλλαγή από τα δεσμά της τρόικας και δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις με ταυτόχρονη ανάπτυξη ενός ελληνικού προγράμματος παραγωγικής ανασυγκρότησης. Ένα «Εταιρικό» φιλελεύθερο κράτος με περιβαλλοντική ευαισθησία θα μπορούσε να ανασυστήσει την διαταραγμένη νομιμότητα, να επαναφέρει την τάξη με έναν πολιτικά φυσιολογικό τρόπο, να επιβάλει την αξιοκρατία, να απαλλάξει την κοινωνία από τον βραχνά συντεχνιών και να ενισχύσει τον ανταγωνισμό στην αγορά, περιορίζοντας δραστικά τα μονοπώλια και χτυπώντας τα τραστ. Όλα αυτά θα ενδυνάμωναν τον λαό και θα ενίσχυαν την εθνική ταυτότητα της χώρας. Θα επανέφεραν την χαμένη εμπιστοσύνη του πολίτη προς το δημόσιο και θα εναρμόνιζαν καλύτερα τα ιδιωτικά συμφέροντα μεταξύ τους, όπως και αυτά με το κράτος. Παράλληλα θα θεμελιωνόταν μια προοδευτική διακυβέρνηση η οποία θα επέτρεπε τον γνήσιο ιδεολογικοπολιτικό αγωνισμό, καθιστώντας τον γκεμπελισμό και την πολιτική χυδαιότητα περιθώριο. Μια ανώτερη πολιτική ηθική θα ανέτειλε που τελικά θα υπηρετούσε την αξιοπρέπεια και την εντιμότητα στην χώρα. Έτσι θα μπορούσε η κρίση να αντιμετωπισθεί πολιτικά, στο πλαίσιο ενός Δημοκρατικού Μετώπου με κυβερνητικές φιλοδοξίες, πριν αυτή σαρώσει κάθε ίχνος δημοκρατικής και φιλελεύθερης οργάνωσης και καταστεί ο καπιταλιστικός ολοκληρωτισμός, στο πλαίσιο ενός Ευρωπροτεκτοράτου, αναπόφευκτος, με την κοινωνία να μετατρέπεται σε δουλοπαροικία πάσχουσα από το «σύνδρομο της Στοκχόλμης».

Το μπλοκ της Συγκυβέρνησης επιχειρεί να αποτρέψει την δημιουργία ενός ισχυρού, συγκυριακού έστω, μπλοκ αμφισβήτησης, ακολουθώντας μια τακτική που για να διασκεδάσει την δική του αστάθεια, προβάλει αδιάκοπα στοιχεία έντονης αστάθειας στους αριστερούς πολιτικούς του αντιπάλους, αμφισβητώντας την δυνατότητά τους να προσφέρουν μια εναλλακτική λύση στην κρίση υπέρ της κοινωνικής προόδου και των εργαζομένων. Στο πλαίσιο αυτό ενισχύονται από τις μεγάλες αδυναμίες, την κατά βάθος σταλινική ψυχοσύνθεση και την σεχταριστική κουλτούρα των αριστερών κομμάτων, τα οποία σε μεγάλο δυστυχώς βαθμό σαμποτάρουν την ανάγκη να δομηθεί ένας στέρεος κοινωνικοπολιτικός πυλώνας αμφισβήτησης του καθεστώτος ηγεμονίας στην Ελλάδα, η οποία (ηγεμονία) υποστηρίζεται πρωταρχικά από τις ηγεσίες της ΝΔ, του ΠΑΣΟΚ και της ΔΗΜΑΡ και θεμελιώνεται μέσω του μηχανισμού της διαπλοκής. Στην Ελλάδα αυτή τη στιγμή απουσιάζει όχι απλώς η αναγκαία εκείνη κοινωνική δύναμη, με όρους συνεκτικότητας, που θα αποτελούσε την βάση δόμησης μιας νέας μεταπολίτευσης με προοδευτικές συντεταγμένες ως απάντηση στην οικονομική κρίση, αλλά και η πολιτική διάθεση διακριτών ιδεολογικών χώρων της ευρύτερης αριστεράς και του προοδευτικού κέντρου να συμπράξουν, έτσι ώστε να διαμορφωθούν συνθήκες δημοκρατικής ρήξης με το καθεστώς.

Διαφωνούν, λέει, ως προς τον τελικό στόχο ενός πιθανού δημοκρατικού μετώπου! Μόνον που η τακτική αυτή εκθέτει πολιτικά - και όχι ασφαλώς ιδεολογικά - ανεπανόρθωτα την αριστερά σε μια στιγμή μάλιστα που η δεξιά αγωνίζεται να αναστηθεί δια της επανίδρυσης ενός αποκρουστικά οπισθοδρομικού αυταρχικού κράτους. Η θεωρητική και οργανωτική αδυναμία να μετουσιωθούν ιδεολογικές προσεγγίσεις σε σύγχρονη διακυβερνητική ή ηγεμονική δομή, αντί να οδηγήσει σε προσωρινή πολιτική σύγκληση για μια μορφή προοδευτικής (αριστερής) μεταρρύθμισης στην Ελλάδα που θα απαντά με δομικούς όρους (οικονομία, κοινωνικό μοντέλο, εκδημοκρατισμός) στην κρίση, καταλήγει είτε στην ριζοσπαστικοποίηση της αντιεξουσιαστικής ρητορείας και πρακτικής, είτε στον επαναστατισμό, δίχως ωστόσο ίχνος επαναστατικής οργάνωσης και μαρξιστικών προϋποθέσεων για λαϊκή επανάσταση, είτε στην νομικίστικη αντιπολίτευση, είτε τέλος στον μηδενισμό και την καταφυγή στην σχιζοφρένια της τρομοκρατίας.

Η προλεταριοποίηση της μεσαίας τάξης δεν οδηγεί στην ριζοσπαστικοποίηση του λαϊκού κινήματος, ούτε με όρους σοσιαλιστικής επανάστασης, ούτε με όρους προοδευτικής μεταρρύθμισης, αλλά σε μορφές ακροδεξιού λαϊκισμού ή αριστεριστικού εξτρεμισμού. Εδώ χρειάζεται μια αριστερή, ανοιχτόμυαλη, αντιδογματική προοδευτική κοινωνία να παρέμβει πολιτικά και δημιουργικά. Να καλέσει τις ηγεσίες των αριστερών κομμάτων να συμπράξουν σε ένα Δημοκρατικό Μέτωπο - όπως το περιέγραψα - και φιλελευθέρους δημοκράτες του παραδοσιακού κέντρου, όπως και εκείνους τους συντηρητικούς πολίτες που απεχθάνονται όμως τα αυταρχικά καθεστώτα κάθε μορφής, να συμβάλουν ενεργά στην αναγέννηση της χώρας, υποστηρίζοντας αυτό το ενωτικό εγχείρημα, κόντρα στην στρατηγική εκείνων που χρησιμοποιούν την χρεωκοπία της Ελλάδας για να επιβάλουν μέσω του κράτους του χωροφύλακα έναν ολοκληρωτικό καπιταλισμό που θα υποβαθμίζει καθημερινά εργασία και περιβάλλον, παράλληλα με τις κεφαλαιακές αξίες που δομήθηκαν την προηγούμενη περίοδο κυρίως από τα μεσαία στρώματα των υπηρεσιών.

Η πολιτική λύση στην οικονομική κρίση περνά μέσα από έναν ενωτικό αγώνα όλων των δημοκρατών που, αφήνοντας στην πάντα συμπλέγματα και δικαιολογημένες αιτιάσεις εναντίον του αστικού κράτους, αντιλαμβάνονται πως η σοσιαλδημοκρατία στην «Εταιρική» της μορφή και μόνον μπορεί να υπερασπιστεί τον άνθρωπο και το περιβάλλον μέσα στον καπιταλισμό. Ο καπιταλισμός από μόνος του είναι άγριο ζώο. Ο καπιταλισμός δεν εξημερώνεται, μπορεί όμως να προσαρμόζεται και να μην απειλεί με καταστροφή κοινωνίες, στο βαθμό που αυτές αντί για θηριοδαμαστές μεταβάλλονται σε οργανωμένες, ενσυνείδητες μορφές παραγωγής κανονιστικής οικονομικής πολιτικής, με τον δημόσιο έλεγχο της δημοσιονομικής, νομισματικής και συναλλαγματικής πολιτικής. Αυτός είναι ο μοναδικός τρόπος επιβίωσης μέσα από μια μεγάλη καπιταλιστική κρίση, αν δεν υπάρχει καμία βάσιμη προοπτική στην συγκυρία για σοσιαλιστικό μετασχηματισμό μετά από επανάσταση. Μόνον με την επανασύσταση μιας υγιούς δημόσιας σφαίρας στην Ελλάδα, ενός αυθεντικού δημόσιου χώρου, ο οποίος θα αποτελεί παράλληλα πολιτική αρένα και θεσμό επίλυσης διαφορών ιδιωτικών συμφερόντων, θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί δραστικά η οικονομική κρίση, που έχει λάβει χαρακτηριστικά κοινωνικής αποσύνθεσης.

Ας υποθέσουμε τώρα πως προχωρούμε πράγματι προς αυτήν την πολιτική λύση. Το ερώτημα που ίσως αναδύεται στους περισσότερους είναι, αν έτσι βγαίνουμε αυτομάτως από το ευρώ. Όχι αυτομάτως και αναγκαστικά, είναι η απάντηση. Η Ελλάδα θα μπορούσε να παραμείνει για ένα διάστημα στο ευρώ ως κατ’ εξαίρεση περίπτωση, κατ’ αναλογία του υφιστάμενου καθεστώτος, αλλά με ευνοϊκές ρυθμίσεις που θα της επιτρέπουν τον εκδημοκρατισμό με παράλληλη παραγωγική ανασυγκρότηση. Θα μπορούσε και όχι, αν Γερμανία και ΗΠΑ δεν τα έβρισκαν και ακολουθούσε η διάλυση της ευρωζώνης. Σε κάθε περίπτωση θα ήταν η αλλαγή της ελληνικής στρατηγικής που θα οδηγούσε σε αναθεώρηση την Γερμανική στρατηγική, προκαλώντας μια γενικότερη διαταραχή στο στρατηγικό equilibrium στην Ευρώπη και στις ευρω-ατλαντικές σχέσεις, με δεδομένο πως την Ελλάδα δεν την συμφέρει η σημερινή δομή και λειτουργία της ευρωζώνης και ότι η κρίση δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί με στοιχειώδη κοινωνικά και παραγωγικά κριτήρια εντός αυτής. Άρα, μεσο-μακροπρόθεσμα, αν η γερμανική στρατηγική δεν μεταβληθεί και δεν ακολουθηθεί μια νέα, εντελώς διαφορετικής φιλοσοφίας, χρηματοπιστωτική και δημοσιονομική πολιτική, σε συνδυασμό, στο πλαίσιο των προτάσεων της ευρωπαϊκής αριστεράς, η Ελλάδα δεν έχει καμία απολύτως άλλη επιλογή παρά να προχωρήσει σε υιοθέτηση εθνικού νομίσματος με παράλληλη έξοδο από την ΟΝΕ. Με διαφορετικό τρόπο δεν αντιμετωπίζεται δημοκρατικά η κρίση και αυτό θα πρέπει να το καταλάβουμε καλά. Σε αντίθετη περίπτωση, ενώ ουδόλως διασφαλίζεται στην εσωτερική τουλάχιστον αγορά το ευρώ, θα πρέπει να λογαριάζουμε με την προοπτική ενός προτεκτοράτου, όπου τα αστικά, εργατικά και ανθρώπινα δικαιώματα θα βρίσκονται σε διαρκή υποχώρηση και η κοινωνία στο έλεος του νέου καθεστώτος που θεμελιώνει σήμερα η τρόικα. Ένα τέτοιο καθεστώς μόνον από ένα αυταρχικό, αστυνομικό κράτος με μπόλικη θεολογία και ρατσισμό, αλλά δίχως κοινωνική και ανθρώπινη ευαισθησία μπορεί να υπηρετηθεί. Ας επιλέξουμε…


Ο Δημήτρης Γιαννακόπουλος είναι διδάκτωρ Πολιτικής Επιστήμης, ειδικός σε θέματα πολιτικής και διακυβέρνησης στην Ευρασία.
Axact

Ακτιβιστής

Μπορείτε να επικοινωνήσετε σχετικά με το παρόν άρθρο ή οτιδήποτε σχετίζεται με την ιστοσελίδα του "ακτιβιστή" ή ακόμη και για άρθρα ή απόψεις σας που επιθυμείτε να δημοσιεύσουμε στο email: chrivanovits@gmail.com

Προσθέσετε το σχόλιό σας:

0 comments:

Παρακαλώ αφήστε το μήνυμά σας. Προσπαθήστε να σχολιάζετε χωρίς προσβλητικούς και συκοφαντικούς χαρακτηρισμούς. Σχόλια που θα θεωρηθούν συκοφαντικά ή θα περιέχουν βωμολοχίες θα απορρίπτονται.