Οι τάξεις πραγμάτων αποτελούν μηχανισμό σχηματισμού γνώσης και κανόνα συμπεριφοράς. Η χρόνια ύφεση και η μέθοδος της συντεταγμένης πτώχευσης που επιλέχθηκε για την Ελλάδα, με το «σοκ και δέος» της γενικευμένης απορρύθμισης, προκαλούν κρίση σε αυτόν ακριβώς τον μηχανισμό. Έτσι, ολοένα και περισσότεροι έλληνες κατασκευάζουν τον κόσμο τους και δρουν (ή δεν δρουν) υπό καθεστώς διχασμένης συνειδήσεως, το οποίο δομείται επί μιας - και αναπαριστά μια – διχαστική τάξη των πραγμάτων. Αυτό που είναι κακό γίνεται για καλό και αυτό που είναι καλό δεν μπορεί να γίνει επειδή θα προκαλέσει κακό!
Στο σημείο αυτό βιώνουμε μια εσωτερική μετωπική σύγκρουση της πολιτικής με την κοινωνία (του πολιτικού με το κοινωνικό, για την ακρίβεια). Το αποτέλεσμα είναι δραματικό: ακραίος ατομικισμός, ολοκληρωτισμός, θεοσοφισμός, υπερευαισθησία υποσυνειδήτου και αναισθησία συνειδητού, ακραίος λαϊκισμός και τάση εξόντωσης του διαφορετικού  - και του διαφορετικού εντός του ίδιου μας του εαυτού, καθώς δεν υπάρχει χώρος για αυτό - γενίκευση της φοβίας και απαξίωση της πολιτικής. Η ίδια η αστική δημοκρατία μετατρέπεται από χώρος διαχείρισης της κοινωνικής διένεξης και παραγωγής ειρήνης, δια του Κράτους Δικαίου και Ευημερίας, σε απειλή. Κι από εκεί και έπειτα ο φασισμός και κάθε μορφή ρατσισμού παύει να είναι «εκεί έξω», αλλά λειτουργεί ως εσωτερικός κανόνας σε ολοένα και περισσότερους. Η διχαστική τάξη των πραγμάτων στην Ελλάδα της κρίσης δεν προκαλεί πολιτικό διχασμό, όπως πολλοί άσχετοι με την πολιτική ψυχολογία υποστηρίζουν, αλλά σοβαρό διχασμό προσωπικότητας με την μορφή που απέδιδε σε αυτόν ο Παύλος: «Οὐ γάρ ὅ θέλω ποιῶ ἀγαθόν, αλλ' ὅ οὐ θέλω κακόν, τοῦτο πράσσω» [Ρωμ.7,19],  - δηλαδή, δεν κάνω το αγαθό που θέλω, αλλά το κακό που δε θέλω, αυτό κάνω  - και ασφαλώς ένα ιδιόμορφο, πολιτισμικό σύστημα κοινωνικού (συμπλεγματικού) διχασμού, στη θέση της σύγκρουσης των τάξεων (εργαζόμενοι – εργοδότες, ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής).
Σε μια τέτοια περίπτωση είναι ο πολιτικός διχασμός που προσφέρει λύση στο πρόβλημα, αντί να θεωρείται αυτός το πρόβλημα. Η Ελλάδα, σεβαστέ μου αναγνώστη, έχει σήμερα ανάγκη τον πολιτικό διχασμό για να αντιμετωπίσει διαλεκτικά τον πολύπλευρο και πολυσύνθετο κοινωνικό διχασμό, τον οποίο προκάλεσε η στρατηγική επιλογή της πολιτικομεγαλοεπιχειρηματικής ελίτ της χώρας μας, ως παρακολούθημα εκείνης των «τραπεζικό σύστημα- Γερμανία-ΗΠΑ» και σε ό, τι αφορά σε μια κρίση του χρηματοπιστωτικού συστήματος που έλαβε την μορφή της δημοσιονομικής στην ευρωζώνη, για να καταλήξει σε κρίση του μηχανισμού συσσώρευσης και αναδιανομής στην ΕΕ, καθώς και σε κρίση της δημοκρατίας και της ίδιας της ιδέας του ευρωπαϊσμού στην ίδια γεωπολιτική περιοχή.
Η διχαστική πολιτική αντιπαράθεση ενόψει πολλαπλών εκλογικών αναμετρήσεων, λοιπόν, στην χώρα μας, αντί να θεωρείται κατάρα, θα έπρεπε να θεωρείται ευλογία. Πού μυαλό όμως, πού γνώση… μόνον φόβος από την διαπλοκή και το καθεστώς, μήπως έτσι χάσουν τον έλεγχο κατά την διαδικασία σχηματισμού και μετασχηματισμού τάξεων πραγμάτων στην Ελλάδα! Επ’ αυτού και μόνον αυτού γίνεται σήμερα προσπάθεια από τις συντηρητικές δυνάμεις και τις δήθεν κοινωνικά προοδευτικές, αλλά οικονομικά συντηρητικές. Αυτοί έφτασαν στο σημείο να θεωρούν απολύτως ανιστόρητα πως ο πολιτικός αγωνισμός αποτελεί παρωχημένη αντίληψη, ενώ σύγχρονη αντίληψη είναι ο τεχνοκρατισμός! Ωστόσο, είδος τεχνοκρατισμού υπήρξαν τόσο ο χιτλερισμός, όσο και ο σταλινισμός, με τον πρώτο να επενδύεται με την ιδέα του γερμανισμού (γερμανικού εθνικισμού), ενώ τον δεύτερο να νομιμοποιείται συγκεντρωτικά και μάλλον απολιτικά με την μαρξιστική-κομμουνιστική ιδεολογία. Όπως ως είδος τεχνοκρατισμού εμφανίζεται η Νέα Τάξη Πραγμάτων, πρεσβεύοντας την παγκόσμια διακυβέρνηση στη βάση του ολοκληρωτικού καπιταλισμού. 
Κάθε αυταρχική, ολοκληρωτική δομή διοίκησης που στην πραγματικότητα πολιτεύεται και δοξάζει έναν ανώτερο ηθικό σκοπό, ο οποίος αγιάζει τα μέσα επίτευξής του, στον τεχνοκρατισμό καταφεύγει, με την έννοια πως υπάρχει ένα αντικειμενικό περιβάλλον, από δυνατότητας, αδυναμίες, ευκαιρίες και απειλές για μια κοινωνία, που επιβάλλει συγκεκριμένες πολιτικές ισχύος, αδιαφορώντας για τα συγκυριακά δεινά που αυτές επιφέρουν στους ανθρώπους. Υπάρχουν, δηλαδή, κάποιοι που γνωρίζουν αυθεντικά τί είναι καλό και τί κακό για την κοινωνία, η οποία δεν είναι ποτέ σε θέση να γνωρίζει το συμφέρον της εξαιτίας της ψευδοσυνείδησης που χαρακτηρίζει τα μέλη της, ή εξαιτίας της πολυπλοκότητας των σύγχρονων οικονομικών και κοινωνικών δομών και των αντιστοίχων προβλημάτων, των οποίων η διαχείριση απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις!
 Έρχεται, λοιπόν, κάθε τεχνοκρατία να προσφέρει δήθεν αυθεντική λύση, δηλαδή έναν νέο κόσμο που δομείται από μια νέα τάξη πραγμάτων, ορίζοντας μια διαφορετική μορφή γνώσης και συμπεριφοράς, που, αποκρυσταλλωνόμενες στη συνείδηση του ατόμου, συμβάλουν στην συμμόρφωσή του στο αντιδημοκρατικό καθεστώς. Έτσι, ο πολίτης υποτάσσεται στη βούληση μιας αρχής άκριτα ή σχεδόν άκριτα και ανέχεται άθλιες και χυδαίες συμπεριφορές εις βάρος του, θεωρώντας πως υπηρετεί μια ανώτερη από την δική του βούληση, μια ανώτερη από την δική του γνώση, ή ένα οικουμενικό συμφέρον. Κάπως έτσι φτάσαμε κάθε λίγο και λιγάκι καραγκιόζηδες πολιτικοί, δημοσιογράφοι και διάφοροι άλλοι επιτήδειοι να δηλώνουν στην Ελλάδα: «αναγνωρίζουμε πως τα μέτρα αυτά είναι άδικα και σκληρά για την κοινωνία, αλλά δεν υπάρχουν άλλες προτάσεις. Πείτε μας πως θα βγουν αλλιώς τα νούμερα;»! Ποια νούμερα, βρε «νούμερα»; Τα νούμερα που οι ίδιοι αποφάσισαν ή αποδέχτηκαν ως αντικειμενικά μέσω μιας διαδικασίας learning-by-numbers (όπως έχω επανειλημμένως εξηγήσει)!
Το «learning-by-numbers» είναι η παιδαγωγική του απόλυτου αυταρχισμού, του απόλυτου απανθρωπισμού. Είναι η παιδαγωγική που παράγει και νομιμοποιεί πολιτικά εγκληματίες και αυτόχειρες, είναι, φίλε αναγνώστη, το τέλος των δημοκρατικών θεσμών. Είναι εκεί όπου η κοινωνική ηθική, ορίζεται από μια εξωτερική ως προς την κοινωνία αριθμητική. Ξέρεις γιατί σε απολύουν και γιατί σε απειλούν με απόλυση; Διότι αυτό επιτάσσει η αριθμητική τους: όταν περικόπτονται οι δαπάνες, δίχως να βελτιώνεται η τεχνολογία, πέφτει η παραγωγικότητά σου, άρα ο εργοδότης σου (δημόσιο ή ιδιώτης) πρέπει να σε απολύσει, «λέει» ο τεχνοκρατικός ορθολογισμός, διότι αλλιώς «δεν βγαίνουν τα νούμερα»! Ποιος είσαι εσύ που θα μπορούσες να προτείνεις μια εναλλακτική μορφή αναδιανομής και επενδύσεων που θα αντιμετώπιζε το πρόβλημα της παραγωγικότητας όχι ως λογιστικό ζήτημα, αλλά ως ζήτημα παραγωγικής (και τεχνολογικής ασφαλώς) αναδιάρθρωσης;
Είμαι ο άνθρωπος της εθνικής οικονομίας, τούς λες, βγαλμένος από την ιστορική εμπειρία της πολιτικής οικονομίας. Και σου απαντούν: «Η τάξη πραγμάτων είναι δεδομένη και ορίζεται από την οικονομική στρατηγική και πρακτική της γερμανικής ελίτ στην Ευρώπη και στην ΟΝΕ! Δεδομένα είναι και τα οικονομικά της αγοράς! Άρα δεν έχεις λύση! Λύση έχει ο τεχνοκρατισμός και οι “τρόικες”»! Μα, πολιτική γίνεται αν αλλάξεις τα δεδομένα και για να αλλάξεις τα δεδομένα, τους λες. Και απαντούν: «Ποιός νομίζεις πως είσαι εσύ που θα αλλάξεις τα δεδομένα; Γιατί να τα αλλάξεις και να μην προσαρμοστείς σε αυτά, ανίκανε»; Βέβαια υπάρχουν και οι άλλοι που σού λένε: «γίνεται αλλαγή δίχως λαϊκή επανάσταση και δικτατορία του προλεταριάτου»;  Όχι δεν γίνεται, στο βαθμό που δεχθούμε πως δεν είναι η δικτατορία του προλεταριάτου το τέλος της ιστορίας (Μαρξ), αλλά η αρχή της. Αν δεχθούμε δηλαδή πως ζούμε σε κενό χωρόχρονο, όπου η πάλη των τάξεων δεν έχει μεγάλη σημασία, όπως δεν έχουν οι κοινοβουλευτικές διαδικασίες και οι θεσμοί της αστικής δημοκρατίας και πολιτικής έκφρασης και αντιπροσώπευσης. Στο βαθμό, με άλλα λόγια, που δεχθούμε πως η πολιτική είναι απάτη και πως μοναδική αλήθεια είναι η λαϊκή επανάσταση, από την οποία παράγονται οι αυθεντικές τάξεις πραγμάτων. 
Αν, ωστόσο, η πολιτική είναι απάτη, τότε όλα ανεξαιρέτως τα πολιτικά κόμματα είναι μηχανισμοί εξαπάτησης του πολίτη …και πλέον οι λύσεις είναι τρείς: παγκόσμια καπιταλιστική διακυβέρνηση τεχνοκρατικού ασφαλώς τύπου, εθνικές ή υπερεθνικές δικτατορίες, ή σοσιαλισμός σε παγκόσμιο επίπεδο με εντελώς διαφορετικό ασφαλώς μοντέλο ηγεμονίας (αποκέντρωση αποφάσεων, αντιγραφειοκρατική ηγεσία και ήπιες αντι-εντροπικές πολιτικές) από αυτό που δόμησε τον καταρρεύσαντα «υπαρκτό σοσιαλισμό» της βιομηχανικής περιόδου. Από αυτές τις τρεις πιθανότητες η τελευταία και μόνον δεν είναι τεχνοκρατικού τύπου. Αυτή αποκρυσταλλώνει τα ιδανικά του αναρχισμού και του κομμουνισμού στο σημείο ακριβώς που τέμνονται: στην ολοκλήρωση του ατόμου, η οποία αντιφάσκει (απολύτως) με την ολοκληρωτική κοινωνία ή αγορά. Μόνον που σε αυτή την ιδανική μορφή κοινωνικής οργάνωσης θα αναστηθεί η έννοια της πολιτικής, όχι πλέον με την μορφή της ιδεολογίας και του συμφέροντος,αλλά με εκείνην του αγωνισμού για την συμφιλίωση με τους μηχανισμούς αναπαραγωγής της ζωής.
Μέχρι τότε καλύτερα θα ήταν να συμφιλιωθούμε με την ιδεολογικοποιημένη πολιτική, και με την ιδέα πως δεν υπάρχει τρόπος να εναρμονιστεί η ηθική με την πολιτική, ή να υπάρξει μια αταξική κοινωνία. Πάντα η ηθική και η δικαιοσύνη θα εγκαλούν την πολιτική σε έναν μη-σοσιαλιστικό κόσμο και πάντα η αλλαγή της τάξης των πραγμάτων θα διέπεται από το δημοκρατικό παράδοξο στην πλουραλιστική δημοκρατία (: εναρμονισμός ισότητας και ελευθερίας). Μην αποστρέφεστε, λοιπόν, τον πολιτικό διχασμό στην σημερινή Ελλάδα, είναι το πιο φυσιολογικό αποτέλεσμα της κρίσης και το μόνο που θα μπορούσε να οδηγήσει σε προοδευτικές, δημοκρατικές εξελίξεις, εκθέτοντας παράλληλα την χυδαιότητα και την παραπλανητικότατα του τεχνοκρατισμού.

Εμπιστευτείτε την πολιτική, αφού όμως την συνειδητοποιήσετε ως παράδοξο της φιλελεύθερης δημοκρατίας και παράδοξο του (δημοκρατικού) σοσιαλισμού! Μόνον αυτό θα μπορούσε να είναι ένα προοδευτικό πλαίσιο εντός του οποίου θα επιλύονταν υπέρ της ελληνικής κοινωνίας τα ζητήματα που προκαλεί η οικονομική κρίση, χωρίς ασφαλώς να περιμένει κανείς θαύματα! Η ριζοσπαστικοποίηση της δημοκρατίας στο πλαίσιο ενός αγωνιστικού πολιτικώς πλουραλισμού, που αποτελεί την δική μου πρόταση στην ελληνική συγκυρία, δεν θα επιλύσει τα προβλήματα του καπιταλισμού, ούτε την κρίση στην ΕΕ, διευκολύνει απλώς την διαδικασία πολιτικοποίησης της κρίσης υπέρ των γενικότερων συμφερόταν των δύο τρίτων της ελληνικής κοινωνίας και υπέρ του εκδημοκρατισμού και της παραγωγικής ανασυγκρότησης, με αποκλιμάκωση του δείκτη «Gini» στην χώρα μας, που μετρά τον βαθμό ανισοκατανομής των εισοδημάτων. Αυτά τα ολίγα, δυστυχώς, θα μπορούσε να προσφέρει στην ελληνική συγκυρία η ριζοσπαστικοποίηση της δημοκρατίας που προτείνω και που μακάρι να πραγματοποιήσει ο ΣΥΡΙΖΑ, αν γίνει κυβέρνηση και στο μεταξύ δεν προκύψουν.. τέρατα!  Σε κάθε περίπτωση, πιστεύω, πως η ριζοσπαστικοποίηση της δημοκρατίας είναι η καλύτερη μέθοδος (πολιτική δομή) για διαπραγμάτευση του ελληνικού οικονομικού ζητήματος στην ΕΕ και διεθνώς.

Ο Δημήτρης Γιαννακόπουλος είναι διδάκτωρ Πολιτικής Επιστήμης, ειδικός σε θέματα πολιτικής και διακυβέρνησης στην Ευρασία.
Axact

Ακτιβιστής

Μπορείτε να επικοινωνήσετε σχετικά με το παρόν άρθρο ή οτιδήποτε σχετίζεται με την ιστοσελίδα του "ακτιβιστή" ή ακόμη και για άρθρα ή απόψεις σας που επιθυμείτε να δημοσιεύσουμε στο email: chrivanovits@gmail.com

Προσθέσετε το σχόλιό σας:

0 comments:

Παρακαλώ αφήστε το μήνυμά σας. Προσπαθήστε να σχολιάζετε χωρίς προσβλητικούς και συκοφαντικούς χαρακτηρισμούς. Σχόλια που θα θεωρηθούν συκοφαντικά ή θα περιέχουν βωμολοχίες θα απορρίπτονται.