Όσο περισσότερο απομυθοποιείται κοινωνικά και οικονομικά το «success story Σαμαρά», σε συνέχεια αυτού των προηγούμενων κυβερνήσεων της συντεταγμένης πτώχευσης με εσωτερική υποτίμηση, τόσο περισσότερο αποκτά την διάσταση κεντρικού στοιχείου (master point) στην κυρίαρχη πολιτική αφήγηση η έννοια της «πολιτικής σταθερότητας».   
Τι σημαίνει αυτό; Πως μεταβάλλεται η γεωστρατηγική και γεωπολιτική διάσταση της ελληνικής κρίσης; Αυτό, αγαπητέ αναγνώστη, προσδίδει στο Κοινωνικό Ζήτημα της Ελλάδας χαρακτηριστικά εθνικής απειλής, την οποία επιχειρούν να διασκεδάσουν πολιτικό σύστημα, οικονομική ελίτ και ΜΜΕ της διαπλοκής, μέσω απολύτως παραπλανητικών δημοσιευμάτων και μικροπολιτικών τηλεπολιτικών.
Με δύο λόγια θα επιχειρήσω να θέσω το πραγματικό πρόβλημα. Η ελληνική κρίση από την αρχή τέθηκε σε γεωστρατηγικό και γεωπολιτικό πλαίσιο και σεκιουριτοποιήθηκε (securitizesecuritization). Η Ελλάδα ολόκληρη ως κράτος, οικονομία και κοινωνία ορίστηκε ως απειλή για το σύγχρονο ευρωπαϊκό σύστημα ασφαλείας και για την σταθερότητα του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος και σεκιουριτοποιήθηκε ως ενιαίο σύστημα, αντί να πολιτικοποιηθεί η συγκεκριμένη μορφή της κρίσης που έπληττε την καρδιά της ΕΕ, την ευρωζώνη. Σε αυτό συνέβαλλαν όχι μόνον οι εξωτερικοί παράγοντες που είχαν ζωτικό συμφέρον να απομονώσουν την ευρωπαϊκή κρίση, κυρίως στην Ελλάδα και δευτερευόντως σε άλλες χώρες της περιφέρειας, αλλά πρωτίστως έλληνες πολιτικοί και μεγαλοεπιχειρηματίες οι οποίοι, στενά διαπλεκόμενοι, κινούνται στο φάσμα της ελληνικής παραδοσιακής δεξιάς, κεντροδεξιάς και κεντροαριστεράς. Ο προσανατολισμός τους αυτός σεκιουριτοποίησης αντί πολιτικοποίησης της κρίσης, με στόχο να περισωθούν οι ίδιοι και το καθεστώς που τους αναπαράγει, είναι στην πραγματικότητα αυτό που υπονομεύει σήμερα την πολιτική σταθερότητα στην χώρα.
Αυτοί, δηλαδή, που σήμερα μοιάζει να αγωνιούν για την πολιτική σταθερότητα και να επενδύουν στην διαμόρφωση φοβικών αντανακλαστικών στον ελληνικό λαό με επίκληση του κινδύνου αποσταθεροποίησης (διαφόρων πραγματικών και φανταστικών απειλών) από μία αριστερή κυβέρνηση, είναι εκείνοι που διαμόρφωσαν τις αντικειμενικές συνθήκες γι’ αυτό. Πρόκειται γι’ αυτούς που άρθρωσαν με στρατηγικούς όρους την αφήγηση περί «διεφθαρμένου λαού», «όλοι μαζί τα φάγαμε», «δεν διαπραγματευόμαστε με τους δανειστές μας», «πολιτική διαπραγμάτευση κάνει κανείς αφού πρώτα ικανοποιήσει τα αιτήματα των δανειστών του», «πάση θυσία στο ευρώ», «προϋπόθεση για την ρύθμιση του χρέους είναι η απόλυτη απορρύθμιση των κοινωνικών σχέσεων και της αγοράς με την διαδικασία σοκ και δέος της τρόικας και με παιδαγωγική το learning by numbers υπό την επιτροπεία των παραγόντων της τρόικας»!  
Κοιτάξτε, για να συνεννοηθούμε: οι τρόποι αντιμετώπισης της ελληνικής κρίσης, όπως από την αρχή εξήγησα, ήταν δύο. Είτε πολιτικοποίηση των αιτίων που οδήγησαν - σε μεγάλο βαθμό τεχνηέντως - στην χρηματοπιστωτική κρίση στην Ελλάδα, είτε σεκιουριτοποίηση της ελληνικής εθνικής οικονομίας και αγοράς. Έτσι, αντί με πολιτικά μέσα να αντιμετωπιστεί η ελληνική κρίση, επιχειρήθηκε και εμφανίζεται ακόμη να αντιμετωπίζεται, με δημοσιονομικά, ξεπούλημα της λεγόμενης δημόσιας περιουσίας, εσωτερική υποτίμηση και εξισορρόπηση του εμπορικού ισοζυγίου με στοχευμένη μείωση της εσωτερικής ζήτησης. Δηλαδή με μέτρα ύφεσης σε ένα απολύτως αντιπαραγωγικό και αντιαναπτυξιακό πνεύμα. Με την μορφή αυτή σεκιουριτοποίησης συνολικά κράτους, εθνικής οικονομίας και αγοράς, ολόκληρη η ελληνική πολιτεία μετατράπηκε σε ένα «securitized issue». Δηλαδή σε ένα απομονωμένο ζήτημα που απαιτεί για την αντιμετώπισή του νομοθετικές και πολιτικές πρακτικές εκτάκτου ανάγκης, πέραν της συνταγματικής τάξης και των δημοκρατικών πολιτικών διαδικασιών που προσδιορίζουν την δομή και λειτουργία του ίδιου του (ελληνικού) κράτους.
Για να μεταβληθεί, ωστόσο, ένα πολιτικό ζήτημα, που στην περίπτωσή μας αφορά στην θεσμική συγκρότηση και λειτουργία της ΕΕ και της ευρωζώνης, σε «securitized issue», θα πρέπει να υπάρχει και ένας σεκιουριτοποιητικός παράγων – αυτό που στις στρατηγικές μελέτες αποκαλείται «securitizing actor». Ποιος, άραγε, ήταν αυτός; Το ελληνικό πολιτικό σύστημα στο σύνολό του, ή κάποιος άλλος; Ασφαλώς κάποιος άλλος! Αυτός στον οποίον το κυρίαρχο πολιτικό σύστημα με έναν θρασύδειλο, χυδαίο και εκβιαστικό προς τον ελληνικό λαό τρόπο, παρέδωσε το δικαίωμα/υποχρέωση της ελληνικής πολιτείας ως προς την χάραξη στρατηγικής και προγράμματος, διατηρώντας το «προνόμιο» της τακτικής με την έννοια του κοινοβουλευτικού και οικονομικού τακτικισμού.
Ο «securitizing actor» είναι ασφαλώς η τρόικα και όχι οι φαιδροί που εμφανίζονται να κυβερνούν στην Ελλάδα και το οικονομικό καθεστώς που τους στηρίζει. Άρα, πραγματική πολιτική αποσταθεροποίηση στην Ελλάδα μπορεί να υπάρξει μόνον στον βαθμό που υπάρξει κρίση στον «securitizing actor», στο εσωτερικό της τρόικας και σε καμία άλλη περίπτωση. Θα μου πεις, ενδεχόμενη ανάληψη κυβερνητικής ευθύνης από μία κυβέρνηση της αριστεράς, δεν θα προκαλούσε εσωτερική κρίση στην τρόικα; Μπορεί ναι, μπορεί και όχι, αλλά αυτό δεν εξαρτάται από την νέα ελληνική κυβέρνηση που είναι πιθανόν να διαμορφωθεί μετά την εκλογική επικράτηση της αριστεράς.
Μία κυβέρνηση της αριστεράς δεν έχει άλλη επιλογή παρά να επιχειρήσει να επαναπολιτικοποιήσει με δημοκρατικούς όρους την ελληνική κρίση, τοποθετώντας την στο αυθεντικό γεωστρατηγικό και γεωπολιτικό της πλαίσιο: την ΕΕ. Εάν η τρόικα δεν επιθυμεί αποσταθεροποίηση στην ευρωπαϊκή περιοχή και μεταφορά γεωστρατηγικών διλημμάτων από την Ευρασία στην Ευρώπη, θα αποδεχθεί (θα αποδεχόταν και μάλιστα με ανακούφιση) αυτήν την εξέλιξη. Αν, ωστόσο, επιμείνει στην μορφή σεκιουριτοποίησης της Ελλάδας που επέλεξε, είναι βέβαιο, μετά την εμφανή αποτυχία του προγράμματος της τρόικας να ικανοποιήσει τους ποσοτικούς και ποιοτικούς στόχους που το ίδιο έθεσε ως προϋποθέσεις εξέλιξης της συντεταγμένης πτώχευσης με σταθερότητα του πολιτικού συστήματος, ότι θα υπονομευτεί η πολιτική σταθερότητα της Ελλάδας και θα επιστρέψουν ως μπούμερανγκ οι απειλές τις οποίες ήρθε να αντιμετωπίσει η συγκρότηση της ίδιας της τρόικας!
Άρα, την πολιτική σταθερότητα της Ελλάδας δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να υπονομεύσει η αριστερά, όπως επιχειρούν να εμφανίσουν οι καιροσκόποι ντερμπεντέρηδες που συνθέτουν το σημερινό ελληνικό καθεστώς. Την πολιτική σταθερότητα υπονόμευσε ήδη η επιλογή τους να προκρίνουν, για να περισωθούν όπως-όπως οι ίδιοι, την σεκιουριτοποίηση της ελληνικής πτώχευσης, αντί για την πολιτικοποίησή της. Επρόκειτο για μία στρατηγική επιλογή της ελληνικής αστικής τάξης, που μεσοπρόθεσμα ήταν πρόδηλο – όπως εξήγησα εγκαίρως – πως θα υπονόμευε την πολιτική σταθερότητα στην χώρα. Οι διαστάσεις αυτής της πολιτικής αποσταθεροποίησης δεν είναι γνωστές, αλλά σε καμία περίπτωση δεν εξαρτώνται από τον εσωτερικό πολιτικό ανταγωνισμό πλέον. Η εμφάνιση και το μέγεθος πολιτικής αποσταθεροποίησης της Ελλάδας συναρτάται πλέον απολύτως με την συνοχή και την πολιτικοποίηση του ελληνικού ζητήματος στο εσωτερικό της τρόικας.
Και από τι, άραγε, εξαρτάται το τελευταίο; Από την σχέση του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος με την γερμανική βιομηχανική ελίτ. Εάν η προστριβή μεταξύ αυτών των δύο παραγόντων δεν οδηγήσει σε κρίση στην μεταξύ τους σχέση και συνεχίσει να ικανοποιείται από τους τραπεζίτες η γερμανική βιομηχανία, δεν πρόκειται σε καμία περίπτωση να οδηγηθούμε σε ουσιώδη πολιτική αποσταθεροποίηση της Ελλάδας με την άνοδο στην κυβέρνηση της αριστεράς και την εφαρμογή ενός σοσιαλ-δημοκρατικού προγράμματος μεταρρυθμίσεων και με παράλληλη σημαντική ελάφρυνση των δανειακών υποχρεώσεων της χώρας μας.
Τι απαιτούν, ωστόσο, οι γερμανοί βιομήχανοι από τους τραπεζίτες; Αυτό για το οποίο δεσμεύεται προς αυτούς ο μεγάλος συνασπισμός κεντροδεξιών και κεντροαριστερών στην Γερμανία: μία στρατηγικά προσανατολισμένη εξωτερική πολιτική στον τομέα της οικονομίας και της ασφάλειας, με σκοπό να εξασφαλίζονται οι πρώτες ύλες σε καλές τιμές για τη γερμανική βιομηχανία και φτηνό χρήμα για την παραγωγή. Αυτό απαιτούν και οι έλληνες βιομήχανοι – όσοι έχουν απομείνει δηλαδή και  δεν έχουν ξεπουλήσει ή μεταφερθεί στον χρηματοπιστωτικό χώρο – αλλά δεν θα μπορούσε ποτέ να τους ικανοποιήσει η παρούσα κυβέρνηση, μια και αυτή συμπαρασύροντας ολόκληρο σχεδόν το φάσμα της δεξιάς, της κεντροδεξιάς και της κεντροαριστεράς, έχει εγκλωβιστεί στην εξυπηρέτηση των ελλήνων τραπεζιτών, που παραδοσιακά ορίζουν τα συμφέροντά τους στον τριτογενή τομέα και στις κατασκευές και όχι στον δευτερογενή ή/και έναν σύγχρονο πρωτογενή. Είναι, βλέπετε, ο αεριτζίδικος χαρακτήρας του τραπεζίτη που κυριαρχεί στην σεκιουριτοποίηση της ελληνικής κρίσης και καμία ελπίδα δεν υπάρχει αν οι τράπεζες δεν υπαχθούν σε δημόσιο έλεγχο στο πλαίσιο ενός εθνικού σχεδίου ανασυγκρότησης της Ελλάδας.
Αυτό το τελευταίο δείχνει να καταλαβαίνει η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ. Πώς, όμως, να το αρθρώσει, αφού φοβάται πως θα στραφεί εναντίον της το σύμπαν της παραδοσιακής αριστερής κουλτούρας και κοσμοαντίληψης που δομούνται στην βάση ενός αντιδραστικού μαρξισμού, ο οποίος έμαθε τον εργαζόμενο να εχθρεύεται τον βιομήχανο μάλλον παρά τον τραπεζίτη, όταν δεν τους ταυτίζει; Πρόκειται ουσιαστικά για μια πολιτική διαστροφή της αριστεράς από την οποία δεν αρκεί να απαλλαγεί ο ΣΥΡΙΖΑ σε επίπεδο ηγεσίας, αλλά επείγει να απαλλαγεί ως συνολική πολιτική αφήγηση. Δεν ζούμε στην εποχή της βιομηχανικής επανάστασης, αλλά στην εποχή της μεταβιομηχανικής παγκοσμιοποίησης και της μετανεωτερικής Ευρώπης! Κατά έναν παράδοξο τρόπο, τον οποίο ο ίδιος ο Μαρξ καλά εννόησε, αλλά δυστυχώς όχι οι περισσότεροι εκ των μαρξιστών, αυτήν την περίοδο και συγκυριακά τα συμφέροντα εργαζομένων και αυθεντικών βιομηχάνων ταυτίζονται στο πλαίσιο ενός κοινού αγώνα εναντίον του τραπεζίτη που εκμεταλλεύεται την σεκιουριτοποίηση του ελληνικού κράτους και της οικονομίας.
Είναι σαχλαμάρας ο αριστερός που ειδικά αυτήν την περίοδο βλέπει ως βασικό του εχθρό τον βιομήχανο, μια και αυτός εμφανίζεται να κατέχει τα μέσα παραγωγής, τα οποία όμως στην πραγματικότητα δεν αποτελούν ιδιοκτησία του με την κλασική αστική έννοια και είναι κεφάλαιο του τραπεζίτη. Ο βιομήχανος δεν έχει συμφέρον να προσανατολίσει την στρατηγική ανάπτυξής του στον εξανδραποδισμό των εργαζομένων που απασχολεί. Ποτέ δεν είχε κατά την ύστερη περίοδο της βιομηχανικής εποχής, πόσο μάλλον σήμερα! Αυτός βιώνει ένα πολιτικό παιχνίδι που στην πραγματικότητα τον συνθλίβει μεταξύ τραπεζίτη και εργαζομένου. Το πολιτικό αυτό παιχνίδι διεξάγεται, ασφαλώς, στο πλαίσιο της σεκιουριτοποίησης της ελληνικής οικονομίας και αγοράς. Είναι, δυστυχώς, ένα παιχνίδι στο οποίο η παραδοσιακή αριστερά έρχεται εμμέσως, εξαιτίας του δογματισμού της και του ηγεμονικού μικροσυμφέροντός της, να ενισχύσει.

Ο ΣΥΡΙΖΑ θα πρέπει με εντιμότητα να ξεκαθαρίσει αμέσως αυτά τα πράγματα και τις σχέσεις ηγεμονίας στην Ελλάδα. Η πολιτική σταθερότητα στην Ελλάδα μπορεί να υπηρετηθεί μόνον στο πλαίσιο μίας συγκυριακής πολιτικής συμμαχίας βιομηχάνων και εργαζομένων. Και οι δύο αυτοί παράγοντες της εθνικής μας οικονομίας δεν έχουν συμφέρον από την σεκιουριτοποίηση. Μία τέτοια σχέση πολιτικής συμμαχίας μεταξύ βιομηχάνων και εργαζομένων θεωρούσε απαραίτητη εκεί όπου μία οικονομική κρίση ελάμβανε εθνικές διαστάσεις, απειλώντας με γενικευμένη κοινωνική καταστροφή, ακόμη και ο Μαρξ! Βλέπετε, αυτός δεν έπαψε να στοχάζεται με όρους πολιτικοποίησης ακόμη κι όταν άρθρωνε την αντι-πολιτική και αντι-ιδεολογική διαλεκτική του, σε αντίθεση με αρκετούς σημερινούς αριστερούς που σκέφτονται και πολιτεύονται με τις αρχές της σεκιουριτοποίησης, όπως ακριβώς πράττουν οι καπιταλιστές αντίπαλοί τους. Πολιτικοποίηση της ελληνικής κρίσης σημαίνει, λοιπόν, συγκυριακή πολιτική συμμαχία του χώρου της βιομηχανίας με τον χώρο της εργασίας, συνθήκη που αποτελεί όρο για πολιτική σταθερότητα στην Ελλάδα.  

Ο Δημήτρης Γιαννακόπουλος είναι διδάκτωρ Πολιτικής Επιστήμης, ειδικός σε θέματα πολιτικής και διακυβέρνησης στην Ευρασία.
Axact

Ακτιβιστής

Μπορείτε να επικοινωνήσετε σχετικά με το παρόν άρθρο ή οτιδήποτε σχετίζεται με την ιστοσελίδα του "ακτιβιστή" ή ακόμη και για άρθρα ή απόψεις σας που επιθυμείτε να δημοσιεύσουμε στο email: chrivanovits@gmail.com

Προσθέσετε το σχόλιό σας:

0 comments:

Παρακαλώ αφήστε το μήνυμά σας. Προσπαθήστε να σχολιάζετε χωρίς προσβλητικούς και συκοφαντικούς χαρακτηρισμούς. Σχόλια που θα θεωρηθούν συκοφαντικά ή θα περιέχουν βωμολοχίες θα απορρίπτονται.