Δεν υπήρξα ποτέ ευρωσκεπτικιστής, είμαι ενθουσιωδώς ευρωπαϊστής, αλλά όπως επεσήμαινε ο διορατικός Tony Judt, ήδη από το 1996, στη μελέτη του για την ενωμένη Ευρώπη «A Grand Illusion?», άλλο πράγμα είναι να επιθυμείς κάτι και άλλο να το θεωρείς πιθανό. Άλλο πράγμα να επιμένω με όρους προοδευτικής εξέλιξης και ειρήνης στην πολιτική ένωση της Ευρώπης και άλλο πράγμα να εμφανίζομαι αφελώς να πιστεύω πως η υπόθεση αυτή πραγματοποιείται βήμα-βήμα, έστω με αντιφάσεις και παράδοξα.    
Όχι, η «Ευρώπη» δεν μπορεί να ξεπεράσει δημιουργικά και άρα πολιτικά το παρελθόν της, επειδή όχι μόνον επιχείρησε να το ξεχάσει, αντί να μάθει από αυτό, αλλά επειδή όρισε την οικονομία της αγοράς και μια απολύτως ανορθολογική και καιροσκοπική νομισματική ένωση σαν τους κύριους ενοποιητικούς μοχλούς (συνθήκες) των ευρωπαϊκών κρατών, κοινωνιών, κυβερνήσεων, επιχειρήσεων και πολιτικοοικονομικών ελίτ.
Όχι, δεν υπάρχει πλέον το ερωτηματικό στη διεισδυτική ματιά του Judt («A Grand Illusion?»)! Νομίζω πως μπορούμε πλέον να μιλάμε για τη «Μεγάλη Ψευδαίσθηση» στην Ευρώπη, αναφερόμενοι στην ΕΕ, ή με λιγότερο ρομαντικούς όρους για τη «Μεγάλη Απάτη» που αποκρυσταλλώνεται στην ιδέα της ΕΕ.
Όσοι τουλάχιστον από τους ευρωπαϊστές δεν εμπλεκόμαστε στο εμπόριο αυτής της ιδέας ή δεν βιοποριζόμαστε από την εφαρμογή αυτού του πολιτικού concept στην πράξη, θα ήταν παράδοξο σήμερα να καλλιεργούμε αυταπάτες – που στο κάτω-κάτω ποτέ δεν καλλιεργήσαμε. Δεν ήταν αυταπάτη η ιστορική αναγκαιότητα της πολιτικής ένωσης της Ευρώπης, με σεβασμό ασφαλώς στους ιδιαίτερους λαούς που τη συνθέτουν. Αν δεν συνέβαινε αυτό, θα βιώναμε εκ νέου άκρως καταστρεπτικές για τον άνθρωπο, το οικοσύστημα και την οικονομία καταστάσεις - με τη μορφή της ιστορικής φάρσας - μετά την κατάρρευση του επίσης παράδοξου από πολλές πλευρές διπολισμού.
Δεν ήταν λάθος ή ανεδαφικό το όραμα και ο αγώνας για την πολιτική ένωση της Ευρώπης, στο πλαίσιο ασφαλώς μιας συνεκτικής κοινωνικής θεωρίας και όχι μιας θεωρίας της αγοράς. Στο πλαίσιο ενός κοινωνικού κοσμοπολιτισμού που θα συστηματοποιούσε μια αποκεντρωμένη, δημοκρατική καταστατική πραγματικότητα στην Ευρώπη, χωρίς πολιτική υποκρισία, εθνικισμούς και εκμεταλλευτικά-νομιμοποιητικά τεχνάσματα. Αυτή η Ευρώπη δεν μπορούσε να είναι κάτι άλλο παρά ένα πολιτικό υβρίδιο που θα δομείτο στη βάση ενός κοινού κοινωνικού μοντέλου δημοκρατικού σοσιαλισμού και θεσμών ριζοσπαστικοποίησης της δημοκρατίας, προωθώντας τον αγωνιστικό πλουραλισμό παντού.
Αυτή την Ευρώπη δεν μπόρεσαν να φανταστούν οι ευρωσκεπτικιστές, ενώ παγίδευσαν ή πολέμησαν ανοιχτά στην πράξη οι ανιστόρητοι - και στην πραγματικότητα δραματικά επιπόλαιοι  - τυχοδιώκτες του ευρωπαϊσμού. Οι ευρωσκεπτικιστές απλώς δεν επιθυμούσαν την ένωση, επειδή δεν μπορούσαν να πιστέψουν είτε στην αποτυχία της λενινιστικής επανάστασης, είτε στο αντικειμενικό «ξεπέρασμα» του Βεστφαλιανού Κράτους στην μεταδιπολική Ευρώπη. Αυτοί, ωστόσο, δεν ήταν το πρόβλημα. Αυτοί, στις περισσότερες των περιπτώσεων, ήταν η «παράπλευρη συνέπεια» της πολιτικής των ανιστόρητων κεντροδεξιών και κεντροαριστερών δυνάμεων που ανέδειξαν την αγορά σε θαυματουργικό μηχανισμό της ενοποίησης. Αυτοί οι «ευρωπαϊστές» υπονόμευσαν από την αρχή τον ευρωπαϊσμό, ενώ βήμα-βήμα φρόντισαν να εκχυδαΐσουν το ιστορικό του περιεχόμενο. Αντιμετώπισαν τον σύγχρονο ευρωπαϊσμό όχι ως μια προοδευτική εξέλιξη της Ευρώπης (και του κόσμου), αλλά ως υπέρβαση της ίδιας ιστορίας: ως το τέλος της ιστορίας στην Ευρώπη.
Το project της ευρωζώνης ήταν και είναι το χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της ιδέας  του «τέλους της ιστορίας στην Ευρώπη» - όχι από την σοσιαλιστική επανάσταση αυτή τη φορά, ούτε από το φασιστικό κράτος, αλλά από τον τραπεζίτη, τον χρηματιστή και την οικονομική γραφειοκρατία της ΕΕ. Και αυτό πρόχειρα, παραπλανητικά, ασύντακτα σε κρίσιμο βαθμό και χωρίς υποστήριξη από ένα σοβαρό θεωρητικό οικοδόμημα. Ήταν μια «case study» ενός αμετροεπούς οικονομολόγου που αποφάσισε να τσεκάρει τη δημοκρατική θεωρία με την εφαρμογή στην πράξη χρηματοοικονομικών μεθόδων, ασχέτως πεδίου εφαρμογής (: νομοθέτης, διοίκηση, κοινωνικό μοντέλο, δημοσιονομικά, εμπορικό ισοζύγιο, χρηματοπιστωτικά).
Ο «λογιστής» αυτοανακηρύχθηκε σε γκουρού της δημοκρατικοποίησης στην ΕΕ και κάπως έτσι πολύ φυσιολογικά ο ευρωπαϊσμός κατάντησε ένας απολιτικός, χυδαίος οικονομισμός. Ή, με άλλα λόγια, ένας σφοδρά αντικοινωνικός νεοηγεμονισμός, που παραμορφώνει το δημοκρατικό φαινόμενο, τορπιλίζοντας τον κοινοβουλευτισμό και τις αστικές δομές εκεί (στις εθνικές οικονομίες) όπου παρατηρείται πρόβλημα ανταγωνιστικότητας. Αν μάλιστα σε αυτό προστίθεται και πιστωτικό πρόβλημα, τότε η λύση προϋποθέτει την εφαρμογή ενός «κράτους εκτάκτου ανάγκης», ενώ αν η πιστωτική κρίση εξελιχθεί σε κρίση ρευστότητας, τότε το «κράτος ανάγκης» μετατρέπεται σε «επιχείρηση / εταιρία υπό εκκαθάριση».
Και τότε, αγαπητέ αναγνώστη, στο κράτος μέλος της ευρωζώνης επέρχονται συνέπειες πολιτικού χαρακτήρα αντίστοιχες με εκείνες μιας σύγχρονης επιχείρησης υπό εκκαθάριση. Δηλαδή, (1) αντικατάσταση του εταιρικού σκοπού από το σκοπό της εκκαθάρισης (2) λήγει η αντιπροσωπευτική και διαχειριστική εξουσία των διαχειριστών της εταιρείας, οι οποίοι αντικαθιστώνται από τους εκκαθαριστές και (3) οι αξιώσεις των εταίρων μεταξύ τους αλλά και οι αξιώσεις τους κατά της εταιρείας μπορούν να ασκηθούν πλέον μόνο μετά το κλείσιμο του ισολογισμού της εκκαθάρισης.
Δεν είναι φαντάζομαι δύσκολο να δεις τις αναλογίες που υπάρχουν στην ελληνική περίπτωση και που αφορούν στον πυρήνα της πολιτείας! Είναι η πραγματικότητα του ευρώ - και όχι το νόμισμα αυτό καθ’ εαυτό - που δηλητηριάζει θανάσιμα την ΕΕ και αποκόβει σήμερα την Ελλάδα από την ΕΕ. Και αυτή η πραγματικότητα που αφορά σε σχέσεις και όχι απλώς σε προβληματικές, απρόσωπες λειτουργίες, είναι που οδηγεί στην μεταστροφή της ελληνικής κοινής γνώμης σε ό, τι αφορά στην ευρωζώνη. Με συνέπεια την έμμεση τουλάχιστον ενίσχυση του ευρωσκεπτικισμού στην Ελλάδα, ως μάλλον λογική προσαρμογή στη γενική τάση εντός της ΕΕ. Αντί να «προσαρμοζόμαστε» στην ιστορικότητα του ευρωπαϊσμού, προσαρμοζόμαστε στην ανιστορικότητα του ευρωσκεπτικισμού! Μόνον που αυτό είναι το αποτέλεσμα της αποτυχίας αυτού, που ήταν έτσι κατασκευασμένο για να αποτύχει, αφού πρώτα εκχυδαΐσει καί την οικονομία της αγοράς καί την «οικονομία» της δημοκρατίας. Η δίψα για γρήγορο, μεγάλο κέρδος προφανώς τρελαίνει και τους πλέον (ορθο)λογιστές!  

Η «Μεγάλη Ψευδαίσθηση» δεν ήταν, ούτε είναι η ενωμένη Ευρώπη, αλλά η πεποίθηση πως η αγορά κτίζει δημοκρατίες και υποστηρίζει ενώσεις κρατών. Το αντίστροφο είναι ιστορικό γεγονός, αν και η αγορά μια χαρά μπορεί να πετύχει το γκρέμισμα Ενώσεων, Συνεταιρισμών και γραφειοκρατικών Ηγεμονιών, που στηρίζονται στην λιτότητα και στον αντιπληθωρισμό.

Ο Δημήτρης Γιαννακόπουλος είναι διδάκτωρ Πολιτικής Επιστήμης, ειδικός σε θέματα πολιτικής και διακυβέρνησης στην Ευρασία.
Axact

Ακτιβιστής

Μπορείτε να επικοινωνήσετε σχετικά με το παρόν άρθρο ή οτιδήποτε σχετίζεται με την ιστοσελίδα του "ακτιβιστή" ή ακόμη και για άρθρα ή απόψεις σας που επιθυμείτε να δημοσιεύσουμε στο email: chrivanovits@gmail.com

Προσθέσετε το σχόλιό σας:

0 comments:

Παρακαλώ αφήστε το μήνυμά σας. Προσπαθήστε να σχολιάζετε χωρίς προσβλητικούς και συκοφαντικούς χαρακτηρισμούς. Σχόλια που θα θεωρηθούν συκοφαντικά ή θα περιέχουν βωμολοχίες θα απορρίπτονται.