Articles by "Λαπαβίτσας"
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λαπαβίτσας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

του Κώστα Λαπαβίτσα

Η εμφάνιση του κορονοϊού στη χώρα μας και η συζήτηση για την εξάπλωσή του φέρνει στο προσκήνιο τις βαθιές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας μετά από δέκα χρόνια μνημονιακών πολιτικών. Ο κορονοϊός θα δημιουργήσει τεράστιες πιέσεις στο βαριά τραυματισμένο υγειονομικό μας σύστημα, και πιθανόν να ωθήσει την οικονομία σε νέα ύφεση, επιδεινώνοντας δραματικά τις συνθήκες κοινωνικής διαβίωσης. Η ανάγκη για αποφασιστικά οικονομικά μέτρα, που θα συναρθρώνονται με τα απαραίτητα υγειονομικά μέτρα, είναι άμεση.

Παγκόσμιες επιπτώσεις

Οι υφεσιακές επιπτώσεις του κορονοϊού στην Κίνα, την Ιαπωνία, το Χονγκ-Κονγκ, την Κορέα, αλλά και σταδιακά στην Ευρώπη, είναι πλέον αδιαμφισβήτητες. Για παράδειγμα, η Τράπεζα της Αμερικής (Bank of America) αναμένει ότι η παγκόσμια ανάπτυξη το 2020 θα πέσει από 3,1% στο 2,8%, η Κίνα θα αναπτυχθεί με 5,6%, που είναι ο χαμηλότερος ρυθμός από το 1990 και, ιδιαίτερα σημαντικό για τη χώρα μας, η ανάπτυξη της Ευρωζώνης θα πέσει από το αναιμικό 1% στο σχεδόν ανύπαρκτο 0,6%. Στην πράξη η Ευρωζώνη οδηγείται σε ύφεση, με την Ιταλία στην πρώτη γραμμή.

Οι άμεσοι λόγοι είναι προφανείς. Ο αποκλεισμός ολόκληρων πόλεων, το κλείσιμο των σχολείων και περιορισμός των μετακινήσεων πλήττουν την κατανάλωση. Η αποδιάρθρωση των παγκόσμιων αλυσίδων παραγωγής, όπου η Κίνα παίζει καίριο ρόλο, χτυπάει ευθέως την παγκόσμια παραγωγή και περιορίζει τις επενδύσεις. Το διεθνές εμπόριο δέχεται μεγάλες πιέσεις και οι εξαγωγές περιορίζονται.

Τέλος, υπάρχει παγκόσμια αναστάτωση στα χρηματιστήρια. Ο Ντάου Τζόουνς στην Αμερική - που έχει πληγεί σχετικά λιγότερο από τον ιό – έχει κάνει κυριολεκτικά βουτιά από τις 29551 μονάδες στις 12 Φεβρουαρίου στις 25766 μονάδες στις 27 Φεβρουαρίου. Πραγματική κατάρρευση.

Οι βαθύτεροι λόγοι του οικονομικού κλονισμού είναι επίσης ξεκάθαροι. Μετά την κρίση του 2007-9, δεν υπήρξαν δομικές αλλαγές στην παγκόσμια οικονομία. Μέσα στο πλαίσιο της γενικευμένης χρηματιστικοποίησης, κυριάρχησε η αργή ανάπτυξη και η στασιμότητα, ενώ ο χρηματοπιστωτικός τομέας έχασε την επεκτατική δυναμική που είχε πριν τη μεγάλη κρίση. Χαρακτηριστικά στάσιμη ήταν η Ευρωζώνη, με μέσο ρυθμό ανάπτυξης κοντά στο 1%.

Αλλά ακόμη και αυτή η πολύ χαμηλή ανάπτυξη δεν θα ήταν εφικτή χωρίς τη γιγαντιαία επέκταση της προσφοράς χρήματος από τις κεντρικές τράπεζες, με παράλληλη αύξηση του κρατικού δανεισμού. Το αμερικανικό δημόσιο χρέος σε σχέση με το ΑΕΠ είναι σήμερα στα επίπεδα του τέλους της δεκαετίας του 1940, λες και αντιμετώπισαν παγκόσμιο πόλεμο οι ΗΠΑ. Από την άλλη, το πάμφθηνο χρήμα έφερε εναγώνια αναζήτηση τόκων και κέρδους, εκτοξεύοντας τον δανεισμό των αναπτυσσομένων χωρών και δημιουργώντας φούσκες στα χρηματιστήρια.

Σε τέτοιες συνθήκες στάσιμου καπιταλισμού, η οικονομική αναστάτωση από τον κορονοϊό είναι αναπόφευκτη. Το αναπτυξιακό πλήγμα στην Κίνα, την Ευρώπη, την Ιαπωνία και αλλού δημιουργεί για πρώτη φορά μετά το 2009 τον κίνδυνο γενικευμένης παγκόσμιας κρίσης. Από τη μια, η δραματική πτώση των χρηματιστηρίων δείχνει ότι πλησιάζει το τέλος της χρηματιστηριακής φούσκας. Από την άλλη, οι υπερχρεωμένες αναπτυσσόμενες χώρες αντιμετωπίζουν τεράστιες πιέσεις, με πρώτες την Τουρκία, την Ινδία, τη Νότια Αφρική, την Αργεντινή και τον Λίβανο.

Το αναπτυξιακό αδιέξοδο της Ελλάδας

Για την Ελλάδα η κατάσταση που δημιουργείται είναι εξαιρετικά επισφαλής γιατί η χώρα βρίσκεται σε αναπτυξιακό αδιέξοδο. Η θεωρία ότι η ελληνική οικονομία είναι ένα ‘ελατήριο’ που θα εκτιναχθεί μόλις ολοκληρωθούν τα μνημόνια, αποδείχθηκε εκ των πραγμάτων καταγέλαστη:

Πως θα υπάρξει αναπτυξιακή δυναμική όταν η κατανάλωση δέχεται συνεχώς φορολογικές και άλλες πιέσεις για να εξασφαλίζονται τα γιγαντιαία πρωτογενή πλεονάσματα;
Πως θα συμβεί η απαραίτητη επενδυτική ‘έκρηξη’, όταν η καθαρή αποταμίευση είναι αρνητική και το τραπεζικό σύστημα μειώνει συνεχώς την παροχή πιστώσεων;
Πως θα βελτιώσει η Ελλάδα τη θέση της στην παγκόσμια αγορά, όταν κάθε αύξηση των εξαγωγών συνοδεύεται από παράλληλη αύξηση των εισαγωγών και άρα διόγκωση του ελλείμματος εμπορικών συναλλαγών;
Με ποια λογική θα μπορούσαν ποτέ οι ξένες επενδύσεις να αναπληρώσουν το τεράστιο κενό των εγχώριων επενδύσεων σε μια χώρα χωρίς πλαίσιο και παράδοση μεγάλων ξένων επενδύσεων;

Το βασικό αναπτυξιακό πρόβλημα της χώρας είναι φυσικά το θεσμοθετημένο μνημονιακό πλαίσιο που έχει στόχο την εξυπηρέτηση του δημοσίου χρέους. Το τραγικό είναι ότι το χρέος συνεχίζει να μεγαλώνει, φτάνοντας στο εξωφρενικό ύψος των 356δις και πλησιάζοντας το 190% του ΑΕΠ.

Τα πράγματα γίνονται ακόμη χειρότερα καθώς δεν έχει υπάρξει καμία ουσιαστική θεσμική τομή στα χρόνια των μνημονίων στην παιδεία ή τη δικαιοσύνη. Και γιατί να γινόταν μια τέτοια τομή, όταν τα μνημόνια που επέβαλλαν οι ξένοι δανειστές δεν έφεραν καμία πραγματική αλλαγή στις δομές της οικονομίας; Απλώς χτύπησαν την εθνική κυριαρχία, αφήνοντας άθικτη την εγχώρια κυριαρχία μιας διεφθαρμένης ολιγαρχίας. Πολύ φυσιολογικά, ο πληθυσμός μειώνεται και η εκπαιδευμένη νεολαία μεταναστεύει με την πρώτη ευκαιρία, ακυρώνοντας έτσι οποιαδήποτε αναπτυξιακή δυναμική.

Ο κίνδυνος του κορονοϊού

Η ελληνική οικονομία βρίσκεται επί ξυρού ακμής. Η δραστική μείωση των επιτοκίων διεθνούς δανεισμού, για την οποία επαίρεται η κυβέρνηση, δεν είναι παρά ένα ακόμη παράλογο φαινόμενο των διεθνών αγορών που πνίγονται στο φθηνό χρήμα.

Το τελικό ποσοστό της ανάπτυξης για το 2019 πιθανότατα θα κινηθεί γύρω στο 2%, κυρίως λόγω μιας ελαφριάς ανόδου της κατανάλωσης – η οποία αυξήθηκε μόλις κατά 0,5% το τρίτο τρίμηνο της χρονιάς. Οι επενδύσεις κινούνται πολύ μέτρια, ενώ η αύξηση των εξαγωγών δεν καταφέρνει να δημιουργήσει πραγματική αναπτυξιακή δυναμική και λόγω παράλληλης αύξησης των εισαγωγών. Χωρίς τον τουρισμό η χώρα δεν θα πετύχαινε ούτε αυτή τη φτωχή ανάπτυξη, ενώ θα αντιμετώπιζε σοβαρότατο πρόβλημα ισοζυγίου πληρωμών.

Ο κορονοϊός συνιστά οικονομική απειλή πρώτου μεγέθους. Αν εξαπλωθεί, θα πλήξει την κατανάλωση και θα αποδιαρθρώσει την παραγωγική διαδικασία, καθώς οι εισαγωγές απαραίτητων ειδών θα πληγούν. Πιθανότατα θα χτυπήσει και τον τουρισμό. Ακόμη, αν η ευρωπαϊκή οικονομία μπει σε ύφεση, πράγμα πολύ πιθανό, θα πληγούν και οι εξαγωγές. Για τις τράπεζες, τέλος, η ανασφάλεια που δημιουργείται θα επιδεινώσει και άλλο την παροχή πιστώσεων.

Στις συνθήκες αυτές θα είναι πολύ δύσκολο για τη χώρα να πετύχει τον στόχο της ανάπτυξης του 2,3-2,4% για το 2020. Θα είναι τυχερή αν αποφύγει την ύφεση. Αν βέβαια ο ρυθμός ανάπτυξης είναι σημαντικά χαμηλότερος του 2%, ή αν εμφανιστεί ύφεση, τότε θα υπάρξουν προβλήματα βιωσιμότητας του γιγαντιαίου χρέους, με ότι αυτό συνεπάγεται. Δεν υπάρχει κανένα περιθώριο ευελιξίας για τη χώρα μας.

Τι πρέπει να γίνει; Το απολύτως απαραίτητο βήμα είναι φυσικά να υπάρξει όσο το δυνατόν καλύτερη προετοιμασία του υγειονομικού συστήματος και της περίθαλψης. Θα απαιτηθούν σημαντικά κονδύλια και πόροι, ιδίως μετά τις καταστροφές που έφεραν τα δέκα χρόνια των μνημονίων. Εξίσου αναγκαία όμως θα αποδειχθούν και οικονομικά μέτρα, αφενός για να υπάρξει η υγειονομική κάλυψη, αφετέρου για να αντιμετωπιστεί το οικονομικό πλήγμα.

Συγκεκριμένα, θα απαιτηθούν επειγόντως μονομερή μέτρα τόνωσης της κατανάλωσης, αλλά και μέτρα στήριξης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Τον δρόμο τον έδειξε το Χονγκ-Κονγκ ανακοινώνοντας την προσφορά 1280 δολ. σε κάθε μόνιμο κάτοικο, καθώς και ευνοϊκά δάνεια για τους μικρομεσαίους. Το αποτέλεσμα φυσικά θα είναι η άμεση διόγκωση του δημοσιονομικού ελλείμματος. Η Ελλάδα θα βρεθεί αντιμέτωπη με το ασφυκτικό πλαίσιο του πρωτογενούς πλεονάσματος του 3,5%. Δύσκολα η χώρα θα βρει λύση, αν δεν απαιτήσει μονομερώς την αναδιάρθρωση του χρέους, ώστε να μπορέσει να στηρίξει την οικονομία της. Τα αδιέξοδα μιας δεκαετίας μνημονίων θα βρεθούν ξανά μπροστά μας.


πηγή

Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

του Κώστα Λαπαβίτσα

Οι διάδοχοι του Μεγάλου Αλεξάνδρου όσο περισσότερο έχαναν τη δυνατότητα άσκησης ανεξάρτητης πολιτικής απέναντι στην ανερχόμενη Ρώμη, τόσο περισσότερο τόνιζαν την υπεροχή του ελληνικού πολιτισμού. Για να παρηγοριούνται έκαναν μεγαλοπρεπείς αθλητικούς αγώνες.

Βάζοντας τα μικρά με τα μεγάλα, κάτι ανάλογο συμβαίνει με την ελληνική οικονομία. Όσο περισσότερο χάνεται η ανεξαρτησία στην οικονομική πολιτική, τόσο πολυπλοκότερες γίνονται οι θεωρητικές ασκήσεις περί ανάπτυξης. Τελευταίο παράδειγμα το Αναπτυξιακό Πολυνομοσχέδιο του κ. Γεωργιάδη, μεγέθους 240 σελίδων και 213 άρθρων.

Το νομοσχέδιο επιδιώκει να προσελκύσει ‘στρατηγικές επενδύσεις’ συμβάλλοντας στην δημιουργία ‘επιτελικού κράτους’. Πραγματεύεται πλήθος επιμέρους θεμάτων, από την κατασκευή κεραιών στην ξηρά, μέχρι τις τηλεσυνεδριάσεις στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια. Δίνει κίνητρα και φοροαπαλλαγές για μηχανολογικό εξοπλισμό, επιτρέπει την ‘επέκταση’ του ανώτατου συντελεστή δόμησης 0,6, καθώς και ‘παρεκκλίσεις’ από τους ισχύοντες κανονισμούς δόμησης. Αφαιρεί επίσης εργασιακά δικαιώματα δημιουργώντας εξαιρέσεις από τις εθνικές συλλογικές συμβάσεις και περιορίζοντας την επεκτασιμότητα των κλαδικών.

Δεν υπάρχει όμως απολύτως καμία περίπτωση να οδηγήσει στην πολυπόθητη ανάπτυξη. Τα ποσά που έχει στη διάθεσή του ο κ. Γεωργιάδης για τα προγράμματα του Αναπτυξιακού δεν φτάνουν καν το ένα δις. Πρόκειται για σταγόνα στον ωκεανό. Το νομοσχέδιο πολυλογεί ακατάσχετα για να καλύψει την απουσία περιεχομένου.

Η ‘Στρατηγική Ανάπτυξης για το Μέλλον’ του ΣΥΡΙΖΑ το 2018 ήταν εκ πρώτης όψεως πολύ διαφορετική. Είχε ‘ολιστική’ θεώρηση και ανέλυε τις γενικές επιλογές ανάπτυξης, σε έκταση μάλιστα 126 σελίδων. Επιδίωκε την βιώσιμη ανάπτυξη – δίκαιη και χωρίς αποκλεισμούς – και πρότεινε την ίδρυση επενδυτικής τράπεζας. Ενδιαφέρουσες ιδέες αναμφίβολα, αλλά με την ίδια βασική αδυναμία του Αναπτυξιακού του κ. Γεωργιάδη: έλλειψη πυρομαχικών, δηλαδή ουσιαστικής χρηματοδότησης. Πολυλογία χωρίς περιεχόμενο.

Λέει πολλά αυτός που μπορεί να κάνει λίγα. Μέσα στο μνημονιακό πλαίσιο που αποδέχθηκαν όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις από το 2010 – με την εξαίρεση των επτά πρώτων μηνών της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ του 2015 – τα περιθώρια ανεξάρτητης αναπτυξιακής πολιτικής είναι ανύπαρκτα. Η χώρα είναι αναγκασμένη να εξυπηρετεί το υπέρογκο χρέος αντιμετωπίζοντας ασφυκτικές δημοσιονομικές πιέσεις, να προωθεί τις ιδιωτικοποιήσεις και να απορρυθμίζει τις αγορές. Την αναπτυξιακή πολιτική της Ελλάδας στην πράξη την καθορίζει ο πανίσχυρος, στυγνός και μέτριος κ. Ρέκλινγκ.

Το αποτέλεσμα είναι αναπτυξιακό τέλμα. Οι επενδύσεις μετά βίας έφτασαν τα 23 δις το 2018, όταν το 2007 ήταν 62 δις. Η ανταγωνιστικότητα λιμνάζει από το 2013. Οι εξαγωγές αυξήθηκαν μόλις κατά 4,1% το πρώτο οκτάμηνο του 2019, ενώ παράλληλα αυξήθηκαν και οι εισαγωγές κατά 1,9%, διογκώνοντας έτσι το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου κατά 7,7%. Δεν χρειάζεται καν να μιλήσουμε για την πολυετή στασιμότητα στο λιανικό εμπόριο. Ούτε βέβαια για την ανεργία της τάξης του 17%, η οποία έχει υποχωρήσει μόνο επειδή δημιουργούνται πρόσκαιρες θέσεις εργασίας με χαμηλότατους μισθούς, ενώ ολόκληρες περιοχές της χώρας αδειάζουν από την μαζική μετανάστευση.

Με τις σημερινές πολιτικές, η Ελλάδα είναι καταδικασμένη σε χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης μακροπρόθεσμα, μετά βίας πάνω από 1%, στην καλύτερη περίπτωση φτάνοντας το 2-3% ορισμένα χρόνια. Τι μπορεί να γίνει για να αντιμετωπιστεί αυτή η ιστορική συρρίκνωση; Τίποτε, αν δεν υπάρξει αντιστροφή πολιτικής.

Το άμεσο πρόβλημα της χώρας δεν είναι η πλευρά της προσφοράς, όπως πρεσβεύει ο κ. Ρέκλινγκ και η κυβέρνηση Μητσοτάκη. Δεν θα μπούμε σε άλλη πορεία μέσω των πολυθρύλητων ‘μεταρρυθμίσεων’. Το άμεσο πρόβλημα είναι η συνεχής περιστολή της συνολικής εγχώριας ζήτησης. Τα εξωπραγματικά πλεονάσματα του 3,5%, οι χαμηλοί μισθοί και η έλλειψη τραπεζικών πιστώσεων δεν αφήνουν πολλά περιθώρια για κατανάλωση και επενδύσεις. Χωρίς την παραοικονομία, η οποία εμφανώς ανθεί στηρίζοντας την κατανάλωση ορισμένων κοινωνικών στρωμάτων, τα πράγματα θα ήταν ακόμη χειρότερα.

Η Ελλάδα χρειάζεται επειγόντως ανάσα στην εγχώρια οικονομία. Υπάρχουν πολλοί που φέρνουν τα παραδείγματα της Ισπανίας και της Πορτογαλίας, οι οποίες – υποτίθεται – κατάφεραν να βγουν από την κρίση με επιτυχία. Ας προσέξουν τα στοιχεία λίγο καλύτερα. Η κύρια αιτία των θετικών ρυθμών ανάπτυξης των δύο χωρών τα τελευταία χρόνια ήταν η τόνωση της εγχώριας κατανάλωσης. Όχι η περιβόητη εξωστρέφεια και οι εξαγωγές.

Αν υπάρξει πολιτική τόνωσης της ζήτησης, η ελληνική οικονομία θα γνωρίσει μια σχετική ανάκαμψη. Οι όροι θα γίνουν ευνοϊκότεροι για να αντιμετωπίσουμε ρεαλιστικά το μακροπρόθεσμο αναπτυξιακό πρόβλημα της χώρας, δηλαδή την στρεβλή πλευρά της προσφοράς. Να δούμε κατάματα τις δομικές της αδυναμίες, όπως την αρνητική καθαρή αποταμίευση, την υπερανάπτυξη των υπηρεσιών, το αναποτελεσματικό τραπεζικό σύστημα, την γήρανση και την μείωση του ενεργού πληθυσμού. Να σκεφτούμε με ψυχραιμία αν όλα αυτά μπορούν να αντιμετωπιστούν μέσα στο πλαίσιο της ΟΝΕ και της ΕΕ. Τότε ίσως υπάρξει και αναπτυξιακό πρόγραμμα με περιεχόμενο.



Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου
του Κώστα Λαπαβίτσα

Οι κοινωνικές και ταξικές επιπτώσεις των επιλογών πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ ήταν εντονότατες και ερμηνεύουν την ήττα του, αλλά και την ικανότητά του να διατηρήσει σημαντική εκλογική στήριξη. Αυτά τα ζητήματα αναλύονται στο Δεύτερο Μέρος του άρθρου.
Συνοπτικά μιλώντας για την κατάσταση της Ελλάδας, δεν αποτελεί έκπληξη ότι ο τομέας με τη γρηγορότερη ανάπτυξη τα τελευταία χρόνια ήταν ο τουρισμός, με την εκτίναξη του Airbnb. Η χώρα έχει βαλτώσει. Ο τουρισμός είναι βέβαια ευπρόσδεκτος σε μια οικονομία που έχει τσακιστεί από την κρίση, αλλά αντιπροσωπεύει πλήρες αναπτυξιακό αδιέξοδο. Αυτή είναι η σκληρή πραγματικότητα της Ελλάδας και αυτή θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό τις εξελίξεις.

Δεύτερο μέρος

Η εκλογική αντοχή του ΣΥΡΙΖΑ


Το αναπόφευκτο αποτέλεσμα της οικονομικής πολιτικής δανειστών και ΣΥΡΙΖΑ ήταν η συνεχής και παγιωμένη φτώχεια.

Η ανεργία έπεσε από το 27% το 2013 στο 18% το 2019, αλλά οι νέες θέσεις εργασίας είναι πολύ χαμηλής ποιότητας, αβέβαιες και με χαμηλές απολαβές, ειδικότερα για τους νέους. Η ΔΟΕ (Διεθνής Οργάνωση Εργασίας) ανέφερε πως οι πραγματικοί μισθοί μειώθηκαν σημαντικά το 2017 και είναι πιθανό ότι το ίδιο συνέβη και το 2018. Το 2018 το ένα τρίτο των εργαζομένων αμειβόταν με λιγότερο από 400 ευρώ το μήνα προ φόρων. Κατά την περίοδο ΣΥΡΙΖΑ - παρά τις συνεχείς ρητορικές εξάρσεις της κυβέρνησης για έξοδο από την κρίση με την ‘κοινωνία όρθια’ - η εκμετάλλευση στον ιδιωτικό τομέα πραγματικά εκτοξεύθηκε.

Η φτώχεια εντάθηκε ακόμη περισσότερο λόγω της λιτότητας και των ιδιωτικοποιήσεων στην παροχή κοινωνικής πρόνοιας - υγεία, εκπαίδευση, στέγαση- που περιείχε το μνημόνιο του ΣΥΡΙΖΑ. Δεν προκαλεί έκπληξη λοιπόν η μαζική φυγή τουλάχιστον 400.000 Ελλήνων υψηλής κατάρτισης την τελευταία δεκαετία, η οποία συνεχίστηκε απρόσκοπτα και στα χρόνια του ΣΥΡΙΖΑ. Οι πρωτεύουσες της Ευρώπης -Βερολίνο, Λονδίνο, Στοκχόλμη και αλλού- έχουν γεμίσει από Έλληνες ανώτερης εκπαίδευσης που εργάζονται ως γιατροί, πολιτικοί μηχανικοί, οικονομολόγοι, αλλά και οικοδόμοι και μηχανικοί. Η Ελλάδα χάνει την υψηλά καταρτισμένη νεολαία της, ενώ ο ρυθμός γεννήσεων καταρρέει και ο πληθυσμός γερνάει ταχύτατα. Η μείωση του πληθυσμού, η φτώχεια και η βαθμιαία παρακμή είναι αποτελέσματα της εφαρμογής των πολιτικών που επιβλήθηκαν από την ΕΕ.

Ο ΣΥΡΙΖΑ τελικά συνειδητοποίησε ότι τα μέτρα του Τρίτου Μνημονίου είχαν σοβαρότατες κοινωνικές επιπτώσεις και προς το τέλος της κυβερνητικής του θητείας οδηγήθηκε στην υιοθέτηση μιας πολιτικής αναδιανομής. Μέρος των πλεονασμάτων που ξεπερνούσαν τον στόχο του 3,5 τοις εκατό αναδιανεμήθηκαν σε συνταξιούχους, οικογένειες με χαμηλό εισόδημα και σε άλλους μέσω σχετικά μικρών κοινωνικών επιδομάτων. Αυτό που συνέβη στην πράξη ήταν ότι το τεράστιο φορολογικό βάρος που επιβλήθηκε στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις χρησιμοποιήθηκε εν μέρει για να στηρίξει τα χαμηλά και πολύ χαμηλά εισοδήματα.

Μια τέτοια πολιτική ελάχιστα είχε να κάνει με τη σοσιαλιστική αναδιανομή του εισοδήματος και του πλούτου. Η σοσιαλιστική αναδιανομή επιδιώκει να αλλάξει την ισορροπία στη διανομή του εθνικού εισοδήματος προς όφελος της εργατικής τάξης και εις βάρος του κεφαλαίου. Στοχεύει στην αναδιανομή ενός αυξανόμενου εισοδήματος και πλούτου, καθώς η οικονομία θα αναπτύσσεται. Ο ΣΥΡΙΖΑ στην ουσία έκανε αναδιανομή της φτώχειας μέσα σε μια στάσιμη οικονομία με την ελπίδα να διατηρήσει την εκλογική του επιρροή.

Αντίστοιχη ήταν και η απόφαση της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ να αυξήσει τον κατώτατο μισθό μετά επίσημη λήξη του Τρίτου Μνημονίου τον Αύγουστο του 2018, ο ΣΥΡΙΖΑ αποφάσισε να αυξήσει τον κατώτατο μισθό. Πριν την κρίση ο κατώτατος μισθός της χώρας ήταν 751 ευρώ μηνιαίως, αλλά το 2012 μειώθηκε στα 586 ευρώ (και στα 510 για εργαζόμενους κάτω των 25, ως ‘υποκατώτατος’). Από τον Φεβρουάριο του 2019, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ ανέβασε τον κατώτατο μισθό στα 650 ευρώ, ενώ ο ‘υποκατώτατος’ καταργήθηκε. Σχεδόν 1 εκατομμύριο εργαζόμενοι επηρεάστηκαν θετικά από αυτό το μέτρο. Παράλληλα, η κυβέρνηση ξεκίνησε να παίρνει κάποια μέτρα για την ‘επαναρύθμιση’ της αγοράς εργασίας. Οι συλλογικές συμβάσεις έγιναν ξανά γενικά δεσμευτικές, προσφέροντας πλεονεκτήματα στους εργαζόμενους διαφόρων τομέων, συμπεριλαμβανομένου του τραπεζικού, του τουριστικού και του εξορυκτικού.

Η αντοχή που έδειξε ο ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές και η ικανότητά του να αποφύγει τη δραματική πτώση των ποσοστών του οφείλονται σε μεγάλο βαθμό σε αυτά τα μέτρα, παρά το ότι πάρθηκαν καθυστερημένα και με εκλογική στόχευση. Μπόρεσε έτσι να διατηρήσει σημαντικές εκλογικές δυνάμεις στις εργατικές περιοχές της Αθήνας, του Πειραιά, της Θεσσαλονίκης και σε άλλα μέρη της Ελλάδας. Οι περιοχές αυτές παραδοσιακά στήριζαν το ΠΑΣΟΚ, αν και ο ΣΥΡΙΖΑ πήρε πολύ λιγότερες ψήφους από ό,τι έπαιρνε συνήθως το ΠΑΣΟΚ. Από τη άλλη, πλήρωσε το τίμημα της συνθηκολόγησής του με την ΕΕ και τους δανειστές της Ελλάδας. Τα χαμηλά μεσαία στρώματα στράφηκαν εναντίον του, ειδικά εκείνα που είναι στενά συνδεδεμένα με τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις οι οποίες σήκωσαν το μεγάλο βάρος της στασιμότητας και της φορολογικής πολιτικής των τελευταίων ετών. Τα στρώματα αυτά έπαιξαν καίριο ρόλο στην εκλογική άνοδο της ΝΔ.

Τι μπορεί να κάνει η νέα κυβέρνηση;

Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η πολιτική πρωτοβουλία ανήκει στην αναγεννημένη ΝΔ. Ο νέος της αρχηγός, ο Κυριάκος Μητσοτάκης, είναι προσωποποίηση της ελίτ που για δεκαετίες κυριαρχεί στα οικονομικά, κοινωνικά και πολιτικά πράγματα της Ελλάδας. Περιβάλλεται από γόνους οικογενειών που επίσης κυριαρχούν στα ελληνικά πράγματα. Ο πυρήνας της οικογενειοκρατικής ελίτ, του ηγεμονικού αστικού μπλοκ που παραδοσιακά κυβερνά την Ελλάδα – και την οδήγησε στην καταστροφή το 2010 – επέστρεψε εξαγνισμένος. Αυτό κληροδοτεί η ‘πρώτη φορά Αριστερά’ του Αλέξη Τσίπρα μετά από σχεδόν πέντε χρόνια εξουσίας.

Ο Μητσοτάκης φαίνεται όμως να έχει πάρει κάποια μαθήματα από την κρίση και το εκλογικό σοκ που επέφερε στη Νέα Δημοκρατία. Έχει στελεχώσει το περιβάλλον του με τεχνοκράτες - συχνά ανθρώπους των αγορών και των επιχειρηματικού κόσμου- και επιχειρεί να δώσει μια εικόνα αποτελεσματικότητας, εκσυγχρονισμού και προόδου. Παράλληλα φρόντισε να διευρύνει την επιρροή του στο χώρο του κέντρου βάζοντας στην κυβέρνηση στελέχη από το ΠΑΣΟΚ, το Ποτάμι και αλλού. Θα δοκιμάσει να δημιουργήσει την εντύπωση κυβέρνησης ευρείας αποδοχής που στοχεύει στην ‘πρόοδο’ και το ξεπέρασμα της κρίσης.

Για το σκοπό αυτό έχει υποσχεθεί τη μείωση των φόρων κι έτσι έγινε αρεστός στα κοινωνικά στρώματα που επιβάρυνε περισσότερο ο ΣΥΡΙΖΑ. Παράλληλα υποσχέθηκε να αυξήσει τις επενδύσεις με την ελπίδα να επιταχύνει την ανάπτυξη και να δημιουργήσει καλές θέσεις εργασίας. Το πρόγραμμα και η οπτική της κυβέρνησής του είναι αναφανδόν νεοφιλελεύθερα, στοχεύοντας στη συρρίκνωση και αναδιάρθρωση του δημόσιου τομέα με σκοπό την τόνωση του “πλουτοπαραγωγικού” ιδιωτικού τομέα. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το μήνυμα του βρίσκει κάποια απήχηση, ακόμα και στους νέους, που σχετίζουν το δημόσιο τομέα με την διαφθορά, την αναποτελεσματικότητα και τον νεποτισμό. Τα χρόνια της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ έκαναν ακόμη μεγαλύτερη την επιρροή της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας.

Παρόλα αυτά, η Νέα Δημοκρατία δεν θα το βρει καθόλου εύκολο να τηρήσει τις υποσχέσεις της. Το στενό πλαίσιο που έχουν επιβάλει οι δανειστές στη χώρα δημιουργεί συνθήκες οικονομικής ασφυξίας και αφήνει πολύ λίγο χώρο δράσης, όπως καταδείχθηκε στο Πρώτο Μέρος του άρθρου. Θα είναι αδύνατο να μειωθούν σημαντικά οι φόροι χωρίς να υπάρξει μεγάλη μείωση του στόχου του 3,5% για τα πρωτογενή πλεονάσματα. Δεν υπάρχει καμία σοβαρή ένδειξη ότι ΕΕ θα συμφωνήσει, δεδομένου ότι για να το δεχτεί θα πρέπει να αλλάξει η προοπτική βιωσιμότητας του τεράστιου δημόσιου χρέους. Η πτώση των διεθνών επιτοκίων, καθώς οι κεντρικές τράπεζες και των ΗΠΑ και της Ευρώπης συνεχίζουν να παρέχουν άφθονες δημόσιες πιστώσεις, μπορεί μεν να μειώνει τα σπρεντ των ελληνικών ομολόγων, αλλά πολύ δύσκολα θα μεταβάλλει την ανάλυση της βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους. Σύντομα θα διαπιστώσει και η νέα κυβέρνηση ότι ο κ. Ρέγκλινγκ τουESM, το στεγνό και ξεροκέφαλο γεράκι που εποπτεύει τα δημοσιονομικά πράγματα της ΕΕ, δεν κάνει χάρες σε κανένα.

Θα είναι επίσης πολύ δύσκολο να αυξηθούν σημαντικά οι επενδύσεις στα επόμενα χρόνια, ό,τι κι αν λέει η κυβέρνηση. Η τραγική κατάσταση του τραπεζικού τομέα και η αρνητική καθαρή αποταμίευση της χώρας δεν το επιτρέπουν. Μπορεί να υπάρξει μια προσωρινή αύξηση το αμέσως επόμενο διάστημα δεδομένου ότι οι ιδιώτες καπιταλιστές έχουν νιώσει ενθαρρυμένοι από την αλλαγή κυβέρνησης, αλλά δεν υπάρχουν οι βάσεις για τη μεγάλη επενδυτική έκρηξη που χρειάζεται η χώρα.

Η ιδέα, τέλος, ότι μπορεί να υπάρξει συστηματική και μεγάλη προσέλκυση άμεσων ξένων επενδύσεων που θα σπρώξει τη χώρα στην ανάπτυξη είναι μια ιδιαίτερα αγαπημένη ‘φούσκα’ των εγχώριων συντηρητικών οικονομολόγων και των οικονομικών προφητών των ΜΜΕ. Η Ελλάδα δεν έχει παράδοση σε μεγάλες ξένες επενδύσεις, ενώ το επενδυτικό κενό που αντιμετωπίζει ώστε να αναδομήσει την οικονομία της είναι τεράστιο για να καλυφθεί από ξένους επενδυτές. Πέρα από τις ιδιωτικοποιήσεις και την πώληση δημόσιων περιουσιακών στοιχείων σε διάφορα διεθνή αρπακτικά, είναι πολύ δύσκολο να διακρίνει κανείς μια βάση για συστηματική αύξηση των ξένων επενδύσεων.

Τα φιλόδοξα σχέδια της νέας κυβέρνησης θα έρθουν σύντομα αντιμέτωπα με τη σκληρή πραγματικότητα της μεταμνημονιακής ελληνικής οικονομίας. Η αδήριτη ροπή προς τη στασιμότητα και το ασφυκτικά περιοριστικό πλαίσιο – και τα δύο απόρροια της πολιτικής των δανειστών που επιβλήθηκε στη χώρα – θα διδάξουν το δικό τους μάθημα στον πολλά υποσχόμενο κ. Μητσοτάκη.

Αναζητώντας την Αριστερά

Μετά την ήττα του, ο Αλέξης Τσίπρας θα επιχειρήσει να ανασυγκροτήσει τον ΣΥΡΙΖΑ σε μια παράταξη της κεντροαριστεράς - ένα σύγχρονο κακέκτυπο του παλιού ΠΑΣΟΚ. Η διατήρηση της εκλογικής βάσης του κόμματος στις πρόσφατες εθνικές εκλογές του δίνουν σίγουρα δύναμη για να προχωρήσει στο σχέδιό του. Θα δυσκολευτεί όμως πολύ να δημιουργήσει τους οργανικούς δεσμούς με τις τοπικές κοινωνίες, τα συνδικάτα και τους άλλους κοινωνικούς φορείς που είχε το παλιό ΠΑΣΟΚ. Μετά από πέντε σχεδόν χρόνια εξουσίας, ο ΣΥΡΙΖΑ έχει ελάχιστα ερείσματα στα συνδικάτα και στις τοπικές κοινωνίες. Στις δημοτικές εκλογές του Μαΐου, από 332 συνολικά δήμους στην επικράτεια κέρδισε σε λιγότερους από δέκα.

Εξίσου δύσκολο θα αποδειχθεί για τον Τσίπρα να προσδώσει στον ΣΥΡΙΖΑ τον ιδεολογικό και οργανωτικό κορμό ο οποίος είναι απολύτως απαραίτητος για ένα κόμμα εξουσίας. Ποια ακριβώς θα είναι η ιδεολογική ταυτότητα της ‘Προοδευτικής Συμμαχίας’ στην οποία προσβλέπει; Η επιδίωξη της εξουσίας, που είναι και ο μόνος στόχος του, δεν αποτελεί δυστυχώς ιδεολογία. Δεν χρειάζεται καν να αναφέρουμε ότι οποιαδήποτε προσπάθεια να βρεθεί καινούργια ιδεολογική ταυτότητα για τον ΣΥΡΙΖΑ θα προσκρούσει στο προφίλ της αναξιοπιστίας που μέσα στα χρόνια έχει αποκτήσει ο Αλέξης Τσίπρας. Τέλος, πως θα αυξηθεί το δυναμικό των μελών του ΣΥΡΙΖΑ δεδομένου ότι σήμερα διαθέτει λιγότερα από 30.000 μέλη και το μεγαλύτερο μέρος των κομματικών στελεχών ενσωματώθηκε στην κρατική μηχανή κατά τη διάρκεια της κυβερνητικής θητείας; Όσοι συνήθισαν στις ανέσεις της εξουσίας δύσκολα θα σηκώσουν την επίμονη και εξαντλητική δουλειά που απαιτείται για να χτιστούν οι οργανικοί δεσμοί με την κοινωνία, ιδίως μέσα στη γενικευμένη αποστροφή προς την πολιτική.

Πολλά βέβαια θα εξαρτηθούν και από τις ενέργειες των άλλων κομμάτων. Τα καλά νέα των εκλογών ήρθαν από τα δεξιά της Νέας Δημοκρατίας και την πανωλεθρία της φασιστικής Χρυσής Αυγής. Ένα νέο ακροδεξιό κόμμα, η Ελληνική Λύση, ήρθε να καλύψει το κενό, αλλά οργανωτικά και ιδεολογικά έχει ελάχιστη σχέση με το νεοναζιστικό μόρφωμα. Όσο για το ΚΙΝΑΛ, τα απομεινάρια του ΠΑΣΟΚ, κατάφερε να λάβει 460.000 ψήφους, πάσχει όμως τόσο ηγετικά όσο και ιδεολογικά. Το μόνο πλεονέκτημα του ΚΙΝΑΛ είναι ότι ακόμα διατηρεί μερικούς από τους τοπικούς και συνδικαλιστικούς μηχανισμούς του παλιού ΠΑΣΟΚ. Θα δούμε λοιπόν πως θα εξελιχθεί η σχέση του με τον ΣΥΡΙΖΑ που κινείται προς το κέντρο. Το ΚΚΕ, τέλος, με σχεδόν 300.000 ψήφους, επιβεβαίωσε για μια ακόμη φορά την αδυναμία του να ανταποκριθεί στις ανάγκες και τις απαιτήσεις των εργατικών και φτωχών στρωμάτων της ελληνικής κοινωνίας. Στα δέκα χρόνια της κρίσης το ΚΚΕ ήταν ουσιαστικά ασήμαντο και δεν διαφαίνονται σημάδια δυναμικής ανάκαμψης στα επόμενα χρόνια.

Στο πλαίσιο αυτό, το βαθύτερο πρόβλημα της πολιτικής ζωής σήμερα είναι η ανασυγκρότηση και επανίδρυση της ριζοσπαστικής Αριστεράς. Αυτή έχει την ευθύνη και το καθήκον να διαμορφώσει έναν προγραμματικό ριζοσπαστικό λόγο με σοσιαλιστικό χαρακτήρα. Να προβάλει ξανά το αίτημα της λαϊκής και εθνικής κυριαρχίας με ξεκάθαρα ταξικά χαρακτηριστικά και δημοκρατική κατεύθυνση. Δυστυχώς όμως τα αποτελέσματα των εκλογών είναι είτε προβληματικά, είτε καταστροφικά για τον χώρο αυτό.

Το πιο ενεργητικό του κομμάτι είναι το ΜέΡΑ25, το ελληνικό τμήμα του κινήματος DiEM25, ιδρυτής του οποίου είναι ο Γιάνης Βαρουφάκης. Έλαβε σχεδόν 200.000 ψήφους και κατάφερε να μπει στο κοινοβούλιο με 9 βουλευτές, παρέχοντας τη δυνατότητα προσέγγισης σε ευρύτερα κοινωνικά στρώματα. Αλλά το κόμμα αυτόείναι δέσμιο των αδυναμιών του κινήματος από το οποίο προέρχεται. Το πρόγραμμα που εισηγείται είναι ουσιαστικά μια παραλλαγή του προγράμματος με το οποίο ήρθε στην εξουσία ο ΣΥΡΙΖΑ το 2015: υπόσχεται ριζική αναμόρφωση της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας μέχρι σημείου ρήξης με τους δανειστές, διακηρύσσει όμως και την επιθυμία του να παραμείνει στην ΟΝΕ και την ΕΕ. Πρόκειται για μια θανάσιμη αντίφαση, όπως αποδείχτηκε και όταν ο Βαρουφάκης ήταν υπουργός στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. Η στρατηγική του δεν άντεξε ούτε καν έναν μήνα αντιπαράθεσης με τους δανειστές, οδηγώντας σε μια επαίσχυντη παράδοση. Με τέτοιες θέσεις το ΜέΡΑ25 δεν έχει να προσφέρει πολλά στη ριζοσπαστική Αριστερά.

Το κόμμα του Γιάνη Βαρουφάκη είναι τόσο προβληματικό όσο τα εκλογικά αποτελέσματα αποδείχθηκαν καταστροφικά για την υπόλοιπη ριζοσπαστική Αριστερά. Η Πλεύση Ελευθερίας, το κόμμα της Ζωής Κωνσταντοπούλου εμφανίστηκε ως ένα πολύ προσωποκεντρικό μόρφωμα, χωρίς σαφή προγραμματική κατεύθυνση. Αρνήθηκε τις συνεργασίες και φλερτάρισε με εθνικιστικές ρητορείες, αδυνατώντας τελικά να εξασφαλίσει μια θέση στο κοινοβούλιο. Ακόμη χειρότερα η ΛΑΕ, το κόμμα ίσως με τις καλύτερες προοπτικές όταν έγινε η διάσπαση του ΣΥΡΙΖΑ το καλοκαίρι του 2015, σταδιακά μεταμορφώθηκε σε γραφειοκρατικό μηχανισμό χωρίς δυναμική. Έχοντας αποκτήσει και αυτή έντονα προσωποκεντρικά χαρακτηριστικά γύρω από τον Παναγιώτη Λαφαζάνη, παρασύρθηκε επίσης σε εθνικιστική κατεύθυνση και κατέρρευσε ολοκληρωτικά. Τέλος, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ένας συνασπισμός δυνάμεων της εκτός ΣΥΡΙΖΑ Αριστεράς, σφραγίστηκε από άκρατο πολιτικό σεκταρισμό και παρέμεινε εκλογικά ασήμαντη.

Ο δρόμος θα είναι ανηφορικός για την ελληνική ριζοσπαστική Αριστερά. Θα χρειαστεί να επιδοθεί σε μια μακρόχρονη και επίμονη μάχη επανίδρυσης της Αριστεράς ως μιας βιώσιμης και αξιόπιστης παρουσίας στην ελληνική πολιτική σκηνή. Ο στόχος αυτός απαιτεί καταρχήν τη διαμόρφωση ενός προγράμματος οικονομικής ανασυγκρότησης και ανάπτυξης της χώρας υπέρ των εργατικών και λαϊκών στρωμάτων. Οι προτάσεις που θα κατατεθούν θα πρέπει να είναι συγκεκριμένες, δίνοντας λύσεις σε επιτακτικά προβλήματα της ελληνικής κοινωνίας, όπως η ανεργία, και έχοντας το βλέμμα στραμμένο προς τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας.

Είναι επίσης απαραίτητη μια νέα προσέγγιση στα ζητήματα του κράτους, του δημόσιου τομέα και της δημόσιας περιουσίας, καθώς και ο επαναπροσδιορισμός των σχέσεων του δημόσιου με τον ιδιωτικό τομέα. Η νέα προσέγγιση δημόσιου και ιδιωτικού τομέα θα πρέπει να στηρίζεται σε ξεκάθαρα αιτήματα για τη δημοκρατία, την λαϊκή κυριαρχία και την εθνική ανεξαρτησία. Τα αιτήματα αυτά θα αποκτήσουν καίρια σημασία καθώς η Νέα Δημοκρατία θα ξεδιπλώνει το πρόγραμμά της.

Για να γίνει πραγματικότητα ένα τέτοιο πρόγραμμα απαιτείται σύγκρουση με τους δανειστές και ρήξη με την ΕΕ. Είναι λοιπόν απαραίτητο η νέα ριζοσπαστική Αριστερά να σκεφτεί σοβαρά και να αντιμετωπίσει τους φόβους και τις ανησυχίες της εργατικής τάξης και των άλλων κοινωνικών στρωμάτων. Αυτό έχει αναδειχθεί σε ένα από τα δυσκολότερα ζητήματα για την Αριστερά κατά την περίοδο της κρίσης τόσο στην Ελλάδα όσο και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Λείπει από τη ριζοσπαστική Αριστερά μια πειστική ιδεολογική απάντηση στον διάχυτο ιδεολογικό “Ευρωπαϊσμό” και πρέπει να εντοπιστούν οι λόγοι γι’ αυτήν την αποτυχία.

Τέλος, το πιο σημαντικό ζητούμενο στο εγχείρημα επανίδρυσης της Αριστεράς είναι η επανασύνδεση με τους εργατικούς αγώνες και τα κινήματα, ανακτώντας σταδιακά την αξιοπιστία και την εμπιστοσύνη. Είναι απαραίτητες οι νέες μορφές οργάνωσης, που θα ανοίγουν τον δρόμο για εσωτερική δημοκρατία και συμμετοχής της νεολαίας στα κοινά. Όλοι οι παλιοί τρόποι ανήκουν στο παρελθόν. Ο δρόμος θα είναι μακρύς, αλλά τα πρώτα βήματα πρέπει να γίνουν στο προσεχές διάστημα.


Το άρθρο δημοσιεύτηκε στα αγγλικά στο Jacobin στις 10 Ιουλίου 2019. Η ελληνική μετάφραση του Πρώτου Μέρους δημοσιεύτηκε στο The Press Project στις 13 Ιουλίου 2019 και του Δεύτερου Μέρους στις 17 Ιουλίου 2019.




Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου


Το αναγκαίο και το εφικτό

Η κατάσταση της Ελλάδας εννιά χρόνια μετά το ξέσπασμα της κρίσης και εφτά χρόνια μετά την έναρξη των μνημονίων είναι δυσοίωνη. Οι οικονομικές συνθήκες δεν ευνοούν την ταχύρρυθμη ανάπτυξη που απαιτείται για να επουλώσει η χώρα τις πληγές της. Η κοινωνική πραγματικότητα ωθεί προς επιδείνωση της ανισότητας και της κοινωνικής αγριότητας. Οι πολιτικές εξελίξεις έχουν φέρει πλήρη απαξίωση του πολιτικού συστήματος, σκλήρυνση της διαφθοράς και της αναξιοκρατίας, και υποχώρηση της δημοκρατίας.

Τα μνημόνια σταθεροποίησαν την οικονομία απαλείφοντας το τεράστιο δημοσιονομικό έλλειμμα και το εξίσου τεράστιο έλλειμμα στις εξωτερικές συναλλαγές, τα οποία ήταν και οι κύριοι παράγοντες της κρίσης το 2010. Αλλά η σταθεροποίηση πραγματοποιήθηκε μέσω της φτώχειας και της αποδιάρθρωσης του παραγωγικού ιστού, με αποτέλεσμα τη στρατηγική αποδυνάμωση της χώρας. Όσο η Ελλάδα θα παραμένει στο πλαίσιο που δημιούργησαν τα μνημόνια, είτε αυτά τυπικά υπάρχουν, είτε όχι, θα οδεύει προς την ιστορική συρρίκνωση και παρακμή.

Εξίσου βαθύ είναι το πρόβλημα της αδράνειας και της απογοήτευσης των εργατικών και λαϊκών στρωμάτων. Δεν υπάρχει πλέον η αντίδραση και κινητοποίηση απέναντι στα μνημονιακά μέτρα που σφράγισε τα προηγούμενα χρόνια, ούτε καν από τις οργανωμένες συνδικαλιστικές δυνάμεις. Την κύρια ευθύνη γι’ αυτό φέρει ο ΣΥΡΙΖΑ και προσωπικά ο αρχηγός του, Αλέξης Τσίπρας, γιατί διέψευσε τις λαϊκές ελπίδες με τον χειρότερο τρόπο. Ευθύνεται όμως και το υπόλοιπο πολιτικό σύστημα γιατί δεν έχει τίποτε καινούργιο και πειστικό να προτείνει. Παρ’ όλα αυτά, τα στρώματα που χτυπήθηκαν από την κρίση δεν πείθονται ότι η πορεία που ακολουθεί η χώρα θα έχει θετικό αποτέλεσμα, θέλουν να ακούσουν καινούργιες προτάσεις και αποστρέφονται το αποτυχημένο πολιτικό σύστημα. Όταν υπάρχει συγκεκριμένη και πειστική στόχευση, έχουν τη δύναμη να δράσουν, όπως φαίνεται από το κίνημα κατά των πλειστηριασμών.

Η στάση του πολιτικού συστήματος είναι χαρακτηριστική της δειλίας και απόλυτης αδυναμίας του να οδηγήσει τη χώρα σε άλλη κατεύθυνση, μακριά από τις επιταγές των δανειστών. Ο δρόμος που μπορεί να προσφέρει αισιοδοξία και κοινωνική πρόοδο είναι γνωστός και τεκμηριωμένος. Τα άμεσα και καίρια προβλήματα της ελληνικής κοινωνίας, πάνω απ’ όλα, η τεράστια ανεργία και η αναπτυξιακή δυστοκία, μπορούν όντως να λυθούν, αρκεί να απελευθερωθεί η χώρα από τον ασφυκτικό εναγκαλισμό των δανειστών της. Δεν υπάρχει κανένα τεχνικό μυστήριο όσον αφορά την οικονομική πολιτική που απαιτείται στην Ελλάδα σήμερα, η οποία είναι από καιρό επεξεργασμένη. Αυτό που λείπει είναι το πολιτικό θάρρος ώστε να γίνουν οι αναγκαίες βαθιές κοινωνικές τομές, να ανατραπεί η σημερινή νοσηρή κοινωνική πραγματικότητα και να προχωρήσει η εθνική ανασυγκρότηση.  

Δυστυχώς ό, τι είναι επιτακτικά αναγκαίο, δεν είναι και αυτόματα εφικτό στην πολιτική ζωή. Το ζητούμενο λοιπόν είναι να υπάρξει η ανασύνταξη των πολιτικών δυνάμεων οι οποίες πραγματικά επιδιώκουν την αναγέννηση μιας χώρας που έχει παραδοθεί έρμαιο στα χέρια των δανειστών και των εγχώριων υποστηρικτών τους. Το έδαφος είναι ασταθές, οι συνθήκες δύσκολες και οι ευθύνες πολύ μεγάλες. Οι όροι της πολιτικής ανασύνταξης πρέπει να συζητηθούν με ειλικρίνεια. Αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να αρχίσουν να γίνονται έστω κάποια μικρά βήματα.

Το κείμενο που ακολουθεί έχει στόχο να συμβάλει στην προσπάθεια για πολιτική ανασύνταξη και χωρίζεται σε τρία μέρη. Το πρώτο αναλύει την οικονομική πολιτική που απαιτείται και η οποία είναι η βάση για οποιαδήποτε πολιτική εξέλιξη. Το δεύτερο εξετάζει το πολιτικό πεδίο μετά από εφτά χρόνια μνημονίων. Το τρίτο παραθέτει ορισμένους βασικούς όρους για ειλικρινή πολιτική συνεννόηση των δυνάμεων που μπορούν να βγάλουν τη χώρα από το τέλμα.


Μερος Ι                      Οικονομική πολιτική


Συνολική ζήτηση, βιομηχανική πολιτική, δημόσιος και ιδιωτικός τομέας

Η ελληνική οικονομία δεν χρειάζεται τις περιβόητες «μεταρρυθμίσεις» των δανειστών, για τις οποίες κόπτονται η κυβέρνηση και η αντιπολίτευση. Η Ελλάδα έχει υιοθετήσει πλήθος τέτοιων «μεταρρυθμίσεων» από το 2010 και μετά, μειώνοντας εισοδήματα, πουλώντας δημόσια περιουσία, απορρυθμίζοντας τις εργασιακές σχέσεις και χτυπώντας τις μικρές επιχειρήσεις προς όφελος των μεγαλύτερων. Παρά τις συνεχείς «μεταρρυθμίσεις», δεν έχει αλλάξει καθόλου η προβληματική δομή της ελληνικής οικονομίας, δεν έχει υποχωρήσει η διαφθορά, δεν έχει ανακοπεί η πτώση της παραγωγικότητας και δεν βελτιώνεται δυναμικά η διεθνής ανταγωνιστικότητα.

Αυτό που όντως χρειάζεται σήμερα η ελληνική οικονομία είναι δύο αποφασιστικά βήματα. Το πρώτο είναι η άμεση τόνωση της συνολικής ζήτησης που θα επιτρέψει στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις να κινηθούν δημιουργώντας νέες θέσεις εργασίας – μόνιμες και με επαρκή μισθό. Η ατμομηχανή πρέπει να είναι ο δημόσιος τομέας διότι ο ιδιωτικός είναι βαριά τραυματισμένος από τα μνημόνια και δεν μπορεί να δώσει την ώθηση που χρειάζεται.

Όσοι νομίζουν ότι το ρόλο της ατμομηχανής μπορούν να τον παίξουν οι ιδιωτικές επενδύσεις, απλώς δεν αντιλαμβάνονται το μέγεθος του προβλήματος. Ενδεικτικά αναφέρω ότι το 2009 οι συνολικές επενδύσεις στην Ελλάδα ήταν περίπου 60 δις, ενώ το 2016 ήταν περίπου 20 δις. Δεν υπάρχει περίπτωση το κενό να καλυφθεί από τον ιδιωτικό τομέα, δεδομένης ιδίως της αδυναμίας του τραπεζικού συστήματος. Όσο για τις ξένες επενδύσεις, το 2016, μια χρονιά που παρατηρήθηκε «υψηλή» επίδοση για την οποία πανηγυρίζουν οι κυβερνητικοί, ήταν μόλις 3,1 δις. Μάλιστα πάνω από το 90% ήταν εξαγορές ελληνικών περιουσιακών στοιχείων, συχνά από «επενδυτές» αμφίβολου χαρακτήρα. Είναι τελείως ανεδαφικό να περιμένει κανείς λύση για το πρόβλημα της χώρας από αυτή την πηγή.

Η ατμομηχανή μπορεί να είναι μόνο ο δημόσιος τομέας, μειώνοντας τη φορολογία και αυξάνοντας τις δημόσιες επενδύσεις. Η επίδραση θα είναι ευεργετική και στον ιδιωτικό τομέα, καθώς θα τονωθεί η ιδιωτική κατανάλωση και οι ιδιωτικές επενδύσεις. Θα δημιουργηθεί έτσι ένας ενάρετος κύκλος, καθώς θα μειώνεται η ανεργία, ιδίως μάλιστα αν έχει επέλθει και εξυγίανση του τραπεζικού τομέα με τη δημιουργία δημόσιων τραπεζών. Εκεί βρίσκεται η απάντηση για το πρόβλημα της ζήτησης και τη μείωση της ανεργίας. Έτσι θα υπάρξει και περιθώριο αναδιανομής του εισοδήματος και του πλούτου, αλλά σε βάση ανάπτυξης και όχι μοιράσματος της φτώχειας.

Το δεύτερο βήμα είναι η στοχευμένη βιομηχανική και αγροτική πολιτική ενισχύοντας αποφασιστικά τον πρωτογενή και τον δευτερογενή τομέα και μειώνοντας παράλληλα την εξάρτηση από τις εισαγωγές. Αυτός είναι ο δρόμος για να αλλάξει η δομή της ελληνικής οικονομίας τονώνοντας τον παραγωγικό ιστό και μειώνοντας την εξάρτηση από τις υπηρεσίες. Από εκεί θα έλθει και η συστηματική άνοδος της παραγωγικότητας που θα αλλάξει τη θέση της χώρας στην παγκόσμια οικονομία. Από εκεί θα έλθει επίσης η τόνωση και η μεταμόρφωση του ιδιωτικού τομέα της ελληνικής οικονομίας.

Η αναπτυξιακή αυτή προοπτική είναι απολύτως εφικτή, αλλά παράλληλα επίπονη και χρονοβόρα, απαιτώντας συντονισμό του πιστωτικού συστήματος, των δημόσιων μηχανισμών ελέγχου, καθώς και της παιδείας και της δικαιοσύνης σε μεγαλύτερο βάθος χρόνου. Πάνω απ’ όλα, απαιτεί βαθιά τομή στη δημόσια διοίκηση, με εξορθολογισμό, ανανέωση και νέο πνεύμα κοινωνικής προσφοράς. Στη βάση αυτή θα μπορέσει να υπάρξει μια νέα σχέση στον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα στη χώρα μας.

Χρέος, ΟΝΕ και ΕΕ

Η απλή παράθεση των απαραίτητων βημάτων θέτει το επιτακτικό ερώτημα:  είναι εφικτή μια τέτοια οικονομική πολιτική, χωρίς βαθιά διαγραφή του δημοσίου χρέους, όσο η χώρα παραμένει στο πλαίσιο της ΟΝΕ και χωρίς ευθεία σύγκρουση με την ΕΕ. Η προφανής απάντηση είναι όχι, άρα τα βήματα αυτά είναι επίσης αναγκαία. Στα εφτά χρόνια των μνημονίων τα ζητήματα του χρέους, της ΟΝΕ και της ΕΕ έχουν συζητηθεί κατά κόρον και πλέον υπάρχει σημαντική γνώση για το πως μπορούν να αντιμετωπιστούν. Πρέπει όμως να γίνει αντιληπτό ότι η διαγραφή του χρέους και η ανάκτηση της νομισματικής κυριαρχίας δεν αποτελούν τη λύση για το πρόβλημα της χώρας, αλλά το μέσο για να περάσουμε στη λύση, όπως αυτή αναλύθηκε προηγουμένως.

Επιβάλλεται επίσης να τονιστεί ότι η σημερινή κατάσταση της Ελλάδας δεν έχει τίποτε κοινό με το 2010-12. Τότε η στάση πληρωμών στο χρέος και η έξοδος από το ευρώ, με ό,τι αυτό σήμαινε για την ΕΕ, θα έπρεπε να ήταν τα κύρια αιτήματα των αντιμνημονιακών δυνάμεων γιατί θα μπορούσαν να αποτρέψουν τη μνημονιακή καταστροφή και γρήγορα να βάλουν τη χώρα σε πορεία ανάπτυξης. Σήμερα το μνημονιακό πλαίσιο έχει γίνει καθεστώς, η καταστροφή έχει επιτελεστεί και η χώρα αντιμετωπίζει βαθύτατο πρόβλημα ανάπτυξης και στρεβλής δομής της οικονομίας. Από εκεί λοιπόν πρέπει να ξεκινήσει η απάντηση.

Επιπλέον, η σημερινή κατάσταση της Ευρωζώνης λίγα κοινά έχει με το 2010-12. Η κρίση έχει καταλαγιάσει και έχει εμφανιστεί μια Ευρώπη που κυριαρχείται από τη Γερμανία. Οι μηχανισμοί της ΟΝΕ έχουν γίνει ακόμη σκληρότεροι και η δημοσιονομική λιτότητα έχει γίνει καθεστώς στην ΕΕ. Στη σημερινή Ευρώπη υπάρχουν δύο τουλάχιστον περιφέρειες: αυτή του Νότου, όπου ανήκει και η χώρα μας, με αδύναμες οικονομίες υπηρεσιών, και αυτή της Κεντρικής Ευρώπης, με οικονομίες ενταγμένες στη γερμανική εξαγωγική μηχανή. Το πρόβλημα της Ελλάδας, αλλά και άλλων χωρών, είναι να αντιμετωπίσουν το διαχωρισμό σε κέντρο και περιφέρεια, ο οποίος δημιουργεί πολύ κακές προοπτικές ανάπτυξης για τις χώρες του Νότου. Από εκεί επίσης πρέπει να ξεκινήσει η απάντηση.

Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι τα ζητήματα του χρέους, της ΟΝΕ και της  ΕΕ  είναι καίρια και η αντιμετώπισή τους είναι απαραίτητη για την υιοθέτηση της οικονομικής πολιτικής που απαιτείται ώστε να βγει η χώρα από το τέλμα. Σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει αυτό ότι η Ελλάδα θα απομονωθεί. Απεναντίας, η Ελλάδα είναι και θα παραμείνει μια ανοιχτή ευρωπαϊκή χώρα και κοινωνία. Αλλά τα σημερινά προβλήματά της απαιτούν διαμόρφωση πειστικής αναπτυξιακής πρότασης με βαθιά κοινωνική αλλαγή, η οποία θα προσδιορίσει ξανά τη θέση της στον κόσμο. Αυτό πρέπει να γίνει προμετωπίδα της πολιτικής ανασύνταξης.


Μέρος ΙΙ                     Το πολιτικό πεδίο


Η συνοπτική παρουσίαση της αναγκαίας οικονομικής πολιτικής είναι αρκετή για να αναδειχθούν τα κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα που αμέσως θα προκύψουν από την εφαρμογή της. Στην ουσία πρόκειται για βαθιά κοινωνική και πολιτική τομή η οποία δημιουργεί περιθώριο για κοινωνική ανατροπή υπέρ των λαϊκών, εργατικών και μικρομεσαίων στρωμάτων. Ο προγραμματικός πολιτικός λόγος που σήμερα απαιτείται για την πολιτική ανασύνταξη θα πρέπει να θέσει αυτά τα κοινωνικά ζητήματα στο προσκήνιο.

Λαϊκή και εθνική κυριαρχία

Συγκεκριμένα, το αστικό και ανώτερο μεσαίο στρώμα της ελληνικής κοινωνίας στήριξαν αναφανδόν την πολιτική των μνημονίων, σήκωσαν ένα πολύ μικρό βάρος αναλογικά με τα εισοδήματά τους και σε πλήρη συνεργασία με τους ξένους δανειστές επιχειρούν να εκμεταλλευτούν τις συνθήκες που έφερε η σταθεροποίηση. Για να επιβάλλουν την πολιτική των μνημονίων δεν δίστασαν να καταστρατηγήσουν τις δημοκρατικές διαδικασίες δημιουργώντας ουσιαστικά καθεστώς «εξαίρεσης» με επιβολή πολιτικών αλλαγών παρά τη θέληση του ελληνικού λαού. Χαρακτηριστικά δείγματα ήταν η μη εκλεγμένη κυβέρνηση Παπαδήμου το 2011 και φυσικά η μετατροπή του Όχι σε Ναι μετά το δημοψήφισμα του 2015.

Το εναλλακτικό οικονομικό πρόγραμμα χτυπάει τα συμφέροντα των κυρίαρχων στρωμάτων και αλλάζει την ισορροπία υπέρ των λαϊκών, εργατικών και μικρομεσαίων στρωμάτων. Η κοινωνική ανατροπή που αναπόφευκτα θα έλθει θα απαιτήσει ενίσχυση της δημοκρατίας και της λαϊκής κυριαρχίας για την υπεράσπισή της. Το λιγότερο που θα απαιτηθεί στο πολιτικό πεδίο είναι ο σχηματισμός Συντακτικής Εθνοσυνέλευσης με στόχο την εδραίωση της λαϊκής κυριαρχίας. Θα ανοίξει έτσι ο δρόμος για δομική αλλαγή των κοινωνικών σχέσεων και θα πληγεί ο πυρήνας του ελληνικού καπιταλισμού, δημιουργώντας προοπτική σοσιαλιστικού μετασχηματισμού με δημοκρατία και ελευθερία.

Το οικονομικό πρόγραμμα παράλληλα πλήττει και τα συμφέροντα των δανειστών, ενώ θέτει ζήτημα συμμετοχής της χώρας σε μια σειρά υπερεθνικών οργανισμών, όπως η ΟΝΕ και η ΕΕ. Θέτει λοιπόν ευθέως ζήτημα εθνικής κυριαρχίας και αναδιάρθρωσης των διεθνών σχέσεων της Ελλάδας. Στις σημερινές συνθήκες της Ευρώπης, με τον παγιωμένο διαχωρισμό σε κέντρο και περιφέρεια, τη σκλήρυνση της ΕΕ, την κυριαρχία της Γερμανίας και την έξοδο της Βρετανίας από την ΕΕ, η ανάκτηση της εθνικής κυριαρχίας είναι ζήτημα επιβίωσης για μια μικρή χώρα της περιφέρειας του Νότου, όπως η Ελλάδα. Αυτό δεν σημαίνει καθόλου την απομόνωση της Ελλάδας, αλλά αντίθετα τη δυναμική συμμετοχή της, με τις δικές της δυνάμεις, στη διαδικασία αναμόρφωσης της Ευρώπης σε βάση αλληλεγγύης και οικονομικού ελέγχου ανάμεσα στους ευρωπαϊκούς λαούς.

Οι δυνατότητες πολιτικής ανασύνταξης

Το καίριο ερώτημα λοιπόν είναι: Ποιες πολιτικές δυνάμεις μπορούν να βάλουν τη χώρα στην οικονομική, κοινωνική και εθνική πορεία που απαιτείται; Ο ελληνικός λαός γνωρίζει καλά ότι τίποτε νέο, ή διαφορετικό δεν έχει να περιμένει από το υπάρχον πολιτικό σύστημα. Ο ΣΥΡΙΖΑ, η Νέα Δημοκρατία, η Δημοκρατική Συμπαράταξη και το Ποτάμι έχουν πλήρως αποδεχθεί τη σημερινή πορεία και διαγκωνίζονται για τη διαχείρισή της. Το ΚΚΕ έχει μεταβληθεί σε κυτίο ψήφων διαμαρτυρίας και όμιλο διαλογικών συζητήσεων μαρξιστικού χαρακτήρα. Η Χρυσή Αυγή αποσπά κι αυτή ψήφους διαμαρτυρίας υποκλέπτοντας ριζοσπαστικά επιχειρήματα και ντύνοντάς τα με εθνικιστική και κοινωνική χυδαιότητα, όπως συνήθως κάνουν οι φασίστες. Το κόμμα του κ. Λεβέντη ολοκληρώνει την εικόνα της πολιτικής παρακμής.

Υπάρχει ένα τεράστιο πολιτικό κενό που δίνει περιθώριο σε νέες δυνάμεις να παίξουν ρόλο στην αφύπνιση του λαϊκού παράγοντα και την αντιστροφή της καταστροφικής σημερινής πορείας. Δυστυχώς το κενό δεν μπορεί να καλυφθεί από τις μεμονωμένες οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς, παρά το ότι οι επιμέρους προτάσεις τους είναι συχνά διορατικές. Η ΛΑΕ, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, η Πλεύση Ελευθερίας δοκιμάστηκαν στην περίοδο μετά τα δημοψήφισμα του 2015 και τα όρια τους έχουν φανεί. Με μεμονωμένη δράση το μόνο που θα πετύχουν θα είναι η συνεχής φθορά. Το ίδιο ισχύει και για το ΕΠΑΜ που δεν ανήκει στην Αριστερά. Η καθεμία χωριστά από αυτές τις οργανώσεις  δεν έχει ούτε την αξιοπιστία, ούτε την ταξική και εθνική ακτινοβολία που απαιτείται για την κάλυψη του πολιτικού κενού.  

Η χώρα χρειάζεται ένα νέο συλλογικό φορέα, ο οποίος θα στηριχτεί στα λαϊκά, εργατικά και μικρομεσαία στρώματα και θα συμβάλλει στην αφύπνιση του συνδικαλιστικού κινήματος, με τη συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών. Ο φορέας που απαιτείται δε μπορεί να προκύψει από την απλή εκλογική συγκόλληση των οργανώσεων που ήδη υπάρχουν, ώστε να μπουν στη Βουλή. Δεν πρόκειται επίσης να σχηματιστεί μέσα από τις γνωστές διαπραγματεύσεις και την πεπατημένη των συναντήσεων «κορυφής».

Ο συλλογικός φορέας στην πράξη μπορεί να προκύψει μόνο μέσα από ειλικρινείς διαβουλεύσεις κομμάτων, οργανώσεων και μονάδων που κράτησαν συνεπή αντιμνημονιακή στάση και σήμερα αντιλαμβάνονται τη σημασία της συλλογικής δράσης. Η δόμησή του θα πάρει χρόνο λαμβάνοντας υπόψη τη βαθιά αδυναμία των λαϊκών στρωμάτων και των εργατικών οργανώσεων. Για να προχωρήσει θα πρέπει να αντιμετωπιστούν ορισμένα καίρια ζητήματα που θα αναφέρω στο επόμενο μέρος με την προσδοκία περαιτέρω συζήτησης.


Μέρος ΙΙΙ                    Οι όροι για ειλικρινή πολιτική συνεννόηση


Ο νέος συλλογικός φορέας θα πρέπει να έχει ευρύτητα και να μην αποκλείει δυνάμεις για λόγους πολιτικής καθαρότητας. Καίριο ρόλο θα παίξουν τα κόμματα και οι οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς που σήκωσαν μεγάλο βάρος της αντιμνημονιακής προσπάθειας. Αλλά δεν έχει απολύτως κανένα νόημα η επιδίωξη «προγραμματικής ταύτισης» σε ευρύτερα ζητήματα του παγκόσμιου, ή του ελληνικού καπιταλισμού και δεν θα πρέπει να γίνουν εκ προοιμίου αποκλεισμοί οργανώσεων και ατόμων.

Το ζητούμενο είναι η συμφωνία για μια λύση στο ελληνικό πρόβλημα που θα προσβλέπει στην κοινωνική ανατροπή, στην ανάκτηση της εθνικής κυριαρχίας και στην αναγέννηση της χώρας. Τα βασικά βήματα είναι γνωστά και αναφέρονται σε θέματα κοινωνικής δομής, λαϊκής και εθνικής κυριαρχίας, ΟΝΕ και ΕΕ. Στο πλαίσιο αυτό μπορούν να συνυπάρξουν και να συνεργαστούν συλλογικότητες και άτομα πολύ πέρα από τα στενά όρια των οργανωμένων πολιτικών κομμάτων.

Για να λειτουργήσει αποτελεσματικά ο νέος φορέας θα πρέπει καταρχήν να έχει διαφορετική δομή από τα σημερινά πολιτικά σχήματα που απωθούν τα λαϊκά στρώματα. Δεν υπάρχουν ούτε ρετσέτες, ούτε σοφίες στο θέμα αυτό και χρειάζεται ρεαλιστική αντιμετώπιση συγκεκριμένων ζητημάτων βήμα-βήμα. Δεν είναι όμως δύσκολο να σχηματιστεί αρχικά ένα απλό συλλογικό όργανο μέσα από μια διαδικασία ανοιχτής συνεδριακής διαβούλευσης, το οποίο θα έχει τη δική του γραμματειακή υποστήριξη και θα δημιουργήσει πλαίσιο συνύπαρξης και κοινής δράσης. Αυτό που απαιτείται είναι πολιτική βούληση, αρχικά κυρίως από τις οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς, και τίποτε παραπάνω.

Δύο σημεία στο θέμα της οργανωτικής δομής έχουν μεγάλη σημασία, μετά την εμπειρία των τελευταίων  χρόνων, και θέλουν συζήτηση και ανάλυση.

Το πρώτο είναι το μάθημα από την αποτυχία και τη μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ. Συγκεκριμένα, η δημιουργία μιας γραφειοκρατικής οργάνωσης που θα απαρτίζεται από ουσιαστικά ανεξάρτητα τμήματα και θα συνοδεύεται από αέναη συζήτηση στο όνομα της ισοτιμίας αυτών που συμμετέχουν είναι απλώς μια μέθοδος αποτυχίας. Μπορεί να επέτρεψε την εκλογική εκτόξευση, αλλά τελικά οδήγησε σε άρνηση της εσωτερικής δημοκρατίας, αρχηγισμό και έλλειψη αρχών.

Η παραδοσιακή γραφειοκρατική πρακτική των ελληνικών κομμάτων και μάλιστα της Αριστεράς έχει εξαντλήσει τον ιστορικό της ρόλο. Εξαντλήθηκε όμως και ο ιστορικός ρόλος της συμπαράταξης ανεξάρτητων οργανώσεων μέσα σε ένα γραφειοκρατικό μετωπικό κέλυφος. Η εσωτερική λειτουργία του νέου φορέα θα πρέπει να βασίζεται σε συνεκτικές δημοκρατικές οργανωτικές δομές που θα επιτρέπουν την ελεύθερη συμμετοχή και θα προωθούν την έκφραση άποψης και συλλογικής δράσης με κοινή στόχευση.

Το δεύτερο είναι ότι ο δρόμος του Μελανσόν δεν υπάρχει για την Ελλάδα. Η Γαλλία βρίσκεται στην απαρχή μιας οικονομικής και κοινωνικής αλλαγής που της έχει επιβάλλει η συμμετοχή της στην ΟΝΕ, ενώ το ειδικό της βάρος είναι πολύ μεγαλύτερο από της Ελλάδας. Ο Μελανσόν και η «Ανυπότακτη Γαλλία» έχουν ακόμη τη δυνατότητα να προβάλλουν μια γενικόλογη απόρριψη της λιτότητας, αλλά και του ίδιου του καπιταλισμού, χωρίς να δεσμεύονται σε συγκεκριμένες πολιτικές και χωρίς να δημιουργούν συνεκτικές οργανωτικές δομές.

Οι προσωποκεντρικές επιλογές του Μελανσόν, παρά τη μεγάλη επιτυχία του στις εκλογές, είναι εξαιρετικά επικίνδυνες και τα προβλήματα δεν θα αργήσουν να φανούν. Στην Ελλάδα όμως, μετά την αρχηγική μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ, δεν υπάρχει ούτε ίχνος δυνατότητας για ένα τέτοιο δρόμο. Δεν υπάρχει επίσης καμία αντίστοιχη προσωπικότητα, η οποία να μπορεί να συνομιλήσει απευθείας με το λαό. Ο νέος φορέας θα πρέπει να λειτουργήσει συλλογικά και να βασιστεί στην οργανωτική πολιτική γνώση δεκαετιών.

Στη βάση αυτή ο κύριος πολιτικός στόχος δεν μπορεί παρά να είναι η μεθοδική προσέγγιση των λαϊκών και πληβειακών στρωμάτων. Θα πρέπει ο φορέας να συνδεθεί οργανικά με τα εργατικά, λαϊκά και μικρομεσαία στρώματα της ελληνικής κοινωνίας αξιοποιώντας την προγραμματική του πρόταση για τη χώρα και δίνοντας απαντήσεις στα προβλήματά τους. Με την ίδια λογική θα πρέπει να αντιμετωπιστεί και η εκλογική προσπάθεια. Η είσοδος τη Βουλή, η οποία είναι απολύτως εφικτή στις σημερινές συνθήκες, δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά εργαλείο για την προσέγγιση των λαϊκών στρωμάτων και αποτελεσματική πολιτική παρέμβαση σε εθνικό επίπεδο. 

Καίρια σημασία στην προσπάθεια αυτή έχει η ανάδειξη των ζητημάτων που απασχολούν την νεολαία. Ο νέος φορέας θα πρέπει να δώσει πρακτικά το μήνυμα της κίνησης προς τα μπρος αποδεικνύοντας ότι χειρίζεται με δημιουργικότητα και φαντασία τις νέες τεχνολογίες επικοινωνίας στο πολιτικό πεδίο. Το βασικό στοιχείο, όπως έδειξε η πορεία του Κόρμπιν και του Σάντερς, δεν είναι η ηλικιακή νεότητα, αλλά η εντιμότητα, η ευθύτητα και η απλότητα. Η ελληνική νεολαία κοιτάει με εξαιρετική δυσπιστία τους πάντες, χωρίς να έχει χάσει τη διάθεσή της για αλλαγή. Είναι πολύ πιο ενημερωμένη και σίγουρη για τον ευρωπαϊκό της χαρακτήρα από ό,τι ήταν οι γονείς της.

Για τους ίδιους λόγους θα πρέπει να υπάρξει και ανανέωση προσώπων, και δεν αναφέρομαι στην ηλικία. Το νεαρό της ηλικίας του Αλέξη Τσίπρα αποδείχθηκε κάθε άλλο παρά εγγύηση ριζοσπαστικότητας, μαχητικότητας και ειλικρίνειας. Το ζητούμενο είναι να βγουν στο προσκήνιο άνθρωποι που έχουν την απαραίτητη γνώση για να υλοποιήσουν το πρόγραμμα και έχουν δοκιμαστεί στα χρόνια των μνημονίων. Επίσης άνθρωποι από τον χώρο της κοινωνικής αλληλεγγύης και των κινημάτων που βοήθησαν την κοινωνία να αντιμετωπίσει τη λαίλαπα των μέτρωνΜόνο σ’ αυτή τη βάση μπορεί να ξεπεραστεί ο φόβος που καλλιεργείται συνεχώς από τις μνημονιακές δυνάμεις και να υπάρξει εμπιστοσύνη.
.

Η πολιτική ανασύνταξη είναι απολύτως εφικτή. Το βάρος για την ανάληψη της πρωτοβουλίας που απαιτείται πέφτει στην εξωκοινοβουλευτική Αριστερά, πλαισιωμένη από ευρύτερους φορείς και άτομα. Είναι απαραίτητο οι στόχοι να μην είναι απλώς εκλογικοί. Ο ελληνικός λαός διψάει για καλές ειδήσεις και μια αισιόδοξη πολιτική προοπτική. Ας μετρήσουμε όλοι τις ευθύνες μας.
Συνέντευξη στην eldiario.es

Ο Κώστας Λαπαβίτσας, καθηγητής Οικονομικών στη Σχολή Ανατολικών και Αφρικανικών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Λονδίνου, επισκέφθηκε τη Βαρκελώνη προκειμένου να παρουσιάσει την τελευταία μελέτη του ΕΔΕΚΟΠ στην οποία καταδεικνύεται ότι η έξοδος της Ελλάδας από το ευρώ αποτελεί το πρώτο βήμα για το ξεπέρασμα της κρίσης.

Ιδιαίτερα κριτικός προς τον ΣΥΡΙΖΑ (υπήρξε βουλευτής του μέχρι την υπογραφή του τρίτου μνημονίου) προς τον Αλέξη Τσίπρα και τον Γιάννη Βαρουφάκη, ο Λαπαβίτσας γνωρίζει ότι οι θέσεις του σχετικά με την ΕΕ και το ευρώ αποτελούν ακόμα μειοψηφία μεταξύ των ευρωπαίων προοδευτικών/αριστερών. Ωστόσο, πιστεύει ότι «το πρώτο βήμα για την αριστερά είναι να κατανοήσει ότι η νομισματική ένωση πρέπει να διαλυθεί».

Πριν ένα χρόνο βρεθήκατε στην Μαδρίτη στην παρουσίαση του Σχεδίου Β για την Ευρώπη. Πώς νομίζετε ότι έχει εξελιχθεί αυτή η πρωτοβουλία;

Η Διάσκεψη της Μαδρίτης ήταν σημαντική, επειδή συμμετείχαν πολλοί που πραγματικά ανησυχούν για την σημερινή κατάσταση στην Ευρώπη και το κλίμα που υπήρχε ήταν πραγματικά ενδιαφέρον. Ωστόσο, υπήρχε πολιτική σύγχυση, επειδή παρουσιάστηκαν διάφορες ιδέες χωρίς προσανατολισμό για το πώς θα πρέπει να αντιμετωπίσει η Αριστερά την Ευρώπη. Πολλοί εξακολουθούν να πιστεύουν ότι μπορούν να αλλάξουν την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ). Σήμερα, μετά από ένα χρόνο, νομίζω ότι η θέση αυτή έχει χάσει αρκετούς υποστηρικτές. Όλο και περισσότεροι συνειδητοποιούν ότι αν θέλουν μια εναλλακτική λύση, ένα δρόμο ή μια διαφορετική στρατηγική θα πρέπει να λάβουν ριζικά μέτρα απέναντι στους θεσμούς και την ΕΕ.

Εσείς, έχετε ένα σχέδιο για την Ελλάδα, το οποίο προτείνει την έξοδο από το ευρώ.

Η έξοδος από το ευρώ αποτελεί μέρος μιας στρατηγικής. Αυτό που απαιτείται είναι να λάβουμε άμεσα μέτρα για την τόνωση της συνολικής ζήτησης ενισχύοντας αρχικά τις δημόσιες δαπάνες και τις δημόσιες επενδύσεις -υπό τον έλεγχο του δημόσιου τομέα- ώστε να αρχίσει να αναπνέει η οικονομία και ο ιδιωτικός τομέας, κυρίως ο τομέας των υπηρεσιών. Στη συνέχεια ,θα πρέπει να ληφθούν μέτρα βιομηχανικής πολιτικής.

Και αυτό δεν είναι δυνατό εντός του ευρώ;

Το θεμελιώδες θεσμικό όργανο της ΕΕ σήμερα είναι η νομισματική ένωση. Η ΟΝΕ έχει αποτύχει, είναι δυσλειτουργική και δεν έφερε τις μεταρρυθμίσεις, την ευημερία και την αλληλεγγύη, αλλά, αντίθετα, όξυνε την εχθρότητα και τις εντάσεις μεταξύ των ευρωπαϊκών λαών. Το πρώτο βήμα για την αριστερά είναι να αποφασίσει ότι η ΟΝΕ πρέπει να διαλυθεί. Το ευρώ έχει αποτύχει και δεν το χρειαζόμαστε.

Η κατάργηση του ευρώ δεν θα δημιουργήσει μεγαλύτερο ανταγωνισμό μεταξύ των χωρών και των νομισμάτων τους αντί να τονώσει την αλληλεγγύη μεταξύ τους;

Δεν είναι απαραίτητο να επιστρέψουμε σε ένα σύστημα εθνικών νομισμάτων που θα ανταγωνίζονται μεταξύ τους. Υπάρχουν ενδιάμεσες εναλλακτικές λύσεις ώστε να μπορέσουν τα ευρωπαϊκά έθνη να οργανώσουν την κίνηση των κεφαλαίων και του εμπορίου. Δεν απαιτείται ένα κοινό νόμισμα όπως το ευρώ ή η σημερινή Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ). Οι μηχανισμοί που χρησιμοποιούνται εδώ και χρόνια ευνοούν κυρίως τις μεγάλες επιχειρήσεις και τις μεγάλες τράπεζες.

Τελικά, όμως, η αντίθεση της αριστεράς στο ευρώ δεν διευκολύνει το έργο της άκρας δεξιάς;

Αντιθέτως! Κι εδώ είναι μια ακόμα αποτυχία της αριστεράς. Αν η αριστερά δεν είχε αποδεχθεί το ευρώ ή είχε προτείνει την έξοδο από το ευρώ σε ριζοσπαστική κατεύθυνση, αναδεικνύοντας τις πραγματικές ρίζες του προβλήματος, θα ήταν πιο δύσκολο το έργο για την άκρα δεξιά. Στην Ελλάδα, το ακροδεξιό κόμμα της Χρυσής Αυγής έχει βουλευτές, αλλά δεν στάθηκε δυνατό να γίνει διάλογος για το ευρώ διότι υπήρχε μια αριστερά που το ήθελε. Και στη Γαλλία, αντί για την Marine Le Pen, θα έπρεπε η γαλλική αριστερά να συζητάει για το ευρώ.

Παρ 'όλα αυτά η πλειοψηφική θέση της Ευρωπαϊκής αριστεράς δεν είναι η έξοδος από το ευρώ, αλλά η μεταρρύθμιση της ΕΕ. Στην Ισπανία το είδαμε στο κόμμα των Podemos: μόλις οι δημοσκοπήσεις το ευνόησαν, εστίασε εκεί τη ρητορική του.

Είναι αλήθεια. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η ευρωπαϊκή αριστερά έχει αποτύχει κατά την τελευταία δεκαετία και η δεξιά, και όπως φαίνεται τώρα και η άκρα δεξιά, τα κατάφεραν καλά. Η αριστερά, ως θεσμικός παράγοντας, υπήρξε ιστορικά ο εγγυητής ευνοϊκών πολιτικών υπέρ της εργατικής τάξης και των πιο αδύνατων στρωμάτων, εναντιωνόταν στα ισχυρά στρώματα και απαιτούσε ριζικές αλλαγές. Να αλλάξει το σύστημα, να αλλάξει τον κόσμο. Πού είναι όλα αυτά; Η αριστερά πληρώνει τον συντηρητικό λόγο της για την ΟΝΕ. Η ακροδεξιά σήμερα εκφέρει ένα ριζοσπαστικό λόγο και έχει κλέψει τις ιδέες, και σε ορισμένες περιπτώσεις και μέρος του εκλογικού σώματος, από την αριστερά.

Η χώρα σας, η Ελλάδα, φαίνεται να έχει μπει σε ένα φαύλο κύκλο σχεδίων διάσωσης και προσαρμογής.

Η Ελλάδα είναι μια ακραία περίπτωση της αποτυχίας της ευρωζώνης. Δεν νομίζω ότι η Ελλάδα θα βγει από την κρίση με αίσιο τρόπο μεσοπρόθεσμα. Ο λόγος είναι ότι όταν ξέσπασε η κρίση, η λύση που επιβλήθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Βερολίνο κατέστρεψε ουσιαστικά τη συνολική ζήτηση. Είχαμε περικοπή δαπανών, συντάξεων και αύξηση των φόρων. Τα μέτρα αυτά είχαν ως αποτέλεσμα τη συρρίκνωση της συνολικής ζήτησης και οι επενδύσεις κατέρρευσαν. Οι επιχειρήσεις έκλεισαν, η ανεργία αυξήθηκε και η ύφεση γιγαντώθηκε.

Ειπώθηκε, ωστόσο, ότι αυτό θα σταθεροποιούσε την οικονομία και ότι η μείωση της συνολικής ζήτησης θα έδινε τη δυνατότητα λήψης πρόσθετων μέτρων, όπως η απελευθέρωση και η απορρύθμιση που θα ήταν ανταγωνιστικά. Αλλά ο σύγχρονος καπιταλισμός δεν λειτουργεί με αυτόν τον τρόπο. Αυτό που έχει συμβεί είναι ότι η χώρα έχει παραμείνει στάσιμη: η οικονομία αναπτύσσεται λίγο και μετά αρχίζει πάλι συρρικνώνεται. Και η Ισπανία δεν απέχει από αυτή την εικόνα.

Οι πιστωτές δεν φαίνεται να προτείνουν κάτι διαφορετικό από την πορεία που ακολουθείται μέχρι σήμερα.

Αυτός είναι και ο λόγος που η Ελλάδα δεν πρόκειται ποτέ να αναπτυχθεί και θα παραμείνει στάσιμη, ενώ η εγχώρια ζήτηση θα καταστρέφεται εν αναμονή ενός θαύματος. Αυτός ο δρόμος οδηγεί τη χώρα στην περιθωριοποίηση και τον μαρασμό, και αυτό θα συνεχιστεί όσο παραμένει στην ΟΝΕ. Για να υπάρξουν εναλλακτικές πολιτικές ενάντια στη λιτότητα πρέπει να εγκαταλείψουμε το ευρώ.

Σήμερα, η λαϊκή υποστήριξη που έλαβε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ στο δημοψήφισμα φαίνεται να έχει εξανεμιστεί. Η Ευρώπη των εργαζομένων είναι περισσότερο μύθος παρά πραγματικότητα;

Η Ευρώπη των εργαζομένων δεν υπάρχει. Είναι ένας μύθος που δημιούργησε το μεγαλύτερο μέρος της ευρωπαϊκής αριστεράς. Δεν υπάρχει μία Ευρώπη. Υπάρχουν 28 κράτη, 19 εκ των οποίων συμμετέχουν στη νομισματική ένωση. Η αριστερά θα πρέπει να σκεφτεί περισσότερο το ζήτημα της εθνικής κυριαρχίας και τον επαναπροσδιορισμό της, όχι με εθνικιστικό ή επιθετική τρόπο, αλλά ως λαϊκό αίσθημα/απαίτηση. Νομίζω ότι αυτή είναι η πραγματική προοπτική της Ευρώπης των λαών και των εργαζομένων, και όχι μία οικονομική οντότητα που εδρεύει στις Βρυξέλλες και διευθύνεται από γραφειοκράτες που ζουν στο δικό τους κόσμο.

Εάν η αριστερά πιστεύει ότι μπορεί να μετατρέψει την παρούσα κατάσταση σε Ευρώπη των λαών κάνει λάθος. Η Ευρώπη των εργαζομένων υπάρχει πρώτα εκεί όπου ένας λαός απαιτεί την κυριαρχία και, από αυτή τη βάση, μπορεί να δημιουργήσει την Ευρώπη της αλληλεγγύης.

Ζείτε στο Λονδίνο. Πώς ήταν οι πρώτοι μήνες μετά το Brexit;

Το Brexit έδειξε ότι η βρετανική εργατική τάξη δεν θέλει την ΕΕ, ότι η ΕΕ δεν είναι μια προσφιλής λαϊκή προοπτική και ότι δεν υπήρξε ποτέ προσφιλής στο Ηνωμένο Βασίλειο. Η ΕΕ ήταν ένα σχέδιο της βρετανικής μεσαίας τάξης. Και νομίζω ότι αυτό που συνέβαινε στο Ηνωμένο Βασίλειο ισχύει και για πολλές χώρες: η ΕΕ δεν ήταν ποτέ ένα σχέδιο των λαϊκών τάξεων.

Μήπως οι χειρότερες συνέπειες έρθουν όταν ενεργοποιηθεί ο μηχανισμός εξόδου από την ΕΕ;

Μετά το δημοψήφισμα είπαν ότι η Brexit θα ήταν το τέλος του κόσμου και θα υπήρχε τεράστια ύφεση, φυγή κεφαλαίων και οικονομικές δυσκολίες. Μέχρι στιγμής, τίποτα από αυτά δεν έχει συμβεί. Προφανώς, όταν ξεκινήσει η διαδικασία της πραγματικής αποσύνδεσης θα υπάρξουν αρνητικές επιπτώσεις, αλλά μέχρι στιγμής έχουν μεγαλοποιηθεί. Η καταστροφή που αναμενόταν δεν συνέβη. Και πολλοί άνθρωποι πραγματικά αναρωτιούνται: «Εάν αυτό συμβαίνει όταν αποφασίσεις να φύγεις, που είναι η καταστροφή;"

Θα υπάρξουν, ωστόσο, πολύπλοκες και αρνητικές επιπτώσεις στην οικονομία. Θα αποδιαρθρωθεί ένα ολόκληρο νομικό σύστημα και θα είναι ένα δύσκολο έργο, διότι η ευρωπαϊκή νομοθεσία επηρεάζει πολλές πτυχές της ζωής. Οι εμπορικές συμφωνίες και οι χρηματοοικονομικές πράξεις θα επηρεαστούν και δεν γνωρίζουμε ακόμα τον τρόπο.

Ήταν αναμενόμενο να κερδίσει το Brexit;

Η βρετανική άρχουσα τάξη δεν ήθελε το Brexit. Το Σίτυ του Λονδίνου και οι οικονομικά ισχυροί ήθελαν την παραμονή. Ήταν μια έκπληξη και η ελίτ δεν ήταν προετοιμασμένη, διότι το Brexit ήταν μια λαϊκή ψήφος. Πολιτικά όμως, το Brexit τερμάτισε τον διχασμό του Συντηρητικού Κόμματος όσον αφορά την Ευρώπη. Τώρα οι Συντηρητικοί είναι ισχυρότεροι.

Η αριστερά, αντίθετα, φαίνεται εντελώς μπερδεμένη.

Ο κόσμος της εργασίας είναι σε σύγχυση και διαιρείται. Η αριστερά στη Βρετανία είναι σε κρίση, διότι δεν ξέρει τι να απαντήσει για την Ευρώπη. Δεν έχει ριζοσπαστικές προτάσεις για το λαό. Ορισμένοι πιστεύουν ότι η ΕΕ μπορεί να αλλάξει, πράγμα που δεν έχει κανένα νόημα. Αυτό δεν θα συμβεί ποτέ, και αν περάσει ως ιδέα, θα επιδεινώσει μόνο τις ζωές των εργαζομένων, οι οποίοι ψήφισαν κατά της ΕΕ.

Αυτό καταδεικνύει και ένα από τα μεγάλα προβλήματα της Ευρωπαϊκής αριστεράς: την απώλεια της εμπιστοσύνης των εργαζομένων. Ένα τμήμα του κόσμου της εργασίας, αντί να προτείνει ένα πρόγραμμα για την πάταξη της λιτότητας, την προώθηση των δημόσιων επενδύσεων και την αναδιανομή του πλούτου, επικεντρώνει τις προσπάθειές του στην επιστροφή σε ένα ευρωπαϊκό θεσμό που οι ίδιοι οι εργαζόμενοι έχουν απορρίψει και προτείνει ένα νέο δημοψήφισμα. Πολιτικά δεν έχει νόημα. Έτσι, η άκρα δεξιά κερδίζει τις βρετανικές εργαζόμενες τάξεις. Αυτό είναι φοβερό και το χειρότερο είναι ότι συμβαίνει στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες.

πηγή

του Κώστα Λαπαβίτσα

Στις 19 Φεβρουαρίου η Καθημερινή δημοσίευσε παρέμβαση δεκατεσσάρων Ελλήνων πανεπιστημιακών οικονομολόγων, με τίτλο: «Το Grexit παραμένει καταστροφικό για την Ελλάδα». Ο τόνος τους ήταν αυστηρός, αλλά η πληροφόρησή τους για τα επιχειρήματα της άλλης πλευράς μάλλον ανύπαρκτη. Παρ’ όλα αυτά, μας διαβεβαίωσαν ότι οι καταστροφές που θα συμβούν, αν η χώρα φύγει από την ΟΝΕ, θα είναι απερίγραπτες. Είναι όντως έτσι;

Η επιμονή των οικονομολόγων στην πλευρά της προσφοράς

Η ουσία της παρέμβασης των δεκατεσσάρων έγκειται στην αντιμετώπιση της οξείας κρίσης της ελληνικής οικονομίας εντός Ευρωζώνης: «Χρειαζόμαστε έξοδο από αυτή τη μαύρη τρύπα [της ατέλειωτης λιτότητας]. Αυτό απαιτεί αλλαγή πλεύσης και μεταρρυθμίσεις μέσα στο ευρώ, όχι Grexit. Εκτός ευρώ και χωρίς την πίεση των θεσμών, οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις δεν θα γίνουν ποτέ.»

Οι «αναγκαίες μεταρρυθμίσεις», οι οποίες «είναι απαραίτητες ανεξάρτητα από το τι νόμισμα θα έχουμε», έχουν ως εξής: «το άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων, η δραστική μείωση της γραφειοκρατίας ιδιαίτερα στο μέτωπο των επενδύσεων, η ιδιωτικοποίηση τομέων της οικονομίας όπου το κράτος απέτυχε […] η εφαρμογή των νόμων και [η] απονομή της δικαιοσύνης».

Ξαφνιάζει η βαθιά και ταυτόχρονη πίστη και στο ευρώ και στη νεοφιλελεύθερη «μεταρρυθμιστική» πανάκεια. Γνήσιοι νεοφιλελεύθεροι οικονομολόγοι, όπως ο Μίλτον Φρίντμαν, ο Άλαν Γουόλτερς, ο Μάρτιν Φέλντσταϊν, έχουν ασκήσει καταλυτική κριτική στην ΟΝΕ, ήδη από τη δεκαετία του 1990. Δεν συμφωνούμε με τη γενικότερη προσέγγισή τους, αλλά δεν μπορούμε να παραγνωρίσουμε ότι στο συγκεκριμένο ζήτημα αποδείχθηκαν προφητικοί.

Η παρέμβαση των δεκατεσσάρων επικεντρώνεται αποκλειστικά στην πλευρά της προσφοράς της ελληνικής οικονομίας. Ακόμη περισσότερο, θεωρούν ότι η πατρίδα τους είναι ανίκανη να προχωρήσει μόνη της στις απαιτούμενες, κατά τους ίδιους, «μεταρρυθμίσεις». Χρειάζεται η εποπτεία των ξένων και το θεσμικό πλαίσιο της ΟΝΕ.

Οι «μεταρρυθμίσεις» που προτείνουν δεν είναι πειστικές. Η βαθύτερη αδυναμία της παρέμβασής τους όμως, είναι ότι οι προτάσεις οικονομικής πολιτικής δεν πρέπει να αναλύονται μόνο με όρους προσφοράς, αλλά και ζήτησης. Ο Μάρσαλ τόνιζε ότι «το ψαλίδι κόβει μόνο και με τις δύο λεπίδες». Δεν είχε άδικο.


Τα αίτια κατάρρευσης της ανταγωνιστικότητας

Το κεντρικό επιχείρημα όσων προτείνουν έξοδο από την ΟΝΕ είναι απλό. Κατά την περίοδο 1980-2000, ο μέσος ετήσιος ρυθμός ονομαστικής διολίσθησης της δραχμής ήταν ως προς το δολάριο ΗΠΑ περίπου 10%, ως προς το γερμανικό μάρκο επίσης 10%, ως προς την ιταλική λιρέτα 6% και, τέλος, ως προς το ECU 8%. Αυτοί οι ρυθμοί δεν απέκλιναν πολύ από τους αντίστοιχους διαφορικούς ρυθμούς πληθωρισμού της ελληνικής οικονομίας. Άρα η διεθνής ανταγωνιστικότητα της Ελλάδας (σε όρους πραγματικής συναλλαγματικής ισοτιμίας) παρέμενε μέσα σε στενά όρια διακύμανσης.

Κατά την περίοδο 2002-2008, όταν η διολίσθηση έγινε αδύνατη, η ετήσια απόκλιση του ονομαστικού μοναδιαίου κόστους εργασίας ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Γερμανία ήταν της τάξης του 2,5%. Αντίστοιχη – και λίγο μεγαλύτερη – ήταν και η απόκλιση του πληθωρισμού. Ο κύριος λόγος είναι πλέον γενικά αποδεκτός: οι παγωμένοι ονομαστικοί μισθοί στη Γερμανία. Ταυτόχρονα, ο μέσος ετήσιος ρυθμός ανατίμησης του ευρώ ως προς το δολάριο ήταν 7%.

Πώς θα ήταν δυνατόν να μην αποσταθεροποιηθεί η ελληνική οικονομία, όταν εμφάνισε τέτοιο τεράστιο κενό ανταγωνιστικότητας ως προς τη Γερμανία εντός ΟΝΕ, και όταν χρησιμοποιούσε ένα νόμισμα πιο «σκληρό» και από το δολάριο; Ας μην ψάχνουν οι δεκατέσσερις να βρουν την απάντηση στην εξέλιξη της παραγωγικότητας της εργασίας: στην Ελλάδα αυξήθηκε ταχύτερα από ό,τι στη Γερμανία. Αλλά η κίνηση των τιμών εξουδετέρωσε αυτό το πλεονέκτημα κι έτσι το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών ξεπέρασε το 15% του ΑΕΠ το 2008. Η τεράστια διόγκωση του δημόσιου και του εξωτερικού χρέους την ίδια περίοδο ήταν αποτέλεσμα της κατάρρευσης της διεθνούς ανταγωνιστικότητας, και όχι η αιτία της κρίσης.


Η σημασία της ζήτησης και οι ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις

Μετά το 2010, η εκτόξευση της ανεργίας, η δραματική συρρίκνωση της βιομηχανικής παραγωγής, η έλλειψη δυναμισμού της ελληνικής οικονομίας, οφείλονται εν πολλοίς στη συντριβή της ζήτησης στα πλαίσια της «διάσωσης». Ας συμφωνήσουμε όλοι ότι η πατρίδα μας έχει χίλια στραβά, τα οποία επιθυμούμε να διορθωθούν. Όμως, 1.100.000 ανέργους δεν είχε ποτέ, ούτε ποτέ έδιωξε εκατοντάδες χιλιάδων άριστα εκπαιδευμένους νέους στο εξωτερικό.

Η καταστροφή ήταν το τίμημα όχι μόνο της συμμετοχής αλλά και της πεισματικής παραμονής μας στο ευρώ. Στις συνθήκες αυτές είναι εντελώς παράλογο να ζητάμε από τον ελληνικό λαό ακόμα περισσότερες θυσίες στο όνομα γενικόλογων «μεταρρυθμίσεων» στην πλευρά της προσφοράς. Λάθος στόχος, λάθος μείγμα πολιτικής, λάθος κατεύθυνση. Οι δεκατέσσερις παρακάμπτουν την «κάμηλο», αλλά θέτουν στο κβαντικό μικροσκόπιο τον «κώνωπα».

Η δική μας πρόταση, η οποία εκτίθεται αναλυτικά σε πρόσφατη μελέτη του ΕΔΕΚΟΠ, ξεκινάει από αυτές τις αναλυτικές διαπιστώσεις και προτείνει άλλη πορεία για τη χώρα. Η ανατομή της ελληνικής οικονομίας όντως καταδεικνύει θεμελιώδεις δομικές ανισορροπίες στην πλευρά της προσφοράς. Ο τομέας της βιομηχανίας είναι έντονα εξαρτημένος από τις εισαγωγές. Ο τομέας των υπηρεσιών, αλλά και της αγροτικής παραγωγής, έχει σημαντικά πλεονεκτήματα όσον αφορά τη διεθνή ανταγωνιστικότητα, αλλά κυρίως την ενεργό ζήτηση. Επομένως, απαιτείται ένα μείγμα οικονομικής πολιτικής που θα στοχεύει αρχικά στην αξιοποίηση των υφιστάμενων θετικών δυνατοτήτων προκειμένου να επιτύχει, τελικά, τη διόρθωση των αρνητικών πλευρών.

Η Ελλάδα χρειάζεται εσπευσμένα τόνωση της ζήτησης για τη γρήγορη μείωση της ανεργίας. Αυτό απλώς δεν γίνεται εντός ΟΝΕ. Η έξοδος έχει ακριβώς αυτή τη σημασία. Θα επιτρέψει ανάκτηση κυριαρχίας στη νομισματική πολιτική και νέους βαθμούς ελευθερίας στη δημοσιονομική πολιτική. Η υποτίμηση θα τονώσει την ανταγωνιστικότητα και θα μεταβάλλει θετικά το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Στη βάση αυτή η χώρα θα μπορέσει να υιοθετήσει βιομηχανική και αγροτική πολιτική με στοχευμένη τομεακή και κλαδική σύνθεση. Απαραίτητο στοιχείο είναι η εξυγίανση του ουσιαστικά χρεοκοπημένου τραπεζικού συστήματος σε νέα, δημόσια βάση.

Αυτές είναι οι ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις που απαιτούνται και φυσικά περιλαμβάνουν μεταρρύθμιση και της Δημόσιας Διοίκησης. Μόνοι μας πρέπει να τις κάνουμε. Κανείς άλλος δεν πρόκειται να τις κάνει για μας, ούτε και να μας εποπτεύσει μεγαλόθυμα.

Η έξοδος από την ΟΝΕ είναι ένας αναγκαίος, αλλά όχι ικανός, όρος για να διαρρήξει η χώρα τον καταστροφικό κύκλο στον οποίο έχει εγκλωβιστεί. Δεν είναι απλή διαδικασία και σίγουρα δεν είναι εύκολη. Είναι όμως απολύτως εφικτή και μπορεί να γίνει με ομαλότητα, αν υπάρξει τεχνική προετοιμασία, κοινωνική συσπείρωση και αποφασιστικότητα.

Το ΕΔΕΚΟΠ κατέθεσε το περίγραμμα ενός προγράμματος εξόδου. Οι δεκατέσσερις θα πρόσφεραν εξαιρετικές υπηρεσίες αν εξέταζαν το θέμα με επιστημονικούς όρους. Το ζήτημα δεν πρόκειται να φύγει από το προσκήνιο το επόμενο διάστημα. Εμείς ήδη καταθέσαμε επεξεργασμένες προτάσεις, ενώ έπονται άλλες. Επιζητούμε τον εμπεριστατωμένο αντίλογο.

Το ελληνικό οικονομικό τμήμα του ΕΔΕΚΟΠ
Ιωάννης Θεοδοσίου (University of Aberdeen)
Κώστας Λαπαβίτσας (School of Oriental and African Studies, University of London)
Θεόδωρος Μαριόλης (Πάντειο Πανεπιστήμιο)
Στέργιος Σκαπέρδας (University of California, Irvine)


Παραθέτουμε αυτούσιο το κείμενο των 14 Ελλήνων Οικονομολόγων όπως δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Καθημερινή στις 19 Φεβρουαρίου 2017.

Το Grexit παραμένει καταστροφικό για την Ελλάδα


Η κυβέρνηση ξανάνοιξε τη συζήτηση ευρώ ή δραχμή. Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι «ευρώ ή επιστροφή στη δραχμή», αλλά «ευρώ ή Grexit». Και Grexit με νέα δραχμή δεν είναι λύση, είναι καταστροφή.

Κατ’ αρχάς, η ανάμνηση καλών εποχών με τη δραχμή δεν σημαίνει ότι οι εποχές ήταν καλές εξαιτίας της δραχμής ούτε ότι θα επανέλθουν με Grexit και νέα δραχμή ενώ οι εταίροι μας παραμένουν στο ευρώ. Οι δραχμιστές υπόσχονται λαγούς με πετραχήλια: σβήσιμο του δημοσίου χρέους, σβήσιμο των ιδιωτικών χρεών και ισοτιμία 1:1 νέας δραχμής με ευρώ. Τέτοιες υποσχέσεις είτε είναι εσκεμμένα παραπλανητικές, είτε προδίδουν μια βαθιά άγνοια της οικονομικής πραγματικότητας.

Στην επταετία της κρίσης, η Ελλάδα έχασε τη θέση που κατείχε ανάμεσα στις οικονομίες του ευρωπαϊκού πυρήνα. Η σημερινή της κατάσταση αντικατοπτρίζει την παραγωγικότητά της, πράγμα που σημαίνει ότι η βελτίωση την πρώτη οκταετία του 21ου αιώνα ήταν απατηλή, αποτέλεσμα της τεχνητής αύξησης της κατανάλωσης μέσω δανεισμού. Τέτοιος δανεισμός θα είναι ανέφικτος επί πολλά χρόνια σε περίπτωση Grexit.

Οι συνέπειες του Grexit θα είναι καταστροφικές για την Ελλάδα τόσο βραχυπρόθεσμα όσο και μακροπρόθεσμα. Η έλλειψη ανταγωνιστικότητας της χώρας θα επιφέρει γρήγορα βαθιά υποτίμηση της νέας δραχμής σε σχέση με το ευρώ και η αγοραστική δύναμη των μισθωτών και των συνταξιούχων θα συρρικνωθεί δραματικά. Το δημόσιο και ιδιωτικό χρέος σε ευρώ θα γίνει πολύ μεγαλύτερο σε νέες δραχμές και πολύ πιο δυσβάσταχτο. Οι καταθέσεις θα μετατραπούν υποχρεωτικά σε νέες δραχμές, με μείωση της αξίας τους τουλάχιστον στο μισό. Η αναστάτωση στο τραπεζικό σύστημα θα έχει, επίσης, ως συνέπεια τη χρεοκοπία πολλών επιχειρήσεων και την επιδείνωση της ανεργίας. Βραχυπρόθεσμα, τα όποια πλεονεκτήματα μιας αυτόνομης νομισματικής πολιτικής θα εξανεμιστούν υπό το βάρος της οικονομικής και πολιτικής αστάθειας. Ελλείψεις σε βασικά αγαθά όπως φάρμακα και καύσιμα είναι πολύ πιθανές. Η κυβέρνηση, αδυνατώντας να ισοσκελίσει έσοδα και δαπάνες, θα τυπώνει πληθωριστικό χρήμα και θα καταφεύγει σε περαιτέρω λαϊκιστικές πολιτικές, εξαλείφοντας τόσο τα κέρδη ανταγωνιστικότητας από το αδύναμο νόμισμα όσο και τις όποιες ελπίδες για ξένες επενδύσεις.

Οι μακροχρόνιες συνέπειες του Grexit θα είναι ακόμη πιο δραματικές για το βιοτικό μας επίπεδο. Το κατρακύλισμα της παραγωγικότητας έχει σταματήσει μόνο και μόνο γιατί η χώρα παραμένει στη ζώνη του ευρώ. Εξω απ’ το ευρώ, η παραγωγικότητα και το βιοτικό μας επίπεδο θα μειωθούν σημαντικά. Οι σύγχρονες και ευημερούσες οικονομίες, στην Ευρώπη και τον υπόλοιπο κόσμο, βασίζονται στην αγορά και τον υγιή ανταγωνισμό, χρησιμοποιώντας τον πλούτο που παράγεται για να χρηματοδοτήσουν ένα ισχυρό κοινωνικό κράτος. Εχουν επίσης έναν αποτελεσματικό δημόσιο τομέα που λειτουργεί ανεξάρτητα από την εκάστοτε κυβέρνηση και, συνεπώς, περιορίζει τις κομματικές επιρροές.

Η ιστορία έχει αποδείξει ότι οι εγχώριοι πολιτικοί θεσμοί αδυνατούν να κάνουν τα απαραίτητα για τη μακροχρόνια ανάπτυξη και ευημερία της χώρας μας. Η συμμετοχή της Ελλάδας στον πυρήνα της Ευρώπης συμβάλλει στη μακροχρόνια σύγκλισή μας προς τους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Αντίθετα, η έξοδος της Ελλάδας από το ευρώ θα ενδυναμώσει τη ροπή προς τις πελατειακές δομές και θα ενισχύσει τις διαχρονικές παθογένειες της ελληνικής οικονομίας. Αναπόφευκτα θα οδηγηθούμε σε μια κλειστή και φτωχή οικονομία με υψηλή διαφθορά.

Αντί για Grexit, η ελληνική οικονομία έχει ανάγκη από βαθιές διαρθρωτικές αλλαγές, που θα την κάνουν πιο ανταγωνιστική, θα ενισχύσουν την ανάπτυξη και μακροχρόνια θα βοηθήσουν στην αποπληρωμή του συσσωρευμένου χρέους. Η αύξηση της παραγωγικότητας, το άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων, η δραστική μείωση της γραφειοκρατίας ιδιαίτερα στο μέτωπο των επενδύσεων, η ιδιωτικοποίηση τομέων της οικονομίας όπου το κράτος απέτυχε, είναι απαραίτητες προϋποθέσεις για την αναστροφή της κρίσης. Οι μεταρρυθμίσεις αυτές είναι απαραίτητες ανεξάρτητα από το τι νόμισμα θα έχουμε. Εάν όμως έχουμε νέα δραχμή θα είναι πάρα πολύ πιο δύσκολο να γίνουν, βυθίζοντας την χώρα σε μακροχρόνια φτώχεια.

Η σημερινή κυβέρνηση αρνείται σθεναρά να κάνει τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις, οι προκάτοχοι καθυστερούσαν, και οι εταίροι έδωσαν πιο μεγάλη έμφαση στα δημοσιονομικά παρά στις μεταρρυθμίσεις. Οι διαρθρωτικές αλλαγές αφορούν και το σύστημα διακυβέρνησης ευρύτερα – την εφαρμογή των νόμων και την απονομή της δικαιοσύνης, τα οποία όλα χωλαίνουν στην Ελλάδα της κρίσης. Οπως έχουν αποδείξει πολλές οικονομικές μελέτες, η κακή διακυβέρνηση αποτελεί τεράστιο αντικίνητρο στην προσέλκυση επενδύσεων, χωρίς τις οποίες δεν είναι δυνατή η οικονομική ανάκαμψη.

Μειοψηφίες ακυρώνουν ή καθυστερούν σημαντικά αναγκαίες μεταρρυθμίσεις που θίγουν τα συμφέροντά τους, κατάφωρες παρανομίες όπως η καταστροφή δημόσιας η ιδιωτικής περιουσίας παραμένουν ατιμώρητες, η φοροδιαφυγή καλπάζει και τα φορολογικά χρέη συσσωρεύονται. Η χώρα μας έχει εγκλωβιστεί στη «μαύρη τρύπα» της ατέλειωτης λιτότητας χωρίς αναπτυξιακή προοπτική. Η κρίση τώρα στον όγδοο χρόνο της έχει υποβάλει σε αφόρητη δοκιμασία άτομα και θεσμούς της χώρας. Η υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου είναι ανελέητη και πρωτοφανής. Χρειαζόμαστε έξοδο από αυτή τη μαύρη τρύπα. Αυτό απαιτεί αλλαγή πλεύσης και μεταρρυθμίσεις μέσα στο ευρώ, όχι Grexit. Εκτός ευρώ και χωρίς την πίεση των θεσμών, οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις δεν θα γίνουν ποτέ. Με Grexit, όλες οι θετικές προοπτικές μηδενίζονται.

Η παραμονή στο ευρώ διασφαλίζει την ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας, παρέχοντάς μας επίσης τη δυνατότητα να συνεχίζουμε να διαπραγματευόμαστε με τους Ευρωπαίους εταίρους μας για καλύτερους όρους, για ανάπτυξη και προσαρμογή του χρέους. Επειδή η νέα αμερικανική κυβέρνηση φαίνεται να τάσσεται εναντίον της συνοχής της E.Ε. και του ιδίου του ευρώ, είναι ακόμη πιο σημαντικό να εργασθούμε όλοι για τη σταθερότητά του και την επιτυχία της χώρας στο πλαίσιο της Ευρωζώνης. Ετσι θα ικανοποιηθούν τα μακροπρόθεσμα ζωτικά συμφέροντα της Ελλάδας. Σε αυτό το πλαίσιο, οι ευρωπαϊκοί θεσμοί και οι ισχυρές ευρωπαϊκές οικονομίες οφείλουν επίσης να ανταποκριθούν τάχιστα, αναλαμβάνοντας το μερίδιο ευθύνης που τους αναλογεί για τον περιορισμό της λιτότητας και τη στήριξη της αναπτυξιακής τροχιάς της Ελλάδας.

Γιώργος-Μάριος Αγγελέτος, MIT, Κώστας Αζαριάδης, Washington University in St. Louis, Κώστας Αρκολάκης, Yale University Γιάννης Ιωαννίδης, Tufts University,Γιώργος Κωνσταντινίδης, University of Chicago, Κώστας Μεγήρ, Yale University,Χάρης Ντέλλας, University of Bern, Νίκος Οικονομίδης, New York University,Στυλιανός Περράκης, Concordia University, Εμμανουήλ Πετράκης, Πανεπιστήμιο Κρήτης, Χριστόφορος Πισσαρίδης, London School of Economics, Nobel Prize in Economics, Βασιλική Σκρέτα, University College London, Θανάσης Στέγγος, University of Guelph, Μιχάλης Χαλιάσος, Goethe University Frankfurt.