Του Βασίλη Πολυμένη *

Μέσα στις επόμενες εβδομάδες αναμένεται να ολοκληρωθεί η πρώτη φάση των αλλαγών στις διοικήσεις των τραπεζών, αρχικά με την τοποθέτηση της νέας ηγετικής ομάδος στην Εθνική Τράπεζα, υπό το φως των τελευταίων εξελίξεων σε πολιτικό και οικονομικό επίπεδο. Ένα μεγάλο όμως μέρος της συζήτησης που γίνεται σήμερα για το θέμα των τραπεζών είναι σε λανθασμένη βάση για δύο λόγους.

Πρώτον, διότι θεωρεί πως οι ελληνικές τράπεζες θα λειτουργήσουν σε μία «μεγάλη» οικονομία στην οποία μπορεί κανείς να θεωρήσει χωρίς σημαντικό σφάλμα τις τιμές να διαμορφώνονται εξωγενώς. Στη πραγματικότητα βέβαια,
όπως διαμορφώνεται ο νέος τραπεζικός χάρτης της χώρας, οι ελληνικές τράπεζες δεν λειτουργούν σε μία πλήρως ανταγωνιστική αγορά.

Δεύτερον, διότι ατυχώς η μέχρι τώρα συζήτηση παραμένει σιωπηρή ως προς τα κίνητρα των παικτών (διοικητών τραπεζών, τραπεζικών στελεχών και
μεγαλομετόχων από τη μια, και το οικονομικό επιτελείο, η Τράπεζα της Ελλάδος, οι πιστωτές και το ΤΧΣ από την άλλη) με την έννοια της μη ευθυγράμμισης τους (conflict of interest). Η περίπτωση όμως είναι πιο περίπλοκη, και η ανάλυση των κινήτρων των παικτών του τραπεζικού μας
συστήματος θα πρέπει να γίνει το κεντρικό σημείο αναφοράς της όποιας συζήτησης γύρω από αυτό. Το κεντρικό πρόβλημα έγκειται στην ασύμμετρη κατανομή των πληροφοριακών ροών ανάμεσα στις διοικήσεις των τραπεζών και το Οικονομικό Επιτελείο που καλείται να ελέγξει τους τραπεζίτες για την εύρυθμη λειτουργία της τραπεζικής πίστης.

Μέσα σε αυτό το δύσκολο περιβάλλον, είναι σημαντικό να κατανοηθεί σε κάποιο βάθος ο ρόλος του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ). Εκ πρώτης όψεως, σύμφωνα με τον ιδρυτικό του νόμο το ΤΧΣ διαθέτει διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια, και λειτουργεί με τους κανόνες της
ιδιωτικής οικονομίας. Επιστρατεύτηκε σε συνθήκες εξαιρετικής έλλειψης ρευστότητας και προσέφερε νέα κεφάλαια που αποτελούν ένα σημαντικό ποσοστό της συνολικής κεφαλαιοποίησης του συστήματος. Είναι ένας νέος τύπος χρηματοδότη πέρα από τους παραδοσιακούς επενδυτές (πιστωτές και μετόχους).

Στην πραγματικότητα το ΤΧΣ είναι ένα υβριδικό χρηματοπιστωτικό ίδρυμα με ένα πολύπλοκο και χρηματοοικονομικά αχαρτογράφητο ρόλο, δεδομένου ότι καλείται να υποστηρίξει τη σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος χωρίς να επιφέρει στρέβλωση της λειτουργίας του
ανταγωνισμού των τραπεζών. Για να το επιτύχει αυτό, το Ταμείο θα πρέπει να εποπτεύει στρατηγικά και να διαχειρίζεται τον κίνδυνο ενός χαρτοφυλακίου επισφαλών τραπεζικών στοιχείων, ενώ συνεχώς θα πρέπει να αναγνωρίζει και να αντιμετωπίζει ζητήματα κινδύνου αήθους συμπεριφοράς (moral hazard) της διοίκησης των τραπεζών που σχετίζονται με την αποστολή του. Οι αποφάσεις
της διοίκησης του ΤΧΣ πρέπει να είναι σύμφωνες με τις διεθνείς βέλτιστες πρακτικές (best practice), και σε πλήρη συμμόρφωση με την εντολή του.

Εάν είχε χρησιμοποιηθεί σωστά σήμερα το Ταμείο θα μπορούσε να βρίσκεται στο επίκεντρο μιας σημαντικής μεταρρυθμιστικής ατζέντας για το τραπεζικό τοπίο, και να είναι ένα χρηματοπιστωτικό εργαλείο στην αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης. Πιο συγκεκριμένα, η έλευση του ΤΧΣ θα έπρεπε να στοχεύει σε δύο κατευθύνσεις: α) την απομάκρυνση της πιθανότητας ενός bank run, και β) της χρηματοδότησης των σημαντικών ζημιών που ο τομέας υπέστη από την επιδείνωση των στοιχείων ενεργητικού λόγω οικονομικής ύφεσης (NPL). Εφόσον μειωθεί η πιθανότητα χρεοκοπίας, η αύξηση της καθαρής θέσης των τραπεζών θα μπορούσε να λειτουργήσει θετικά στην προσέλκυση
στρατηγικών τραπεζικών επενδυτών που θα στελέχωναν τις διοικήσεις και θα είχαν το know-how και το βάθος ρευστότητας ώστε να αντιμετωπίσουν τα επισφαλή δάνεια.

Στη πραγματικότητα όμως αυτό το δυνητικά σημαντικό εργαλείο έπεσε θύμα επιπολαιότητας, και της προσπάθειας να διασφαλιστούν τα συμφέροντα των παλαιών μετόχων. Ένα ερωτηματικό που θα πρέπει να αναλυθεί σε βάθος είναι η απόφαση της διοίκησης του ΤΧΣ να προσφέρει τα λεγόμενα warrants με το σκεπτικό να διευκολύνει την συμμετοχή των ιδιωτών στις ανακεφαλαιοποιήσεις
των τραπεζικών ιδρυμάτων. Στη πραγματικότητα λόγω της επιλογής να δοθούν warrants, ο φορολογούμενος, που τελικά θα πληρώσει την ρευστότητα που προσφέρει το ΤΧΣ, παρακάμπτεται και δε συμμετάσχει στα όποια κέρδη από την αποφυγή της χρεωκοπίας ούτε διασφαλίζει την αξία της επένδυσης του σε όρους παρούσας αξίας. Μέσω των warrants, o όποιος πλούτος δημιουργείται από την αποφυγή της χρεωκοπίας μεταφέρεται στους παλαιούς μετόχους. Αλλά το μέγιστο σφάλμα στην επιλογή να δοθούν warrants έγκειται στο ότι αυτά είναι παράγωγα χρηματοοικονομικά εργαλεία βαθιά κερδοσκοπικού χαρακτήρα. Τέτοια προϊόντα δεν συνάδουν με το στόχο του ΤΧΣ που είναι η διατήρηση της σταθερότητας του ελληνικού τραπεζικού συστήματος. Και αυτό διότι ως κερδοσκοπικά προϊόντα με τεράστιο βαθμό μόχλευσης δεν προσέλκυσαν τους μακροχρόνιους στρατηγικούς επενδυτές που τόσο έχει ανάγκη το τραπεζικό μας σύστημα.


* Ο Δρ Πολυμένης έχει PhD στο Finance από τη Σχολή Διοίκησης Wharton του Πανεπιστημίου της Πεννσυλβανίας, και υπήρξε επ. Καθηγητής της ΣχολήςAnderson του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας. Έχει συνεργαστεί με κορυφαίες εταιρείες, και η έρευνα του στα ομόλογα και τη χρεωκοπία έχει βραβευθεί από τη Wall Street. Σήμερα είναι αναπληρωτής Καθηγητής στο ΑΠΘ.
Axact

Ακτιβιστής

Μπορείτε να επικοινωνήσετε σχετικά με το παρόν άρθρο ή οτιδήποτε σχετίζεται με την ιστοσελίδα του "ακτιβιστή" ή ακόμη και για άρθρα ή απόψεις σας που επιθυμείτε να δημοσιεύσουμε στο email: chrivanovits@gmail.com

Προσθέσετε το σχόλιό σας:

0 comments:

Παρακαλώ αφήστε το μήνυμά σας. Προσπαθήστε να σχολιάζετε χωρίς προσβλητικούς και συκοφαντικούς χαρακτηρισμούς. Σχόλια που θα θεωρηθούν συκοφαντικά ή θα περιέχουν βωμολοχίες θα απορρίπτονται.