Articles by "Ιρλανδία"


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιρλανδία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Μπόμπι Σαντς (1954 – 1981)

O Μπόμπι Σαντς (Bobby Sands) ήταν βορειοϊρλανδός εθνικιστής και ηγετικό στέλεχος του Ιρλανδικού Δημοκρατικού Στρατού (IRA), ενταγμένος στην αριστερή του πτέρυγα. Έγινε παγκοσμίως γνωστός το 1981, όταν ξεκίνησε απεργία πείνας στη φυλακή, διεκδικώντας το καθεστώς του πολιτικού κρατούμενου. Η άρνηση της τότε πρωθυπουργού της Μεγάλης Βρετανίας Μάργκαρετ Θάτσερ να ικανοποιήσει το αίτημά του, τον οδήγησε στο θάνατο στις 5 Μαΐου 1981.

Ο Ρόμπερτ Γκέραρντ «Μπόμπι» Σαντς γεννήθηκε στο Μπέλφαστ της Βόρειας Ιρλανδίας στις 9 Μαρτίου 1954. Ήταν το μεγαλύτερο από τα τέσσερα παιδιά του Τζον και της Ροζαλίν Σαντς, δύο πιστών Καθολικών. Από μικρό παιδί, ο Μπόμπι ζούσε και μεγάλωνε με τις έντονες διαμάχες μεταξύ των Καθολικών ή Δημοκρατικών (των Ιρλανδών που ζητούν την ενσωμάτωση της Βόρειας Ιρλανδίας στη Δημοκρατία της Ιρλανδίας ή Έιρε) και των Προτεσταντών ή Ενωτικών (των Ιρλανδών που παραμένουν πιστοί στο βρετανικό στέμμα).

Σε ηλικία 10 ετών αναγκάστηκε να μετακομίσει με την οικογένειά του σε άλλη γειτονιά του Μπέλφαστ, λόγω της κατατρομοκράτησής τους από τους Προτεστάντες. «Ήμουν ένα αγόρι της εργατικής τάξης από το εθνικιστικό γκέτο, αλλά είναι η καταστολή που μου δημιούργησε το επαναστατικό πνεύμα της ελευθερίας» είχε γράψει ο Σαντς για τα παιδικά του χρόνια. Σε ηλικία 18 ετών, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη δουλειά του ως μαθητευόμενος τεχνίτης αυτοκινήτων και να μετακινηθεί ξανά με την οικογένειά του σε άλλη γειτονιά.


Η συνεχιζόμενη καταπίεση των Καθολικών από τους Προτεστάντες ριζοσπαστικοποίησε τον Σαντς και τον ώθησε να ενταχθεί στον IRA το 1972. Οι δεσμοί του με την οργάνωση, που διεκδικούσε με δυναμικά μέσα την απόσπαση της Βόρειας Ιρλανδίας από τη Μεγάλη Βρετανία, δεν πέρασαν απαρατήρητοι από τις αρχές. Αργότερα, εκείνο το έτος, συνελήφθη για κατοχή πυροβόλων όπλων και καταδικάστηκε σε φυλάκιση τριών ετών.

Στη φυλακή συνάντησε κορυφαία στελέχη του IRA, όπως ο Τζέρι Άνταμς, τα οποία εκτίμησαν τις ικανότητές του, με αποτέλεσμα μετά την αποφυλάκισή του να ανέλθει τάχιστα στην ιεραρχία της οργάνωσης. Ανήκε στην αριστερή πτέρυγα του IRA και παρότρυνε τους συντρόφους του να υιοθετήσουν σοσιαλιστικές πολιτικές. Ο Σαντς ήταν θαυμαστής της πολιτικής δράσης και του συγγραφικού έργου των Τζορτζ Τζάκσον, Φραντς Φανόν, Τσε Γκεβάρα και του ιρλανδού σοσιαλιστή Τζέιμς Κόνολι. Κατά τη διάρκεια της προφυλάκισής του παντρεύτηκε τη φίλη του Τζέραλντι Νόουντ, με την οποία απέκτησε ένα γιο, τον Γκέραρντ Σαντς.

Με την απελευθέρωσή του, ο Σαντς επέστρεψε αμέσως στην πολιτική δράση και γρήγορα έγινε δημοφιλής στις τάξεις των Καθολικών. Στα τέλη του 1976, οι αρχές τον συνέλαβαν ξανά, αυτή τη φορά για μία βομβιστική ενέργεια σε μια μεγάλη εταιρεία επίπλων και την επακόλουθη ανταλλαγή πυρών μεταξύ των δραστών και της αστυνομίας. Αφού υποβλήθηκε σε απάνθρωπη ανάκριση και δικάστηκε με αμφισβητούμενα αποδεικτικά στοιχεία, καταδικάστηκε σε κάθειρξη 14 ετών, την οποία άρχισε να εκτίει στη φυλακή υψίστης ασφαλείας του Μέιζ, στα περίχωρα του Μπέλφαστ.

Από την πρώτη μέρα του εγκλεισμού του ανέπτυξε ακτιβιστική δράση, ζητώντας μεταρρυθμίσεις στο σωφρονιστικό σύστημα, με αποτέλεσμα συχνά να βρίσκεται σε κελί απομόνωσης. Ο βασικός ισχυρισμός του ήταν ότι αυτός και οι άλλοι συγκρατούμενοί του μέλη του IRA έπρεπε ν’ αντιμετωπίζονται ως πολιτικοί κρατούμενοι και αιχμάλωτοι πολέμου και όχι τρομοκράτες, όπως επέμενε η βρετανική κυβέρνηση.

Την 1η Μαρτίου 1981, ο Σαντς και άλλοι εννέα συγκρατούμενοί του αποφάσισαν να ξεκινήσουν απεργία πείνας μέχρι θανάτου. Εκτός από το βασικό τους επιχείρημα, ότι έπρεπε ν’ αντιμετωπίζονται ως πολιτικοί κρατούμενοι, τα υπόλοιπα αιτήματά τους κυμαίνονταν από το να επιτρέπεται στους κρατουμένους να φορούν τα δικά τους ρούχα μέχρι να δέχονται επισκέψεις και αλληλογραφία.

Οι αρχές απέρριψαν τα αιτήματά του και ο ίδιος ήταν αποφασισμένος να συνεχίσει την απεργία πείνας. Σταδιακά η υγεία του άρχισε να επιδεινώνεται και κατά τη διάρκεια των πρώτων 17 ημερών είχε χάσει 8 κιλά. Εν τω μεταξύ, ο Σαντς σε μία προσπάθεια ν’ αναδείξει τον αγώνα του, έθεσε υποψηφιότητα για τη βουλευτική έδρα της εκλογικής περιφέρειας Φέρμανα και Σάουθ Τάιροουν, που θα κρινόταν σε επαναληπτική εκλογή. Στις 9 Απριλίου εξελέγη βουλευτής του Βρετανικού Κοινοβουλίου, επικρατώντας του Προτεστάντη αντιπάλου του, προκαλώντας σοκ στη βρετανική κυβέρνηση και ακυρώνοντας πανηγυρικά το επιχείρημά της ότι ο IRA ήταν μία περιθωριακή τρομοκρατική οργάνωση και δεν τύγχανε λαϊκής υποστήριξης.

Παρά την εκλογή του, ο Σαντς συνέχισε την απεργία πείνας, καθώς η στάση της Θάτσερ δεν άλλαξε. Στις 3 Μαΐου έπεσε σε κώμα και στις 5 Μαΐου 1981 άφησε την τελευταία του πνοή στη φυλακή του Μέιζ. Ο Μπόμπι Σαντς ήταν 27 ετών και είχε αρνηθεί τροφή για 66 ημέρες. Τις τελευταίες εβδομάδες της ζωής του τις πέρασε σε μία κλίνη νερού για την προστασία του φθαρμένου και εύθραυστου σώματός του.

Ο θάνατος του Σαντς προκάλεσε κύματα αγανάκτησης σ’ όλο τον κόσμο. Οι ΗΠΑ εξέφρασαν «βαθιά λύπη», εφημερίδες σε όλο τον κόσμο καταδίκασαν την «αναισθησία» της Θάτσερ ν’ αφήσει ένα μέλος του κοινοβουλίου να πεθάνει και μεγάλες ταραχές ξέσπασαν στους δρόμους της Βόρειας Ιρλανδίας. Την πομπή της κηδείας του παρακολούθησαν περισσότερα από 100.000 άτομα.

Τους επόμενους μήνες, εννέα ακόμη κρατούμενοι, μέλη του IRA, πέθαναν σε απεργίες πείνας, που σταμάτησαν τελικά στις 3 Οκτωβρίου 1981. Τελικά, η βρετανική κυβέρνηση, υποκύπτοντας και στις διεθνείς πιέσεις, ικανοποίησε τα περισσότερα αιτήματα των φυλακισμένων στελεχών του IRA και πολλοί από αυτούς απελευθερώθηκαν βάσει της λεγόμενης «Συμφωνίας της Μεγάλης Παρασκευής» (10 Απριλίου 1998), που έθεσε τέλος στις μακροχρόνιες συγκρούσεις στη Βόρεια Ιρλανδία και είναι γνωστή στη βρετανική πολιτική ιστορία ως «Οι Ταραχές» («The Troubles»).

 Σχετικό

Οι τελευταίες μέρες του Μπόμπι Σαντς είναι το θέμα της κινηματογραφικής ταινίας του Στιβ ΜακΚουίν «Hunger», που πρωτοπροβλήθηκε το 2008 με πρωταγωνιστή τον Μάικλ Φασμπέντερ.




Πηγή



Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Ένα ηχηρό «Ναι» έβγαλαν οι κάλπες στην Ιρλανδία, στο δημοψήφισμα που έγινε το Σάββατο, για την νομιμοποίηση των αμβλώσεων. Με την απόφασή τους, η συντριπτική πλειοψηφία των Ιρλανδών βάζει τέλος σε ένα απαράδεκτο για ευρωπαϊκή χώρα καθεστώς, το οποίο δεν στερούσε απλώς από τις γυναίκες την ελευθερία της βούλησης στο θέμα της κύησης, αλλά οδήγησε πολλές ακόμη και στον θάνατο.

Με συμμετοχή που έφτασε το 64,75% οι Ιρλανδοί πήραν μέρος στο δημοψήφισμα και με ποσοστό 66,4% είπαν «Ναι» στον νόμο που δίνει το δικαίωμα στις γυναίκες να προχωρήσουν σε διακοπή ανεπιθύμητης εγκυμοσύνης ή να διακόψουν την κύηση, όταν κινδυνεύει η ζωή τους. Η άμβλωση απαγορεύεται στην Ιρλανδία, εκτός από τις περιπτώσεις που κινδυνεύει η ζωή της μητέρας, σύμφωνα με μία απόφαση που εξέδωσε το Ανώτατο Δικαστήριο το 1992. Παρόλα αυτά δεν έχει ψηφιστεί, μέχρι σήμερα, κανένας νόμος που να επιβάλει την εφαρμογή αυτής της απόφασης, καθώς προσκρούει στο Σύνταγμα.

Σήμερα όμως, με το δημοψήφισμα οι Ιρλανδοί είπαν «Ναι» στην κατάργηση της τροπολογίας 8 του Συντάγματος που απαγορεύει τις αμβλώσεις, γεγονός που χαιρέτησε ο πρωθυπουργός Λίο Βαράντκαρ, ο πρώτος ανοικτά ομοφυλόφιλος Ιρλανδός πρωθυπουργός. «Αυτό που βλέπουμε είναι η κορύφωση μιας αθόρυβης επανάστασης που λαμβάνει χώρα τις δυο τελευταίες δεκαετίες στην Ιρλανδία», είπε ο Βαράντκαρ, διευκρινίζοντας ότι η νέα νομοθεσία θα τεθεί σε ισχύ πριν από το τέλος του έτους.

Η κυβέρνηση προτείνει την πλήρη απελευθέρωση της άμβλωσης για τις 12 πρώτες εβδομάδες της κύησης και δυνατότητα διακοπής της μέχρι και τις 24 εβδομάδες για λόγους υγείας. Την Τρίτη μάλιστα θα συνεδριάσει το υπουργικό για μια πρώτη συζήτηση του νομοσχεδίου που θα έρθει προς ψήφιση το φθινόπωρο. Ένα νομοσχέδιο, για το οποίο δεν προβλέπονται δυσκολίες στην ψήφισή του, αφού οι ηγέτες των δύο μεγαλύτερων κόμματων, του Fianna Feil και του Sinn Fein, υποστηρίζουν την μεταρρύθμιση.

«Το τέλος της εποχής του ερέβους»

Το αποτέλεσμα του χθεσινού δημοψηφίσματος αποτελεί τον δεύτερο μεγάλο πολιτικό και κοινωνικό σεισμό που ταρακουνάει την βαθιά καθολική παράδοση της ιρλανδικής κοινωνίας. Είχε προηγηθεί, τρία χρόνια πριν, ένας άλλος σεισμός που συγκλόνισε την Ιρλανδία: η νομιμοποίηση, πάλι με δημοψήφισμα, του γάμου των ομοφύλων.

«Βγήκαμε από την εποχή του ερέβους. Δεν είμαστε πια μία οπισθοδρομική χώρα, όπως ήθελε να μας κάνει να πιστέψουμε η Εκκλησία», είπε μία 53χρονη ανθοπώλης του Δουβλίνου, ενώ σε κεντρικό εκλογικό κέντρο της ιρλανδικής πρωτεύουσας, μία 71χρονη ανέφερε ότι «τελειώσαμε οριστικά με μία ιστορία που ήταν πραγματικά πολύ σκληρή για τις γυναίκες».

Οι γυναίκες ψήφισαν υπέρ των αμβλώσεων σε ποσοστό 70%, σύμφωνα με την έρευνα Ipsos/MRBI για τους Irish Times. Και οι άνδρες όμως δεν έμειναν απαθείς, αφού σύμφωνα με την ίδια έρευνα είπαν το «Ναι» σε ποσοστό 65%. Συντριπτική ήταν όμως ήταν η απάντηση των νέων, το 87% των οποίων ψήφισε υπέρ της φιλελευθεροποίησης της νομοθεσίας. Το «όχι» όπως συνηθίζεται σε τέτοιες περιπτώσεις ήρθε από τους άνω των 65 ετών, η πλειοψηφία των οποίων τάχθηκε κατά.

Η γυναίκα-σύμβολο

Το θέμα της αλλαγής του καθεστώτος σε ό, τι αφορά τις αμβλώσεις απασχόλησε για δεκαετίες την Ιρλανδία και αποτελούσε μία μόνιμη σύγκρουση φορέων και δυνάμεων της φιλελευθεροποίησης με το βαθύ καθολικό κατεστημένο. Το «απόστημα» έσπασε ωστόσο το 2012, όταν μια 31χρονη Ινδή οδοντίατρος, η Σαβίτα Χαλαπανάβαρ, πέθανε την Ιρλανδία από σηψαιμία εξαιτίας της άρνησης των γιατρών να προχωρήσουν σε άμβλωση κατά την διάρκεια αποβολής του εμβρύου.

Η 31χρονη Σαβίτα βρισκόταν στην 17η εβδομάδα της εγκυμοσύνης της, όταν διακομίστηκε στο πανεπιστημιακό νοσοκομείο του Γκάλογουεϊ με δυνατούς πόνους στην πλάτη. Οι γιατροί την ενημέρωσαν ότι έχει αρχίσει να αποβάλει και η ίδια ζήτησε πολλές φορές να της κάνουν άμβλωση. Οι γιατροί ωστόσο της απάντησαν ότι για όσο διάστημα το έμβρυο έχει καρδιακό παλμό δεν μπορούν να κάνουν τίποτα. Την επομένη έγινε η ίδια συζήτηση και ο γιατρός απάντησε ότι «αυτός είναι ο νόμος και ότι η Ιρλανδία είναι μια χώρα Καθολικών» και όταν η νεαρή γυναίκα τους είπε ότι δεν είναι «ούτε Καθολική, ούτε Ιρλανδή», η απάντηση ήταν πάλι η ίδια. Την Τρίτη ημέρα η καρδιά του εμβρύου σταμάτησε και τότε οι γιατροί έκαναν απόξεση στην Σαβίτα, η οποία όμως πέθανε από σηψαιμία.

Ο θάνατος της 31χρονης Ινδής προκάλεσε τότε σάλο και ξύπνησε συνειδήσεις. Οι πιέσεις για αλλαγή εντάθηκαν και η Σαβίτα ήταν το πρόσωπο – σύμβολο της προεκλογικής εκστρατείας υπέρ του «Ναι» στο δημοψήφισμα. Πέθανε σε μια χώρα που η νομοθεσία δεν επέτρεπε στους γιατρούς να της διακόψουν την κύηση, αλλά την δικαίωσε ένας ολόκληρος λαός.

Σήμερα ο πατέρας της έστειλε το δικό του μήνυμα στην αναπτυγμένη Ευρώπη, δηλώνοντας «πολύ ευτυχής». Μιλώντας στον Guardian, ο Αντανάπα Γιαλάτζι, από την υπανάπτυκτη Καρνατάκα της Ινδίας είπε: «Αποκαταστάθηκε η δικαιοσύνη για την Σαβίτα. Δεν έχω λόγια για να εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου προς τον λαό της Ιρλανδίας αυτήν την ιστορική στιγμή».