Articles by "Ελλάδα 2021"


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελλάδα 2021. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων


Ο Διεθνής Σύνδεσμος Ελληνισμού (International Hellenic Association-I.H.A.), με έδρα το Delaware των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, προκηρύσσει για το έτος 2021 Παγκόσμιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό Ποίησης, στην ελληνική και αγγλική γλώσσα, με θέμα την Παλιγγενεσία του 1821. Δικαίωμα συμμετοχής έχουν όσοι γράφουν ποίηση στην ελληνική ή αγγλική γλώσσα άνω των 12 ετών, ανεξαρτήτως τόπου διαμονής και εθνικότητας.

ΟΡΟΙ ΤΟΥ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΥ

1. Οι διαγωνιζόμενοι μπορούν να συμμετάσχουν με ένα ποίημα έως 50 στίχων, γραμμένο σε ηλεκτρονική μορφή, στην ελληνική ή αγγλική γλώσσα, με γραμματοσειρά Times New Roman και μέγεθος γραμμάτων 14. Απαραίτητα στη συμμετοχή πρέπει να αναγράφεται ο τίτλος του ποιήματοςκαι το ψευδώνυμο του ποιητή (πάνω δεξιά στη σελίδα).

2. Τα ποιήματα πρέπει να είναι αδημοσίευτα, πρωτότυπα, να μην έχουν βραβευτεί από άλλον προηγούμενο διαγωνισμό άλλου φορέα και να είναι δημιουργήματα μόνο ενός συγγραφέα. Συλλογικά ποιήματα δεν θα γίνονται δεκτά.

3. Ποιήματα γραμμένα σε τοπική διάλεκτο, ή άλλη ξένη γλώσσα εκτός της ελληνικής ή αγγλικής δεν θα γίνονται δεκτά.

4. Οι συμμετοχές των διαγωνιζομένων μαθητών (13-18 ετών) πρέπει να έχουν τη σύμφωνη γνώμη των γονέων/κηδεμόνων τους και πρέπει να το αναγράψουν στο δεύτερο αρχείο με τα προσωπικά τους στοιχεία.

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΥΠΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΕΡΓΩΝ

1. Η ημερομηνία έναρξης υποβολής των έργων θα είναι η Κυριακή 28 Μαρτίου 2021 με καταληκτική ημερομηνία την Κυριακή 30 Μαΐου 2021. Κάθε συμμετοχή που θα σταλεί εκτός του συγκεκριμένου χρονικού ορίου θα θεωρείται εκπρόθεσμη και δεν θα γίνεται δεκτή.

2. Τα διαγωνιζόμενα ποιήματα θα αποσταλούν στο επίσημο email της Επιτροπής Διαγωνισμού Ποιημάτων για το 1821 του Συνδέσμου, στην ηλεκτρονική διεύθυνση poetrycompetition@googlegroups.com, αποκλειστικά σε συνημμένο αρχείο κειμένου (σε μορφή docx ή doc ή odt ή pdf). Στο θέμα του αποσταλέντος email θα αναγράφεται ο τίτλος του ποιήματος και το ψευδώνυμο (π.χ. “ΗΡΩΙΔΑ ΤΟΥ 1821” – “ΑΡΙΑΔΝΗ”) για διασφάλιση της ανωνυμίας. Τα ποιήματα θα αξιολογηθούν από έμπειρη κριτική επιτροπή.

3. Στο ίδιο email αλλά σε ένα δεύτερο συνημμένο αρχείο κειμένου θα περιέχονται τα προσωπικά στοιχεία του διαγωνιζομένου (ΟΝΟΜΑΤΕΠΩΝΥΜΟ, Δ/ΝΣΗ ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ, ΤΑΧ.ΚΩΔΙΚΟ, ΠΟΛΗ, ΧΩΡΑ, ΤΗΛΕΦΩΝΟ (σταθερό και κινητό), E-MAIL, ΤΙΤΛΟ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ, ΨΕΥΔΩΝΥΜΟ). Εάν ο διαγωνιζόμενος είναι μαθητής, απαραίτητα θα περιέχονται και τα εξής στοιχεία: ΗΛΙΚΙΑ, ΤΑΞΗ, και ΕΓΚΡΙΣΗ ΓΟΝΕΑ/ΚΗΔΕΜΟΝΑ). Η διαδικασία αυτή είναι απαραίτητη για την ταυτοποίηση των διαγωνιζομένων μετά την απόφαση της επιτροπής. Τυχόν φωτογραφίες, βιογραφικά ή οποιοδήποτε άλλο σημάδι μέσα στο έγγραφο, αυτομάτως θα θέτει το ποίημα εκτός συμμετοχής.

4. Οι νικητές θα ενημερωθούν για τη διάκριση του ποιήματός τους και την ημερομηνία της τελετής απονομής, καθώς και για την εκτύπωση των βραβείων.

ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

1. Τα επίσημα αποτελέσματα θα αναρτηθούν στην ιστοσελίδα του Συνδέσμου https://professors-phds.com/

2. Η τελετή απονομής θα γίνει στην Αθήνα με τη φυσική παρουσία όλων των συντελεστών, εφόσον το επιτρέψουν οι συνθήκες. Σε διαφορετική περίπτωση τα βραβεία θα αποσταλούν ταχυδρομικά. Οι εκτός Ελλάδας βραβευθέντες και όσοι δεν μπορέσουν να παρευρεθούν στην απονομή, θα παραλάβουν την διάκρισή τους ταχυδρομικά. Τα έπαθλα θα ανακοινωθούν εν καιρώ στην ανωτέρω ιστοσελίδα.

3. Τα έργα που δεν θα πληρούν τους όρους και τις προδιαγραφές της προκήρυξης του διαγωνισμού, θα ακυρώνονται. Η Κριτική Επιτροπή δικαιούται να απονείμει Βραβεία, Επαίνους και Διακρίσεις. Η τελική απόφαση της Κριτικής Επιτροπής δεν επιδέχεται αμφισβήτηση και είναι οριστική. Επισημαίνεται ότι δεν δίνονται ειδικές και γενικές βαθμολογίες των κριτικών επιτροπών στους διαγωνιζόμενους.

4. Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας απονομής, τα προσωπικά δεδομένα των συμμετεχόντων διαγράφονται. Όλα τα έργα που θα συμμετάσχουν στον διαγωνισμό θα αναρτηθούν στην επίσημη ιστοσελίδα του Συνδέσμου. Για τυχόν απορίες παρακαλούμε να επικοινωνήσετε με την Επιτροπή του διαγωνισμού στο email poetrycompetition@googlegroups.com.

5. Ο ΙΗΑ έχει το δικαίωμα να εκδώσει τα έργα που θα συμμετάσχουν στον διαγωνισμό. Εάν προκύψουν έσοδα από συγγραφικά δικαιώματα, θα διατεθούν υπέρ του προγράμματος ΑΚΡΙΤΙΚΩΝ ΝΗΣΩΝ του Συνδέσμου.

Εκ της Επιτροπής Διαγωνισμού Ποιημάτων 1821 του Συνδέσμου.



Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου




…..Εκφωνήθηκε το 1838...Αποτελεί την πνευματική παρακαταθήκη του Γέρου του Μωριά προς τη νέα γενιά.
...Εγώ, παιδιά μου, κατά κακή μου τύχη, εξ αιτίας των περιστάσεων, έμεινα αγράμματος και δια τούτο σας ζητώ συγχώρηση, διότι δεν ομιλώ καθώς οι δάσκαλοι σας.
Σας είπα όσα ο ίδιος είδα, ήκουσα και εγνώρισα, δια να ωφεληθήτε από τα απερασμένα και από τα κακά αποτελέσματα της διχονοίας, την οποίαν να αποστρέφεσθε, και να έχετε ομόνοια.
Εις εσάς μένει να ισάσετε και να στολίσετε τον τόπο, οπού ημείς ελευθερώσαμε• και, δια να γίνη τούτο, πρέπει να έχετε ως θεμέλια της πολιτείας την ομόνοια, την θρησκεία, την καλλιέργεια του Θρόνου και την φρόνιμον ελευθερία.
Τελειώνω το λόγο μου. Ζήτω ο Βασιλεύς μας Όθων!
Ζήτω οι σοφοί διδάσκαλοι! Ζήτω η Ελληνική Νεολαία!

Με την ευκαιρία της επετείου των 200 χρόνων από την Ελληνική Επανάσταση του 1821!
«Ήρωες 21 σε Δράση» Διαδικτυακή Δράση Ζωγραφικής για παιδιά και εφήβους, από το ΔΗ.Π.Π.Α.Κ.Υ.Θ., σε συνεργασία με την Αντιδημαρχία Παιδείας και την Αντιδημαρχία Τουρισμού Αθλητισμού Πολιτισμού Εθελοντισμού Δήμου Θερμαϊκού


«Ήρωες 21 σε Δράση» Ευχαριστούμε πολύ για τα έργα "ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ"

Βασιλική, 10 ετών, Ν. Επιβάτες
Τίτλος έργου: "Ο Λόγος του Κολοκοτρώνη στην Πνύκα"
Αγγελική, 7 ετών, (Μορφ. Πολ. Συλ. Ν.Μηχανιώνας)
Ραφαέλα, 9 ετών, (Μορφ. Πολ. Συλ. Ν.Μηχανιώνας)
Μάξιμος, 11 ετών, Ν. Μηχανιώνα





Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Μέσα στο παλιό νεκροταφείο της πόλης του Μονάχου, Alter Sudlicher Friedhof – Kapuziner Str., 80469 Munchen, υπάρχει ένας τάφος με το όνομα Λεωνίδας Ανδρούτσος, όπου είναι θαμμένος ο γιος του ήρωα του 1821 Οδυσσέα Ανδρούτσου.

Κάποια μέρα ο πρόεδρος του συλλόγου «Λόγου, Τέχνης και ελληνικού πολιτισμού της Βαυαρίας» Χρήστος Χατζησπυρίδης, διάβασε γι΄αυτόν τον τάφο και μαζί με την γυναίκα του Γεωργία έψαξαν και τον βρήκαν χορταριασμένο και παρατημένο.
Τον περιποιήθηκαν, καθιέρωσαν ετήσιο μνημόσιο μέσω του συλλόγου για τον άγνωστο γιο του Ήρωα και διηγήθηκαν την ιστορία του:


Γεννήθηκε το 1824 στις Λιβανάτες Φθιώτιδας από τον Οδυσσέα Ανδρούτσο και την γυναίκα του, Ελένη Καρέλη. Βαφτίστηκε Λεωνίδας προς τιμήν του ήρωα της Μάχης των Θερμοπυλών.
Όταν δολοφονήθηκε ο υπερήφανος Σταυραετός της Ρούμελης Οδυσσέας Ανδρούτσος, την νύχτα 4 προς 5 Ιουνίου 1825, η γυναίκα του Ελένη Καρέλη – Ανδρούτσου και ο γιος του Λεωνίδας, μόλις ενός έτους, βρέθηκαν σε τραγική κατάσταση.
Είχαν να αντιμετωπίσουν από την μιά την απειλή της ζωής τους αφού ο Ι. Γκούρας έπειτα από εντολή του Κωλέττη, είχε οργανώσει αποσπάσματα, τα οποία έψαχναν να τους βρουν και να τους δολοφονήσουν καί από την άλλη την φτώχεια και την ανέχεια.

Ο άτυχος ήρωας Οδυσσέας Ανδρούτσος, είχε διαθέσει όλη του την περιουσία, για τον Ιερό Αγώνα του Γένους και με δικά του χρήματα είχε οχυρωθεί η Ακρόπολη της Αθήνας.

Αλλά τι τραγική ειρωνία, το 1825 σ’ αυτό το φρούριο τον βασάνισαν (στόν Πύργο διπλα από τα Προπύλαια) και πέταξαν κάτω από τον Πύργο της Ακρόπολης το νεκρό του σώμα.
Έτσι μητέρα και γιος αναγκάστηκαν να κρύβονται σε σπίτια φίλων και σε σπηλιές, κατατρεγμένοι και φτωχοί.


Βασιλιάς στη Βαυαρία ήταν τότε ο φιλέλληνας Λουδοβίκος ο Α’, ο οποίος συγκινήθηκε από το δράμα της οικογένειας τού ήρωα και αποφάσισε να προστατέψει τον μικρό Λεωνίδα και την μητέρα του.
Έτσι λοιπόν τους κάλεσε στην Βαυαρία και τους φιλοξένησε στο παλάτι του.
Το μέλλον για τον μικρό Λεωνίδα ήταν πλέον λαμπρό, ο Λουδοβίκος τον είχε σαν γιο του και τον μεγάλωνε με τους καλύτερους δασκάλους.
Όμως δυστυχώς, η επιδημία χολέρας που θέριζε εκείνη την εποχή, δεν έκανε διάκριση σε κανένα, ούτε στον γιο του ήρωα, ούτε στον ευνοούμενο τού Βασιλιά.


Ο Λεωνίδας πέθανε στα δώδεκά του χρόνια, χτυπημένος από την φοβερή αρρώστια στις 11 Δεκεμβρίου 1836.
Ο Λουδοβίκος τον έθαψε με τιμές και κατέθεσε ένα ποσό στην τράπεζα, με την εντολή, να γίνεται η συντήρηση του τάφου, από τους τόκους των χρημάτων.
Μεσολάβησαν όμως τα γεγονότα του παγκοσμίου πολέμου, χάθηκαν τα χρήματα και ο μικρός Λεωνίδας ξεχάστηκε!


Στο ταφικό μνημείο του Λεωνίδα Ανδρούτσου χαράχτηκε δίγλωσση επιγραφή του φιλέλληνα ουμανιστή Θείρσιου στα ελληνικά και γερμανικά.
Εκτός από τα προσωπικά στοιχεία και την ιστορία του μνημείου, φέρει την εξής επιγραφή:


«Ειμί θάλος πολυανθές, υπ’ ανδρών βλαστέν αρίστων,οίτινες αντ’ αρετής έργ οδυνηρά πάθον.
Τον δε πάππον ελών νηλεώς εφόνευσ ο τύραννος,ου βία αλλά δολω, φάρμακα λυγρά διδούς.
Τον δ ου γεννητήρα, τον εν πολέμοις αδάμαστον, εχθροδαποί πύργον κρήμνισαν εκ μεγάλου.
Μήτηρ δε, η Παρνασσού ενί σπηλαίοις μ’έτικτεν,ενθάδε δωδεκάτη κλαύσεν αποφθίμενον»



Η μετάφραση στα νέα ελληνικά:
"Είμαι ένας μικρός θάμνος με πολλά άνθη, που με φύτεψαν με στοργή ξεχωριστοί άνθρωποι, οι οποίοι αντί για αγάπη, δόξα και τιμές, έπαθαν φοβερά δεινά.
Τον δοξασμένο παππού μου τον κυνήγησε και τον σκότωσε ο τύρανος Τούρκος που τον ξεγέλασε με τεχνάσματα και τον δηλητηρίασε.
Τον πατέρα μου, τον φοβερό και αδάμαστο πολεμιστή, αδερφικά ελληνικά χέρια, τον πέταξαν από τον ψηλό Πύργο της Ακρόπολης και τον σκότωσαν.
Η μητέρα μου, που με γέννησε στο απρόσιτο σπήλαιο του Παρνασσού, απαρηγόρητη με θρηνεί, εμένα το άτυχο παιδί της.
Κλάψε μητέρα κλάψε."


Athanasios Panagopoulos




«Ήρωες 21 σε Δράση» Ευχαριστούμε πολύ για το έργο: Αναστασία, 9 ετών από τη Ν. Μηχανιώνα (Μορφωτικός Πολιτιστικός Σύλλογος Ν. Μηχανιώνας) Τίτλος έργου: “Σουλιώτισσες, που πέφτουν από το γκρεμό”

Η ιστορική μνήμη τις αδίκησε, οι απλές γυναίκες του 21, δίπλα στους πολεμιστές άνδρες να κουβαλούν φυσίγγια την ώρα της μάχης, να τους ενθαρρύνουν ψυχικά, να τους περιποιούνται σαν τραυματίες, να τους θεραπεύουν, να καλλιεργούν το χωράφι όταν αυτοί αγωνίζονταν, να ανατρέφουν τα παιδιά με τα ιδεώδη της πίστης και της πατρίδας τους, Ελληνίδες που κακοποιήθηκαν, Ελληνίδες που πουλήθηκαν στα σκλαβοπάζαρα έμειναν για πάντα στην ανωνυμία! (κείμενο Δ. Τ.)
Με την ευκαιρία της επετείου των 200 χρόνων από την Ελληνική Επανάσταση του 1821!

«Ήρωες 21 σε Δράση» Διαδικτυακή Δράση Ζωγραφικής για παιδιά και εφήβους, από το ΔΗ.Π.Π.Α.Κ.Υ.Θ., σε συνεργασία με την Αντιδημαρχία Παιδείας και την Αντιδημαρχία Τουρισμού Αθλητισμού Πολιτισμού Εθελοντισμού Δήμου Θερμαϊκού


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Στην αστική ιστοριογραφία η 25η Μαρτίου, ημέρα που η ορθόδοξη Εκκλησία γιορτάζει τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου, έχει καταγραφεί ως ημερομηνία έναρξης της Επανάστασης του 1821. Σύμφωνα με της άποψη της επίσημης «ιστορίας» η έναρξη της εξέγερσης σηματοδοτήθηκε από «την ύψωση της σημαίας της Επανάστασης» στην Αγία Λαύρα από τον Παλαιών Πατρών Γερμανό. Πρόκειται για ένα ακόμη ιστορικό ψέμα της επίσημης κρατικής ιστοριογραφίας αφού όλοι ακόμη και οι «κρατικοί» ιστορικοί δέχονται ότι η Επανάσταση άρχισε νωρίτερα.

Η κυρίαρχη τάξη μετά την Επανάσταση όρισε, αυθαίρετα, αυτή τη σύνδεση της έναρξης της εξέγερσης με μια από τις σημαντικότερες εκκλησιαστικές γιορτές με ισχυρό συμβολισμό για τους πιστούς («Ο αρχάγγελος Γαβριήλ ευηγγελίσθη εις την Παρθένον Μαρίαν την εκ Πνεύματος Αγίου υπ’ αυτής σύλληψιν και γέννησιν του Κυρίου») θέλοντας έτσι να επιβάλει το ιδεολόγημα της καθοριστικής συμμετοχής της εκκλησιαστικής ηγεσίας στον Αγώνα γιατί χρειάζονταν την Ορθόδοξη Εκκλησία σαν ένα βασικό στήριγμα στο δικό της εποικοδόμημα και τη δημιουργία μιας υποταγμένης σ’ αυτήν συνείδησης των λαϊκών μαζών. Μια επέτειος χρήσιμη στην κυρίαρχη τάξη και σε θεσμούς του εποικοδομήματος της όπως είναι η επίσημη εκπαίδευση, η Εκκλησία και ο Στρατός που χρειάζονται μια γιορτή «καθαρή» από τις ιδέες της αυθεντικής λαϊκής εξέγερσης. Μια επέτειος που θα διαφυλάσσει τα «ιερά και τα όσια» της εξουσίας της από τις «ανίερες» εθνικοαπελευθερωτικές αλλά και κοινωνικές ιδέες των εξεγερμένων. Γι αυτό και επιστρατεύθηκε ένας ακόμη μύθος και η σύνδεσή του με έναν άλλο μύθο, αυτόν του Ευαγγελισμού, όπως έχει αποδείξει και η ιστορική έρευνα των χρόνων που τοποθετείται η εμφάνιση του Χριστού στη Γη.

Το διάταγμα των Βαυαρών

Στις 15 Μαρτίου 1838, δέκα επτά χρόνια μετά την κήρυξη της Επανάστασης, με Διάταγμα του «ελέω Θεού Βασιλέως της Ελλάδος» Όθωνα ορίζεται η 25η Μαρτίου ως ημέρα εθνικής γιορτής.

ΟΘΩΝ ΕΛΕΩ ΘΕΟΥ ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

«Θεωρήσαντες ότι η ημέρα της 25 Μαρτίου, λαμπρά καθ’ εαυτήν εις πάντα Ελληνα διά την εν εαυτή τελουμένην εορτήν του Ευαγγελισμού της Υπεραγίας Θεοτόκου, είναι προσέτι λαμπρά και χαρμόσυνος διά την κατ’ αυτήν την ημέραν έναρξιν του υπέρ της ανεξαρτησίας αγώνος του ελληνικού έθνους, καθιερούμεν την ημέραν ταύτην εις το διηνεκές ως ημέρα ΕΘΝΙΚΗΣ ΕΟΡΤΗΣ».

Εν Αθήναις την 15 Μαρτίου 1838.

ΟΘΩΝ

Ο επί των εκκλησιαστικών κτλ. Γραμματεύς της Επικρατείας

Γ. ΓΛΑΡΑΚΗΣ



Έτσι με ένα απλό Διάταγμα ενός ξένου προς την Ελλάδα και τον επαναστατημένο λαό της και (ιατρικά αποδεδειγμένου) παρανοϊκού βασιλιά ορίστηκε αυθαίρετα μια εκκλησιαστική επέτειος ως ημέρα της εξέγερσης των Ελλήνων.

Μέχρι τότε ως εθνική γιορτή είχε καθιερωθεί να γιορτάζεται η Πρωτοχρονιά, σε ανάμνηση της πρώτης Ιανουαρίου 1822 που η πρώτη Εθνική Συνέλευση της Επιδαύρου διακήρυξε την ανεξαρτησία της χώρας και ψήφισε το πρώτο Σύνταγμα.

Έτσι η εθνική γιορτή ταυτιζόμενη με τον Ευαγγελισμό έχανε τον πολιτικό, κοινωνικό και επαναστατικό της χαρακτήρα.

Ο Υψηλάντης, ο Παπαφλέσσας και ο Καρατζάς

Το βαυαρικό Διάταγμα με μια μονοκοντυλιά έσβηνε την ίδια την ιστορία που γνώριζαν και γνωρίζουν όλοι, δεσποτάδες, πρωθυπουργοί, βασιλείς, πρόεδροι Δημοκρατίας, όλοι όσοι κυβέρνησαν αυτό τον τόπο και παρ’ όλα αυτά για να «θωρακίσουν» τους μύθους τους και την εξουσία τους τιμούν μια «μαϊμού-επέτειο».

Η Επανάσταση δεν ξεκίνησε στις 25 Μαρτίου αλλά νωρίτερα.
Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης επικεφαλής επαναστατών
το Φεβρουάριο του 1821 στη Βεσσαραβία

Στις 22 Φεβρουαρίου 1821 ο Αλέξανδρος Υψηλάντης από το Κισνόβ της Βεσσαραβίας μαζί με τα αδέρφια του Γεώργιο και Νικόλαο, τον Γ. Καντακουζηνό, τον Πολωνό αξιωματικό Γαρνόφσκι και μερικούς άλλους αγωνιστές πέρασε τον Προύθο, μπήκε στο Γαλάτσι και άναψε την επαναστατική φωτιά στις παραδουνάβιες ηγεμονίες με την πρώτη προκήρυξη του προς το λαό της Μολδαβίας: «Κάτοικοι της αυτής επαρχίας Μολδαβίας, σας γνωστοποιώ, ότι θεία συνάρσει άπασα η Γραικία ύψωσεν από σήμερον τας σημαίας από όλα τα μέρη του ζυγού της τυραννίας, ζητούσα την ελευθερίαν της. Εγώ με όλους τους συμπατριώτας μου πηγαίνω εκεί όπου με καλούσιν οι σάλπιγγες του έθνους και της πατρίδος μου…».

Λίγες μέρες μετά ο Υψηλάντης εισέπραξε τον αφορισμό του από το Πατριαρχείο που όχι μόνο διαβάστηκε σε όλες τις εκκλησίες των υπόδουλων χριστιανών αλλά και με ξεχωριστή εγκύκλιο του πατριάρχη Γρηγορίου του Ε΄ ενημερώθηκαν οι δεσποτάδες ότι το κίνημα του Υψηλάντη είναι ολέθριο και αντιχριστιανικό και γι’ αυτό όσοι είναι μυημένοι στην Φιλική Εταιρία είναι αφορισμένοι.

Στην Πελοπόννησο την φλόγα της Επανάστασης μετέφερε ο Παπαφλέσσας σταλμένος από τις κορυφές της Φιλικής Εταιρίας. Ξεπερνώντας δισταγμούς, τρικλοποδιές και την ανοιχτή έχθρα των περισσοτέρων δεσποτάδων και κοτζαμπάσηδων ο φλογερός ρασοφόρος εξεβίασε ουσιαστικά την κήρυξη του ένοπλου αγώνα.
Ο Παπαφλέσσας

Στις 15 Μαρτίου με δική του εντολή ο φίλος του Ν. Σουλιώτης μαζί με τον Ανδρέα Πετμεζά έστησαν καρτέρι στο δρόμο Καλαβρύτων – Τρίπολης και σκότωσαν δύο Τούρκους σπαχήδες κοντά στο Λιβάρτσι.

Όπως γράφει ο Γιάνης Κορδάτος («Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας», τ.Χ, σ. 184) «επίσης, την ίδια ή την άλλη μέρα σκοτώθηκαν και μερικοί γυφτοχαρατζήδες κοντά στο Αγρίδι καθώς και τρεις τάταροι (ταχυδρόμοι). Έτσι το ντουφεκίδι άρχισε και τούρκικο αίμα χύθηκε».

Στην Πάτρα ένας απλός τσαγκάρης, μυημένος στην Φιλική Εταιρία, ο Παναγιώτης Καρατζάς ξεκίνησε την εξέγερση στις 21 Μαρτίου και την επόμενη μέρα οι επαναστάτες έγιναν κύριοι της πόλης.

H Καλαμάτα απελευθερώθηκε πριν από τις 25 Μαρτίου. Η δοξολογία για την απελευθέρωση της πόλης από τους επαναστάτες τελέστηκε στις 23 Μαρτίου. Και το αστείο είναι πως το κράτος που επισήμως θεωρεί πως η Επανάσταση ξεκίνησε από την Αγία Λαύρα στις 25 Μαρτίου τιμάει ακόμη και σήμερα με τελετές και παράτες την απελευθέρωση της Καλαμάτας δυο μέρες πριν.

Ιστορικά κουλουβάχατα από αυτούς που φτιάχνουν την ιστορία κατά πως τους βολεύει…

Είναι λοιπόν μεγάλο ιστορικό ψέμα ότι η Επανάσταση ξεκίνησε στις 25 Μαρτίου από το μοναστήρι της Αγίας Λαύρας με την ύψωση του λαβάρου από τον Παλαιών Πατρών Γερμανό, ο οποίος όπως θα δούμε παρακάτω δεν βρίσκονταν στο μοναστήρι εκείνη τη μέρα.

O μύθος της Αγίας Λαύρας

Αυτά ως προς τον μύθο της 25ης Μαρτίου και των ορισμό της ως ημέρα έναρξης της Επανάστασης. Πάμε τώρα σε ένα άλλο μύθο. Αυτόν της Αγίας Λαύρας ως τόπου όπου κηρύχθηκε η Επανάσταση.

Και αυτός ο μύθος χτίστηκε μετά την Επανάσταση, γύρω στο 1840, διαδόθηκε πλατιά μετά το 1854 και εξυπηρετούσε τον ίδιο σκοπό που εξυπηρέτησε και εξακολουθεί να εξυπηρετεί ο μύθος της 25 Μαρτίου. Ο μύθος της 25ης Μαρτίου έπρεπε να συμπληρωθεί και με ένα άλλο μύθο. Και αυτό έγινε . Πάνω στον πρώτο μύθο δομήθηκε ο δεύτερος. Και όπως ένας άλλος μύθος αυτός του Κρυφού Σχολείου βρήκε την έκφρασή του στη ζωγραφική με τον πίνακα του Ν. Γύζη έτσι και ο μύθος της Αγίας Λαύρας βοηθήθηκε από τον πασίγνωστο πίνακα του Θ. Βρυζάκη «Ύψωσις της σημαίας της Επανάστασεως εις την Αγίαν Λαύραν» που φιλοτεχνήθηκε το 1851 και είναι κρεμασμένος σε όλα τα σχολεία για να εμπεδώσουν το ψέμα τα άτυχα ελληνόπουλα.
Ο πίνακας του Θ. Βρυζάκη «Ύψωσις της σημαίας της Επανάστασεως εις την Αγίαν Λαύραν» (1851)

Ο μύθος της Αγίας Λαύρας στηρίχτηκε σε ένα περιστατικό. Το πέρασμα δηλαδή από το μοναστήρι του δεσπότη της Πάτρας Παλαιών Πατρών Γερμανού, του επισκόπου Κερνίτσης Προκοπίου και προεστών της Πάτρας, της Βοστίτσας (η μεσαιωνική ονομασία του Αιγίου) και των Καλαβρύτων τις πρώτες μέρες του Μαρτίου 1821. Λίγο πριν ο καϊμακάμης της Τρίπολης που αντικαθιστούσε τον Χουρσίτ Πασά που είχε φύγει για τα Γιάννενα για να χτυπήσει τον Αλή Πασά, διέταξε να παρουσιαστούν μπροστά του όλοι οι προύχοντες και οι δεσποτάδες του Μοριά, μετά από προδοσία του Σωτήρη Κούγια , ενός προύχοντα της Τρίπολης ο οποίος του είχε αποκαλύψει τα σχέδια των Ελλήνων για εξέγερση. Κάμποσοι πήγαν στην Τρίπολη για να το πληρώσουν αργότερα με τη ζωή τους όταν άναψε για τα καλά το ντουφέκι.

Αντίθετα ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, ο Κερνίτσης Προκόπιος και οι προεστοί της Πάτρας, των Καλαβρύτων και της Βοστίτσας πήραν την απόφαση να μην πάνε στην Τρίπολη. Είχαν καταλάβει πως η Επανάσταση θα ξεσπούσε έτσι κι αλλιώς και θα το πλήρωναν με τη ζωή τους. Σκαρφίστηκαν λοιπόν ένα τέχνασμα. Αποχαιρέτησαν τον καϊμακάμη των Καλαβρύτων λέγοντας του πως πηγαίνουν στην Τρίπολη. Όμως είχαν φροντίσει να κατασκευάσουν ένα γράμμα που τάχα το έγραψε ένας Τούρκος φίλος τους προειδοποιώντας τους να μην πάνε στην Τρίπολη γιατί ο καϊμακάμης θα τους σκοτώσει. Όταν έφτασαν λοιπόν στις Καστάνες ένας δικός τους άνθρωπος, τους έδωσε το πλαστό γράμμα. Μετά από αυτό προσποιήθηκαν τους τρομοκρατημένους στους Τούρκους συνοδούς τους και επέστρεψαν στα Καλάβρυτα. Εκεί αποφάσισαν στις 10 Μαρτίου να καταφύγουν για μεγαλύτερη ασφάλεια στο μοναστήρι της Αγίας Λαύρας. Ήταν ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, ο Κερνίτσης Προκόπιος και οι προύχοντες Ανδρέας Ζαΐμης, Ασημάκης Φωτήλας, Ανδρέας Λόντος, Σωτήρης Θεοχαρόπουλος και Σωτήρης Χαραλάμπης. Όμως επειδή φοβήθηκαν ότι έτσι όπως ήταν συναγμένοι στο μοναστήρι θα τους πιάσουν οι Τούρκοι αποφάσισαν να φύγουν και να σκορπιστούν. Έτσι ο Παλαιών Πατρών Γερμανός και ο Ανδρέας Ζαΐμης πήγαν στα Νεζερά Αιγίου και οι άλλοι σε άλλα μέρη. Ο ίδιος ο Γερμανός στα απομνημονεύματά του αποκαλύπτει τους λόγους που οι δύο επίσκοποι μαζί με τους προκρίτους μετά από σύσκεψη αποφάσισαν να κρυφτούν:

«Συσκεφθέντες αποφάσισαν να μη δώσωσιν αιτίαν τινά , αλλά πεφοβισμένοι να παραμερίσωσιν εις ασφαλή μέρη…».

«Ψεύδος παχυλόν»

Στις 25 Μαρτίου λοιπόν ο Γερμανός δεν ήταν στην Αγία Λαύρα. Όχι μόνο δεν το αναφέρει ο ίδιος στα απομνημονεύματά του αλλά την απουσία του σημειώνουν και όλοι οι ιστορικοί της εποχής.


Ο Σπυρίδων Τρικούπης γράφει στην Ιστορία του: «Ψευδής είναι η εν Ελλάδι επικρατούσα ιδέα ότι εν τη μονή της Αγίας Λαύρας ανυψώθη κατά το πρώτον η σημαία της ελληνικής επαναστάσεως…» .

Ο Σπυρίδων Τρικούπης, o οποίος αρχικά είχε υιοθετήσει τον μύθο της Αγίας Λαύρας στη δεύτερη έκδοση της «Ιστορίας της Ελληνικής Επαναστάσεως» το 1860, είναι κατηγορηματικός: «Ψευδής είναι η εν Ελλάδι επικρατούσα ιδέα ότι εν τη μονή της Αγίας Λαύρας ανυψώθη κατά το πρώτον η σημαία της ελληνικής επαναστάσεως…».

Ο Τζορτζ Φίνλεϊ που έζησε μαζί με τους επαναστατημένους Έλληνες στην Ιστορία της Επανάστασης που εκδόθηκε το 1861 γράφει ότι ο Γερμανός και οι άλλοι σκορπίστηκαν και προσθέτει: «Η αλήθεια όμως είναι ότι ο λαός εμψυχωμένος από τους Φιλικούς αψήφησε τον κίνδυνο και πήρε τα όπλα ενώ οι άρχοντές του καιροσκοπούσαν».

Ο Ιωάννης Φιλήμων, στο «Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως χαρακτηρίζει τα περί κήρυξης της Επανάστασης στην Αγία Λαύρα «ψεύδος παχυλόν».

Κι ακόμη τα γεγονότα δείχνουν πως στις 25 Μαρτίου κι αφού ο Καρατζάς είχε απελευθερώσει την Πάτρα, ο Ζαΐμης, ο Λόντος και ο δεσπότης Γερμανός κατόπιν εορτής και εκβιαζόμενοι από την ορμή των επαναστατών συνέταξαν ένα έγγραφο στο οποίο αναφέρουν ότι αποφάσισαν όλοι να πεθάνουν ή να ελευθερωθούν και παρακαλούσαν τα χριστιανικά βασίλεια να τους θέσουν υπό την εύνοιά και την προστασία τους. Μάλιστα την επόμενη μέρα στις 26 Μαρτίου έστειλαν το έγγραφο αυτό στους προξένους των μεγάλων δυνάμεων (Αγγλίας, Γαλλίας, Αυστρίας και Ισπανίας) που έδρευαν στην Πάτρα.

Και το έγγραφο αυτό αποδεικνύει ότι ο Γερμανός με τους προεστούς της Αχαΐας, βρισκόντουσαν στις 25 Μαρτίου στην επαναστατημένη Πάτρα και όχι στο μοναστήρι της Αγίας Λαύρας.


O Παλαιών Πατρών Γερμανός χωρίς τα «στολίδια» της κρατικής ιστοριογραφίας

Αξίζει σ’ αυτό το σημείο να δούμε πιο αναλυτικά τη στάση που κράτησε εκείνες τις μέρες ο Γερμανός.
Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός

Οι ηγέτες της Φιλικής Εταιρίας αποφάσισαν να στείλουν τον Παπαφλέσσα στο Μοριά για να ανάψει τη φωτιά της Επανάστασης για δύο κυρίως λόγους. Ο πρώτος ήταν πως ο Γρηγόριος Δικαίος ήταν κληρικός και το ράσο θα του έδινε τη δυνατότητα να ανοίξει όλες τις πόρτες και των φτωχών και των πλουσίων ενώ παράλληλα δεν έδινε και υποψίες στους κατακτητές. Ο δεύτερος ήταν οι ικανότητες του. Ήταν ένας θαρραλέος άνθρωπος με γλώσσα που έκοβε και ικανός να ξεφεύγει από τους Τούρκους.

Όταν έφτασε στον Μοριά έπρεπε να ξεπεράσει ένα μεγάλο εμπόδιο, τα επάνω στρώματα της κοινωνίας, τους δεσποτάδες και τους προεστούς. Μερικοί από αυτούς είχαν μυηθεί στη Φιλική Εταιρία με το δόλωμα ότι πίσω από την « Αρχή» του αγώνα βρίσκονταν η Ρωσία. Όμως ακόμη και ανάμεσα σ’ αυτούς αρκετοί ήταν εκείνοι που δίσταζαν, άλλοι από συμφέρον και άλλοι από φόβο, και πρόβαλαν τη δικαιολογία πως ο καιρός για τον ξεσηκωμό δεν είχε φτάσει.

Άλλοι ήταν αμύητοι. Κάποιοι πατριώτες αλλά και αρκετοί ως το κόκαλο τουρκόφιλοι και αντίθετοι σε κάθε επαναστατική ενέργεια.

Ο Γερμανός είχε μυηθεί στην Φιλική Εταιρία από τον Αν. Πελοπίδα. Όπως γράφει ο Κορδάτος (« Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας», τ. Χ, σ. 177) παραπέμποντας στον κληρικό και Φιλικό Αμβρόσιο Φραντζή («Επίτομος Ιστορία της Αναγεννηθείσης Ελλάδος», τ. Δ΄, σ. 93) «Αν και ο Πελοπίδας είχε αυστηρή διαταγή να μην πλησιάσει το Γερμανό γιατί θεωρούνταν ύποπτος , αυτός παράκουσε, πήγε και τον αντάμωσε και λέγοντάς του πολλά ψέματα, πως τάχα ήταν ο τσάρος, ο Καποδίστριας και άλλοι πίσω από την εταιρία, τον κατάφερε να γίνει μέλος. Ο Πελοπίδας παράκουσε γιατί ο Γερμανός είχε μεγάλο κύρος όχι μόνο στην Αχαία, αλλά και σ’ όλη την Πελοπόννησο».

Παρά την ένταξή του στην Εταιρία οι συντηρητικές του αντιλήψεις τον έκαναν να είναι άκρως επιφυλακτικός και δύσπιστος για τον απελευθερωτικό αγώνα. Και αυτό το έδειξε όταν ηγούμενος πολλών κοτζαμπάσηδων και κληρικών αντιμετώπισε αρνητικά την κάθοδο στο Μοριά του Παπαφλέσσα. Σε σύσκεψη που έγινε στο Αίγιο ήρθε σε ανοιχτή σύγκρουση με τον Παπαφλέσσα.

Ο Παπαφλέσσας είπε στους προύχοντες πως δεν χωρεί αναβολή για την εξέγερση. Οι προεστοί που όλη την ώρα τον άκουγαν με κρύα καρδιά σηκώθηκαν και τον άρχισαν στις βρισιές. «Φαίνεται πως έγινε μεγάλος καυγάς. Παραλίγο νάρθουν στα χέρια. Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός ξεστόμισε βαριές φράσεις και λέξεις κατά του Παπαφλέσσα. Τον είπε απατεώνα, εξωλέστατο και μιαρό. Λένε πως ο Παπαφλέσσας εξαγριωμένος του απάντησε πως είναι μασκαράς, γιος ξυλοκόπου που έγινε αρχιερέας αφού δωροδόκησε τους τρανούς του Πατριαρχείου», γράφει ο Κορδάτος στην Ιστορία του (τ.Χ, σ. 178) παραπέμποντας στην Ιστορία του Φραντζή (τ. Α΄, 98-99), και στα Απομνημονεύματα του Γερμανού (σ. 23) και του αγωνιστή του ‘21 Φωτάκου (σ. 172-173).

Οι προεστοί φοβήθηκαν και γύρισαν το βιολί. Είπαν στον Παπαφλέσσα να τους αφήσει λίγες μέρες για να σκεφτούν. Αυτός συμφώνησε. Όμως του έστησαν παγίδα, τον έπιασαν και τον έκλεισαν στο μοναστήρι του Μεγάλου Σπηλαίου βάζοντας τους καλόγερους να τον φυλάνε. Όμως ο Παπαφλέσσας έπεισε τους φρουρούς του να τον αφήσουν. Έτσι ο «τρελλόπαπας» κατάφερε να ξεφύγει παίρνοντας μαζί του και μερικούς από τους φρουρούς του. Γύρισε όλο το Μοριά και με τη σύμφωνη γνώμη του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, του Αναγνωσταρά , του Νικηταρά και του Καρατζά έστησαν το πρώτο στρατόπεδο του αγώνα έξω από την Καλαμάτα στο μοναστήρι του Προφήτη Ηλία. Εκεί μεταφέρθηκε και το φορτίο με μπαρουτόβολα που είχε φτάσει με ένα καΐκι της Φιλικής από τη Σμύρνη και το είχαν βγάλει σε κάποια ακρογιαλιά.

Η αποφασιστικότητα του Παπαφλέσσα οδήγησε στην εξέγερση και μόνο όταν οι προεστοί και οι δεσποτάδες είδαν πως δεν υπήρχε άλλος δρόμος, τότε συντάχτηκαν κι αυτοί ανοιχτά με τους εξεγερμένους. Τότε συντάχτηκε από το Ζαίμη, το Λόντο και το Γερμανό και το έγγραφο προς τους προξένους των Μεγάλων Δυνάμεων.

Στα τέλη του 1822 ο Γερμανός μαζί με τον Γεώργιο Μαυρομιχάλη πήγαν στην Ιταλία για να πετύχουν την αναγνώριση από τον Πάπα της ελληνικής Προσωρινής Διοίκησης. Όπως προκύπτει από την αλληλογραφία παπικών αξιωματούχων ο Γερμανός ήταν «προφορικά εξουσιοδοτημένος να ζητήσει την προστασία του Πίου Ζ΄ για τους αγωνιζόμενους Έλληνες προτείνοντας ως αντάλλαγμα την ένωση των Εκκλησιών». Η αποστολή αυτή απέτυχε γιατί ο Πάπας έδειξε αδιαφορία ( Ιωάννη Ασημάκη κληρικού της Καθολικής Εκκλησίας στην Ελλάδα «Η πορεία των σχέσεων Ελλάδος –Αγίας έδρας 1820-1980», σ. 242-244.

Λίγο αργότερα θα συναντήσουμε τον Γερμανό να παίζει σημαντικό ρόλο στις πρώτες εμφύλιες συγκρούσεις ταυτιζόμενος με τους κοτζαμπάσηδες του Μοριά εναντίον του Παπαφλέσσα των ρουμελιωτών οπλαρχηγών και του Κουντουριώτη. Για ένα διάστημα αποσύρθηκε από το προσκήνιο έως το 1826 οπότε εκλέχτηκε πληρεξούσιος στη Γ΄ Εθνική Συνέλευση. Λίγο μετά αρρώστησε από εξανθηματικό τύφο και πέθανε στο Ναύπλιο.

Συνοψίζοντας κι αυτό το σημείωμα για το ’21: Τρεις μύθοι για την 25η Μαρτίου, την Αγία Λαύρα και τον ρόλο του Παλαιών Πατρών Γερμανού στην υπηρεσία του ευνουχισμού της εξέγερσης και της διαστρέβλωσης του αληθινού περιεχόμενο της. Ακόμη κι αν έχουν περάσει 200 χρόνια από την Επανάσταση κι ακόμη τα παιδιά μας τα κανοναρχούν πως το ’21 δεν ήταν μια εξέγερση με πρωταγωνιστή το λαό αλλά θέλημα Θεού που όρισε ένα δεσπότη τον Γερμανό να κηρύξει την Επανάσταση σε ένα τόπο της Εκκλησίας (το μοναστήρι της Αγίας Λαύρας) σε μια σημαδιακή μέρα, του Ευαγγελισμού της Παναγίας για να δέσει και το παραμύθι της υπερμάχου στρατηγού στους «αγώνας του Έθνους»…



Δημοσιεύτηκε στον ΗΜΕΡΟΔΡΟΜΟ 25 Μάρτη 2017


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Μεγάλη συγκίνηση που ο παππούς του εστεμμένου φελλού που ταΐσαμε κιμά γαρίδας ήταν ...Έλληνας! Το είπε με καμάρι...

Για να γνωρίσουμε καλύτερα τον παππού του, τον πρίγκηπα Ανδρέα! Μιλάμε για ΤΟ...καμάρι!

Ο "βασιλόπαις" Ανδρέας, όπως του άρεσε να τον αποκαλούν, έπαιζε και πόλεμο. Ζήτησε να πάρει μέρος στην εκστρατεία στη Μικρά Ασία και βρέθηκε ... υποστράτηγος, διοικητής του Β΄ Σώματος Στρατού (Ιούλιος-Σεπτέμβριος 1921). Πολέμησε με "αυτοθυσία" στα καφέ - σαντάν της Σμύρνης και ενίσχυσε αποφασιστικά τις σχέσεις του με εκπροσωπους της Γαλλικής σχολής χορού!

Τον πίκραινε όμως που δεν τον συμπαθούσαν και σε επιστολή του στον Ι. Μεταξά (19.12.1921) γράφει:

«Ἀπαίσιοι πραγματικῶς εἶναι οἱ ἐδῶ Ἕλληνες, ἐκτὸς ἐλαχίστων. Ἐπικρατεῖ Βενιζελισμὸς ὀγκώδης καὶ κατὰ τὴν 15ην Δεκεμβρίου εἶχον κλείσει σχεδὸν ὅλα τὰ καταστήματα. Θὰ ἤξιζε πράγματι νὰ παραδώσωμεν τὴν Σμύρνην εἰς τὸν Κεμὰλ διὰ νὰ τοὺς πετσοκόψῃ ὅλους αὐτοὺς τοὺς ἀχρείους, οἱ ὁποῖοι φέρονται οὕτω κατόπιν τοῦ φοβεροῦ αἵματος ὅπερ ἐχύσαμεν ἐδῶ. Αἵματος τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος δέ, διότι ὅλα τὰ παιδιὰ τῶν ὁπωσδήποτε καλυτέρων οἰκογενειῶν τῶν ἐνταύθα ὑπηρετοῦν εἰς τὴν Σμύρνην καὶ τὰ μετόπισθεν, ἀλλοίμονον δὲ ἂν ἓν οἱονδήποτε τμῆμα εὑρεθῇ σχηματισμένον μόνον ἀπὸ Μικρασιάτας καὶ ἐνώπιον τοῦ ἐχθροῦ».

"Χύσαμε αίμα"... σε Α΄ Πληθυντικό μιλά ο πρίγκηψ που το μόνο αίμα που μπορεί να έχυσε βέβαια θα ήταν στο ξύρισμα...

Από δω και πέρα δεν έχει πλάκα: προήχθη σε αντιστράτηγο και ανέλαβε τη διοίκηση του Β΄ Σώματος Στρατού. Τή στιγμή που εκδηλώνόταν η αντεπίθεση του Κέμάλ μετακίνησε το Σώμα του πίσω (στα σίγουρα ο Πρίγκηψ...) από το Γ΄ Σώμα, αφήνοντας τελείως ακάλυπτο το Α΄ Σώμα, που έπαθε πανωλεθρία. Κατόπιν τούτου ο Ανδρέας αντικαταστάθηκε από τον αντιστράτηγο Τρικούπη. Ήταν όμως πολύ αργά.
Βούιξε ο τόπος τότε πως τη βραδιά της αντεπίθεσης του Κεμάλ ο πρίγκηψ ηταν άφαντος, συνέχισε να μορφώνεται πάνω στις σύγχρονες τάσεις της Γαλλικής σχολής χορού.

Γυρνώντας στην Ελλάδα πέρασε Στρατοδικείο που τον έκρινε ένοχο παμψηφεί, αναγνωρίζοντάς του όμως ελαφρυντικά λόγω... απειρίας(!!!) Απίστευτο; του αναγνωρίστηκε το ελαφρυντικό ″της τελείας απειρίας περί την διοίκησιν ανωτέρων μονάδων”και τον καταδίκασε στην ποινή της ισόβιας υπερωρίας και της διαγραφής από το μητρώο των αξιωματικών.(!) 
Αυτοί που ανέθεσαν σε αυτον τον τύπο την διοίκηση των χιλιάδων φουκαράδων που άφησαν τα κόκκαλά τους στον Σαγγάριο;

Αμέσως μετά την καταδίκη του, μεταφέρθηκε στο Φάληρο και αναχώρησε με το βρετανικό αντιτορπιλλικό ”Καλυψώ”. Το πλοίο σταμάτησε στην Κέρκυρα για να παραλάβει την οικογένειά του και μετά κατευθύνθηκε προς την Ιταλία. Τελικά, ο πρίγκιπας εγκαταστάθηκε σε προάστιο του Παρισιού, υπό την προστασία των Άγγλων.

Αυτόν τον ... ένδοξο πρόγονο τιμήσαμε εχτές, γι αυτόν καμάρωνε ο Κάρολος και χειροκροτούσε η πολιτική ηγεσία μας!

Σταθερά Μάνος Κατράκης:  " Δούλοι ήσασταν πάντα μωρέ..."




Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

του Νίκου Χειλαδάκη *

Όλα όσα ξέρατε μέχρι σήμερα για την ελληνική ιστορία είναι…«παραμύθια» κάποιων φασιστών, ρατσιστών και δεν συμμαζεύεται.

Σύμφωνα λοιπόν με τους ειδικούς, της «κακιάς ώρας», του κακού συναπαντήματος και της Σχολής Ιστορίας της Άγκυρας, η «πραγματική» ιστορία αυτής της χώρας μας έχει ως εξής :

Και κατ’ αρχή το 1821 ήταν μια άθλια ανταρσία απατεώνων, κλεφτών, δολοφόνων και… φοροφυγάδων, που έσφαζαν τον μουσουλμανικό πληθυσμό στα νότια της βαλκανικής χερσονήσου.

Ο περίφημος αρχαίος ελληνικός πολιτισμός ήταν μικρασιατικής… τουρκογενής προέλευσης και οι μεγάλοι αρχαίοι φιλόσοφοι ήταν… Τούρκοι, όπως ο Όμηρος, ο Ιπποκράτης, ο Θαλής ο Μιλήσιος, κ.α.

Οι ίδιοι αρχαίοι Έλληνες ήταν ένα κράμα διαφόρων φυλών που εξαφανίστηκαν εξ’ ολόκληρου μετά την κατάκτηση της Ελλάδας από τους Ρωμαίους.

Η σύγχρονη ελληνική γλώσσα είναι ένα κράμα… τουρκοσλαυβοαραβοβλαχοαλβανικών (!!!), στοιχείων. Και φυσικά ο Μέγας Αλέξανδρος δεν είχε καμία σχέση με τους Έλληνες αλλά ήταν ή Αλβανός, ή Σκοπιανός, ή…Τουρκόφωνος.

Η «απελευθέρωση» (!!!), της Κωνσταντινούπολης από τους διεφθαρμένους Βυζαντινούς που δεν είχαν καμία εθνικότητα, έγινε για να… ωφεληθούν οι Ορθόδοξοι καθώς ανέκτησαν την κυριαρχία σε όλη την έκταση της αυτοκρατορίας. Η «Παξ Οτομάνα», (!!!), ήταν ευεργετική για τους Ορθόδοξους που απέκτησαν μεγάλη δύναμη και καταπίεζαν, συχνά έσφαζαν τους καημένους τους μουσουλμάνους.

Οι άλλοι Ορθόδοξοι μέσα στην αυτοκρατορία υπονόμευαν με προδοσίες και σαμποτάζ την νόμιμη οθωμανική αρχή, ενώ συχνά προέβαιναν σε σφαγές των… φιλειρηνικών μουσουλμάνων.

Η εισβολή του ξένου «Στρατού του Διαβόλου», (Şeytan Asler), στην Μικρά Ασία το 1919, ήταν μα απάνθρωπη κατοχή των πατρώων εδαφών των Τούρκων και οι ξένοι εισβολείς, (Έλληνες), βίαζαν και έσφαζαν μουσουλμάνους. Στην υποχώρηση τους το 1922 μετά την επέλαση του Κεμάλ, κατέκαψαν όλη την δυτική Μικρά Ασία και έσφαξαν δεκάδες χιλιάδες. Εκείνη την περίοδο έγινε η μεγάλη «γενοκτονία» των… μουσουλμάνων Τούρκων στον Πόντο από τους Ορθόδοξους Τσέτες που έκαιγαν τα μουσουλμανικά χωριά και βίαζαν τις μουσουλμάνες.

Το σύγχρονο ελληνικό κράτος αφού είχε την αμέριστη βοήθεια από τους Δυτικούς απέσπασε παράνομα εδάφη της Τουρκίας, όπως τα τουρκικά νησιά του Αιγαίου που κατέχει παράνομα. Είναι ένα κράτος τεχνητό που κατοικείται από διάφορες μειονότητες που δεν έχουν καμία σχέση η μια με την άλλη.

Τέλος οι Χριστιανοί ήταν πάντα αιμοβόροι και αυτό φαίνεται από του ότι μέσα στις εκκλησίες τους… πίνουν αίμα και τρώνε ανθρώπινη σάρκα (Θεία Κοινωνία)!!! Μάλιστα!

Αυτά τα «ωραία» της Σχολής Ιστορίας της Άγκυρας μην εκπλαγείτε αν αύριο θελήσουν να μας επιβάλλουν να μαθαίνουν τα παιδιά μας αφού απαγορεύσουν το «Πάτερ Ημών» και κάθε ελληνορθόδοξη εκδήλωση στα ελληνικά σχολεία.

Εμπρός λοιπόν στον δρόμο που χάραξαν οι διάφοροι Ρεπούσηδες, Δραγώνες Τατσόπουλοι, Φίληδες και ο… Κεμάλ Ατατούρκ.

Εμείς θα τα δεχτούμε όλα αυτά;



Νίκος Χειλαδάκης είναι Δημοσιογράφος-Συγγραφέας-Τουρκολόγος - www.nikosxeiladakis.gr




Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου


Ο Πρόεδρος του Μαυροβουνίου Μίλο Τζουκάνοβιτς απέστειλε στην Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Κατερίνα Σακελλαροπούλου, βιντεοσκοπημένο συγχαρητήριο μήνυμα, με την ευκαιρία της 25ης Μαρτίου. Ο Μίλο Τζουκάνοβιτς συγχαίρει τον ελληνικό λαό για την επέτειο των 200 ετών από την Ελληνική Επανάσταση του 1821 και υπογραμμίζει ότι η εξέγερση των Ελλήνων ενέπνευσε όλους τους αγώνες των βαλκανικών λαών για ελευθερία και ανεξαρτησία.

Μάλιστα ο  Πρόεδρος του Μαυροβουνίου αναφέρεται  και στην συμμετοχή Μαυροβούνιων αγωνιστών στην Επανάσταση του 1821 και ιδιαίτερα στον Βάσο Μαυροβουνιώτη. Επισημαίνει ότι και σήμερα οι δύο χώρες συνεργάζονται άψογα σε όλα τα επίπεδα υπογραμμίζοντας την συμμετοχή της Ελλάδας στην φύλαξη του εναέριου χώρου του Μαυροβουνίου.

Ας δούμε όμως, δοθείσης ευκαιρίας του μηνύματος του Μαυροβούνιου Προέδρου, αυτής της μικρής αλλά πανέμορφης γειτονικής μας χώρας, την συμμετοχή αγωνιστών της στον απελευθερωτικό αγώνα της Ελλάδας.

Μαυροβούνιοι Εθελοντές στον Εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα των Ελλήνων στα 1821. Ιωάννης Α. Παπαδριανός. Βαλκανικά Σύμμεικτα, τόμος 11 (1999-2000)-Περιοδική έκδοση του Ιδρύματος Μελετών Χερσονήσου του Αίμου[1]

Με την έναρξη της ελληνικής επανάστασης του 1821 για την αποτίναξη του οθωμανικού ζυγού της δουλείας, κατέφθασε στην Ελλάδα πλήθος φιλέλληνων αγωνιστών από την Ευρώπη και την Αμερική για να συνδράμουν στον αγώνα των Ελλήνων. Εκτός όμως από τους δυτικοευρωπαίους, που η συμμετοχή τους είναι πλήρως καταγεγραμμένη στις ιστορικές σελίδες της χώρας, κατέφθασαν και εθελοντές από τα Βαλκάνια, κυρίως από το Μαυροβούνιο και Σερβία.[2][3] Ο λόγος που συνέβη αυτό μπορεί να αποδοθεί στην απήχηση του φλογερού καλέσματος, τα προηγούμενα χρόνια από τον Ρήγα Φεραίο - ο οποίος αποτελεί την ψυχή και το πνεύμα της επανάστασης -  αλλά και στον πανβαλκανικό χαρακτήρα που πήρε στα μάτια των λοιπών Βαλκάνιων η εξέγερση των Ελλήνων, της πρώτης εθνότητας που επαναστάτησε και κέρδισε την ανεξαρτησία της στα Βαλκάνια.

Αν ξεφυλλίσει κανείς τον κατάλογο με τους αγωνιστές της επανάστασης του 1821, ασφαλώς θα βρει και ξένους αγωνιστές, όχι μόνο Έλληνες. Ανάμεσα σ’ αυτούς αναγράφεται και ο Μαυροβουνιώτης Βάσος, που ήταν από το Μαυροβούνιο και είχε έρθει μαζί με άλλους συμπατριώτες του να πολεμήσουν ως εθελοντές.

Επειδή όμως υπήρχε και ο φόβος να κινδυνεύσουν μέλη της οικογένειάς τους στο Μαυροβούνιο από αντίποινα των Τούρκων, οι Μαυροβούνιοι εθελοντές χρησιμοποιούσαν ψευδώνυμα, συνεπώς είναι δύσκολο να εντοπιστούν τα πραγματικά οικογενειακά τους επίθετα. Γνωστοί Μαυροβούνιοι εθελοντές ήταν: Μαυροβουνιώτης Βάσος, Μαυροβουνιώτης Ράντος, αδελφός του Βάσου, Μαυροβουνιώτης Τζωάννος-Σλαβάνος, Μοντενεγρίνος Τζωάννος, Ουΐτζ (Μαυροβουνιώτης στρατηγός και θερμός φιλέλληνας), και οι Ιωάννης Ράντοβιτς και Γρηγόριος Τζούροβιτς, που ήταν οι μόνοι που διατήρησαν τα πραγματικά τους επίθετα [7].

Γιατί πολέμησαν ως εθελοντές για την ελευθερία των Ελλήνων;

Η συμμετοχή των Μαυροβουνίων εθελοντών, όπως και των άλλων Βαλκάνιων, στην Ελληνική Επανάσταση του 1821 υπαγορευόταν από διαφόρους λόγους. Πολλοί πίστευαν ότι ο αγώνας των Ελλήνων θα είχε ως αποτέλεσμα την απελευθέρωση και της δικής τους πατρίδας και άλλοι νόμιζαν ότι έφθασε η αποφασιστική στιγμή για την οριστική μονομαχία «υπέρ πίστεως και πατρίδας». Ορισμένοι, πάλι, πήραν μέρος στον Αγώνα υπακούοντας στην επαναστατική τους ορμή. Τέλος, υπήρχαν και εθελοντές που προσχώρησαν στην Ελληνική Επανάσταση κάτω από την πίεση ποικίλων περιστατικών [8].
Τα Μαυροβουνιώτικα σώματα, στα οποία περιλαμβάνονταν και άλλοι Βαλκάνιοι, και κυρίως Σέρβοι, στην αρχή βρίσκονταν κάτω από τη γενική αρχηγία Έλληνα οπλαρχηγού. Με το πέρασμα όμως του χρόνου και την ανάδειξη ηγετικών ικανοτήτων των στελεχών τους τα παραπάνω σώματα απέκτησαν αυτοτέλεια δράσης και κίνησης και συνεργάζονταν κατά τρόπο ισότιμο με τα ελληνικά σώματα[4].

Πολλοί Μαυροβούνιοι μαχητές της Ελληνικής Ανεξαρτησίας, ήδη από τα μέσα του 1824, κατέλαβαν ανώτερα ή ανώτατα στρατιωτικά αξιώματα χάρη στις πολεμικές τους αρετές, την εμπειρία και τα διοικητικά τους προσόντα[5]. Ορισμένοι, μάλιστα από τους Μαυροβούνιους εθελοντές εξελληνίστηκαν πέρα ως πέρα, έμαθαν την ελληνική γλώσσα, πολιτογραφήθηκαν Έλληνες και συνήθισαν γρήγορα στον ελληνικό τρόπο σκέψεως και ζωής. Επίσης, αρκετοί από τους απογόνους των εθελοντών αυτών θα ακολουθήσουν τη στρατιωτική σταδιοδρομία των πατέρων τους και θα διακριθούν στα διάφορα πεδία των μαχών, όπως ο γιος του Βάσου Μαυροβουνιώτη, Τιμολέων Βάσος, που διακρίθηκε και κατά την Κρητική Επανάσταση του 1897[6].


Μαυροβουνιώτης Βάσος (1797-1847).

Μαυροβουνιώτης οπλαρχηγός κατά τους χρόνους του ελληνικού εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος και σπουδαίος στρατιωτικός παράγοντας κατά την περίοδο της βασιλείας του Όθωνα με σημαντική πολιτική επιρροή Γεννήθηκε στο Πετροπαύλιτς του Μαυροβούνιου το έτος 1797 και γύρω στα 1817, μαζί με σημαντικό αριθμό συγγενών του, κατέφυγε στη Μικρά Ασία για να αποφύγει διώξεις των τουρκικών αρχών της πατρίδας του. Δυστυχώς, τα στοιχεία, που διαθέτουμε για τη δράση του στη Μικρά Ασία, είναι ελάχιστα. Το πιθανότερο είναι να είχε εργαστεί ως επιστάτης σε κτήματα Οθωμανού γαιοκτήμονα ή σε κάποια τουρκική στρατιωτική υπηρεσία. Το 1820 αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη Μικρά Ασία, κυνηγημένος για αξιέπαινη πράξη. Κατέφυγε τότε στην Αθήνα και εντάχτηκε ως μπαϊρακτάρης στον στρατό του «σιλιχτάρη» (διοικητή) της πόλης Μπαμπά πασά, ο οποίος ετοιμαζόταν να εκστρατεύσει εναντίον του Αλή πασά του Τεπελενλή που είχε αποστατήσει από την Υψηλή Πύλη [9].
Προσωπογραφία του αγωνιστή Βάσου Μαυροβουνιώτη (1797-1847). Λάδι σε μουσαμά, έργο του Νικηφόρου Λύτρα, Μουσείο Μπενάκη.

Κατά την επαναστατική περίοδο 1821-1827, ο Βάσος Μαυροβουνιώτης [10] έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο. Αφού καθιερώθηκε κατά το πρώτο έτος του Αγώνα (1821), μαζί με τον φίλο του Νικόλαο Κριεζώτη, ως στρατιωτικός παράγοντας στην περιοχή της νήσου Εύβοιας, πήρε μέρος σε αιματηρές μάχες εναντίον του Ομέρ πασά της επαρχίας Καρυστίας, όπως στα Στύρα όπου τραυματίστηκε, στις Πετριές και στο Κάδι, ενώ κατά το δεύτερο έτος της Επανάστασης (1822) αντιμετώπισε επιτυχώς τους Τούρκους στρατιωτικούς Ομέρ μπέη, Τζαχαρτζή – Αλή πασά και Σανδή – Ντίμπα στα Πολιτικά, στα Βρυσάκια, στα Βλαχοχώρια, στη Βάθεια και πάλιν στα Στύρα (12 Ιανουάριου 1822).

Το έτος 1823, έχοντας ήδη πάρει τους βαθμούς του πεντακοσιάρχου και κατόπιν του χιλιάρχου, αμύνθηκε με γενναιότητα στην τοποθεσία Πύργος του Καστροβαλά, η οποία βρισκόταν στο γνωστό λιμάνι της Κύμης, εναντίον του Γεπτσάραγα [11]. Επίσης το ίδιο έτος εξεστράτευσε με 300 άντρες του και με πλοία Ψαριανά εναντίον της σπουδαίας για την Επανάσταση νήσου της Θάσου· εκεί, μολονότι υπήρχε αρκετός τουρκικός στρατός, κατέστρεψε ολοκληρωτικά σχεδόν το οθωμανικό στοιχείο της νήσου [12]. Κατά τη διάρκεια δε του επόμενου χρόνου (1824), οπότε και ανέβηκε στο αξίωμα του στρατηγού [13], μεταφέρθηκε με το σώμα του στην Ύδρα και ανέλαβε τη φύλαξή της νήσου αυτής, η οποία παρείχε στον Αγώνα τα περισσότερα και καλύτερα πλοία.

Αλλά η δραστηριότητα του Μαυροβουνιώτη στρατηγού θα συνεχιστεί και κατά τα επόμενα χρόνια [14]. Έτσι, το 1825, με διαταγή της κυβέρνησης προωθείται στην Πελοπόννησο και παίρνει μέρος στις μάχες του Νεοκάστρου (15/27 Μαρτίου) και του Κρεμμυδιού εναντίον του Ιμπραήμ πασά, ο οποίος απειλούσε να καταπνίξει την Επανάσταση. Μετά την καταστροφή δε των ελληνικών δυνάμεων στο Κρεμμύδι (17/19 Απριλίου), επανήλθε στη Στερεά Ελλάδα και διατάχτηκε να επιτεθεί εναντίον των Σαλώνων (Άμφισσας). Εδώ πολιόρκησε στενά τους Τούρκους, αλλά, λόγω ελλείψεως τροφίμων, αναγκάστηκε να μεταβεί στη θέση Φουντάνα, όπου και επέφερε μεγάλη καταστροφή στον εχθρό πολεμώντας σαν πραγματικός ήρωας. Επίσης, κατά το ίδιο έτος διεξήγε με επιτυχία πολεμικές επιχειρήσεις στις Θερμοπύλες και στη Ρούσσα εναντίον του Κεχαγιάμπεη [15].

Τον επόμενο χρόνο (1826), ο Βάσος Μαυροβουνιώτης, μαζί με άλλους οπλαρχηγούς, έλαβε μέρος σε μια εκστρατεία εναντίον του μακρινού Λιβάνου, η οποία, εκτός από τολμηρή, ήταν ταυτόχρονα και αυθαίρετη αφού δεν είχε την έγκριση της Προσωρινής Διοίκησης της επαναστατημένης Ελλάδας. Συγκεκριμένα, ο εγκαταστημένος από το 1820 στον Λίβανο έμπορος Χατζή Στάθης Ρέζης, που είχε στενές σχέσεις με τον εμίρη της περιοχής Μπεσίρ και ο οποίος είχε παρουσιαστεί στο Βουλευτικό Σώμα ισχυριζόμενος ότι διερμήνευε τις γνώμες των προυχόντων του Λιβάνου, είχε προτείνει στις 25 Οκτωβρίου του 1824 συμμαχία της χώρας εκείνης με την Ελλάδα με αντικειμενικούς σκοπούς την απελευθέρωση του Λιβάνου και της Κύπρου από την τουρκική σκλαβιά· μια τέτοια δε συμμαχία, τόνιζε ο Ρεζής, θα δημιουργούσε σοβαρό αντιπερισπασμό στις δυνάμεις του σουλτάνου και του Μεχμέτ Αλή της Αιγύπτου, ο οποίος είχε στείλει τον θετό γιο τον Ιμπραΐμ στην Πελοπόννησο με εντολή να καταπνίξει με κάθε τρόπο την επανάσταση. Το Βουλευτικό Σώμα δέχτηκε την πρόταση και ενέκρινε ως αντιπροσώπους του τον Χατζή Στάθη Ρέζη, τον Αντώνιο Τζούνη και τον Κύπριο αγωνιστή Χαράλαμπο Μάλη. Αλλά και το Εκτελεστικό Σώμα, αν και κάπως αργά, με έγγραφό του της 13ης Ιουλίου του 1825 ενέκρινε την παραπάνω απόφαση και ζήτησε από τον Ρεζή να συνοδεύσει και να καθοδηγήσει, ως γνώστης προσώπων και πραγμάτων, τους Έλληνες απεσταλμένους. Τον Τζούνη δε, ο οποίος αρνήθηκε τελικά να συμμετάσχει στην αποστολή, τον αντικατέστησε ο Γρηγόριος Δενδρινός, επίσκοπος Ευδοκιάδος. Όλους λοιπόν αυτούς η Προσωρινή Διοίκηση τους εφοδιάζει με έγγραφα προς τον εμίρη Μπεσίρ, προς τους φυλάρχους, τους ιερωμένους και τους προκρίτους του Λιβάνου, για να συνεννοηθούν μαζί τους για τους τρόπους της συνεργασίας των δύο τόσο απομακρυσμένων χωρών [16]. Αλλά και μια άλλη παράλληλη κίνηση παρατηρείται τότε που προερχόταν από ορισμένους Κύπριους πρόσφυγες, οι οποίοι, εμφορούμενοι από θερμό πατριωτισμό, φθάνουν ως τη σύλληψη σχεδίων που, υλοποιούμενα, θα είχαν απρόβλεπτες συνέπειες για την Κύπρο και την επαναστατημένη Ελλάδα γενικότερα [17].

Τα σχέδια όμως των εκστρατειών εναντίον του Λιβάνου και της Κύπρου γίνονταν σε μια περίοδο που η Προσωρινή Διοίκηση είχε να αντιμετωπίσει σοβαρότερα εσωτερικά προβλήματα, όπως ήταν η θανάσιμη απειλή του Ιμπραΐμ στην Πελοπόννησο και οι συντονισμένες επιχειρήσεις του Κιουταχή πασά στη Στερεά Ελλάδα που έτειναν στην κατάπνιξη της επανάστασης στην περιοχή. Γι’ αυτό και τα εν λόγω σχέδια εγκαταλείφθηκαν από την Προσωρινή Διοίκηση. Οι συζητούμενες, ωστόσο, επιχειρήσεις έγιναν γνωστές σ’ ένα κύκλο τολμηρών στρατιωτικών, όπως του Βάσου Μαυροβουνιώτη, του Χατζή Μιχάλη Ταλιάνου και του Νικόλαου Κριεζώτη, οι οποίοι έβλεπαν ότι ένα τέτοιο εγχείρημα θα μπορούσε να τους φέρει όχι μόνο πολεμική δόξα, αλλά και σημαντικά υλικά κέρδη. Οι κινήσεις όμως αυτές των στρατιωτικών, αν και ήταν μυστικές, δεν άργησαν να γίνουν αντιληπτές από τον Κύπριο πατριώτη Χαράλαμπο Μάλη, ο οποίος επιθυμούσε η εκστρατεία εναντίον του Λιβάνου και της Κύπρου να πραγματοποιηθεί υπό τον έλεγχο των επισήμων πολιτικιών αρχών και όχι να πάρει τη μορφή ιδιωτικής επιχείρησης και με ιδιοτελείς σκοπούς· γι’ αυτό και έσπευσε να ειδοποιήσει την ελληνική κυβέρνηση. Έτσι, με αναφορά του της 29ης Ιανουάριου 1826 προς το Βουλευτικό Σώμα κατήγγειλε τις ύποπτες κινήσεις των στρατιωτικών και ζήτησε να ληφθούν μέτρα εναντίον των πρωταγωνιστών των κινήσεων αυτών [18].

Η ελληνική κυβέρνηση, που δεν είχε πληροφορίες για τις παραπάνω μυστικές ζυμώσεις, ζητεί από το Βουλευτικό Σώμα να καταβάλλει κάθε προσπάθεια, ώστε να εμποδιστεί το παράτολμο εγχείρημα των στρατιωτικών. Με το ίδιο δε πνεύμα γράφει και προς τους προκρίτους των νησιών Ύδρας, Σπετσών και Ψαρών, καθώς και στην ψυχή του Αγώνα Θεόδωρο Κολοκοτρώνη που επηρέαζε αποφασιστικά τους στρατιωτικούς κύκλους. Παρόλα αυτά, ο Βάσος Μαυροβουνιώτης και οι ομοϊδεάτες του εμμένουν στα σχέδιά τους και αναπτύσσουν έντονη δραστηριότητα για την πραγματοποίησή τους. Ως τόπος συγκέντρωσης ορίζεται η νήσος Κέα (Τζια), στην οποία, κατά το χρονικό διάστημα από τον Δεκέμβριο του 1825 ως το Φεβρουάριο του 1826, συρρέουν διάφοροι οπλοφόροι υπό την αρχηγία του Βάσου Μαυροβουνιώτη, του Χατζή Μιχάλη Ταλιάνου, του Νικολάου Κριεζώτη, του Σταύρου Λιακόπουλου και του Χατζή Στεφάν ή Βούλγαρη που συνολικά θα ξεπεράσουν τους 2.000 άνδρες. Οι οπλοφόροι όπως αυτοί, επειδή δεν βοηθούνταν από την κυβέρνηση, αναγκάζονταν πολλές φορές να καταπιέζουν τους κατοίκους της περιοχής για να τους προμηθεύσουν τρόφιμα [19].

Τέλος, κατά το τέλος Φεβρουάριου, το σώμα των οπλοφόρων αναχώρησε με 14 καράβια, στις αρχές δε Μαρτίου έφτασε στις ακτές της Συρίας έξω από τη Βηρυτό, όπου έκαμε απόβαση και κατέλαβε έναν ακρινό παραθαλάσσιο πύργο και μερικά σπίτια· απ’ εκεί ήλθε σε επαφή με τον εμίρη Μπεσίρ, αλλά αυτός ζήτησε από τους οπλαρχηγούς τα πληρεξούσιά τους γράμματα, τα οποία βέβαια αυτοί δεν διέθεταν. Διατάχτηκαν λοιπόν να αναχωρήσουν, όσο το δυνατόν γρηγορότερα, προτού συγκεντρωθούν και επιτεθούν εναντίον τους οι Άραβες. Έτσι αναγκάστηκαν, στις 25 Μαρτίου, να φύγουν άπρακτοι και να παραιτηθούν από μια τολμηρή επιχείρηση σε ξένη χώρα σε εποχή, κατά την οποία η παρουσία και η συνδρομή τους στο πολιορκούμενο Μεσολόγγι που περνούσε αγωνιώδεις στιγμές θα ήταν ανεκτίμητη. Κατά την επιστροφή τους, προσέγγισαν στην Κύπρο, όπου τρομοκράτησαν τους Τούρκους κατοίκους του νησιού, έπιασαν κατόπιν στα παράλια της Κιλικίας ένα αυστριακό καράβι και, τέλος, μέσω της νήσου Άνδρου ξαναγύρισαν στην επαναστατημένη Ελλάδα [20].

Μετά την επιστροφή από το Λίβανο, ο Βάσος Μαυροβουνιώτης θα διακριθεί στη μάχη στη θέση «Λυκόραμα», απέναντι από τα νησιά Πεταλιοί [21]. Στη θέση αυτή θα φθάσει στις 5 Απριλίου του 1826 ο Μαυροβουνιώτης πολέμαρχος με 800 περίπου άνδρες και με τρία πολεμικά πλοία και μαζί με τον Νικ. Κριεζώτη και Χατζή Μιχάλη Ταλιάνο θα σώσει τους Έλληνες από τον ασφυκτικό τουρκικό κλοιό, που είχε σχηματιστεί γύρω από αυτούς [22]. Κατά τους υπόλοιπους δε μήνες του 1826 ο Βάσος Μαυροβουνιώτης θα λάβει ενεργό μέρος σε τρεις μάχες στα Λιόσια της Αττικής εναντίον του σιλιχτάρη και κατόπιν σε δύο μάχες στο Χαϊδάρι και την Ελευσίνα εναντίον του Ρούμελη – Βαλεσί Κιουταχή πασά, όπου θα εκτιμηθούν από την ελληνική κυβέρνηση δεόντως τα στρατιωτικά του προσόντα [23]. Αλλά και κατά το επόμενο έτος (1827) ο Βάσος Μαυροβουνιώτης θα πολεμήσει με πείσμα εναντίον Κιουταχή πασά και κυρίως στο Καματερό και στη Λιάτανη [24].

Κατά τους εμφυλίους πολέμους (1824-1825), ο Βάσος Μαυροβουνιώτης συστοιχήθηκε, όπως άλλωστε και η συντριπτική πλειοψηφία των μη Πελοποννησίων οπλαρχηγών, με την πλευρά των λεγομένων κυβερνητικών, επικεφαλής των οποίων βρισκόταν η οικογένεια των Κουντουριωτών. Από πολιτική δε άποψη ήταν ενταγμένος στο Γαλλικό κόμμα του Ιωάννη Κωλέττη, διατηρώντας όμως ταυτόχρονα και μια ανεξαρτησία κινήσεων, καθώς, με τον αδελφοποιτό του Νικόλαο Κριεζώτη και ορισμένους άλλους μεγαλοκαπετάνιους της Ανατολικής Στερεός, είχαν συμπήξει ξεχωριστή στρατιωτικοπολιτική ομάδα μέσα στους κόλπους του Γαλλικού κόμματος [25].

Κατά τη διάρκεια της Καποδιστριακής περιόδου, ο Βάσος Μαυροβουνιώτης εντάχτηκε στον νέο στρατιωτικό οργανισμό του Κυβερνήτη, δηλαδή στις χιλιαρχίες και ανέλαβε τη διοίκηση της ΣΤ’ Χιλιαρχίας. Σαν διοικητής δε της χιλιαρχίας αυτής πολέμησε σε μια σειρά ολόκληρη μαχών για την ανακατάληψη της Στερεάς Ελλάδας· συγκεκριμένα, στο Στεβενίκο και Λιβαδειά κατά του Ομέρ πασά της Καρύστου, στην πολιορκία της ακρόπολης της Άμφισσας εναντίον του Μεχμέτ – Ντέβολη, στο Μαρτίνο της Λιβαδειάς εναντίον του Μαγιούτ πασά και, τέλος, στη Λιθάδα της Εύβοιας κατά του Ομέρ πασά. Αλλά και τον επόμενο χρόνο (1829), έδωσε δύο σκληρές μάχες κατά του «σιλιχτάρη» στα Χάσια της Αττικής (Άγιος Ιωάννης), τερματίζοντας έτσι μια πλούσια στρατιωτική σταδιοδρομία με συμμετοχή σε τριανταέξι περίπου μάχες, πολιορκίες και εκστρατείες [26].

Η Οθωμανική περίοδος υπήρξε η πιο ευνοϊκή για τον Βάσο Μαυροβουνιώτη. Ο Μαυροβουνιώτης πολέμαρχος ήταν ένας από τους λίγους ατάκτους αξιωματικούς της προηγούμενης περιόδου που κατόρθωσαν να ενταχθούν στον νέο Οθωνικό στρατό. Η σταδιοδρομία του υπήρξε εντυπωσιακή: μέλος της επιτροπής που είχε σαν σκοπό να εξετάσει τις εκδουλεύσεις που παρείχαν και τη διαγωγή που επέδειξαν κατά την Επανάσταση οι αξιωματικοί των ατάκτων σωμάτων (1833)· συνταγματάρχης – επιθεωρητής Αττικής και Βοιωτίας (1834)· αρχηγός της Οροφυλακής Φθιώτιδας (1836)· υποστράτηγος (1843) και βασιλικός υπασπιστής (1846) [27].

Ο Βάσος Μαυροβουνιώτης υπήρξε μια από τις πιο χαρακτηριστικές μορφές της περιόδου που έζησε. Ο φυγάς του Μαυροβούνιου και της Μικρός Ασίας ήρθε στην επαναστατημένη Ελλάδα και, χωρίς να ανήκει στα παλαιά μεγάλα αρματολικά τζάκια, κατόρθωσε, στηριγμένος μόνο στα προσόντα του [28], να ανέβει στις υψηλές βαθμίδες της στρατιωτικής ιεραρχίας και να παίξει σημαντικό ρόλο στην κοινωνία της μετεπαναστατικής Ελλάδας. Πέθανε σχετικά νέος στις 9 Ιουνίου 1847, από πνευμονία [29].

Σχετικά με την οικογενειακή κατάσταση του Μαυροβουνιώτη πολέμαρχου, γνωρίζουμε ότι παντρεύτηκε μια από τις πιο διάσημες γυναίκες της εποχής την Ελέγκω (Ελένη) Μαυροβουνιώτη, το γένος Ιωαννίτη [30], και απέκτησε μαζί της τέσσερις γιους: τον Γεώργιο, τον Τιμολέοντα, τον Αλέξανδρο και τον Κωνσταντίνο. Από τους γιους της Ελέγκως και του Βάσου Μαυροβουνιώτη θα αναδειχτεί κυρίως ο Τιμολέων, ο οποίος, εκτός από τα άλλα, θα διακριθεί και κατά την Κρητική Επανάσταση του 1897 [31].


Μαυροβουνιώτης Ράντος. 

Αδελφός του Βάσου. Πολέμησε ηρωικά επί τρία έτη εναντίον των Τούρκων στη νήσο Εύβοια- το τέταρτο δε έτος της επανάστασης στο νησί Ψαρά, όπου έδειξε απαράμιλλη ανδρεία. Συγκεκριμένα, στις 21 Ιουνίου του 1824 ισχυρός τουρκικός στρατός αποβιβάστηκε στο νησί με σκοπό να το καταστρέφει. Ο Ράντος Μαυροβουνιώτης, ο οποίος μαζί με τον Λάμπρο Κασσανδρινό είχε αναλάβει την άμυνα του νησιού, στη θέση Φτελιό απέκρουσε τρεις ισχυρές τουρκικές επιθέσεις, αλλά το απόγευμα άρχισαν να τον περικυκλώνουν οι εχθροί και γι’ αυτό αναγκάστηκε να υποχωρήσει στο φρούριο του νησιού. Εδώ διεξήχτηκε άγρια πάλη και τελικά, όταν ο Ράντος είδε ότι δεν υπήρχε καμιά ελπίδα σωτηρίας, έβαλε φωτιά στην πυριτιδαποθήκη και ανατινάχτηκε στον αέρα μαζί με τους συμπολεμιστές του παρασύροντας στον θάνατο και 3000 Τούρκους [32].


Μοντενεγρίνος Τζωάννος. 

Διακρίθηκε κυρίως κατά τις πολιορκίες πόλεων σημαντική δε ήταν η συμβολή του κατά την πολιορκία και άλωση της Τριπολιτσάς (23 Σεπτεμβρίου 1821) σπουδαίου στρατηγικού κέντρου της Πελοποννήσου. Ο Δημήτριος Υψηλάντης, η ελληνική αυτή ψυχή της επανάστασης, επαινεί την ειλικρίνεια και την παρρησία, με την οποία εξέφραζε τις απόψεις του ο Μαυροβουνιώτης αγωνιστής [33].


Ουïτζ (De Wintz) 

Μαυροβουνιώτης στρατηγός που είχε πολεμήσει υπό τις σημαίες του Μεγάλου Ναπολέοντος. Ευρισκόμενος στο Λονδίνο, επιδίωξε, σε συνεργασία με ορισμένους Άγγλους και Κύπριους εξόριστους, να καταρτίσει στρατιωτικό σώμα από 2.000 εθελοντές ή μισθοφόρους Ευρωπαίους και να κατέλθει στην Ελλάδα και στην Κύπρο, για να πολεμήσει εναντίον των Τούρκων (1823-1824). Προς τον σκοπό αυτόν επιχείρησε να συνάψει ελληνικό ή κυπριακό δάνειο στο Λονδίνο, αλλά ήλθε σε αντίθεση με την ελληνική επαναστατική επιτροπή που έδρευε στην αγγλική πρωτεύουσα [34]. Τον Αύγουστο του 1824 έστειλε τον γιο του στην Ελλάδα, για να επιτύχει την έγκριση της Ελληνικής Κυβερνήσεως για το επιδιωκόμενο δάνειο, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Ο Ουΐτζ είχε επίσης αποστείλει μέσω του Άγγλου συνταγματάρχη Delaways στην Ελλάδα το από 12 Σεπτεμβρίου 1823 πολεμικό σχέδιο ιδίας εμπνεύσεως, το οποίο απέβλεπε στην απελευθέρωση της Ελλάδας. Από τα έγγραφα, που απευθύνει ο Μαυροβούνιος αυτός στρατηγός προς την Ελληνική Διοίκηση, φαίνεται ο θερμός φιλελληνισμός του [35].


Τζούροβιτς Γρηγόριος, οπλαρχηγός.

Υπηρέτησε την ελληνική επανάσταση έχοντας υπό τις οδηγίες του επίλεκτη ομάδα στρατιωτών. Με αναφορά του που υποβάλλει, την 1η Νοεμβρίου 1828 από τον Πόρο, προς τον πρώτο κυβερνήτη της Ελλάδας Ιωάννη Καποδίστρια, εκθέτει τις υπηρεσίες, που πρόσφερε στον Αγώνα, και ζητεί ανάλογη εργασία. Επίσης, συνυποβάλλει βεβαίωση του Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου, Γενικού Γραμματέα της Ελληνικής Διοίκησης, στην οποία τονίζεται η συναίσθηση του καθήκοντος που διείπε πάντοτε τις πράξεις του Μαυροβουνιώτη εθελοντή [36]. Αλλά δεν ήταν μόνο το στρατιωτικό στάδιο που διακρίθηκε ο Γρηγόριος Τζούροβιτς· εξίσου άξιος φάνηκε και κατά τη διπλωματική αποστολή που του ανέθεσε η διοίκηση του Αγώνα στα 1824 να μεταβεί στο Μαυροβούνιο και να συζητήσει με τον αρχηγό της χώρας Πέτρο Α΄ Πέτροβιτς Νιέγκος ζητήματα κοινής ελληνομαυροβουνιώτικης δράσης κατά των Τούρκων [37].



Ας ανακεφαλαιώσουμε: Οι Μαυροβουνιώτες εθελοντές στην Ελληνική Παλιγγενεσία του 1821 αποτελούν τρανότατο δείγμα της διαβαλκανικής συνεργασίας κατά τους νεότερους χρόνους. Οι στενές όμως ελληνομαυροβουνιώτικες σχέσεις δεν θα σταματήσουν εδώ, αλλά θα συνεχισθούν και κατά τους επόμενους χρόνους, για να φτάσουν και πάλι στο ύψιστο σημείο τους το 1912, με τη σύμπηξη της άρρηκτης βαλκανικής συμμαχίας.

Παραθέτουμε εδώ σε μορφή pdf, κατά τρόπο ενδεικτικό, ορισμένα μόνο από τα έγγραφα τα οποία χρησιμοποιήσαμε κατά τη σύνταξη της παρούσας εργασίας μας.


Υποσημειώσεις

[1] Joanis Papadrianos, «Grcki ustanak 1821. godine i Crnogorci», Istonjski zapisi 3 (1996).

[2] Οι βασικές αρχές του θέματος αυτού αποτέλεσαν εισήγηση στο Ά Ελληνομαυροβουνιώτικο Συνέδριο που πραγματοποιήθηκε στο Μαυροβούνιο τον Μάιο του 1997 στα σέρβικα. Το κείμενο δίνεται εδώ στην ελληνική γλώσσα.

[3] E. Πρωτοψάλτης, «Σέρβοι και Μαυροβούνιοι φιλέλληνες κατά την επανάσταση του 1821», A’. Ελληνοσερβικό Συμπόσιο, Πρακτικά, Θεσσαλονίκη 1979. σ. 65.

[4] Βλ. Σπ. Λουκάτου. «Σέρβοι, Μαυροβούνιοι και Βόσνιοι μαχητές της Ελληνικής Ανεξαρτησίας», Α’, Ελληνοσερβικό Συμπόσιο, Πρακτικά, Θεσσαλονίκη 1979, σ. 105-106.

[5] Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Βάσου Μαυροβουνιώτη, ο οποίος από νωρίς τιμήθηκε με το αξίωμα του χιλίαρχου (βλ. Αβ. Χρυσολόγη, Βάσος Μαυροβουνιώτης, Αθήναι 1876, passim).

[6] Αναφέρουμε εδώ, ενδεικτικό, τον Τιμολέοντα Βάσο, γιο του Βάσου του Μαυροβουνιώτη. Ο οποίος, εκτός από τα άλλα, διακρίθηκε και κατά την Κρητική Επανάσταση του 1897 (βλ. Λουκάτου, «Σέρβοι και Μαυροβούνιοι μαχητές», σ. 109).

[7] Οι εξαιρέσεις που Μαυροβούνιοι μαχητές διατήρησαν τα πατρωνυμικά τους επίθετα, όπως των Ιωάννη Ράντοβιτς και Γρηγορίου Τζούροβιτς, είναι σπάνιες [βλ. Πρωτοψάλτη, «Σέρβοι και Μαυροβούνιοι φιλέλληνες», σ. 79-80).

[8] Nικολάι Τυντόρωφ, Η βαλκανική διάσταση της επανάστασης του 1821. Η περίπτωση των Βουλγάρων, Αθήνα 1982, σ. 67.

[9] Βλ. λεπτομέρειες- Χρυσολόγης, Βάσος Μαυροβουνιώτης, σ. 15-16.

[10] Εδώ ο Βάσος Μαυροβουνιώτης θρήνησε τον θάνατο ενός από τους πιο γενναίους οπλαρχηγούς του Αγώνα, του Ηλία Μαυρομιχάλη που επονομαζόταν Μπεϊζαντέν (βλ. Χρυσολόγη, Βάσος Μαυροβουνιώτης, σ. 16-18).

[11] Ο ηρωισμός και γενικά οι στρατιωτικές ικανότητες, που επέδειξε ο Βάσος Μαυροβουνιώτης κατά τις πολεμικές επιχειρήσεις στη νήσο Εύβοια, φαίνεται ολοκάθαρα από μια βεβαίωση που του χορήγησε ο Άρειος Πάγος (το Ανώτατο Δικαστήριο) στις 5 Φεβρουάριου του 1823. (βλ. στο υπ’ αριθμό/έγγραφο στο τέλος του άρθρου μας).

[12] Βλ. Χρυσυλόγη, Βάσσος Μαυροβουνιώτης, σ. 20. Πρβλ. και Στέφανος Π. Παπαγεωργίου, «Μαυροβουνιώτης Βάσος», Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια (εκδοτική Αθηνών), τ. 6, Αθήνα χ. χρ., σ. 91.

[13] To terminus ante quem της αναδείξεως του Βάσου Μαυροβουνιώτη στο αξίωμα του στρατηγού πρέπει να είναι η 23η Σεπτεμβρίου 1824, όπως καταφαίνεται από ένα έγγραφο που φέρνει την ημερομηνία αυτή [βλ. Δουκάτου, «Σέρβοι και Μαυροβούνιοι μαχητές», σ. 127].

[14] Μολονότι η κυβέρνηση εξακολουθούσε να μην πληρώνει τους οφειλομένους μισθούς σ’ αυτόν και στους άνδρες του (βλ. στο υπ’ αριθμό 2 ντοκουμέντο στο τέλος της εργασίας μας).

[15] Οι τελευταίες αυτές νίκες του Βάσου Μαυροβουνιώτη βεβαιώνονται από μια επίσημη έκθεση, την οποία συνέταξε στις 20 Οκτωβρίου του 1825 στο στρατόπεδο των Σαλώνων ο συμπολεμιστής του Μαυροβουνιώτη στρατηγού Νικόλαος Κριεζώτης (βλ. στο υπ’ αριθμό 3 ντοκουμέντο στο τέλος του άρθρου μας).

[16] Βλ. Ε. Πρωτοψάλτη, «Αυθαίρετος εκστρατεία των Ελλήνων εις Λίβανον», Αθηνά 58 (1954), σ. 243 κ. ε. Σπ. Λουκάτος, «Προσπάθειαι ελληνο-συρολιβανικής συμμαχίας κατά την Ελλην. Εξανάστασιν (1822-1828)», Μνημοσύνη 3 (1970-1971), σ. 328 κ.ε.

[17] Ε. Πρωτοψάλτης, Η Κύπρος εις τον Αγώνα τον 1821, Αθήναι 1971, σ. 75 κ.ε. Απόστολος Ε. Βακαλόπουλυς, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τ. 7, Θεσσαλονίκη 1986, σ. 538.

[18] Πρωτοψάλτης, «Αυθαίρετος εκστρατεία», 262-263. Βακαλόπουλος, Ιστορία, τ. 7, σ. 539.

[19] Την εκστρατεία εναντίον του Λιβάνου εξετάζει διεξοδικά και ο βιογράφος του Βάσου Μαυροβουνιώτη AB. Ν. Χρυσολόγης, Βάσος Μαυροβουνιώτης, σ. 32-38. Η εξέταση όμως σε πολλά σημεία της αγγίζει τα όρια του ιστορικού διηγήματος και τούτο, γιατί ο βιογράφος του Μαυροβουνιώτη πολεμάρχου δεν διαθέτει αξιόπιστα τεκμήρια.

[20] Πρωτοψάλτης, «Αυθαίρετος εκστρατεία», σ. 273-274: Βακαλόπουλος, Ιστορία, τ. 7, σ. 539-540.

[21] Οι Πεταλιοί είναι σύμπλεγμα από μικρά νησιά στο νοτιοδυτικό άκρο της μεγαλονήσου Εύβοιας.

[22] Βλ. Βακαλοπούλου, Ιστορία, τ. 7, σ. 530-531, όπου και η υπόλοιπη βιβλιογραφία.

[23] Όπως κυρίως φαίνεται από το υπ’ αριθμό 4 έγγραφο που δημοσιεύεται στο τέλος της μελέτης μας.

[24] Χρυσολόγης, Βάσος Μαυροβουνιώτης, σ. 59 κ.ε. Παπαγεωργίου, «Μαυροβουνιώτης Βάσσος», σ. 91.

[25] Ο Βάσος Μαυροβουνιώτης, ως οπαδός της παράταξης των κυβερνητικών – Κουντουριωτών και του Γαλλικού κόμματος, συνεργάστηκε στενά με έναν άλλο σπουδαίο Βαλκάνιο εθελοντή, τον Χατζή Χρήστο Ντάγκοβιτς (βλ. Ιωάννη Α. Παπαδριανού, Η Ελληνική Παλιγγενεσία του 1821 και η βαλκανική της διάσταση. Κομοτηνή 1996, σ. 40, σημ. 16).

[26] Χρυσολόγης, Βάσσος Μαυροβουνιώτης, σ. 66 κ.ε.

[27] Παπαγεωργίου, «Μαυροβουνιώτης Βάσσος», σ. 92

[28] Η φιλοπατρία, η ανδρεία και η πειθαρχία προς τους ανώτερους του ήταν τα προσόντα που διέκριναν τον Βάσο Μαυροβουνιώτη. Στα Γενικά Αρχεία του Κράτους στην Αθήνα σώζεται σειρά ολόκληρη εγγράφων της Ελληνικής διοίκησης, στα οποία τονίζονται τα παραπάνω προσόντα του Μαυροβουνιώτη πολεμάρχου [βλ. Λουκάτου, «Σέρβοι και Μαυροβούνιοι μαχητές», σ. 138 κ.ε.].

[29] Την τελευταία ημέρα του θανάτου του, τον επισκέφτηκε ο βασιλέας Όθων και τον ρώτησε αν έχει να εκφράσει κάποια επιθυμία για την οικογένεια του. «Η μόνη μου επιθυμία», απάντησε ο Βάσος Μαυροβουνιώτης, «είναι τα παιδιά μου να σας δουν να εισέρχεστε στην Κωνσταντινούπολη» (βλ. Χρυσολόγου, Βάσος Μαυροβουνιώτης, σ. 64).

[30] Η Ελέγκω είχε φήμη καλλονής «… έλαμπε από ομορφιά και ήταν γεμάτη από χαρίσματα» και είχε γοητεύσει και τον γνωστό ποιητή Π. Σούτσο. Ο Βάσος Μαυροβουνιώτης θα παντρευτεί αργότερα για Δεύτερη φορά την Υδραία Μπίλλιω, από την οποία θα αποκτήσει και μια κόρη, την Πέτρα. Παρόλα αυτά η Ελέγκω αντιμετωπιζόταν και τότε ως Ελέγκω Βάσου Μαυροβουνιώτη και, μετά τον θάνατο του συζύγου της Βάσου, ως η χήρα του (βλ. Δημητρίου Π. Πασχάλη, Η Άνδρος κατά την Επανάσταση του 1821 Αθήναι 1930, σ. 73 κ.ε.).

[31] Τη σχετική βιβλιογραφία βλ. παραπάνω, σ. 246, σημ. 5.

[32] Βλ. σχετικά στο υπ’ αριθμό 5 ντοκουμέντο που Δημοσιεύεται στο τέλος της εργασίας μας.

[33] Γενικά Αρχεία του Κράτους, Συλλογή Βλαχογιάννη, Εκτελεστικόν Σώμα, 27 Απριλίου 1823.

[34] Πρωτοψάλτης, Η Κύπρος, α. 18 κ.ε.

[35] Ιστορικόν Αρχείον Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου, έκδοση Ε. Πρωτοψάλτη, τ. 3, Αθήναι 1968,0.394-396,925

[36] Γενικά Αρχεία του Κράτους, Γενική Γραμματεία, φάκ. 148, αριθμ. 7 και 8.

[37] Σπ. Λουκάτος, Σχέσεις Ελλήνων μετά Σέρβων και Μαυροβουνίων κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν (1823-1826), Θεσσαλονίκη 1970, σ. 119.


Ιωάννης Α. Παπαδριανός




Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου



Το 1821, η εξέγερση των Ελλήνων κατά του τουρκικού ζυγού, αρχικά δεν ενθουσίασε τους Ευρωπαίους. Μια ενδεχόμενη διάλυση της αυτοκρατορίας των Τούρκων, θα ανέτρεπε ριζικά την κατάσταση στην Ευρώπη. Για τους λόγους αυτούς, αλλά και για να εξυπηρετήσουν η κάθε μια τα δικά της συμφέροντα, οι δυνάμεις της Ευρώπης δεν αναγνώρισαν την ελληνική επανάσταση. 

Η αναγνώριση ήρθε από το Χαΐτιον, τη σημερινή Αϊτή 

Η πρώτη χώρα που αναγνώρισε επίσημα την επανάσταση των Ελλήνων και τη διεκδίκηση της ελευθερίας τους, ήταν η Αϊτή, που τότε ονομαζόταν στα ελληνικά Χαΐτιον. 

Η Αϊτή ήταν μια ανεξάρτητη, αλλά πολύ φτωχή χώρα – προϊόν της Γαλλικής Επανάστασης. Ο Αδαμάντιος Κοραής μαζί με άλλους επιφανείς Έλληνες, είχε γράψει μια επιστολή στον τότε πρόεδρο της Αϊτής, Ζαν Πιερ Μπουαγέ, στην οποία ζητούσαν βοήθεια για την επανάσταση. 

Ο Αϊτινός πρόεδρος απάντησε με μια επιστολή, στην οποία έλεγε ότι η χώρα του ήταν πολύ φτωχή και δεν είχε ολοκληρώσει τον αγώνα της εναντίον των Γάλλων αποικιοκρατών.  Έτσι, δεν ήταν σε θέση να ενισχύσει οικονομικά την Ελλάδα. Αναγνώριζε, όμως, το δικαίωμα των Ελλήνων γι’ αυτοδιάθεση και μιλούσε με θερμά λόγια για την επανάσταση. 

«Με μεγάλο ενθουσιασμό μάθαμε ότι η Ελλάδα αναγκάστηκε τελικά να αρπάξει τα όπλα, για να αποκτήσει την ελευθερία της και τη θέση που της ανήκει ανάμεσα στα κράτη. Πολίτες, μεταφέρετε στους συμπατριώτες σας τις θερμότερες ευχές για απελευθέρωση, που σας στέλνει ο λαός της Αϊτής», έγραφε μεταξύ άλλων ο Ζαν Πιερ Μπουαγέ. 

Συμβολικά, η Αϊτή έστειλε στους Έλληνες 45 τόνους καφέ προς πώληση, για να αγοραστούν καριοφίλια και άλλα πολεμοφόδια, αλλά και 100 Αϊτινούς εθελοντές, που πέθαναν όλοι κατά τη διάρκεια του ταξιδιού προς την Ελλάδα.   

Η επιστολή του προέδρου της Αϊτής προς τους Έλληνες , διασώθηκε, σε ελληνική μετάφραση, στο «Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως» του φιλικού και αγωνιστή του ’21, Ιωάννου Φιλήμονος: 

Ζαν Πιερ Μπουαγέ, πρόεδρος του Χαϊτίου, προς τους Πολίτας της Ελλάδος Α. Κοραήν, Κ. Πολυχρονιάδην, Α. Βογορίδην και Κ. Κλωνάρην. 

«Εις τα Παρίσια 

Πριν ή δεχθώμεν την επιστολή υμών, σημειουμένην εκ Παρισίων τη 20η παρελθόντος Αυγούστου, έφθασεν ενταύθα η είδησις της επαναστάσεως των συμπολιτών υμών κατά του δεσποτισμού, του επί τρεις περίπου διαρκέσαντος εκατονταετηρίδας. 

Μετά μεγάλου ενθουσιασμού εμάθομεν ότι η Ελλάς αναγκασθείσα τέλος πάντων εδράξατο των όπλων, ίνα κτήσηται της ελευθερίαν αυτής και την θέσιν, ήν μεταξύ των εθνών του κόσμου κατείχε. 

Μία τόσον ωραία και τόσον νόμιμος υπόθεσις, και προ πάντων αι συνοδεύσασαι ταύτην πρώται επιτυχίαι, ουκ εισίν αδιάφοροι τοις Χαϊτίοις, οίτινες, ως οι Ελληνες επί πολύν καιρόν έκλινον τον αυχένα υπό ζυγόν επονείδιστον και δια των αλύσεων αυτών συνέτριψαν την κεφαλήν της τυραννίας. 

Ευχηθέντες προς τον ουρανόν, όπως υπερασπισθή τους απογόνους του Λεωνίδου , εσκέφθημεν ίνα συντρέξωμεν τας γενναίας δυνάμεις τούτων, ει μη διά στρατευμάτων και πολεμοφοδίων, τουλάχιστον διά χρημάτων, ως χρησίμων εσομένων διά προμήθειαν όπλων, ών έχετε ανάγκην. Συμβεβηκότα όμως, επιβαλόντα τη πατρίδι ημών μεγάλην ανάγκην. επησχόλησαν όλον το χρηματικόν, εξ ού η Διοίκησις ηδύνατο καταβάλει μέρος. Σήμερον έτι η επανάστασις, η κατά το ανατολικόν μέρος της νήσου επικρατούσα, υπάρχει νέον προς την εκτέλεσιν αυτού του σκοπού κώλυμα. Επειδή το μέρος όπερ ηνώθη μετά της Δημοκρατίας, ής προεδρεύω, υπάρχει εν μεγίστη ενδεία και προκαλεί δικαίως μεγάλην του ταμείου ημών την δαπάνην. Εάν δ’ επέλθωσι κατάλληλοι, ως επιθυμούμεν, αι περιστάσεις, τότε βοηθήσωμεν προς τιμήν ημών τοις τέκνοις της Ελλάδος, όσον δυνηθώμεν. 

Πολίται, διερμηνεύσατε προς τους συμπατριώτας υμών τας θερμοτέρας ευχάς, άς λαός του Χαϊτίου αναπέμπει υπέρ της ελευθερώσεως αυτών. Οι μεταγενέστεροι Ελληνες ελπίζουσιν εν τη αναγεννωμένη ιστορία τούτων άξια της Σαλαμίνος τρόπαια. Είθε παρόμοιοι τοις προγόνοις αυτών αποδεκνυόμενοι και υπό των διαταγών του Μιλτιάδου διευθυνόμενοι, δυνηθώσιν εν τοις πεδίοις του νέου Μαραθώνος τον θρίαμβον της ιεράς υποθέσεως, ήν επεχείρησαν υπέρ των δικαιωμάτων αυτών, της θρησκείας και της πατρίδος. 

Είθε, τέλος, διά των φρονίμων διατάξεων αυτών μνημονευθώσιν εν τη ιστορία οι κληρονόμοι της καρτερίας και των αρετών των προγόνων. 

Τη 15η Ιανουαρίου 1822 και 19η της Ανεξαρτησίας Μπόγερ»...


πηγή  


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Οι Έλληνες εξεγέρθηκαν, πολέμησαν λυσσαλέα και κατάφεραν το ακατόρθωτο: να κερδίσουν την πολυπόθητη λευτεριά τους.

Το υπόδουλο έθνος νίκησε τις στρατιές που έστειλε εναντίον του ο σουλτάνος, οργανώθηκε πολιτικά και έπνιξε τελικά τα μίση των δύο εμφυλίων πολέμων για χάρη της εθνικής ενότητας.

Μετά ήρθε ο Ιμπραήμ με τις στρατιές του και περιόρισε τη φλόγα του αγώνα, την παρτίδα έσωσαν ωστόσο οι Μεγάλες Δυνάμεις, οι οποίες με την πολιτική και στρατιωτική πίεσή τους ανάγκασαν την Υψηλή Πύλη να αποσύρει τις δυνάμεις της από την Πελοπόννησο και τη Στερεά Ελλάδα.

Παρά τη δυσχερή θέση που βρέθηκαν οι επαναστατημένοι, η λύση ήρθε με την Ιουλιανή Συμφωνία του 1827, όταν Αγγλία, Γαλλία και Ρωσία αποφάσισαν να παρέμβουν ενεργά. Η κατοπινή Ναυμαχία του Ναυαρίνου άνοιξε ουσιαστικά τον δρόμο για τη δημιουργία ανεξάρτητου ελληνικού κράτους.

Οι αγώνες των Ελλήνων δεν θα σταματούσαν βέβαια εδώ και θα είχαν ουσιαστικά μπροστά τους δεκαετίες ακόμα πολέμου. Παρά το γεγονός ότι το 1827 άλλαξε το κλίμα για την αυτοδιάθεση των Ελλήνων, η ελληνική ανεξαρτησία αναγνωρίστηκε επισήμως το 1830 με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου.

Οι οπλαρχηγοί και οι καπεταναίοι είδαν έναν βαυαρό πρίγκιπα να καταφτάνει το 1833 ως βασιλιάς των Ελλήνων και έπρεπε τώρα να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες του νεοελληνικού κράτους. Κάποιοι δεν θα παρατούσαν τα όπλα, κάποιοι άλλοι είχαν ήδη δώσει τη ζωή τους για τον αγώνα της λευτεριάς και υπήρξαν βέβαια κι αυτοί που πρόλαβαν να γευτούν την ανεξαρτησία.



Ο μπαρουτοκαπνισμένος οπλαρχηγός Αναγνωσταράς, για παράδειγμα, είχε σκοτωθεί το 1825 υπερασπιζόμενος τη Σφακτηρία. Ο ξακουστός Οδυσσέας Ανδρούτσος φυλακίστηκε το 1825 στην Ακρόπολη των Αθηνών κατηγορούμενος για συνεργασία με τους Τούρκους, όπου και δολοφονήθηκε από τα τσιράκια του παλιού πρωτοπαλίκαρού του Γιάννη Γκούρα πριν προλάβει να περάσει από δίκη.

Ο αρχιστράτηγος Γεώργιος Καραϊσκάκης λαβώθηκε από βόλι το απόγευμα της 22ας Απριλίου 1927 στην καταστροφική για το έθνος Μάχη του Αναλάτου και πέθανε την επομένη στο στρατόπεδό του στο Κερατσίνι, κάνοντας τον Κολοκοτρώνη να κλάψει σαν παιδί. Ο Παπαφλέσσας σκοτώθηκε στο Μανιάκι τον Μάιο του 1825 και η Λασκαρίνα «Μπουμπουλίνα» Πινότση βρήκε τραγικό θάνατο στις Σπέτσες από χέρι Έλληνα και όχι Τούρκου: ο μικρότερος γιος της είχε κλεφτεί με μια αρχοντοπούλα του νησιού και οι εξαγριωμένοι συγγενείς της πυροβόλησαν τη μάνα του «δράστη» στο κεφάλι.

Ο πρωτεργάτης του εθνικού μας ξεσηκωμού Αθανάσιος Διάκος έφυγε νωρίς νωρίς και μαρτυρικά τον Απρίλιο του 1821 και ο Μάρκος Μπότσαρης σκοτώθηκε στη Μάχη του Κεφαλόβρυσου το 1823.

Τι απέγιναν όμως οι υπόλοιποι λεβέντες του εθνικοαπελευθερωτικού μας αγώνα, αυτές οι εξέχουσες φυσιογνωμίες από τα καπετανάτα, τα βιλαέτια και τα αρματολίκια που ζώστηκαν τα όπλα και ύψωσαν τα λάβαρα του πολέμου ως οπλαρχηγοί της Ελληνικής Επανάστασης;

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης



Ο «Γέρος του Μοριά» συνέχισε να διαδραματίζει ενεργό ρόλο στα στρατιωτικά και πολιτικά πράγματα της εποχής. Ένθερμος οπαδός της πολιτικής του Ιωάννη Καποδίστρια, διαφώνησε με τη βαυαρική αντιβασιλεία και ρίχτηκε ξανά στη φυλακή με κατηγορίες εσχάτης προδοσίας! Παρά το γεγονός ότι το 1834 καταδικάστηκε σε θάνατο, πλάι στον Πλαπούτα, την επόμενη χρονιά έλαβε βασιλική χάρη, τιμήθηκε με τον βαθμό του στρατηγού αλλά και με το αξίωμα του συμβούλου της επικρατείας.

Έτσι πέρασε τα στερνά του ο αρχιστράτηγος άλλοτε του αγώνα, ως υπασπιστής του Όθωνα, πριν φύγει από τον κόσμο τον Φεβρουάριο του 1843 χτυπημένος από εγκεφαλικό επεισόδιο. Είχε γυρίσει μόλις από γλεντοκόπι στα Ανάκτορα…

Κωνσταντίνος Κανάρης



Ο μπουρλοτιέρης από τα Ψαρά που ανατίναξε τη ναυαρχίδα του Καρά Αλή το 1822 και έγινε θρύλος τόσο εντός όσο και εκτός Ελλάδας ακολούθησε μετά ζηλευτή πολιτική καριέρα και διετέλεσε μάλιστα πέντε φορές πρωθυπουργός του νεοσύστατου κράτους (1844, 1848-49, 1864, 1864-65 και 1877). Μετά την απελευθέρωση και τις πολιτικές περιπέτειες με τη δολοφονία του Καποδίστρια, αποσύρθηκε για ένα διάστημα στη Σύρο, επανήλθε όμως στο προσκήνιο με την έλευση του Όθωνα και χρημάτισε υπουργός Ναυτικών στην κυβέρνηση Μεταξά και την κυβέρνηση Κωλέττη αργότερα.

Σφόδρα αντιμοναρχικός, πέρασε στην αντιπολίτευση, αναμείχθηκε ενεργά στον πολιτικό βίο, κυβέρνησε για λίγα διάσπαρτα χρόνια και αποσύρθηκε τελικά στο σπίτι του στην Κυψέλη, όντας ένας ζωντανός θρύλος της πρόσφατης ελληνικής ιστορίας, μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1877 όλα αυτά που έφυγε από τον κόσμο…

Αλέξανδρος Υψηλάντης



Ο πρίγκιπας και αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας που ύψωσε τη σημαία της επανάστασης στις παραδουνάβιες ηγεμονίες τον Φεβρουάριο του 1821 πολέμησε με νύχια και με δόντια στο Δραγατσάνι τον Ιούνιο της ίδιας χρονιάς, αναγκάστηκε ωστόσο να αποσυρθεί προς τα αυστριακά σύνορα. Ο πρωτεργάτης της εθνεγερσίας παραδόθηκε στους Αυστριακούς, φυλακίστηκε και δεν απελευθερώθηκε παρά τον Νοέμβριο του 1827.

Η υγεία του ήταν πια βαρύτατα κλονισμένη και δεν μπόρεσε να συνδράμει περαιτέρω τον αγώνα. Πέθανε στη Βιέννη τον Ιανουάριο του 1828 πάμφτωχος και πικραμένος, έστειλε ωστόσο την καρδιά του εκεί όπου πραγματικά ανήκε: στην ελεύθερη Ελλάδα…

Δημήτριος Υψηλάντης



Ο αδελφός του Αλέξανδρου Υψηλάντη που ανέλαβε τον Ιούνιο του 1821 την αρχιστρατηγία των επαναστατών πολέμησε σε πλήθος μαχών και πολιορκιών. Όταν ήρθε ο Καποδίστριας, διορίστηκε στρατάρχης του τακτικού στρατού και ανέλαβε την οργάνωσή του στα ευρωπαϊκά πρότυπα του καιρού.

Ο μετεπαναστατικός του βίος χαρακτηρίστηκε από τον έρωτά του για τη Μαντώ Μαυρογένους, η σχέση δεν θα κατέληγε όμως σε γάμο λόγω της κατασυκοφάντησης της αντάρτισσας από τον Κωλέττη. Ο Υψηλάντης πέθανε στο Ναύπλιο τον Αύγουστο του 1832…

Ανδρέας Μιαούλης



Ο καραβοκύρης που έγινε ναύαρχος του ελληνικού στόλου και διαδραμάτισε σημαίνοντα ρόλο στην Επανάσταση του 1821 μπλέχτηκε στη δίνη της πολιτικής αντιπαράθεσης και έφτασε μέχρι και να πυρπολήσει τον ελληνικό στόλο στον Πόρο! Ο Καποδίστριας του είχε εμπιστευτεί το έργο να πατάξει την πειρατεία, κάτι που έκανε αποτελεσματικά, τον Αύγουστο του 1831 ανατίναξε όμως τη φρεγάτα «Ελλάς» και την κορβέτα «Ύδρα» προκαλώντας τη γενική κατακραυγή όλων.

Με την έλευση του Όθωνα, έλαβε τιμητική σύνταξη και ένα κομμάτι γης, προβιβάστηκε σε αντιναύαρχο και απόλαυσε προνόμια και τιμές ως ήρωας της Επανάστασης. Πέθανε το 1835 ως ζωντανός θρύλος του 1821…

Μαντώ Μαυρογένους



Η παθιασμένη επαναστάτισσα που έδωσε ό,τι είχε και δεν είχε για τον αγώνα του έθνους έζησε κι αυτή τις ίντριγκες του μικροπολιτικού κλίματος του καιρού, όταν την απέκλεισαν δηλαδή από τη δημόσια ζωή του νεοσύστατου κράτους. Ο Καποδίστριας την είχε κάνει επίτιμο αντιστράτηγο και της είχε δώσει ένα σπίτι να μένει στο Ναύπλιο, καθώς η Μαντώ τα είχε ξοδέψει όλα για την Επανάσταση.

Διωκόμενη ανοιχτά πια από διάφορα κέντρα επιρροής μετά τη δολοφονία του κυβερνήτη, έβαλαν λόγια στον στρατηγό Υψηλάντη για τη «φραγκοντυμένη Μυκονιάτισσα» και η θυελλώδης σχέση τους γνωρίζει άδοξο τέλος. Κι έτσι επιστρέφει στη γενέτειρά της τη Μύκονο, όπου αποτραβήχτηκε οριστικά από τη δημόσια ζωή και πέθανε στην Πάρο το 1848 πάμφτωχη, ρακένδυτη και ξεχασμένη από όλους. Ήταν οι γείτονες αυτοί που της έφερναν ένα πιάτο φαΐ στα τελευταία 15 χρόνια της ζωής της, καθώς η λαμπρή αρχοντοπούλα που με την αυταπάρνησή της συγκλόνιζε άλλοτε όλο τον γνωστό κόσμο ήταν πια σκιά του ένδοξου εαυτού της…

Δημήτριος Παπανικολής



Ένας από τους πρωτεργάτες του αγώνα στη θάλασσα και περιβόητος πυρπολητής αποσύρθηκε από τον δημόσιο βίο το 1829, αγοράζοντας μερίδιο από ένα πλοίο και επιστρέφοντας στο εμπόριο. Ο Όθωνας αγόρασε το καράβι και ενέταξε τον κυβερνήτη του στον βασιλικό στόλο του Βασιλείου της Ελλάδος, όπου θα παραμείνει για ένα διάστημα ο περιβόητος ναυμάχος πριν τεθεί τελικά σε διαθεσιμότητα το 1836.

Στην ενεργό υπηρεσία ανακλήθηκε το 1841 ως κυβερνήτης της κορβέτας «Αμαλία» και τιμήθηκε μετά με θέσεις ευθύνης (πληρεξούσιος των Ψαρών). Όταν αποσύρθηκε από την ενεργό δράση, χρημάτισε πρόεδρος του Ναυτοδικείου, ένα αξίωμα που διατήρησε ως τον θάνατό του το 1855.

Αντώνιος Κριεζής



Ο παθιασμένος αγωνιστής από την Ύδρα συμμετείχε σε όλες τις μεγάλες ναυμαχίες του έθνους και έζησε την απελευθέρωση. Ο Καποδίστριας του εμπιστεύτηκε το αξίωμα του μοίραρχου του στόλου το 1828 και επί Όθωνος προβιβάστηκε σε αντιναύαρχο. Αργότερα αναμείχθηκε με την πολιτική και διετέλεσε υπουργός Ναυτικών σε δύο κυβερνητικά σχήματα, πριν διαδεχθεί τον Κανάρη στην πρωθυπουργία (1849-1854) του έθνους.

Ο πρώτος ποτέ υποναύαρχος του νεοσύστατου κράτους πέθανε τον Απρίλιο του 1865 ως επίτιμος υπασπιστής του βασιλιά Γεωργίου Α’…

Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης



Ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, ο μεγάλος οπλαρχηγός του 1821, σήκωσε το λάβαρο το πολέμου στη Μάνη και μετατράπηκε σε έναν από τους ηγέτες της Ελληνικής Επανάστασης, διατηρώντας εξέχουσες θέσεις στις εθνοσυνελεύσεις και τα όργανά της. Μετά την απελευθέρωση όμως τα έβαλε με τον Καποδίστρια, εγκαινιάζοντας την κόντρα κυβερνήτη και Μαυρομιχαλαίων που θα κατέληγε στη δολοφονία του Καποδίστρια από τον γιο και τον αδελφό του Πετρόμπεη.

Παρά το γεγονός ότι φυλακίστηκε, όταν ήρθε ο Όθωνας απελευθερώθηκε και γνώρισε τιμές και προνόμια. Ονομάστηκε αντιστράτηγος, διετέλεσε αντιπρόεδρος του νεοσύστατου Συμβουλίου της Επικρατείας και έλαβε εθνική γη στο πλαίσιο της ευγνωμοσύνης του έθνους. Έφυγε από τον κόσμο τον Ιανουάριο του 1848 στην Αθήνα…

Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος



Η πιο αμφιλεγόμενη ενδεχομένως μορφή της Ελληνικής Επανάστασης ήταν ταυτοχρόνως και μια από τις πλέον εξέχουσες προσωπικότητες του αγώνα. Ο Μαυροκορδάτος ανήλθε ταχύτατα τα σκαλιά της επαναστατικής ιεραρχίας, διατήρησε θέσεις-κλειδιά στην εκστρατεία του 1821 και στις μετεπαναστατικές δεκαετίες ηγήθηκε του πολιτικού σκηνικού ως φλογερός αντίπαλος του Καποδίστρια.

Ο Μαυροκορδάτος διετέλεσε πολλές φορές υπουργός και τέσσερις φορές πρωθυπουργός του κράτους, πυροδότησε την πυρπόληση του ελληνικού στόλου στον ναύσταθμο του Πόρου και μετατράπηκε σε πρωταγωνιστή των δρώμενων του τόπου. Αποσύρθηκε από τον δημόσιο βίο το 1863 και πέθανε δυο χρόνια αργότερα στην Αίγινα έχοντας χάσει το φως του και τα τελευταία του χρήματα…

Ιωάννης Μακρυγιάννης



Ο μεγάλος αγωνιστής του έθνους έζησε πάμπολλες τραγικές περιπέτειες στα μετεπαναστατικά χρόνια, μια περίοδος που χαρακτηρίστηκε αρχικά από τη σταδιακή ρήξη του με τον Καποδίστρια. Μέσα στο ζοφερό κλίμα της εποχής, του απονέμεται τελικά ο βαθμός του χιλίαρχου, η αντικυβερνητική του ρητορεία θα τον φέρει όμως εκτός κρατικού μηχανισμού.

Μόνο όταν ήρθε ο Όθωνας καταλάγιασε ο Μακρυγιάννης από τις μεθοδεύσεις που εξύφαινε. Ο βασιλιάς τον έκανε ταγματάρχη, σύντομα όμως ο οπλαρχηγός θα εναντιωθεί και κατά της μοναρχίας, προσχωρώντας στις τάξεις των αντιφρονούντων. Όταν απέτυχε να εκλεγεί στην πρώτη Βουλή το 1844, μετατράπηκε σε επίκεντρο μιας συνωμοσίας για την ανατροπή του Όθωνα και το 1853 πέρασε από στρατοδικείο.

Καταδικάστηκε σε θάνατο, η ποινή του μετατράπηκε κατόπιν σε ισόβια και αποφυλακίστηκε τελικά τον επόμενο χρόνο. Τα στερνά του θα τα περάσει ήρεμα, καθώς το 1862 η προσωρινή κυβέρνηση αποκατέστησε το όνομά του και τον προβίβασε σε υποστράτηγο και αντιστράτηγο κατόπιν. Έτσι πέθανε τον Απρίλιο του 1864, ως προβεβλημένο μέλος του αγώνα της ανεξαρτησίας…

Νικηταράς



Ο φοβερός οπλαρχηγός Νικήτας Σταματελόπουλος που πολεμούσε από τα 16 του τους Τούρκους πέρασε στα μετεπαναστατικά χρόνια στο κόμμα των ρωσόφιλων, κάτι που θα προσυπέγραφε τις περιπέτειές του. Το 1839 φυλακίζεται εντελώς άδικα από την ελληνική κυβέρνηση για μια φανταστική συνωμοσία κατά του βαυαρού μονάρχη και περνά 1,5 χρόνο στη φυλακή, από την οποία βγαίνει ράκος λόγω των βασανιστηρίων.

Έχοντας χάσει μερικώς την όρασή του και πικραμένος από την αγνωμοσύνη του κράτους, έλαβε όχι μια τιμητική σύνταξη για τους άθλους του αλλά μια κατάπτυστη άδεια επαιτείας! Ένα πενιχρό βοήθημα θα πάρει το 1843, όταν ο Όθωνας αναγκάστηκε να του απονείμει τον βαθμό του υποστράτηγου. Έτσι πέθανε το 1849, παραγνωρισμένος και ταπεινωμένος. Εκείνος ζήτησε πάντως να ενταφιαστεί δίπλα στον Κολοκοτρώνη…

Κίτσος Τζαβέλας



O Κυριάκος «Κίτσος» Τζαβέλας, αφού έδωσε την ψυχή του για την ελευθερία του έθνους, διετέλεσε μετεπαναστατικά υπουργός και πρωθυπουργός τελικά του νεοσύστατου κράτους. Ο Κίτσος πολεμούσε μέχρι και τον θάνατο του Καποδίστρια ως χιλίαρχος του τακτικού στρατού με αποστολή την εκκαθάριση της Στερεάς Ελλάδας. Μετά αναμείχθηκε στο κλίμα της πόλωσης και φυλακίστηκε δίπλα στον Κολοκοτρώνη. Ο Όθωνας τον έκανε τελικά υποστράτηγο, αντιστράτηγο και υπασπιστή του αργότερα, ενώ από το 1844 αναρριχήθηκε σε υπουργικές θέσεις.

Χρημάτισε ακόμα και πρωθυπουργός το 1847-1848 και υπουργός μετά, αν και η άσβεστη δίψα του για την απελευθέρωση όλης της Ελλάδας δεν θα καταλάγιαζε. Κι έτσι όταν ξέσπασε το 1854 το εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα των αλύτρωτων περιοχών, ο Κίτσος ξανάπιασε τα όπλα στην Ήπειρο. Αποσύρθηκε οριστικά μετά την αποτυχία του κινήματος και πέθανε τον Μάρτιο του 1855 στο Μεσολόγγι…

Ανδρέας Ζαΐμης



Άλλος ένας αγωνιστής του 1821 που χρημάτισε πρωθυπουργός στα μεταπολεμικά χρόνια, ο Φιλικός Ζαΐμης πολεμούσε τόσο στα πεδία της μάχης όσο και τον στίβο της πολιτικής. Ο πληρεξούσιος της Α’ Εθνοσυνέλευσης της Επιδαύρου κράτησε θέσεις ευθύνης στον αγώνα και επί Καποδίστρια διορίστηκε μέλος του γνωμοδοτικού σώματος «Πανελληνίου».

Αργότερα διετέλεσε σύμβουλος επικρατείας, μια θέση που κράτησε μέχρι τον θάνατό του το 1840.

Δημήτρης Πλαπούτας



Ο ήρωας της Ελληνικής Επανάστασης που έλαβε μέρος στις περισσότερες επιχειρήσεις και διακρίθηκε για τη φρόνηση και την ανδρεία του διετέλεσε διοικητής χιλιαρχίας άτακτων στρατευμάτων μετά την απελευθέρωση και το 1832 έγινε στρατηγός. Μετά τον φόνο του Καποδίστρια, ήταν μέλος της Διοικητικής Επιτροπής της Ελλάδας, αν και διώχθηκε την περίοδο της αντιβασιλείας ως ρωσόφιλος κάνοντας φυλακή δίπλα στον Κολοκοτρώνη.

Καταδικάστηκε σε θάνατο το 1834, αμνηστεύτηκε ωστόσο το 1835, για να αναλάβει πλέον διοικητικές θέσεις στον βασιλικό στρατό. Το 1858 έγινε επίτιμος υπασπιστής του Όθωνα, έχοντας περάσει από πολιτικές θέσεις ευθύνης και διατελώντας μέλος της Εθνοσυνέλευσης, βουλευτής και γερουσιαστής κατόπιν (1847-1862). Πέθανε τον Ιούλιο του 1864 έχοντας μόλις ξαναπαντρευτεί και αποκτήσει τη μοναχοκόρη του.

Πανουργιάς



Αρματολός από τα 16 του χρόνια, ο Δημήτριος «Πανουργιάς» Ξηρός πολέμησε για το έθνος ήδη από τα Ορλοφικά. Γενναίος, ακούραστος και αγνός πατριώτης, έπαιξε πάντα ρόλο ενωτικό στην έξαρση των παθών και τα όπλα τα άφησε μόνο λόγω γήρατος. Μετά το αίσιο πέρας της Επανάστασης, ο άδολος Πανουργιάς αποσύρθηκε στην Άμφισσα, όπου και πέθανε το 1834 ως ένας από τους πλέον αξιοσέβαστους ήρωες του αγώνα…




Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου