Articles by "Λυγερός"
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λυγερός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
του Νίκου Λυγερού

Η ορθολογική ανάλυση του θέματος της ΑΟΖ αναδεικνύει αντικειμενικά ότι αποτελεί ένα στρατηγικό πλεονέκτημα. Θέλουμε δεν θέλουμε, αυτό είναι πλέον γεγονός. 
Μπορούμε βέβαια να το κρύψουμε από τον εαυτό μας, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει. 
Μπορούμε βέβαια να μην του δώσουμε την επαρκή σημασία, αλλά αυτό δεν θα ισχύει για τους αντιπάλους μας. 

Κατά κάποιο τρόπο πρέπει ν' αποδειχθούμε ότι η έννοια της ΑΟΖ έχει σημασία, ανεξάρτητα από το πολιτικό πλαίσιο, διότι δεν είμαστε ο μοναδικός παίκτης, κατά συνέπεια αυτή η ανεξαρτησία, αν δεν ενταχθεί σ' ένα συμμαχικό πεδίο δράσης, θα παραμείνει ένα πλαίσιο όπου θα παίξουν εις βάρος μας οι άλλοι παίκτες. 
Και ο λόγος είναι απλός: γεωστρατηγικά και τοποστρατηγικά, η ελληνική ΑΟΖ έχει τεράστια σημασία, όχι μόνο για μας, και κατ' επέκταση για όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά και για τους αντιπάλους μας που προτιμούν να μην τη θεσπίσουμε καν και να μην συμπράξουμε διακρατικές συμφωνίες, διότι αυτή η αδράνεια θα τους προσφέρει μεγάλες δυνατότητες κινήσεων σ' ένα πλαίσιο, το οποίο θα είναι ελεύθερο. 
Η μη συνειδητοποίηση αυτού του νοητικού σχήματος θα προκαλέσει εις βάρος μας μεγάλα προβλήματα με επιπτώσεις για το μέλλον που δύσκολα μπορούμε να προβλέψουμε με τα τωρινά δεδομένα, τόσο μεγάλη θα είναι η αλλαγή φάσης. Αν επιμείνουμε λοιπόν σε αυτήν την αδράνεια σκέψης και κατάλληλων αποφάσεων, θα έρθουν απλά να μας το υπενθυμίσουν οι αντίπαλοί μας δίχως κανένα δισταγμό, διότι γνωρίζουν πολύ καλά τα πλεονεκτήματα και τις δυνατότητες που προσφέρει η ελληνική ΑΟΖ. 

Η ιδιότητα της ΑΟΖ με τα 200 ΝΜ της, να προσφέρει τη δυνατότητα μετασχηματισμού ακριτικών νησιών σε ελκυστές με μεγάλη δεξαμενή έλξης, δεν είναι βέβαια άσχετη με το θέμα. Διότι αυτό που θεωρούμε συνήθως ως ένα αδύναμο στοιχείο, μετατρέπεται με αυτόν τον τρόπο σε μία σημαντική βάση ελέγχου μίας μεγάλης περιοχής, η οποία έχει την ικανότητα να επεκτείνει το χώρο δράσης μας, δίχως να έχει τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η έννοια των 12 ΝΜ. Αυτή η μεγάλη αλλαγή φάσης της θεώρησης των δεδομένων του Αιγαίουσυμπεριλαμβάνοντας το Καστελλόριζο και τη Γαύδο, είναι σημαντικότατη. Το θέμα δεν είναι να εκμεταλλευτούμε απλώς μία ευκαιρία, όπως πιστεύουν οι περισσότεροι, αλλά πραγματικά να εδραιώσουμε τη θέση μας σε μία ανθεκτική βάση. 

Έτσι, το να δεχτούμε πιέσεις για αυτό το θέμα δεν είναι μόνο αναμενόμενο, αλλά απαραίτητο, διότι μόνο η έννοια της επικάλυψης οδηγεί στις διακρατικές συμφωνίες, οι οποίες αναδεικνύουν σταθερά σημεία, τα οποία βρίσκονται σε μεγάλη απόσταση από τα σύνορα με τη συμβατική τους έννοια. 
Όλα αυτά δεν είναι μία ουτοπία, διότι η Κύπρος με το παράδειγμά της έχει αποδείξει ότι ευσταθούν κι είναι ορθολογικά, ακόμα και σε μία κατάσταση κρίσης. 

Ο πραγματικός μας εχθρός δεν είναι παρά μόνο μία μορφή ηττοπάθειας, η οποία μας οδηγεί να μην πιστεύουμε στις ικανότητες και δυνατότητές μας. 
Όλα τα άλλα είναι λεπτομέρειες. Είναι λοιπόν σημαντικό να απελευθερωθούμε από τις φοβίες μας που μας παραλύουν τη σκέψη και δεν επιτρέπουν τη στρατηγική μας δράση...


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Γράφει ο Σταύρος Λυγερός

Οι εξελίξεις τόσο στο ελλαδοτουρκικό όσο και στο κυπριακό μέτωπο θα εξαρτηθούν σε μεγάλο βαθμό από την εξέλιξη των σχέσεων Ουάσιγκτον-Άγκυρας. Η αντικατάσταση του Τίλλερσον δεν είναι ακόμα σαφές εάν και πόσο θα δρομολογήσει αλλαγές στην αμερικανική εξωτερική πολιτική. Ο Πομπέο, πάντως, είναι δεδηλωμένος υποστηρικτής της σκληρής γραμμής κι όχι μόνο έναντι της Τεχεράνης. Σε ανύποπτο χρόνο είχε χαρακτηρίσει «ισλαμική δικτατορία» το καθεστώς Ερντογάν. Το επόμενο διάστημα, πάντως, θα φανεί εάν θα συνεχίσει στη γραμμή του προκατόχου του, ή θα εγκαινιάσει μία άλλη πολιτική.

Υπενθυμίζουμε πως ο Τίλλερσον υποστήριζε –εκφράζοντας την κύρια τάση στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ– την ανάγκη να εξαντληθούν όλα τα περιθώρια για να βρεθεί ένα modus vivendi με την Τουρκία. Η απώλεια του Ιράν πριν 40 σχεδόν χρόνια έχει στοιχειώσει τη θεσμική μνήμη της αμερικανικής διπλωματίας, με αποτέλεσμα να εκδηλώνεται όλο αυτό το διάστημα μία πρωτοφανής ανοχή στις ρητορικές, αλλά και πρακτικές προκλήσεις του Ερντογάν.

Το άνοιγμά του προς τη Ρωσία, όμως, έχει μετατραπεί σχεδόν σε γεωπολιτικό εναγκαλισμό. Η Άγκυρα έκλεισε συμφωνία για την αγορά των S-400. Σαν να μην έφθαναν όλα αυτά, ο Ερντογάν απάντησε με την εισβολή στο Αφρίν στην αμερικανική ανακοίνωση ότι θα συγκροτηθεί δύναμη 30.000 κυρίως από μαχητές του κουρδικού YPG με αποστολή τη φύλαξη των συνόρων Συρίας-Τουρκίας. Και απειλεί πως μετά θα πάρει σειρά το Μανμπίτζ και όλη η συνοριακή ζώνη μέχρι το Ιράκ, στην οποία οι Αμερικανοί έχουν βάσεις!

Όπως προαναφέραμε, η ανοχή των Αμερικανών πηγάζει από το γεγονός ότι δεν θέλουν να χάσουν την Τουρκία. Γι’ αυτό και στην πρόσφατη συνάντηση Ερντογάν-Τίλλερσον συμφωνήθηκε μία φόρμουλα, η οποία θα απομακρύνει τους Κούρδους ανατολικά του Ευφράτη, αφήνοντας την πόλη Μανμπίτζ σε ένα ειδικό καθεστώς εποπτευόμενο από τους Αμερικανούς. Υπενθυμίζουμε ότι οι Κούρδοι έχυσαν πολύ αίμα για να καταλάβουν την Μπανμπίτζ από τους τζιχαντιστές του Ισλαμικού Κράτους.

Ανοχή σημαίνει κόστος

Σύντομα θα φανεί εάν ο Πομπέο θα εφαρμόσει την άτυπη αυτή συμφωνία. Είναι, ωστόσο, σαφές πως με την πάροδο του χρόνου ολοένα και περισσότεροι στην Ουάσιγκτον οδηγούνται στη θέση πως όσο οι ΗΠΑ ανέχονται τον Ερντογάν τόσο χάνουν:

Πρώτον, επειδή η ανοχή της ερμηνεύεται σαν «πούλημα» των συμμάχων Κούρδων, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την αξιοπιστία της.

Δεύτερον και σημαντικότερο, επειδή εκλαμβάνεται διεθνώς σαν γεωπολιτική αδυναμία.

Τρίτον, επειδή η ατιμωρησία τροφοδοτεί τον τυχοδιωκτισμό του Τούρκου προέδρου.

Ο ίδιος έθεσε ως όρο για να συνεργαστεί με τους Αμερικανούς ουσιαστικά να εγκαταλείψουν τον κουρδικό παράγοντα. Τα συμφέροντα ΗΠΑ-Τουρκίας στη Μέση Ανατολή, όμως, είναι σε μεγάλο βαθμό συγκρουόμενα. Ενώ για την Άγκυρα ο κουρδικός παράγοντας είναι ο απόλυτος εχθρός που πρέπει να εξαλειφθεί, για την Ουάσιγκτον, όπως επίσης και για το Ισραήλ, είναι ο φυσικός σύμμαχος.

Έτσι όπως έχουν εξελιχθεί τα πράγματα, χωρίς τους Κούρδους ως τοπικό έρεισμα, οι Αμερικανοί θα βρεθούν ουσιαστικά απομονωμένοι, εάν όχι εκτοπισμένοι γεωπολιτικά από την καρδιά της Μέσης Ανατολής. Θα κυριαρχήσει εκεί το ιδιότυπο τρίγωνο Ρωσία-Ιράν-Τουρκία.

Πληθαίνουν οι φωνές

Είναι αξιοσημείωτο ότι πληθαίνουν τα δημοσιεύματα και οι φωνές στο κατεστημένο της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής που θεωρούν ότι η εγκατάλειψη των Κούρδων δεν αρκεί για να επιστρέψει η Τουρκία στο δυτικό στρατόπεδο. Καταλήγουν στο συμπέρασμα πως όσο ο Ερντογάν θα βρίσκεται στο τιμόνι δεν πρόκειται να συμβεί αυτό, επειδή δεν εμπιστεύεται τους Αμερικανούς. Είναι πεπεισμένος πως επιδιώκουν να τον ανατρέψουν. Γι’ αυτό και ο εναγκαλισμός του με τον Πούτιν δεν είναι κίνηση τακτικού χαρακτήρα, αλλά στρατηγικού, με την έννοια της δικής του επιβίωσης.

Εκτός όλων των παραπάνω, η χωρίς επιπτώσεις επιθετική στάση του Ερντογάν δημιουργεί πολιτικό προηγούμενο, το οποίο αργά ή γρήγορα θα βρει μιμητές. Ο λόγος της Ουάσιγκτον δεν θα είναι εφεξής ικανός από μόνος του να υποχρεώνει άλλα κράτη σε άμεση προσαρμογή. Το πλήγμα στο κύρος και στην αξιοπιστία της είναι σε τελευταία ανάλυση πολύ μεγαλύτερης εμβέλειας από το πως θα διαμορφωθούν τελικώς οι συσχετισμοί δυνάμεως και οι ισορροπίες στη Συρία.

Το συμπέρασμα από τα παραπάνω είναι ότι μπορεί η μπίλια ακόμα να γυρίζει, αλλά η ορθολογική ανάλυση δείχνει πως η αμερικανική ανοχή στον Ερντογάν έχει εκ των πραγμάτων ημερομηνία λήξεως. Με άλλα λόγια, η Ουάσιγκτον καλείται να λάβει αποφάσεις. Μένει να αποδειχθεί εάν ο διορισμός του Πομπέο είναι κίνηση που προαναγγέλλει ότι η Ουάσιγκτον κινείται προς αυτή την κατεύθυνση.


Γράφει ο Σταύρος Λυγερός

Είναι κοινός τόπος ότι στη Συρία διεξάγονται ταυτοχρόνως παράλληλοι πόλεμοι. Υπενθυμίζουμε πως το καθεστώς Άσαντ ήταν στόχος της Ουάσιγκτον από την εποχή της προεδρίας Μπους. Πρώτα το Αφγανιστάν των Ταλιμπάν, μετά το Ιράκ του Σαντάμ Χουσεϊν, στη συνέχεια η Συρία του Άσαντ και τέλος το Ιράν. Τότε, η Συρία είχε γλυτώσει, λόγω του εγκλωβισμού των Αμερικανών στο ναρκοπέδιο του Ιράκ.

Η Συρία ήταν στόχος της Δύσης όχι βεβαίως επειδή το καθεστώς Άσαντ ήταν αυταρχικό. Ήταν στόχος επειδή η ανατροπή του θα οδηγούσε στην επιβολή ενός φιλοδυτικού καθεστώτος, που με τη σειρά του θα οδηγούσε στον εξοβελισμό της Ρωσίας από την Ανατολική Μεσόγειο, δεδομένου ότι οι μόνες βάσεις που διατηρεί στην ευρύτερη περιοχή είναι στη βορειοδυτική Συρία. Με άλλα λόγια, κυριαρχούσε η νεοψυχροπολεμική σκοπιμότητα.

Ταυτοχρόνως, την ανατροπή του Άσαντ επεδίωκε και επιδιώκει και το Ισραήλ. Όχι επειδή θεωρεί ότι είναι απειλή για την ασφάλειά του, αλλά επειδή θέλει να σπάσει τον σιιτικό διάδρομο Ιράν-νότιο Ιράκ-Συρία-Χεζμπολά. Ειδικά μετά την πρωτοφανή αποτυχία του ισραηλινού στρατού να νικήσει τη σιίτικη οργάνωση του Λιβάνου στη δεκαετία του 2000, ο αποκλεισμός και η εξουδετέρωση της Χεζμπολά έχει γίνει έμμονη ιδέα στα ηγετικά κλιμάκια του Τελ Αβίβ.

Για να επιτύχει τον σκοπό της η Δύση όχι απλώς ανέχθηκε τους τζιχαντιστές, αλλά και –κυρίως μέσω της Τουρκίας και των μοναρχιών του Κόλπου– τους υποστήριξε. Υποκρινόταν πως δεν έβλεπε ποιοι κρύβονταν κάτω από το καπέλο του Ελεύθερου Συριακού Στρατού. Η στάση των Δυτικών άλλαξε όταν το Ισλαμικό Κράτος άρχισε τους τελετουργικούς αποκεφαλισμούς και βεβαίως όταν βίωσαν στις ίδιες τις χώρες τους την ισλαμική τρομοκρατία.

Η ανάδυση του κουρδικού παράγοντα

Η στροφή Αμερικανών και Ευρωπαίων εναντίον του Ισλαμικού Κράτους εκ των πραγμάτων χαλάρωσε, αλλά δεν ακύρωσε την πίεση για ανατροπή του καθεστώτος Άσαντ. Αυτό ισχύει πολύ περισσότερο για το Ισραήλ, το οποίο δεν έχει κρύψει την υποστήριξή του όχι μόνο προς το κουρδικό αυτονομιστικό κίνημα, αλλά εμμέσως πλην σαφώς και προς τους τζιχαντιστές. Τους θεωρεί χρήσιμους, επειδή πολεμούν κι αυτοί εναντίον του σιιτικού παράγοντα και με τη δράση τους αποδυναμώνουν το καθεστώς Άσαντ. Με τη βοήθεια της Ρωσίας, του Ιράν και της Χεζμπολά, όμως, ο Άσαντ όχι μόνο επιβίωσε, αλλά κατάφερε να ανακτήσει τον έλεγχο μεγάλου μέρους της Συρίας.

Σε ένα δεύτερο επίπεδο, έχουμε τη δυναμική ανάδυση του κουρδικού παράγοντα. Από το 2014, όταν οι τζιχαντιστές του Ισλαμικού Κράτους πολιορκούσαν την πόλη Κομπάνι, έχει κυλήσει πολύ νερό. Με την βοήθεια των Αμερικανών στον αέρα, αλλά και σε οπλισμό και εκπαίδευση, οι Κούρδοι του YPG πέρασαν στην αντεπίθεση. Συσπειρώνοντας γύρω τους και Άραβες και Γεζίντι μαχητές (στο πλαίσιο των Συριακών Δημοκρατικών Δυνάμεων) έθεσαν σταδιακά υπό τον έλεγχό τους όλη τη βορειοανατολική Συρία.

Στρατηγικός στόχος τους ήταν να κινηθούν προς δυσμάς με σκοπό να ενώσουν το απομονωμένο κουρδικό καντόνι του Αφρίν στη βορειοδυτική Συρία (εφάπτεται της Τουρκίας) και στη συνέχεια να δημιουργήσουν έναν διάδρομο για να αποκτήσουν πρόσβαση στη θάλασσα. Η Μεσόγειος, άλλωστε, δεν απέχει πολύ από το Αφρίν. Στο πλαίσιο αυτού του σχεδιασμού, πέρασαν από ανατολικά προς δυτικά τον Ευφράτη και μετά από σκληρές μάχες κατέλαβαν από το Ισλαμικό Κράτος την πόλη Μπανμπίτζ.

Η εξέλιξη αυτή εξώθησε την Άγκυρα να εισβάλει στη βόρεια Συρία με σκοπό ακριβώς να ματαιώσει τα σχέδια των Κούρδων. Με την επιχείρηση «Ασπίδα του Ευφράτη», οι Τούρκοι κινήθηκαν προς νότο, λίγο δυτικότερα της Μανμπίτζ. Οι τζιχαντιστές παρέδωσαν την παραμεθόριο συριακή πόλη Τζαραμπλούς αμαχητί. Ο τουρκικός στρατός έφθασε μέχρι την κωμόπολη Αλ Μπαμπ, την οποία κατέλαβε με δυσκολία από το Ισλαμικό Κράτος. Κατ’ αυτό τον τρόπο έκλεισε τον δρόμο των Κούρδων προς δυσμάς.

Πράσινο φως από τον Πούτιν

Για εκείνη την τουρκική επιχείρηση, ο Ερντογάν είχε εξασφαλίσει το πράσινο φως και του Πούτιν, με τον οποίο ήδη συνέπλεε, αλλά και της Ουάσιγκτον, η οποία δεν ήθελε να έρθει σε ρήξη με την Άγκυρα. Για ένα διάστημα διαμορφώθηκε μία ασταθής ισορροπία. Αυτή ανετράπη, όταν οι Αμερικανοί ανακοίνωσαν πως θα συγκροτηθεί μία δύναμη 30.000 μαχητών με κορμό τους Κούρδους, η οποία θα έχει αποστολή τη φύλαξη των συνόρων με την Τουρκία.

Εκμεταλλευόμενοι το γεγονός ότι ο εναέριος χώρος στην περιοχή που βρίσκεται το Αφρίν ελέγχεται από τους Ρώσους, ο Ερντογάν εξασφάλισε από τον Πούτιν το πράσινο φως για την εισβολή στο κουρδικό καντόνι. Οι Κούρδοι δεν είχαν δεχθεί τη ρωσική πρόταση να παραδώσουν το Αφρίν στον έλεγχο του Άσαντ, με αποτέλεσμα η ρωσική δύναμη που υπήρχε εκεί και συνεργαζόταν με την κουρδική διοίκηση να αποχωρήσει. Από την πλευρά τους, οι Αμερικανοί ούτε είχαν τη δυνατότητα να αποτρέψουν την τουρκική εισβολή, ούτε καν το προσπάθησαν έστω σε διπλωματικό επίπεδο. Δεν ήθελαν να αντιπαρατεθούν στον Ερντογάν, ελπίζοντας ότι τελικώς θα τον επαναφέρουν στο δυτικό στρατόπεδο.

Λόγω της συντριπτικής υπεροχής των εισβολέων και σε άνδρες και σε οπλισμό και βεβαίως λόγω της απόλυτης κυριαρχίας στον αέρα, ήταν εξαρχής προφανές πως το Αφρίν αργά ή γρήγορα θα υπέκυπτε. Όταν με καθυστέρηση οι Κούρδοι διαπίστωσαν ότι δεν μπορούσαν να αντισταθούν για πολύ, ζήτησαν να παραδώσουν την περιοχή στο καθεστώς Άσαντ.

Ήταν, όμως, αργά. Οι πολιτοφύλακες που έστειλε η Δαμασκός δεν ήταν ικανοί να αλλάξουν την πορεία των πραγμάτων. Ήταν περισσότερο μία συμβολική κίνηση. Η Μόσχα, άλλωστε, είχε υποσχεθεί στον Ερντογάν ελευθερία κινήσεων, εξασφαλίζοντας ανταλλάγματα σε άλλα μέτωπα. Ο Άσαντ φοβάται δικαιολογημένα ότι οι Τούρκοι δεν θα φύγουν εύκολα από τα συριακά εδάφη, αλλά δεν είχε περιθώρια να αντιταχθεί. Το γεγονός, πάντως, ότι ο τουρκικός στρατός χρειάστηκε οκτώ σχεδόν εβδομάδες για να φθάσει στην πόλη Αφρίν είναι μία ένδειξη της αποτελεσματικότητάς του.

Η πτώση του Αφρίν ακυρώνει -τουλάχιστον για το ορατό μέλλον- τη στρατηγική των Κούρδων να κινηθούν προς δυσμάς. Με αυτή την έννοια, πρόκειται για επιτυχία της Άγκυρας, η οποία στις κατεχόμενες συριακές περιοχές ήδη οικοδομεί πρόπλασμα τουρκικών κρατικών δομών, επιβεβαιώνοντας την ανομολόγητη, αλλά προφανή πρόθεσή της μελλοντικά να προσαρτήσει την περιοχή. Ουσιαστικά, δηλαδή, να επαναλάβει αυτό που είχε κάνει με την Αλεξανδρέττα στη δεκαετία του 1930.

Οι παράλληλοι πόλεμοι

Στρατηγικός στόχος της Τουρκίας είναι η στρατιωτική και πολιτική εξουδετέρωση του κουρδικού παράγοντα σε όλη τη βόρειο Συρία. Ο Ερντογάν, μάλιστα, είχε απειλήσει τους Αμερικανούς πως εάν επιχειρήσουν να εμποδίσουν τον τουρκικό στρατό θα δοκιμάσουν «οθωμανικά χαστούκια». Πέρα, όμως, από τους λεονταρισμούς, αυτό που συζητήθηκε στη συνάντηση Ερντογάν-Τίλλερσον είναι οι Κούρδοι να παραδώσουν την Μπανμπίτζ σε μία μικτή διοίκηση Αμερικανών, Τούρκων και ντόπιων και να αποσυρθούν ανατολικά του Ευφράτη.

Η σύμπραξη της Άγκυρας με τη Μόσχα έχει αλλάξει τα δεδομένα στην περιοχή. Η Ουάσιγκτον -και μαζί της όλη η Δύση- περιέλθει σε εμφανώς μειονεκτική θέση στο συριακό μέτωπο. Εκεί, το πλεονέκτημα το έχουν πλέον οι Ρώσοι και οι Ιρανοί, που στηρίζουν το καθεστώς Άσαντ, και εν μέρει οι Τούρκοι. Ο λόγος που οι Αμερικανοί είναι πολύ δύσκολο να εγκαταλείψουν ολοσχερώς τον κουρδικό παράγοντα δεν είναι η πίστη τους σε έναν αξιόμαχο σύμμαχο. Είναι ότι χωρίς αυτόν, ουσιαστικά θα βρεθούν έξω από την «καρδιά» της Μέσης Ανατολής με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Ειδικά όταν το δίδυμο Τραμπ-Πομπέο έχει ανοίξει μέτωπο με την Τεχεράνη

Οι πολλπαλοί και διασταυρούμενοι πόλεμοι στη Συρία προκαλούν νευρικότητα, η οποία εκ των πραγμάτων διαχέεται σε όλους του παίκτες. Στη Συρία υπάρχει στρατιωτική παρουσία Αμερικανών, Ρώσων, Ιρανών και Τούρκων, καθώς και επιλεκτικές αεροπορικές επιθέσεις των Ισραηλινών. Στο εκρηκτικό αυτό κοκτέιλ πρέπει να προστεθούν, βεβαίως, η στρατιωτική δράση του καθεστώτος, των ποικίλων τζιχαντιστών και του ισχυρού κουρδικού αυτονομιστικού κινήματος.

Η συγκρουσιακή συνύπαρξη όλων αυτών των δυνάμεων εκτός του ότι έχει μετατρέψει τη Συρία σε άθροισμα ερειπίων, απειλεί να φέρει σε θερμή αντιπαράθεση ΗΠΑ και Ρωσία με απρόβλεπτες επιπτώσεις που αναπόφευκτα θα υπερβαίνουν κατά πολύ τα όρια του συριακού μετώπου. Αναφερόμενος σ’ αυτή την πραγματικότητα, ο Ερντογάν μίλησε προ ημερών για Γ’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

  • Ο Νίκος Λυγερός κατά τη διάρκεια της ομιλίας του στις εκδηλώσεις μνήμης για τη Γενοκτονία του Ποντιακού Ελληνισμού, το 2014, στη Θεσσαλονίκη (φωτ.: ΑΠΕ-ΜΠΕ/Σωτήρης Μπαρμπαρούσης)
Όταν δεν ξέρεις τίποτα για την έννοια της γενοκτονίας, δεν είναι ανάγκη να παίζεις παράσταση του γνώστη. Όταν λες ότι η Γενοκτονία των Ποντίων δεν είναι γενοκτονία όχι μόνο είσαι αντισυνταγματικός (αφού η Ελλάδα την έχει αναγνωρίσει επίσημα από το 1994), αλλά επίσης αποδεικνύεις ότι είτε δεν είσαι ενημερωμένος για όλες τις αναγνωρίσεις που έγιναν από ξένες χώρες, είτε εσκεμμένα είσαι της άρνησης της γενοκτονίας και τότε λόγω του Νόμου για την ποινικοποίηση, μπορείς να κατηγορηθείς και να καταδικαστείς.

Όταν ο Lemkin επινόησε τον όρο γενοκτονία, ο οποίος έγινε αποδεκτός από τα Ηνωμένα Έθνη με τη Χάρτα του 1948, χρησιμοποίησε ως παράδειγμα επεξήγησης τις περιπτώσεις των Ποντίων και των Αρμενίων.
Δηλαδή, η έννοια της γενοκτονίας με την πιο επιστημονική της προσέγγιση βασίστηκε στο παράδειγμα της Γενοκτονίας των Ποντίων.
Το 2006 το Ευρωκοινοβούλιο την αναγνώρισε ως έγκλημα κατά της Ανθρωπότητας μαζί με το παράδειγμα των Ασσυριο-Χαλδαίων και των Αρμενίων. Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου έχει αναγνωριστεί από την Κύπρο, την Σουηδία και την Αρμενία ως χώρες αλλά και από πολιτείες της Αμερικής και της Αυστραλίας.
Όλοι αυτοί οι ξένοι δεν ξέρουν τι σημαίνει επιστημονική κατάρτιση και προσέγγιση; Όλοι αυτοί έχουν χειραγωγηθεί από τους Πόντιους;
Για να είμαστε λοιπόν σοβαροί, επειδή έχουν γίνει και επιστημονικά συνέδρια και σε παγκόσμιο επίπεδο μάλιστα αλλά και στη συνέχεια έχει περάσει η νομοθεσία και της αναγνώρισης και της ποινικοποίησης, είναι απλώς απαράδεκτο να πρέπει να ακούμε πολιτικό πρόσωπο της Ελλάδας να αμφισβητεί τα αυτονόητα για τα ελληνικά δεδομένα.
Και αυτές οι δηλώσεις αποτελούν ύβρεις για όλα τα θύματα της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου.
* Ο Νίκος Λυγερός είναι καθηγητής Στρατηγικής Ανάλυσης στο Πανεπιστήμιο της Λυών και ειδικός σύμβουλος στη Σχολή Εθνικής Άμυνας, τη Σχολή Πολεμικής Αεροπορίας, την Αστυνομική Ακαδημία και τη Σχολή Εθνικής Ασφάλειας.
aoz lygeros
του Νίκου Λυγερού

Όταν οι ίδιοι οι δημοσιογράφοι βάζουν μεταξύ των ερωτημάτων τους στους αρχηγούς κομμάτων το θέμα της ελληνικής ΑΟΖ και ρωτούν με ξεκάθαρο τρόπο αν θα προχωρήσουν, επιτέλους, μετά τις εκλογές, στην πολυσυζητημένη και πολυαναμενόμενη χάραξη και ανακήρυξή της, μπορούμε να καταλάβουμε επί του πρακτέου πόσο έχει εξελιχθεί ο ελληνικός λαός, αφού τώρα δεν κάθεται παθητικά μην περιμένοντας τίποτα, αλλά διεκδικεί επίσημα πια τα κυριαρχικά δικαιώματα της πατρίδας μας. 
Ποια άλλη απόδειξη χρειάζονται οι υποψήφιοι βουλευτές και γενικότερα οι πολιτικοί, για να κατανοήσουν ότι έχουμε περάσει σε μια άλλη φάση που βρίσκεται σε ετοιμότητα όσον αφορά στο θέμα της ελληνικής ΑΟΖ; Η ανακήρυξη και οι οριοθετήσεις της ΑΟΖ, μετά τη δημοσίευση των είκοσι θαλάσσιων οικοπέδων, είναι πια άκρως απαραίτητη αν θέλουμε να εξασφαλίσουμε σ” αυτόν τον γύρο αδειοδότησης μια αποτελεσματικότητα όσον αφορά στο πλήθος και στην ποιότητα των υποψηφιοτήτων. 
Η ΑΟΖ έχει μπει πλέον στο ελληνικό πνεύμα και θεωρείται ότι είναι μία οντότητα που ανήκει στις αξίες μας, αφού βασίζεται θεμελιακά στο Δίκαιο και στη θάλασσα. Οι πολιτικοί αρχηγοί πρέπει λοιπόν να πάρουνε μια θέση πάνω σε αυτό το θέμα, αφού θα χρησιμοποιηθεί, θέλουν δεν θέλουν, ως κριτήριο για τις εκλογές. 
Έτσι αν υπάρχουν όντως πολιτικοί αρχηγοί αρνητικοί ως προς την ΑΟΖ να ξέρουμε ποιοι είναι και να ξεκαθαρίσει το πλαίσιο κι αν δεν υπάρχουν να προετοιμαστούμε για τη θέσπιση που γίνεται πάντα μονομερώς και για τις οριοθετήσεις μας με τους λαούς που θέλουν να συνεργαστούν μαζί μας για να ξεπεράσουμε τα προβλήματά μας.
Η ομιλία πραγματοποιήθηκε στην αίθουσα συνεδριάσεων του Πολιτιστικού Κέντρου Ιερισσού την Τρίτη 30 Σεπτεμβρίου 2014  και οργανώθηκε από την Ομάδα του "Κυττάρου" Ιερισσού, του πολιτιστικού Συλλόγου Ιερισσού «Ο Κλειγένης»