Κατηγορεί για ψέματα, λαϊκισμός και αφερεγγυότητα την διοίκηση Τσαμασλή ο Γιάννης Μαυρομάτης, συνεχίζοντας την έντονη αντιπολιτευτική τακτική του στα δημοτικά του Δήμου Θερμαϊκού.
Το δελτίο τύπου:

Η ακατάπαυστη και ακατάσχετη υποσχεολογία του κ. Τσαμασλή συνεχίζεται.

Και συνεχίζεται στο ίδιο τέμπο, προσπαθώντας να βγει από το αδιέξοδο στο οποίο έχει περιέλθει (μετά τις συνεχείς παραιτήσεις στελεχών που φεύγουν από κοντά του) , επιχειρώντας να συγκρατήσει δυνάμεις και να δελεάσει τον κόσμο, με υποσχέσεις χωρίς αντίκρισμα.

Όπως για παράδειγμα το πυροτέχνημα που πέταξε περί απαλλαγής από τα δημοτικά τέλη σε όσες οικογένειες του Δήμου μας φέρνουν στον κόσμο παιδιά. Γνωρίζοντας ότι υπόσχεται ανέξοδα.

Είναι ο ίδιος που είχε δεσμευθεί (προεκλογικά) πως σε περίπτωση εκλογής του θα μείωνε άμεσα τα δημοτικά τέλη κατά 24%! (Δείτε το βίντεο)

Σήμερα, δύο χρόνια μετά, συνεχίζει να υπόσχεται το ίδιο πράγμα… Και να σκεφτεί κανείς πως πρόκειται για μια ενέργεια που δεν θα κόστιζε στον Δήμο ο οποίος έχει επιπλέον έσοδα 2.000.000€ από τις αδήλωτες επιφάνειες και την επιχορήγηση του ΥΠΕΣΣ.

Η κοινωνική ευαισθησία του κ. Τσαμασλή δοκιμάστηκε και μετρήθηκε αναξιόπιστη, αφού έσπευσε να πετάξει εκτός κατηγορίας ευπαθών ομάδων, τους ανέργους, σπρώχνοντάς τους στην απόγνωση και στην ανέχεια. Έθεσε εκτός της αγκαλιάς και της προστατευτικής ομπρέλας του Δήμου, εκατοντάδες οικογένειες συνδημοτών μας και μάλιστα εν καιρώ πανδημίας. Ευτυχώς, δεν έχει προλάβει ακόμα να κάνει το ίδιο και με τους τρίτεκνους τους οποίους η δική μας παράταξη συμπεριέλαβε στις ευπαθείς ομάδες.

Αυτή είναι η κοινωνική του πολιτική;

Το «έργο» του χαρακτηρίζεται από τρεις λέξεις: Ψέματα, λαϊκισμός, αφερεγγυότητα.



Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Zero Hedge, 10-10-21
Authored by Doug Bandow via AntiWar.com,
Μετάφραση: Μ.Στυλιανού

Ο Πρόεδρος Τζο Μπάιντεν έκανε αυτό που οι τρεις προκάτοχοί του δεν μπορούσαν ή δεν ήθελαν: να σταματήσουν έναν φαινομενικά ατελείωτο πόλεμο. Χρειάστηκαν δύο δεκαετίες, αλλά τα αμερικανικά στρατεύματα δεν πολεμούν πλέον στο Αφγανιστάν.

Μια σημαντική πτυχή της αποχώρησης των ΗΠΑ ήταν το κλείσιμο των βάσεων της Ουάσιγκτον, οι οποίες κάποτε εξαπλώνονταν σε ολόκληρη τη χώρα. Ο Μπάρμπα Σαμ έφυγε από την Αεροπορική Βάση Μπαγκράμ, τη μεγαλύτερη εγκατάσταση της Αμερικής στο Αφγανιστάν, επιστρέφοντας στο σπίτι.

Ωστόσο, περίπου 750 αμερικανικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις παραμένουν ανοικτές σε 80 έθνη και εδάφη σε όλο τον κόσμο.

Καμία άλλη χώρα στην ανθρώπινη ιστορία δεν είχε τέτοια κυρίαρχη παρουσία. Η Μεγάλη Βρετανία ήταν η ηγετική αποικιακή δύναμη, αλλά ο στρατός της ήταν μικρός. Το Λονδίνο έπρεπε να συμπληρώσει τα δικά του στρατεύματα με ξένους μισθοφόρους, όπως στην Αμερικανική Επανάσταση. Σε πολέμους με μεγάλες δυνάμεις η Βρετανία παρείχε στους συμμάχους της οικονομικές επιδοτήσεις και όχι στρατιώτες.

Προηγούμενες αυτοκρατορίες, όπως η Ρώμη, η Περσία και η Κίνα, ήταν ισχυρές στα δικά τους βασίλεια, αλλά είχαν μικρή εμβέλεια πέρα από αυτά. Το τελευταίο δεν έφτασε ποτέ εκτός Ασίας. Η Περσία αναχαιτίστηκε δύο φορές από τα ελληνικά πόλεις-κράτη. Όσο μεγάλη κι αν έγινε η Ρώμη, η εξουσία της δεν πήγε ποτέ πολύ πέρα από τη Μεσόγειο, με την Κεντρική Ευρώπη, τη Βόρεια Αφρική και τη Μέση Ανατολή τα όριά της. Ο Νέος Κόσμος παρέμεινε πέρα από τη γνώση πόσο μάλλον τον έλεγχο και των τριών.

Μια νέα μελέτη του Ινστιτούτου Κουίνσι από τον Ντέιβιντ Βάιν του Αμερικανικού Πανεπιστημίου και τον Πάτερσον Ντέπεν και τη Λία Μπόλγκερ περιγράφει λεπτομερώς την παγκόσμια στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ. Η Ουάσιγκτον έχει σχεδόν τριπλάσιες βάσεις από πρεσβείες και προξενεία. Η Αμερική έχει επίσης τρεις φορές όσες εγκαταστάσεις από όλες τις άλλες χώρες μαζί. Η Βρετανία έχει 145. Η Ρωσία 2 με 3 δωδεκάδες. Η Κίνα πέντε. Αν και ο αριθμός των αμερικανικών εγκαταστάσεων έχει μειωθεί στο μισό από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, ο αριθμός των εθνών που φιλοξενούν αμερικανικές βάσεις έχει διπλασιαστεί. Η Ουάσιγκτον είναι τόσο πρόθυμη να τοποθετήσει δυνάμεις σε αντιδημοκρατικές όσο και δημοκρατικές χώρες.

Η μελέτη υπολογίζει ότι το ετήσιο κόστος αυτής της εκτεταμένης δομής βάσεων είναι περίπου 55 δισεκατομμύρια δολάρια. Η προσθήκη αυξημένων δαπανών προσωπικού ανέρχεται συνολικά σε 80 δισεκατομμύρια δολάρια. Οι πλουσιότερες χώρες, οι οποίες απολαμβάνουν άσκοπα αυτό που ισοδυναμεί με την ευημερία της άμυνας, συνήθως καλύπτουν ένα μέρος του κόστους μέσω της «στήριξης του έθνους υποδοχής». Όχι και τόσο οι νεότεροι πελάτες της Ουάσιγκτον. Πράγματι, κατά τη διάρκεια του Παγκόσμιου Πολέμου κατά της Τρομοκρατίας τις τελευταίες δύο δεκαετίες, ο στρατός των ΗΠΑ ξόδεψε έως και 100 δισεκατομμύρια δολάρια για νέες κατασκευές, κυρίως σε χώρες όπως το Ιράκ και το Αφγανιστάν, οι οποίες ήταν οικονομικές μαύρες τρύπες.

Αν και οι αμερικανικές βάσεις αντιμετωπίζουν έντονη τοπική αντιπολίτευση σε ορισμένες περιοχές, όπως η Οκινάουα, οι εγκαταστάσεις θεωρούνται ευπρόσδεκτοι πάροχοι χρήματος σε άλλους. Όταν ο Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ πρότεινε την απομάκρυνση των αμερικανικών δυνάμεων από τη Γερμανία, για πολλούς ντόπιους η μεγαλύτερη ανησυχία ήταν η οικονομική. Πράγματι, η γκρίνια των τοπικών πολιτικών που έβλεπαν την παρουσία της Αμερικής ως οικονομικό και όχι ως ζήτημα ασφάλειας ήταν αρκετά δυνατή για να ακουστεί σε μεγάλη απόσταση. Όχι μόνο πίστευαν ότι οι Αμερικανοί τους χρωστούσαν στρατιωτική προστασία. Κατά την άποψή τους , οι Αμερικανοί είχαν επίσης καθήκον να ενισχύσουν τις οικονομίες τους.

Ωστόσο, το κόστος της επέκτασης στον πλανήτη της Ουάσιγκτον είναι κάτι περισσότερο από οικονομικό. Ο Βάϊν και οι άλλοι εξηγούν:

«Οι βάσεις αυτές είναι δαπανηρές με διάφορους τρόπους: οικονομικά, πολιτικά, κοινωνικά και περιβαλλοντικά. Οι αμερικανικές βάσεις σε ξένα εδάφη συχνά αυξάνουν τις γεωπολιτικές εντάσεις, στηρίζουν αντιδημοκρατικά καθεστώτα και χρησιμεύουν ως εργαλείο στρατολόγησης μαχητικών ομάδων που αντιτίθενται στην αμερικανική παρουσία και οι κυβερνήσεις ενισχύουν την παρουσία τους. Σε άλλες περιπτώσεις, χρησιμοποιούνται ξένες βάσεις και έχουν διευκολύνει τις Ηνωμένες Πολιτείες να ξεκινήσουν και να εκτελέσουν καταστροφικούς πολέμους, συμπεριλαμβανομένων εκείνων στο Αφγανιστάν, το Ιράκ, την Υεμένη, τη Σομαλία και τη Λιβύη».

Ίσως οι πιο ακριβές εγκαταστάσεις ήταν αυτές που δημιουργήθηκαν στη Σαουδική Αραβία μετά τον πρώτο πόλεμο του Κόλπου. Νοικιάζοντας μέλη του αμερικανικού στρατού ως σωματοφύλακες για τη σαουδική δυναστεία, η Ουάσιγκτον εγγυάται μια από τις πιο άθλιες δικτατορίες που υπάρχουν, ένα απόλυτα ολοκληρωτικό κράτος χωρίς πολιτική, θρησκευτική ή κοινωνική ελευθερία. Αν ο διάδοχος του θρόνου Μοχάμεντ Μπιν Σαλμάν, υπεύθυνος για τη δολοφονία και τον διαμελισμό του Σαουδάραβα δημοσιογράφου Τζαμάλ Κασόγκι πριν από τρία χρόνια, έχει χαλαρώσει ορισμένα κοινωνικά δεσμά, έχει εντείνει σημαντικά τους πολιτικούς ελέγχους .

Ακόμα χειρότερα από την άποψη της εξωτερικής πολιτικής, η παρουσία της Αμερικής είναι ένα από τα παράπονα που ώθησε τον Οσάμα Μπιν Λάντεν να στοχεύσει τις ΗΠΑ Ο τότε υφυπουργός Άμυνας Πολ Γούλφοβιτς παραδέχθηκε τον Φεβρουάριο του 2003, πριν από την εισβολή στο Ιράκ, ότι η περιφερειακή παρουσία της Αμερικής είχε κοστίσει «πολύ περισσότερο από χρήματα». Οι αμερικανικοί βομβαρδισμοί στο Ιράκ και τα αμερικανικά στρατεύματα στη Σαουδική Αραβία ήταν «η κύρια συνταγή στρατολόγησης του Οσάμα Μπιν Λάντεν».

Ίσως το πιο σοβαρό τίμημα των ατελείωτων βάσεων ήταν οι ατελείωτοι πόλεμοι. Προφανώς, η αιτιώδης συνάφεια είναι πολύπλοκη. Ωστόσο, η μετάβαση στον πόλεμο συνήθως οδηγεί στη δημιουργία νέων εγκαταστάσεων. Τέτοιες εγκαταστάσεις ενθαρρύνουν τη συνέχιση της στρατιωτικής παρουσίας. Η ύπαρξη κοντινών βάσεων μειώνει το οριακό κόστος παρέμβασης και αυξάνει τον μέγιστο πειρασμό να αναλάβει νέες δεσμεύσεις, να παρέμβει σε τοπικές διαμάχες και να εισέλθει σε κοντινές συγκρούσεις. Η μελέτη Quincy σημείωσε: «Από το 1980, οι αμερικανικές βάσεις στην ευρύτερη Μέση Ανατολή έχουν χρησιμοποιηθεί τουλάχιστον 25 φορές για την έναρξη πολέμων ή άλλων πολεμικών ενεργειών σε τουλάχιστον 15 χώρες μόνο σε αυτή την περιοχή. Από το 2001, ο αμερικανικός στρατός έχει εμπλακεί σε μάχες σε τουλάχιστον 25 χώρες παγκοσμίως».

Οι αμερικανικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις αυξάνουν επίσης τις προσδοκίες των χωρών υποδοχής και των γειτονικών χωρών. Μετά την επίθεση του Ιράν στις σαουδαραβικές πετρελαϊκές εγκαταστάσεις τον Σεπτέμβριο του 2019, οι καλομαθημένοι Σαουδάραβες βασιλικοί ανέμεναν αντίποινα από τις ΗΠΑ, αλλά απογοητεύτηκαν πολύ. Αν και ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ είχε δίκιο που επέτρεψε στους Σαουδάραβες να «πολεμήσουν τους δικούς τους πολέμους», όπως είχε τουιτάρει πέντε χρόνια πριν, η στρατιωτική παρουσία της Αμερικής, την οποία είχε αυξήσει ο Τραμπ, ενθάρρυνε το Ριάντ να περιμένει περισσότερα – και θα μπορούσε να παρακινήσει έναν πιο συμβατικό πρόεδρο να δράσει.

Ο Βάϊν και οι συνεργάτες της μελέτης επισημαίνουν και άλλες δαπάνες. Το Υπουργείο Αμύνης είναι ένας απαίσιος περιβαλλοντικός παράγοντας. Αν και οι πρακτικές του έχουν βελτιωθεί πολύ τα τελευταία χρόνια, η συσσωρευμένη ζημία είναι τεράστια. Υπάρχουν επίσης ερωτήματα σχετικά με την τάση της Ουάσιγκτον να φορτώνει αμερικανικά εδάφη, όπως το Γκουάμ, με στρατιωτικές εγκαταστάσεις. Τέτοιες περιοχές δεν είναι ακριβώς ξένες, αλλά η έκθεση Quincy υποστήριξε ότι η ισχυρή παρουσία βάσεων «συνέβαλε στη διαιώνιση της αποικιακής τους σχέσης με τις υπόλοιπες Ηνωμένες Πολιτείες και τη δεύτερης κατηγορίας αμερικανική υπηκοότητα των λαών τους».

Αλίμονο, το Υπουργείο Αμύνης είναι λιγότερο αποκαλυπτικό για τον αριθμό των βάσεων που διατηρεί στο εξωτερικό. Σύμφωνα με την μελέτη: «Μέχρι το οικονομικό έτος 2018, το Πεντάγωνο παρήγαγε και δημοσίευσε ετήσια έκθεση σύμφωνα με τη νομοθεσία των ΗΠΑ. Ακόμη και όταν εκπόνησε αυτή την έκθεση, το Πεντάγωνο παρείχε ελλιπή ή ανακριβή στοιχεία, αποτυγχάνοντας να τεκμηριώσει δεκάδες γνωστές εγκαταστάσεις. Για παράδειγμα, το Πεντάγωνο ισχυρίζεται εδώ και καιρό ότι έχει μόνο μία βάση στην Αφρική – στο Τζιμπουτί. Αλλά η έρευνα δείχνει ότι υπάρχουν τώρα περίπου 40 εγκαταστάσεις διαφόρων μεγεθών στην ήπειρο. ένας στρατιωτικός αξιωματούχος αναγνώρισε 46 εγκαταστάσεις το 2017.»

Η κυβέρνηση Μπάιντεν θα πρέπει να καταστήσει προτεραιότητα τον εξορθολογισμό του δικτύου βάσεων των ΗΠΑ. Πράγματι, αυτό θα πρέπει να αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της Παγκόσμιας Επισκόπησης Στάσης που ανακοίνωσε ο πρόεδρος στην ομιλία του τον Φεβρουάριο στους υπαλλήλους του Στέιτ Ντιπάρτμεντ. Εξήγησε ότι ο υπουργός Άμυνας Λόιντ Όστιν θα ηγηθεί της διαδικασίας «ώστε το στρατιωτικό μας αποτύπωμα να ευθυγραμμιστεί κατάλληλα με τις προτεραιότητές μας για την εξωτερική πολιτική και την εθνική ασφάλεια. Θα συντονίζεται σε όλα τα στοιχεία της εθνικής μας ασφάλειας».

Το αρχικό καθήκον θα πρέπει να είναι η δημόσια καταχώριση των στρατιωτικών εγκαταστάσεων και των σκοπών τους. Στη συνέχεια, οι εγκαταστάσεις θα πρέπει να εδραιωθούν, ακόμη και αν κάτι τέτοιο εξοργίζει τους τοπικούς πολιτικούς και τις τοπικές κοινότητες. Σε τελική ανάλυση, αυτή η διαδικασία θα πρέπει να είναι σχετικά ανώδυνη στο εξωτερικό, σε αντίθεση με το κλείσιμο των εγχώριων βάσεων, το οποίο αναπόφευκτα προκαλεί πυρετώδη τοπική και βουλευτικές αντιδράσεις.

Το επόμενο βήμα θα ήταν πιο δύσκολο αλλά απαραίτητο. Η διοίκηση θα πρέπει να επανεξετάσει τις υποκείμενες δεσμεύσεις που χρησιμοποιήθηκαν για να δικαιολογήσει τις βάσεις. Ευρώπη δεν χρειάζεται αμερικανική στρατιωτική παρουσία για άμυνα: Η ήπειρος απολαμβάνει ένα οικονομικό πλεονέκτημα 11-1 και περισσότερο από 3-1 προβάδισμα πληθυσμού έναντι της Ρωσίας. Η Νότια Κορέα έχει μια οικονομική υπεροχή 55-1 και 2-1 πληθυσμό έναντι του Βορρά. Οι μοναρχίες του Κόλπου της Μέσης Ανατολής είναι καλά οπλισμένες και τώρα συνεργάζονται με το Ισραήλ καθώς και μεταξύ τους. Η παρουσία της Ουάσιγκτον στο Ιράκ είναι περιττή, καθώς η ίδια και οι γείτονές της θα μπορούσαν μαζί να αντιμετωπίσουν τυχόν εναπομείνασες απειλές από το Ισλαμικό Κράτος. Η παρέμβαση της Αμερικής στον συριακό εμφύλιο πόλεμο δεν είχε ποτέ νόημα. Η Ναυτική Εκστρατευτική Δύναμη που βρίσκεται στην Οκινάουα συνδέεται με κορεατικά και όχι κινεζικά απρόοπτα και οι αμερικανικές βάσεις εκεί επιβαρύνουν άδικα τον τοπικό πληθυσμό.

Ο τερματισμός των εγγυήσεων ασφαλείας των ΗΠΑ και η αποφυγή αγώνων που δεν είναι δικές της Αμερικής θα επέτρεπαν στην Ουάσινγκτον να κλείσει πολλές υπάρχουσες στρατιωτικές εγκαταστάσεις. Η διακοπή των ατελείωτων πολέμων στη Μέση Ανατολή θα μείωνε τη σημασία των υλικοτεχνικών κόμβων στη Γερμανία και αλλού. Σε κατάλληλες περιπτώσεις, οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να αντικαταστήσουν τις βάσεις τους με πρόσβαση έκτακτης ανάγκης σε ξένες εγκαταστάσεις για την αντιμετώπιση απροσδόκητων απρόοπτου. Σε γενικές γραμμές η Ουάσιγκτον θα πρέπει να περάσει από την πρώτη γραμμή στο αποθεματικό καθεστώς σε όλο τον κόσμο.

Το διεθνές περιβάλλον απειλής έχει αλλάξει δραματικά από το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, ωστόσο το παγκόσμιο δίκτυο της Αμερικής παραμένει. Ο αντίκτυπος της σοβιετικής κατάρρευσης και της διάλυσης του Συμφώνου της Βαρσοβίας ήταν πολύ μεγάλος για να μην έχει εξαλείψει ορισμένες αμερικανικές εγκαταστάσεις, αλλά κατά τα άλλα το Πεντάγωνο ήταν απρόθυμο να εγκαταλείψει τις υπάρχουσες βάσεις.

Ο μόνος σίγουρος τρόπος για να κλείσει μια τοπική εγκατάσταση, φαίνεται, είναι να χάσει έναν πόλεμο, όπως στο Βιετνάμ και το Αφγανιστάν. Αυτό πρέπει να αλλάξει. Η Αμερική δεν έχει πλέον την πολυτέλεια να φρουρεί τον κόσμο. Η κυβέρνηση Μπάιντεν θα πρέπει να κάνει τις ΗΠΑ μια κανονική χώρα και πάλι. Και αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχουν άλλες αυτοκρατορικές λεγεώνες τοποθετημένες σε όλο τον κόσμο για σκοπούς άλλους από την άμυνα της Αμερικής.





Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Jean Goychman. Reseau International.

[Το κατωτέρω άρθρο του Γάλλου σχολιαστή - με την έναρξη της προβολής υποψηφίων για τις προσεγγίζουσες προεδρικές εκλογές- παρουσιάζει το κορυφαίο σήμερα θέμα κοινωνικού προβληματισμού στις χώρες της Ευρώπης –τουλάχιστον. Τα όσα εκθέτει και επισημαίνει για την Γαλλία, έχουν φυσικά πολλαπλάσιο ενδιαφέρον, ισχύ και εφαρμογή σε μικρότερες χώρες - όπως ο Έλληνας αναγνώστης θα διαπιστώσει αναγνωρίζοντας ομοιότητες και αντιστοιχίες.]

Μετάφραση/ εισαγωγή: Μιχαήλ Στυλιανού

Για δεκαετίες, αν όχι περισσότερο, η πολιτική ζωή της χώρας μας χαρακτηριζόταν από ένα είδος δυαδικής επιλογής που μας έκανε είτε δεξιούς είτε αριστερούς. Η «κεντρώα» ιδιότητα θα μπορούσε να υπάρχει, αλλά ορίστηκε μόνο σε σχέση με αυτό, συχνά συνοδευόμενη από μια «ούτε δεξιά ούτε αριστερά» η οποία, στην πραγματικότητα, θεωρητικοποίησε την ανεξαρτησία, ακόμη και αν ήταν προσωρινή.

Από καιρό ενσαρκωμένο από το Λαϊκό Ρεπουμπλικανικό Κίνημα (MRP), αυτό το κεντρώο κίνημα γνώρισε μιαν ορισμένη αναβίωση υπό τον Valéry Giscard d'Estaing, ο οποίος υποστήριξε ότι η Γαλλία πρέπει να κυβερνηθεί στο κέντρο. Στην πραγματικότητα, οι οπαδοί του κέντρου χαρακτηρίστηκαν κυρίως από τον «Ατλαντισμό» τους, ένα ελάχιστα μεταμφιεσμένο συνώνυμο του ευρωπαϊκού φεντεραλισμού, στο οποίο μια σειρά από ομάδες προβληματισμού δεν απομακρύνθηκαν ποτέ από το όραμα του υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ..

Έχοντας απορροφηθεί εν μέρει από το UDF κατά τη διάρκεια των χρόνων του Ζισκάρ, οι κεντρώοι υπέφεραν με διαφορετικά ονόματα. Σταδιακά, η μείωση του χάσματος «αριστεράς-δεξιάς» τους οδήγησε να προσαρμόσουν ουσιαστικά τις ψήφους τους σύμφωνα με το ευρωπαϊκό τους όραμα.

Η Αριστερά, που ενσαρκώνεται κυρίως από το Σοσιαλιστικό Κόμμα από τα χρόνια του Μιτεράν, πήρε τη στροφή προς τον ευρωπαϊκό φεντεραλισμό, αλλά το Κομμουνιστικό Κόμμα είχε ένα άλλο ευρωπαϊκό όραμα, το οποίο ήταν πιο κοντά στην «Ευρώπη των Εθνών και των Πατριωτικών Χωρών» που υποστήριζε ο ντε Γκωλ.

Τα πράγματα γίνονται όλο και πιο ξεκάθαρα.

Η δεκαετία του '80 σηματοδότησε μια γενικευμένη στροφή προς τον οικονομικό φιλελευθερισμό και τις ευρωπαϊκές συνθήκες που τον κωδικοποίησαν. Η Ενιαία Πράξη του 1986 και η Συνθήκη του Μάαστριχτ που εγκρίθηκε το 1992 σηματοδότησαν αυτή την περίοδο προόδου προς στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Η μεταβίβαση αρμοδιοτήτων μεταξύ των κρατών μελών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης επιταχύνθηκε. Παράλληλα με αυτόν τον φεντεραλιστικό προσανατολισμό, ο οποίος προσέφυγε κυρίως σε εκείνους που είδαν στον λεγόμενο οικονομικό φιλελευθερισμό ένα λαμπρό μέλλον για ολόκληρο τον πλανήτη, ξεκίνησε ένα κίνημα αντίθεσης σε αυτό το όραμα.

Όλο και περισσότεροι άνθρωποι συνειδητοποίησαν ότι η συνέπεια αυτού του φιλελευθερισμού που βασίζεται στο «ελεύθερο εμπόριο» ήταν μια μετεγκατάσταση εργασίας που θα είχε μεγάλη εξάπλωση και θα επηρέαζε κυρίως τις βιομηχανικές εταιρείες.

Αυτός ο προβληματισμός, ο οποίος δεν είχε ξεκινήσει από κανένα πολιτικό κόμμα, και μόνο δειλά από λίγα συνδικάτα, που έβλεπαν τις συνέπειες στην απώλεια θέσεων εργασίας, βρήκε οπαδούς σε ένα σημαντικό μέρος της γαλλικής κοινωνίας, όλων των πολιτικών απόψεων.

Ευαισθητοποίηση των μελλοντικών θυμάτων

Η αποκάλυψη έγινε κατά τη διάρκεια του δημοψηφίσματος της 29ης Μαΐου 2005. 55% των Γάλλων ψήφισαν «Όχι» στη συνταγματική συνθήκη. Η λαϊκή θέληση ακούστηκε: Μια σοβαρή πλειοψηφία των Γάλλων δεν ήθελε μια ομοσπονδιακή Ευρώπη. Ένα τέτοιο αποτέλεσμα θα έπρεπε να οδηγήσει τους πολιτικούς ηγέτες, ανεξάρτητα από την προσωπική τους άποψη, σε μια καμπή της ευρωπαϊκής πολιτικής και σε μια βαθιά αμφισβήτηση. Δυστυχώς, αυτό δεν συνέβη και προτιμήθηκε «να τεθεί η σκόνη κάτω από το χαλί», με την επικύρωσή της συνθήκης και παρακάμφθηκε το Σύνταγμα με μια ευρωπαϊκή συνθήκη που υιοθέτησε ακριβώς τους όρους της συνθήκης που απορρίφθηκε από τον γαλλικό λαό.

Αυτό κατέστρεψε την λίγη εμπιστοσύνη που είχαν ακόμα οι Γάλλοι στην άρχουσα πολιτική τάξη τους. Προσθέστε σε αυτό την ολοένα και πιο κοινή αίσθηση ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση προσλάμβανε τα χαρακτηριστικά του προπλάσματος προς επίδειξη μιας καλπάζουσας παγκοσμιοποίησης, η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει μόνο στην εξαθλίωση των μεσαίων τάξεων που προέκυψαν από τον βιομηχανικό καπιταλισμό, και που καταδικάζονταν σε εξαφάνιση λόγω γενικευμένης χρηματιστικής οικονομίας.

Γραμμή κατάγματος

Για όλους αυτούς τους λόγους, προέκυψε μια νέα γραμμή διχασμού. Διαχωρίζει εκείνους που έχουν αντιληφθεί τις ολέθριες συνέπειες του εφαρμοζόμενου παγκοσμιακού σχεδίου και εκείνους που, αντίθετα, πιστεύουν ότι είναι μια ευκαιρία για τη Γαλλία να συνεχίσει να υπάρχει μέσω της ενσωμάτωσής της στην Ευρώπη, η οποία θα μπορούσε έτσι να ακουστεί στην παγκόσμια συναυλία.

Οι πρώτοι είναι πεπεισμένοι ότι θα χάσουν τα πάντα και οι τελευταίοι πιστεύουν ότι αυτή είναι η αναπόφευκτη πορεία προόδου και ότι οι διαστάσεις της Γης έχουν μειωθεί αρκετά ώστε να προβλέπεται η εξαφάνιση των συνόρων.

Μια «λαϊκιστική» αντιπολίτευση και μια διεθνοποίηση του διχασμού

Αυτή η διαίρεση εμφανίζεται περισσότερο οριζόντια παρά κάθετη. Στην κορυφή της κοινωνικής πυραμίδας, εκείνοι που ζουν κυρίως σε μεγάλες πόλεις και έχουν ήδη διεθνοποιηθεί, είναι μάλλον ευνοϊκοί για αυτή την παγκοσμιοποίηση. Από την άλλη, οι λιγότερο προνομιούχες κοινωνικές τάξεις, που ζουν στην υπόλοιπη επικράτεια, ενδιαφέρονται πολύ περισσότερο για τη διατήρηση του έθνους-κράτους τους, στο οποίο βλέπουν τη μητέρα γη και την προστατευτική πατρίδα.

Μια πολύ αποκαλυπτική εικόνα είναι αυτή των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής. Οι πιο αφοσιωμένοι στην παγκοσμιακή ιδέα είναι εκείνοι που ζουν στις ανατολικές και δυτικές ακτές, ενώ εκείνοι στην εσωτερική λωρίδα έχουν παραμείνει πιο απομονωμένοι. Και το ίδιο ισχύει και σε πολλά μέρη.

Τι συμπέρασμα μπορεί να εξαχθεί από αυτό;


Φαίνεται σήμερα ότι πολλοί λαοί ξυπνούν και δεν θέλουν να εξαφανιστούν, πνιγμένοι σε ένα ανόμοιο σύνολο στο οποίο θα έχαναν τόσο τον πολιτισμό τους όσο και την ταυτότητά τους. Σκοπεύουν να διατηρήσουν την εθνική ανεξαρτησία που τους δίνει την κυριαρχία τους. Αυτό είναι εντελώς ασύμβατο με τη δημιουργία μιας παγκόσμιας κυβέρνησης που δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να προκύψει από μια δημοκρατική διαδικασία. Ως εκ τούτου, ο χρόνος φαίνεται να παίζει εναντίον των παγκοσμιοποιών, οι οποίοι, αφού εργάστηκαν για μεγάλο χρονικό διάστημα σε μια σκιά που ευνοεί τη διακριτικότητα -το προνόμιο των μυστικών οργανώσεων- αναγκάζονται τώρα να εμφανιστούν στο πλήρες φως. Αυτό που μέχρι τώρα έδινε αφορμή για όποιον προσεγγίζει το θέμα να κατηγορηθεί αμέσως για συνωμοσία, γίνεται τώρα εξόφθαλμο σε κάθε κάπως διορατικό παρατηρητή. Είναι σημαντικό για αυτούς να επιταχύνουν τον ελιγμό.

Εδώ είναι το μέλλον που κρίνεται στη μάχη που έρχεται, και υποβιβάζει στο επίπεδο του λειψάνου αυτή την κατάταξη «δεξιός»-«αριστερός», που έχει γίνει αναχρονιστική, ακόμα και αν κάποιοι, από έναν ξεπερασμένο πολιτικό υπολογισμό, προσπαθούν να προσκολληθούν σε αυτήν ως σωσίβιο.




Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου



Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Ως υποβάθμιση της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας Πιερίας χαρακτηρίζουν 
οι Γενικοί Ιατροί των Κέντρων Υγείας του Νομού Πιερίας, τις αποφάσεις της διοίκησης του Γ. Νοσοκομείου Κατερίνης για την μετακίνηση των Γενικών/Οικογενειακών ιατρών από τις δημόσιες δομές της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας (ΠΦΥ) του νομού μας προς το Γενικό Νοσοκομείο Κατερίνης (ΓΝΚ), με δημόσια επιστολή που εξέδωσαν και κοινοποίησαν στα τοπικά ΜΜΕ.
Η επιστολή:

Τις τελευταίες ημέρες γινόμαστε εκ νέου μάρτυρες του θλιβερού γεγονότος της μετακίνησης Γενικών/Οικογενειακών ιατρών από τις δημόσιες δομές της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας (ΠΦΥ) του νομού μας προς το Γενικό Νοσοκομείο Κατερίνης (ΓΝΚ).

Η μετακίνηση αυτή γίνεται στα πλαίσια της ενίσχυσης του ΓΝΚ με ιατρικό προσωπικό, προκειμένου να καλυφθούν οποιαδήποτε κενά έχουν προκύψει.

Διάφοροι λόγοι, με κυρίαρχο τη μη προκήρυξη θέσεων Παθολογίας τόσο σε επίπεδο ειδικευμένων όσο και ειδικευόμενων ιατρών, έχουν οδηγήσει το τμήμα σε υποστελέχωση και καθιστούν δύσκολη τη λειτουργία του.

Ως εκ τούτου, η διοίκηση θεώρησε πρόσφορη, αναίμακτη οικονομικά και εύκολη την μετακίνηση των Γ.Ι από την ΠΦΥ προς το ΓΝΚ. Η στάση αυτή θεωρούμε πως είναι πλήρως ...αντιεπιστημονική, πρόχειρη και επικίνδυνη για την υγεία των συμπολιτών μας, οι οποίοι αναζητώντας φροντίδα σε δευτεροβάθμιο επίπεδο θα αντικρίζουν ιατρούς κατάλληλα εκπαιδευμένους αποκλειστικά για τις υπηρεσίες της ΠΦΥ. Με άλλα λόγια ακολουθείται η τακτική του μπαλώματος των τρυπών με «άσπρες μπλούζες». Η Γενική /Οικογενειακή Ιατρική είναι η μόνη κατεξοχήν εξωνοσοκομειακή ειδικότητα. Η φυσική και νομική θέση των Γ.Ι είναι στην κοινότητα και όχι στο νοσοκομείο.

Η υγειονομική κρίση οδήγησε σε πλήρη υποβάθμιση την ΠΦΥ.

Οι προηγούμενες μετακινήσεις των Γ.Ι στο νοσοκομείο για τις ανάγκες των κυμάτων της πανδημίας, καθώς και η αναστολή λειτουργίας όλων των Π.Ι του νομού Πιερίας από τον 11ο του 2020 μέχρι τον 6ο του 2021 και η υπολειτουργία τους μέχρι σήμερα, λόγω κάλυψης των εμβολιαστικών κέντρων, απομάκρυνε τους Γ.Ι από τον ολιστικό και καθοριστικό ρόλο που διαδραματίζουν στην ΠΦΥ.

Αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης ήταν η αδυναμία παρακολούθησης του πληθυσμού ευθύνης των Γ.Ι. και ότι αυτή συνεπάγεται για την υγεία των πολιτών. Δημιουργήθηκαν, έτσι, μέγιστα προβλήματα στην πρόληψη, αντιμετώπιση και διαχείριση των χρόνιων παθήσεων.

Πιστεύουμε ότι και τα χαμηλά ποσοστά εμβολιασμού στον νομό μας είναι απόρροια της απουσίας των Γ.Ι από τα Π.Ι και της μη δυνατότητας να παρέμβουν, να παρακινήσουν και να ωθήσουν τους πολίτες να εμβολιασθούν. Άλλωστε, η Π.Φ.Υ στηρίζεται στη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ των ιατρών της και των πολιτών και είμαστε πεπεισμένοι ότι αν διατελούσαμε το ρόλο μας καθώς έπρεπε, τα ποσοστά εμβολιασμού θα ήταν υψηλοτέρα.

Να τονίσουμε ότι τόσο στο πρώτο όσο και στο δεύτερο κύμα της πανδημίας Covid-19 κληθήκαμε να συνδράμουμε στο ΓΝΚ στο έργο της αντιμετώπισης, γεγονός που καθ’ ομολογία όλων των υπευθύνων έγινε με απόλυτη επιτυχία. Έχουμε το αίσθημα ευθύνης να συνδράμουμε εκ νέου στην αντιμετώπιση της πανδημίας (η οποία θα πρέπει να εστιάσει πλέον στην πρόληψη), εφόσον υφίστανται, με βάση στατιστικών δεδομένων, πραγματικές ανάγκες.

Η απασχόληση των νοσοκομειακών ειδικοτήτων σε δράσεις πρωτοβάθμιας με την μορφή εφημέρευσης στο Εμβολιαστικό κέντρο του Νοσοκομείου καθώς και των γιατρών που έχουν διορισθεί στα ΤΕΠ για κάλυψη κλινικών δημιουργούν επιπλέον τεχνητές ανάγκες και πλήρη αντίστροφή του ρόλου των υπηρεσιών.

Η αποψίλωση της ΠΦΥ που γίνεται με τόσο πρόχειρο και ανεπίτρεπτο τρόπο (τόσο σε σχέση με την ανυπαρξία προκήρυξης θέσεων όσο και με τις διαρκείς μετακινήσεις προς το ΓΝΚ) θα προκαλέσει σωρεία προβλημάτων στις παρεχόμενες υπηρεσίες υγείας του νομού μας και πιο συγκεκριμένα θα:
  • Επιβαρύνει την ήδη προβληματική έως μηδενική λειτουργία των περιφερικών ιατρείων
  • Υποβαθμίσει τα ήδη υποβαθμισμένα Κέντρο Υγείας, όπου οι ασθενείς αδυνατούν να κλείσουν ραντεβού
  • Υποβαθμίσει στο μέγιστο βαθμό τη λειτουργία των τακτικών ιατρείων (πρόληψη και διαχείριση χρόνιων νοσημάτων)
  • Μηδενίσει τις παρεχόμενες προληπτικές υπηρεσίες και τα προγράμματα πρόληψης καθώς και την υπηρεσία των κατ’ οίκων επισκέψεων
  • Επιβαρύνει τη λειτουργία των εμβολιαστικών κέντρων
  • Θέσει σε δεύτερη μοίρα ο προληπτικός αντιγριπικός εμβολιασμός που ξεκινάει αυτήν την εποχή.
Για όλους τους παραπάνω λόγους ενημερώνουμε προκαταβολικά όλους τους φορείς και τους πολίτες της Πιερίας, πως οι ανωτέρω κινήσεις θα προκαλέσουν πλείστα προβλημάτων στις δομές της ΠΦΥ και καλούμε για άλλη μια φορά τη διοίκηση να λάβει υπόψη της τα σοβαρά προβλήματα που θα προκαλέσει και να προβεί στη μόνη αξιόπιστη και κατάλληλη λύση που είναι η προκήρυξη μονίμων θέσεων ιατρικού προσωπικού τόσο στο ΓΝΚ όσο και στις δομές της ΠΦΥ .


Οι Γενικοί Ιατροί των Κέντρων Υγείας του Νομού Πιερίας
.


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Zero Hedge, 14-10-21
Authored by John V. Walsh via AntiWar.com, μετάφραση: Μ. Στυλιανού

«Εξακολουθούν να υπάρχουν σαφείς διαφορές μεταξύ Γαλλίας και ΗΠΑ, λέει ο Γάλλος υπουργός», είναι ο τίτλος ενός αξιοσημείωτου άρθρου που εμφανίζεται στους New York Times αυτή την εβδομάδα. Ο υπουργός, Bruno Le Maire, είναι βάναυσα ειλικρινής σχετικά με τη φύση των διαφορών όπως πιστοποιούν τα παρακάτω αποσπάσματα . Στην πραγματικότητα, ισοδυναμούν με διακήρυξη της ανεξαρτησίας της Γαλλίας και της ΕΕ από τις ΗΠΑ.

Δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι οι διαφορές αφορούν την Κίνα μετά τον θόρυβο σχετικά με την πώληση αμερικανικών πυρηνικών υποβρυχίων στην Αυστραλία και την εκπληκτική (για τους Γάλλους) ακύρωση των συμβάσεων με τη Γαλλία για υποβρύχια. Ο κ. Λεμέρ, με λόγο γονέως που επιπλήττει, το χαρακτήρισε ως "κακή συμπεριφορά από την κυβέρνηση των ΗΠΑ".

Ο Γάλλος υπουργός οικονομικών με τον πρόεδρπρόεδρο Εμμανουέλ Μακρόν



Ο κ. Λεμέρ κατέστησε σαφές ότι η διαφωνία για τα υποβρύχια είναι ενδεικτική των βαθύτερων διαφορών στην θέαση του κόσμου που έχουν προκύψει όχι μόνο στη Γαλλία αλλά και στην ΕΕ ως συνέπεια της ανόδου της Κίνας.

Το άρθρο των NYT αναφέρει :

"' Οι Ηνωμένες Πολιτείες θέλουν να αντιμετωπίσουν την Κίνα. Η Ευρωπαϊκή Ένωση θέλει να συνεργασθεί με την Κίνα», δήλωσε ο κ. ΛεΜέρ, στενός σύμμαχος του προέδρου της Γαλλίας Εμανουέλ Μακρόν, σε ευρεία συνέντευξη εν όψει των συνεδριάσεων (του ΔΝΤ). Αυτό ήταν φυσικό, πρόσθεσε, επειδή οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι η κορυφαία δύναμη στον κόσμο και δεν «θέλουν η Κίνα να γίνει σε λίγα χρόνια ή σε μερικές δεκαετίες η πρώτη υπερδύναμη στον κόσμο.

Αντίθετα, Η στρατηγική προτεραιότητα της Ευρώπης, είναι η ανεξαρτησία, «που σημαίνει να είναι σε θέση να οικοδομήσει περισσότερες ικανότητες στην άμυνα, να υπερασπιστεί τη δική της άποψη για την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής, να υπερασπιστεί το δικό της οικονομικό συμφέρον, να έχει πρόσβαση σε βασικές τεχνολογίες και να μην εξαρτάται υπερβολικά από τις αμερικανικές τεχνολογίες», δήλωσε.

Το άρθρο των Τάϊμς της Ν. Υόρκης συνεχίστηκε, επικαλούμενο τον Γάλλο υπουργό Οικονομικών:

«Το βασικό ερώτημα τώρα για την Ευρωπαϊκή Ένωση είναι να γίνει "ανεξάρτητη από τις Ηνωμένες Πολιτείες, ικανή να υπερασπιστεί τα συμφέροντά της, είτε οικονομικά είτε στρατηγικά συμφέροντα".

Ο Λεμέρ θα μπορούσε να είχε προλογίσει αυτή τη δήλωση με το: «Όταν κατά τη διάρκεια των ανθρώπινων γεγονότων, καθίσταται απαραίτητο για έναν λαό να διαλύσει τους πολιτικούς δεσμούς που τον έχουν συνδέσει με έναν άλλο και να κανταλάβει μεταξύ των δυνάμεων της γης, τον ξεχωριστό και ισότιμο σταθμό στον οποίο τον προορίζουν οι Νόμοι της Φύσης και ο της Φύσης Θεός, ένας αξιοπρεπής σεβασμός στις γνώμες της ανθρωπότητας απαιτεί να δηλώσουν τις αιτίες που τους ωθούν στο χωρισμό.»

Οι επιπτώσεις μεταξύ των κρατών της Γαλλίας και του AUKUS έχουν δημιουργήσει αμηχανία στα κράτη του Ειρηνικού-Ινδικού Ωκεανών. Η Αυστραλία θα πρέπει να γεφυρώσει το έλλειμμα εμπιστοσύνης που έχει δημιουργήσει με τους Ευρωπαίους συμμάχους της η ένταξη της στην #AUKUS . , γράφουν δημοσιεύματα των χωρών της περιοχής

Ως έμπειρος διπλωμάτης που είναι ο κ. Λεμέρ, κάποια ψυχρή παρηγοριά στην άτακτη κυβέρνηση των ΗΠΑ, λέγοντας ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν «ο στενότερος συνεργάτης μας» όσον αφορά τις αξίες, το οικονομικό μοντέλο, τον σεβασμό του κράτους δικαίου και την αποδοχή της ελευθερίας. Ενώ για την Κίνα είπε: «Δεν μοιραζόμαστε τις ίδιες αξίες ή το ίδιο οικονομικό πρότυπο».

Το άρθρο συνέχισε:

«Ερωτηθείς εάν οι διαφορές σχετικά με την Κίνα σημαίνουν αναπόφευκτη απόκλιση μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ευρώπης, ο κ. Λε Μερ είπε, «Θα μπορούσε να είναι έτσι αν δεν είμαστε προσεκτικοί». Αλλά πρέπει να καταβληθεί κάθε δυνατή προσπάθεια για να αποφευχθεί αυτό, πράγμα που σημαίνει «αναγνώριση της Ευρώπης ως μιας από τις τρεις υπερδυνάμεις στον κόσμο για τον 21ο αιώνα, μαζί με τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα».

Και το άρθρο κατέληξε:.

«Ένα από τα μεγαλύτερα επιμένοντα σημεία διαφωνίας είναι οι δασμοί μετάλλων που επέβαλε ο πρώην πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ παγκοσμίως το 2018. Αξιωματούχοι αντιμετωπίζουν δύσκολες διαπραγματεύσεις τις προσεχείς εβδομάδες. Οι Ευρωπαίοι σχεδιάζουν να επιβάλουν δασμούς αντιποίνων σε μια σειρά αμερικανικών προϊόντων από την 1η Δεκεμβρίου, εκτός αν ο κ. Μπάιντεν αποσύρει έναν δασμό 25% για τον ευρωπαϊκό χάλυβα και έναν φόρο 10% στο αλουμίνιο.

«Εάν θέλουμε να βελτιώσουμε τις διμερείς οικονομικές σχέσεις μεταξύ των ηπείρων, το πρώτο βήμα πρέπει να είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες να άρουν τις κυρώσεις στην υπόθεση χάλυβα και αλουμινίου», δήλωσε ο κ. Λε Μέρ. «Έχουμε βαρεθεί τους εμπορικούς πολέμους», πρόσθεσε.

Οι κοινές αξίες είναι καλές, αλλά τα κοινά κέρδη είναι σαφώς καλύτερα.



Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Ανοικτή επιστολή έστειλε μαθητής στην υπουργό Παιδείας με αφορμή τις χθεσινές εικόνες απότο πλημμυρισμένο σχολείο της Νέας Φιλαδέλφειας, όπου τα παιδιά βγήκαν από τις αίθουσες-κοντέινερ στήνοντας μια «γέφυρα» από θρανία.

Την επιστολή δημοσιεύει το alfavita.gr και είναι η εξής:

«Είμαι μαθητής του 1ου Γενικού Λυκείου Νέας Φιλαδέλφειας, εικόνες του οποίου κάνουν τον γύρο του διαδικτύου, όχι για κάποια πρωτιά να είμαστε περήφανοι, αλλά για μια πλήρη αποτυχία της κυβέρνησης να αντιμετωπιστεί αυτή η κατάσταση πριν συμβεί.

Στο σχολείο μας στεγάζονται 2 αίθουσες σε κοντέινερ, 20 χρόνια τώρα, όταν απ’ τον σεισμό του 1999 οι πλαϊνές αίθουσες του κτηρίου κατέρρευσαν.

Τα τελευταία 2 χρόνια έχουμε κάνει 2 φορές κατάληψη ώστε να κινηθούν οι νόμιμες διαδικασίες να κατασκευαστούν τα “χαμένα” τμήματα, αντιμετωπίζοντας μας η ηγεσία του υπουργείου ως ανθρώπους που “…παρακωλύουν την εκπαιδευτική διαδικασία”, δεν έκανε τίποτα.

Φτάνουμε στο σήμερα που απ’ τις τάξεις-κλουβιά αναγκάζονται να έρθουν στο κύριο κτήριο μέσω “θρανιογέφυρας” μαθητές διότι το νερό είχε φτάσει λίγα εκατοστά πριν το δάπεδο των αιθουσών τους.

Σήμερα εμείς, αύριο κάποιο σχολείο σε μια φρεσκοκαμμένη περιοχή και μπορεί και με χειρότερες συνέπειες.

Δυστυχώς όμως μάλλον δεν φαίνεται να αρκούν οι εικόνες ντροπής για να κινηθεί το υπουργείο, θα αρκεστεί στο να βαθμολογήσει ως “κακό” το σχολείο και θα προχωρήσουμε, δυστυχώς δεν πρόκειται να έρθουν να μας σώσουν οι φρεγάτες την επόμενη φορά, ούτε όμως ξανά η πυροσβεστική γιατί ακόμα και η Π.Υ. που τόσο συγχαίρονταν για τις υπερπροσπάθειες του καλοκαιριού είναι ακόμα υποστελεχωμένη.

Πρέπει να πηγαίνουμε σε κάποιο κολέγιο για να δοθεί η πρέπουσα σημασία κυρία Κεραμέως;

Πρέπει να βαθμολογηθεί ως “καλό” για να πάρουμε χορηγίες ένα αντικειμενικά “κακό” σχολείο από άποψη δομών που εσείς κάνατε έτσι κυρία Κεραμέως, συνεχίζοντας το έργο προηγούμενων κυβερνήσεων;»



Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Η Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Δημοσιογράφων (Ε.Ο.Δ.) εξέδωσε ανακοίνωση με την οποία ζητεί την απόσυρση των τροποποιήσεων του άρθρου 191 του Ποινικού Κώδικα, τις οποίες κατέθεσε το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Το πλήρες κείμενο της ανακοίνωσης της ΕΟΔ έχει ως εξής:

«Σήμερα η Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Δημοσιογράφων ενώνει τη φωνή της με τους εταίρους στην οργάνωση «Άμεση Ανταπόκριση για την Ελευθερία των ΜΜΕ» (MFRR) και καλεί την ελληνική κυβέρνηση, να αποσύρει την τροπολογία με την οποία επιβάλλονται πρόστιμα και ποινές φυλάκισης στους δημοσιογράφους, που καταδικάζονται για τη δημοσίευση «ψευδών ειδήσεων». Έχουμε την πεποίθηση ότι με την ασαφή διατύπωση του ορισμού και των κυρώσεων που προβλέπονται στο νομοσχέδιο, υπονομεύεται η ελευθερία του Τύπου με άσχημες συνέπειες για την ανεξάρτητη δημοσιογραφία, που αυτή την εποχή βρίσκεται υπό πίεση στην Ελλάδα.

Σύμφωνα με τις τροποποιήσεις του Άρθρου 191 του Ποινικού Κώδικα τις οποίες κατέθεσε το Υπουργείο Δικαιοσύνης, τιμωρούνται ποινικά όσοι κρίνονται ένοχοι για τη διάδοση «ψευδών ειδήσεων, που είναι ικανές να προκαλέσουν ανησυχίες ή φόβο στους πολίτες ή να κλονίσουν την εμπιστοσύνη του κοινού στην εθνική οικονομία, στην αμυντική ικανότητα της χώρας ή στη δημόσια υγεία». Επιπλέον, «στην περίπτωση που η συναλλαγή επαναλαμβάνεται μέσω του Τύπου ή του Διαδικτύου, ο δράστης τιμωρείται με φυλάκιση έξι μηνών τουλάχιστον και χρηματικό πρόστιμο». Ο εκδότης ή ιδιοκτήτης του μέσου ενημέρωσης που φέρει την ευθύνη, αντιμετωπίζει επίσης ποινή φυλάκισης και οικονομικές κυρώσεις.

Οι οργανώσεις μας κατανοούν τη σοβαρή απειλή που συνιστά η παραπληροφόρηση, για την ελληνική κοινωνία και τα άλλα κράτη σε όλο τον κόσμο. Σε παγκόσμιο επίπεδο τα ψεύδη στο Διαδίκτυο και οι θεωρίες συνωμοσίας, διαστρεβλώνουν την πραγματικότητα, υπονομεύουν τη Δημοκρατία και θέτουν σε κίνδυνο τον αγώνα κατά της πανδημίας Covid-19. Οι εταιρίες των κοινωνικών δικτύων, ο κάθε πολίτης και οι ίδιες οι κυβερνήσεις, οφείλουν να διαδραματίσουν ένα ρόλο για να αντιμετωπισθεί η ολέθρια διάδοση της παραπληροφόρησης μέσω Διαδικτύου.

Ωστόσο, η καθιέρωση αυστηρών νόμων από τις κυβερνήσεις, με τους οποίους οι ρυθμιστικές αρχές ή οι εισαγγελείς έχουν την εξουσία, να αποφασίζουν τι είναι αληθές ή ψευδές και να επιβάλουν πρόστιμα στον Τύπο, δεν είναι η σωστή απάντηση και το αποτέλεσμα είναι περισσότερο βλαπτικό και καθόλου ωφέλιμο. Όπως παρατηρείται σε όλη την υφήλιο, η υποκειμενική ερμηνεία ανάλογων νόμων, που έχουν διατυπωθεί με ασάφειες είναι πολύ πιθανόν να ανοίξουν την πόρτα της λογοκρισίας για το καθόλα νόμιμο ρεπορτάζ. Ήδη τα μέσα ενημέρωσης στην Ελλάδα αντιμετωπίζουν απειλές λόγω καταχρηστικών δικαστικών αντιπαραθέσεων, ακόμα και ποινές φυλάκισης στις περιπτώσεις δυσφήμησης. Η ενίσχυση του Άρθρου 191, θα συντελέσει στη δημιουργία ενός ακόμη δρόμου, που οδηγεί σε διώξεις και φυλακίσεις των δημοσιογράφων. Ακόμη κι όταν ο νόμος δεν εφαρμόζεται άμεσα, τότε είναι πολύ πιθανόν να υπάρξει αυτολογοκρισία, λόγω της νομοθεσίας.

Όπως συμβαίνει σε όλο τον κόσμο με ανάλογες νομοθεσίες, η τροπολογία δεν περιέχει ένα σαφή ορισμό των «ψευδών ειδήσεων». Ο τρόπος με τον οποίο ο όρος προσδιορίζεται είναι διφορούμενος, με ευρεία εφαρμογή και το ενδεχόμενο κατάχρησης ορατό. Ιδιαίτερα προβληματίζει η επιβολή κυρώσεων για ρεπορτάζ «ικανά να προκαλέσουν ανησυχία» ή που «υπονομεύουν την εμπιστοσύνη του κοινού» στις αρχές του κράτους. Η δημοσιογραφία που δύναται να επιβάλει τη λογοδοσία φυσικά κλονίζει την εμπιστοσύνη του κοινού στην κυβέρνηση, όπως συμβαίνει και με την ερευνητική δημοσιογραφία, που δικαιολογημένα προκαλεί ανησυχία ή οργή στο κοινό. Όταν ένας νόμος είναι τόσο αόριστα διατυπωμένος, τότε είναι πολύ εύκολο η δημοσιογραφία φύλακας-κέρβερος να γίνει ο στόχος εκείνων των πολιτικών, που θέλουν να περιορίσουν την κριτική για όσα πράττουν. Οι δημοσιογραφικές Ενώσεις στην Ελλάδα δίκαια επέκριναν την τροπολογία, προειδοποιώντας ότι μπορεί να οδηγήσει τους δημοσιογράφους στη φυλακή ή να τους επιβληθούν πρόστιμα για θέματα, όπως αυτά που αφορούν την πανδημία.

Όμως, αντί να βελτιωθεί το ήδη υπάρχον άρθρο 191 του Ποινικού Κώδικα που είναι προβληματικό, η κυβέρνηση του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη στην περίπτωση που ο νόμος ψηφιστεί θα κάνει ένα σημαντικό βήμα προς τα πίσω, στέλνοντας ένα ανησυχητικό μήνυμα ως προς την σχετική με την ελευθερία των μέσων ενημέρωσης κυβερνητική δέσμευση. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση ανάλογες σπασμωδικές αντιδράσεις, για την αντιμετώπιση της παραπληροφόρησης στη διάρκεια της πανδημίας, επιχειρήθηκαν στη Ρουμανία και στη Βουλγαρία, όπου και στις δύο περιπτώσεις ασκήθηκε βέτο και αποσύρθηκαν μετά από την κριτική που άσκησαν τα θεσμικά όργανα της Ε.Ε. Η μόνη χώρα η οποία προχώρησε στη θεσμοθέτηση ήταν η Ουγγαρία, όπου η διάδοση της παραπληροφόρησης που θεωρείται ότι υπονομεύει τον αγώνα των αρχών ενάντια στον Covid-19 ποινικοποιήθηκε, με την επιβολή πρόστιμων και ποινών φυλάκισης,

Καλούμε το υπουργείο Δικαιοσύνης της Ελλάδας να αποσύρει αμέσως την τροπολογία και στην περίπτωση, που η κυβέρνηση προχωρήσει στη ψήφιση καλούμε τους βουλευτές, να την απορρίψουν. Αυτή την εποχή που οι πολιτικοί όλο και περισσότερο καταγγέλλουν την ερευνητική δημοσιογραφία ως «ψευδείς ειδήσεις», εάν ο νόμος αυτός πέσει σε λάθος χέρια θα αποβεί εξαιρετικά επικίνδυνος. Το υπουργείο Δικαιοσύνης πρέπει να συναντηθεί με τις ελληνικές δημοσιογραφικές Ενώσεις και τις διεθνείς οργανώσεις, για την ελευθερία των μέσων ενημέρωσης και να ακούσει τις ανησυχίες που εκφράζουν. Τελικά, ο καλύτερος τρόπος να αντιμετωπιστεί η παραπληροφόρηση δεν είναι αυτός των κυβερνητικών νομοθετικών ρυθμίσεων. Αυτό που χρειάζεται είναι ένας δυναμικός, επαγγελματικός, πολυφωνικός και ανεξάρτητος Τύπος, που θα παρέχει στην κοινωνία αξιόπιστες πηγές ενημέρωσης. Στην περίπτωση που η ελληνική κυβέρνηση σοβαρολογεί για την αντιμετώπιση της διάδοσης ψευδών ειδήσεων, τότε ο καλύτερος τρόπος να αρχίσει, είναι με πρωτοβουλίες για την προστασία της προσωπικής ασφάλειας των δημοσιογράφων που ασκούν ερευνητική δημοσιογραφία, η ανάπτυξη της παιδείας για τα μέσα ενημέρωσης και η διασφάλιση ισχυρής και ζωντανής αγοράς μέσων ενημέρωσης με υψηλού επιπέδου πολυφωνία.

ΥΠΟΓΡΑΦΟΥΝ οι οργανώσεις

ΑΡΘΡΟ 19 (Article 19)
Ευρωπαϊκό Κέντρο για την Ελευθερία του Τύπου και των Μέσων Ενημέρωσης (ECPMF)
Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Δημοσιογράφων (EFJ)
Free Press Unlimited (FPU)
Διεθνές Ινστιτούτο Τύπου (ΙΡΙ)
OBC Transeuropa (OBCT)»


πηγή


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου